Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πυξ λαξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πυξ λαξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Ανάφλεξη στο Βλέμμα σου μωρό μου

Νιώσε το ρίγος να σε διαπερνάει όταν σου ψιθυρίζω τις λέξεις που φοβάσαι.
Δεν είναι παγωμένο όπως αυτό που αφήνει η ανάσα σου στο λαιμό μου.
Είναι πύρινο, σε καίει σε κάθε σημείο, είτε σε ακουμπάω είτε όχι. Σε ακουμπούν οι λέξεις μου, οι κραυγές μου, τα συναισθήματα και τα βλέμματά μου, το γέλιο μου.
Ακόμα δεν ξέρω αν εγώ είμαι η φωτιά κι εσύ ο πάγος ή εσύ η φωτιά μου κι εγώ το νερό.
Ακόμα κι αν δεν είμαστε τίποτα από αυτά σίγουρα υπάρχουν κάπου ανάμεσα στη γαλήνη μου και στο δάκρυ σου ή στην ηρεμία σου και στις δικές μου νευρικές εξάψεις.
Ήθελα καιρό να σου πω αυτό που ανέφερα χτες. Είναι στιγμές που μιλάω ακατάπαυστα και ξαφνικά με κοιτάς, χωρίς να πεις τίποτα συχνά, απλά με κοιτάς και ξεχνάω τα λόγια μου. Δεν ξέρω που βρίσκομαι, τι έλεγα ή τι θέλω να πω, τι ρόλο έχω σε αυτόν τον κόσμο και που πρέπει να πάω μετά. Μετά θυμάμαι ότι πρέπει να αναπνεύσω και είναι συγκλονιστικό, γιατί μετά είσαι ακόμα εκεί, και με κοιτάς με αυτό το βλέμμα και τελικά, τελικά..
Μάλλον θέλω να πατήσω το κουμπάκι του αναπτήρα και να βάλω φωτιά σ'όλες τις χάρτινες σκέψεις γύρω μας γιατί ξέρω ότι εσύ θα σβήσεις τη φωτιά μου πριν μας κάψει..





Υ.Γ.Δες στα μάτια μου φωτιές που κυματίζουν θάλασσες.


Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Χρυσόψαρα, πάλι.

-Ήξερες πως ήμουν. 
  Λες. Και το επόμενο πράγμα που ακούω είναι το τουτ της γραμμής που κλείνει. Πολύ πιο ενοχλητικός ήχος από την οποιαδήποτε σιωπή. Ήξερα πως ήσουν, ξέρω πως είσαι. 
Με ενοχλεί όμως να περιμένεις να γίνω κάποια που δεν είμαι. Να περιμένεις να σε βλέπω με τους δικούς σου όρους, να κάνω οτιδήποτε με τους δικούς σου όρους, να σε κυνηγάω κι εσύ να φεύγεις όλο και πιο μακριά. 
  Το θέμα είναι ακριβώς το ότι ήξερα πώς είσαι. Ήξερα πόσο νοιαζόσουν για μένα, ήξερα πόσο λάτρευες το χαμόγελό μου-σχεδόν όσο λατρεύω εγώ τα μάτια σου-, και ήξερα όχι επειδή μου τα έλεγες όλα αυτά, αλλά επειδή τα έδειχνες. Επειδή αν περνούσε κάποιο βράδυ χωρίς να μιλήσουμε ένιωθες την απουσία μου, μισούσες την απουσία μου. Επειδή προσπαθούσες να βρεις χρόνο για μένα. Προσπαθούσες να βρεις χρόνο για να ακούσεις ακόμα και τα παράπονά μου, έψαχνες την κατάλληλη βλακεία που θα με έκανε να γελάσω.
  Και δεν ξέρεις πόσο σε λάτρεψα μέσα από όλα αυτά. 
Γιατί κάπου ανάμεσα στις μεταμεσονύκτιες συνομιλίες μας στο σκάιπ και στα βράδια που πέρασα στην αγκαλιά σου σε μια ξαπλώστρα νομίζω ότι σε ερωτεύτηκα. Ξανά. Από την αρχή. Πιο δυνατά και τελείως διαφορετικά.
Και κάθε λεπτό που εγώ σε ερωτευόμουν πιο πολύ εσύ γλιστρούσες όλο και πιο πολύ σε μια άβυσσο που μόνος σου έφτιαξες. Κι εγώ προσπαθούσα να σε τραβήξω και κάποιες φορές τα κατάφερνα, όμως μετά πάλι χανόσουν ακόμα πιο βαθιά. Κι έτσι, προκειμένου κάθε φορά να σε τραβήξω για λίγα λεπτά στο φως χανόμουν μερικές ώρες στην άβυσσό σου. Και δε με πείραζε, ακόμα δε με πειράζει. Είναι φορές που θα ήθελα να σου δώσω τη ζωή μου γιατί ξέρω πως εσύ θα την εκτιμούσες πιο πολύ από μένα όπως θα εκτιμούσα εγώ τη δική σου πιο πολύ από εσένα.
  Κι οι στιγμές που ήξερα περισσότερο από ποτέ πως είσαι είναι αυτές που μου έλεγες πως σου λείπω, γιατί ήταν σπάνιες. Μα όταν το έλεγες ήταν σαν η φωνή σου να ζεσταινόταν ξαφνικά, όπως όταν με είπες "μωρό μου", κι ας ήταν δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Κι ας είπες εκείνη τη φράση κάποια στιγμή που δεν έλεγχες τον εαυτό σου, γιατί αν τον έλεγχες δε θα το είχες ξεστομίσει ποτέ.  Όπως και τη φορά που μου είπες ότι με αγαπάς, ήταν η πρώτη φορά που σε είδα χωρίς να έχεις συναίσθηση των πράξεών σου. 
  Ήξερα πως ήσουν, απλά ίσως υπερεκτιμώ τις δυνατότητές μου να εμφανίζω μαγικά μια υπέροχη εικόνα του κάθε ανθρώπου. Ίσως τη δική σου μπορώ να την κάνω ορατή στους άλλους και σε εσένα τον ίδιο πολύ σπάνια. Όμως εγώ την έχω δει τόσες φορές, όσες είναι κι οι φορέ που με έχεις πει χαζή. Ξέρεις όταν σε σκέφτομαι να μου μιλάς πάντα απευθύνεσαι σε μένα ως "χαζή" με εκείνο τον ψιλοειρωνικό σου τόνο, είναι λες και απεχθάνεσαι το όνομά μου ή το κρατάς μόνο για τις περιπτώσεις που είσαι πολύ θυμωμένος μαζί μου.
  Και μπορεί τον θυμό σου να τον αντέχω, αυτή την αδιαφορία σου όμως όχι. Αυτή η ουδέτερη στάση σου με σκοτώνει κάθε φορά. Κι είναι φορές που πιάνω τον εαυτό μου να βλέπει λίγο τις καταστάσεις ως τρίτος, δηλαδή πραγματικά γιατί συνεχίζω να προσπαθώ, γιατί απλά δε σηκώνομαι να φύγω; Επειδή έχω μάθει να νιώθω έντονα, και κάποιες φορές να δίνομαι υπερβολικά. Το κακό στην ιστορία είναι ότι περιμένω να δοθείς λίγο περισσότερο κι εσύ.Επειδή πρέπει να προσπαθήσω υπερβολικά πολύ για να βρω εκείνες τις στιγμές που ξέρω πως είσαι δικός μου, που ξέρω πως είσαι σίγουρος, πως είσαι εσύ.
  Κι ακόμα κι αυτή η κατάσταση θα ήταν πιο υποφερτή αν δεν υπήρχαν οι δικές μου ανασφάλειες. Τις οποίες ξέρεις ότι μπορείς να διαλύσεις με δύο λέξεις σου, αλλά επιλέγεις να μην το κάνεις. Επειδή πιστεύεις πως όταν μου μιλάς για το πως νιώθεις μαζί μου, για το πως με βλέπεις γίνεσαι πιο ευάλωτος, και δε θέλεις κι ο ίδιος να δεχτείς ότι σε επηρεάζω.

  Τουτ...τουτ...τουτ...
  Ή έτσι ήταν τα πράγματα μέχρι πριν λίγες μέρες.
Τώρα είναι λες και φωνάζω σ'ένα έρημο φωταγωγό κι ακούω μόνο την ηχό μου, ακουμπάω μόνο τοίχους με ρωγμές, βλέπω μόνο πυκνό σκοτάδι και η μόνη οσμή εδώ είναι καμμένα συναισθήματα.

  Γράφω ελπίζοντας να διαβάσεις, ελπίζοντας να με νιώσεις, ελπίζοντας να μην βιώσεις ακόμα κι αυτές τις λέξεις μου επιδερμικά.

  Κι αυτά τα τραγούδια των πυξ λαξ...Κάθε στίχος είναι εμποτισμένος με αμέτρητα νοήματα και συναισθήματα ή δάκρυα...

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Ευκαιρίες

  Βιάζομαι πολύ. Τα καταστήματα δε θα είναι ανοιχτά για πολλή ώρα ακόμα και εγώ πρέπει να προλάβω τα τελευταία Χριστουγεννιάτικα ψώνια. Επιταχύνω το βήμα μου και τη στιγμή που ελπίζω να μην ξεκινήσει να βρέχει νιώθω την πρώτη ψιχάλα στα φρεσκολουσμένα μαλλιά μου. Νευριάζω με τον καιρό, με την έλλειψη ελεύθερου χρόνου μου, με τους περαστικούς που χαμογελούν, καθώς κάνουν την βόλτα τους και κρατούν μαλλί της γριάς ή ψητά κάστανα. Νευριάζω με τα παιδάκια που μπαίνουν στο δρόμο μου και εισβάλλουν με τις φωνές τους στη μουσική από τα ακουστικά μου.
  Και ξαφνικά παγώνω. Όλα τα νεύρα μου για οτιδήποτε με περιτριγυρίζει έχουν αντικατασταθεί από έκπληξή. Βρίσκεσαι μπροστά μου. Μια λίγο διαφορετική έκδοση του "εσύ" από αυτή που θυμόμουν. Με πλησιάζεις και με χαιρετάς χαμογελώντας με ένα χαμόγελο που όμως δε φτάνει μέχρι τα μάτια σου, ούτε είναι ικανό να ζεστάνει τη φωνή σου. Τα γαλάζια μάτια σου με κοιτούν παγωμένα ενώ με ρωτάς πώς περνάω.
-Εντάξει, όλα φυσιολογικά. Βιώνω τη ρουτίνα μου στο μέγιστο βαθμό. Εσύ;
-Κι εγώ, τίποτα ιδιαίτερο. 
  Σε χαιρετάω και συνεχίζω το δρόμο μου μέχρι να χαθώ από το οπτικό σου πεδίο. Κάθομαι στο πρώτο βρεγμένο παγκάκι που βλέπω μπροστά μου και σταματάω τη μουσική στα ακουστικά μου. Πλέον βιώνω στο μέγιστο τη φασαρία από τους περαστικούς, τις φωνές και τα γέλια τους, τις κόρνες των αυτοκινήτων και τα γαβγίσματα των σκυλιών που περιφέρονται στους κρύους δρόμους. Χάνομαι στους ήχους και τις μυρωδιές και επιτρέπω στον εαυτό μου να γυρίσει μερικά Χριστούγεννα πίσω. Επιτρέπω στον εαυτό μου να χαθεί για λίγο στην εποχή που κι εγώ χανόμουν στην αγκαλιά σου τέτοιες μέρες και μαζί χανόμασταν μέσα σε αυτό το πλήθος των ανθρώπων.
  Είναι λες και σε νιώθω ακόμα και τώρα να με αγκαλιάζεις, να μου τραγουδάς και να γελάω, να ετοιμαζόμαστε μαζί για να συναντηθούμε με όλα εκείνα τα άτομα που θα πρέπει μόνη μου να συναντήσω σε μερικές ώρες σε κάποια ταβέρνα. Τότε επιστρέφαμε στην πόλη μας μόνο για αυτές τις γιορτινές μέρες και περνούσαμε κάθε βράδυ όλοι μαζί. Τώρα σχεδόν όλοι μένουμε μόνιμα εδώ όμως συνεχίζουμε να είμαστε πολύ κοντά μεταξύ μας. 
  Ξαφνικά μου λείπεις. Μου λείπουν τα χείλη σου στο λαιμό μου και τα χέρια μου στο πρόσωπό σου. Περπατάω. Τα καταστήματα έχουν κλείσει πια. Πρέπει να ψάξω κάποιο πρωί για τα δώρα που ήθελα. Περπατάω πιο γρήγορα. Πρέπει να ετοιμαστώ. Μου λείπεις. Πρέπει να πάρω τηλέφωνο την Καλλιόπη να δω αν μπορεί να μου δανείσει εκείνο το ωραίο μαύρο φόρεμα για απόψε. Ξέρω ότι σου αρέσουν τα μαύρα φορέματα, αν και δε θα είσαι εκεί απόψε για να με δεις να το φοράω, να περάσεις το χέρι σου γύρω από τη μέση μου, εκεί όπου το μαύρο φόρεμα εφαρμόζει τέλεια.
  Το χέρι μου βρίσκει αντανακλαστικά το κινητό μου στην τσέπη του παλτού μου. Προφανώς κι έχω ακόμα τον αριθμό σου. Όμως εγώ είχα προσπαθήσει τα πάντα, είχα θυσιάσει μέχρι και την τελευταία στάλα εγωισμού μου, σου είχα εξηγήσει ακριβώς πόσο σε ήθελα και πόσο πίστευα ότι μπορούσα να σε κάνω ευτυχισμένο. Οπότε πρέπει να είμαι καλά με τον εαυτό μου ξέροντας ότι έχω προσπαθήσει τα πάντα. Ξέροντας ότι ήταν αποκλειστικά δική σου η επιλογή που μας οδήγησε στην ανύπαρκτη σχέση που έχουμε τώρα. Το κινητό μου ξαφνικά δονείται πάνω στο χέρι μου. Το απαντάω απευθείας χωρίς να κοιτάξω ποιος με καλεί. 
-Έλα..μίλησα με το Γιάννη πριν λίγο και τον ρώτησα γι απόψε...Και μου είπε αν θελω να έρθω μαζί σας. Η αλήθεια είναι ότι μου έχετε λείψει..Όλοι. Έχεις πρόβλημα αν έρθω;
-Εμμ όχι βέβαια..Τα λέμε το βράδυ.
  Του κλείνω το τηλέφωνο χωρίς να μπορώ να πιστέψω αυτό που μόλις συνέβη. Έχω άλλη μια ευκαιρία. Και αυτή τη φορά δεν πρέπει να κάνω καμία λάθος κίνηση.



Υ.Γ. Υπάρχουν χρυσόψαρα εδώ; απάντησε μου... Ή παραμένει πάντα μαύρος ο βυθός;..

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Σου έλεγα πως δεν έχω δει ποτέ την ανατολή, γι αυτό κι η πρώτη ανατολή που είδα νομίζω ήταν μαζί σου.

Ήταν μόνη ένα ακόμα βράδυ στο γνωστό μισοσκότεινο γωνιακό μπαρ. Είχε γυρίσει σπίτι μετά τη δουλειά, άφησε τα εργαλία του σχεδίου και έκανε ένα βιαστικό ντουζ. Έφτιαξε μια σαλάτα αλλά τελικά την άφησε στο ψυγείο. Πνιγόταν στο ίδιο της το σπίτι. Πνιγόταν στο σπίτι που έχει διαμορφώσει όπως εκείνη ήθελε, όπως πνιγόμαστε όταν αλλάζουμε τόσο πολύ τους ανθρώπους έτσι ώστε κάποιες φορές να χάνουν αυτή την ιδιαίτερη δική τους γοητεία. Ετοιμάστηκε επιμελώς και κατευθύνθηκε προς το γωνιακό μπαρ στο επόμενο στενό. Σύχναζε εκεί τις μέρες που την έπιαναν τα υπαρξιακά της. Μπήκε μέσα κι ήταν σίγουρη πως ήθελε να μεθύσει, να φτάσει στην κατάσταση που δε θα νιώθει τίποτα, δε θα επικοινωνεί με το περιβάλλον της. Εξάλλου, Σάββατο βράδυ ήταν, δε δούλευε την επόμενη μέρα, υποχρεώσεις δεν είχε εκτός από τη δουλειά της, νέα ήταν ακόμα, μπορούσε να κάνει ότι την ευχαριστούσε. Όχι με την πραγματική έννοια της ευχαρίστησης. Με την έννοια του "βγαίνω από τη μονότονη καθημερινότητα και πίνω μέρι να σταματήσω να σκέφτομαι πόσο φοβάμαι το χρόνο, τη μοναξιά και τις αναμνήσεις, μιας και φέρνουν το ένα το άλλο".
 Ξαφνικά ένιωσε ένα χέρι γύρω από τη μέση της και γύρισε απότομα. Είχε πιει τρεις βότκες και δύο σφηνάκια που την κέρασε ένας άγνωστος. Ένας αόρατος άγνωστος, σύμφωνα με το μπάρμαν. Εκείνη δεν μπήκε στον κόπο να προβληματιστεί ποιος ήταν ο αόρατος μυστήριος άγνωστος. Ένιωθε μια ζάλη, αλλά δεν ήταν αρκετή ώστε να μη διακρίνει τα φωτεινά γαλάζια μάτια εκείνου που την άγγιξε.
"Γνωριζόμαστε;" του είπε νευρικά. Είχε καιρό να επικοινωνήσει με κάποιον άγνωστο και δεν το επιδίωκε γενικώς. Προτιμούσε την ησυχία της εδώ και καιρό. 
"Ίσως ναι, ίσως και όχι".
"Δεν έχω όρεξη για παιχνίδια" είπε εκείνη ενώ ζήτησε άλλη μια βότκα πορτοκάλι. 
"Κερνάω εγώ" είπε εκείνος. Άρα πράγματι έψαχνε συντροφιά για ένα βράδυ, όπως ήταν σχεδόν σίγουρη. Δεν τον ευχαρίστησε για τη βότκα, απλά την κατέβασε με τη μια. Ένιωθε να ζαλίζεται λίγο πιο έντονα. 
Είχε πάει μιάμισι, η μουσική δυνάμωσε -μπλουζ και ροκ εντ ρολλ- και πολλοί θαμώνες ξεκίνησαν να χορεύουν. Εκείνος την κοιτούσε επί μισή ώρα, όσο βρισκόταν δίπλα της χωρίς να μιλάει. Της άπλωσε το χέρι του για να χορέψουν όμως εκείνη ένιωθε ότι θα κατέρρεε. Τελικά έπρεπε να έχει φάει αυτή τη σαλάτα. Πλήρωσε εκείνος ό,τι είχαν πιει και την τράβηξε έξω από το μπαρ. Την τράβηξε με ένα περίεργο στοργικό τρόπο, σαν να νοιάζεται για μια άγνωστη που θέλει μόνο να πηδήξει, προσπαθώντας προφανώς να ξεχάσει κάποια γνωστή.
Λίγη ώρα μετά περπατούσαν στην παραλιακή. "Περπατούσαν", διότι εκείνος την έσερνε σχεδόν με τον προαναφερθέν στοργικό του τρόπο. Εκείνη σταμάτησε απότομα. "Τι θέλεις από εμένα; Δε γνωριζόμαστε καν και κάνεις λες και νοιάζεσαι." 
"Πώς κάνω ότι νοιάζομαι, αφού δε σε ρωτάω κάτι, δεν προσπαθώ να σου μιλήσω βλέπεις" απάντησε εκείνος.
"Κάποιες φορές η σιωπή μας δηλώνει πολλά για εμάς" του απάντησε.
"Όπως;" 
"Όπως ότι ίσως τελικά να μην ψάχνεσαι όπως περίμενα. Ή τουλάχιστον να έχει κορεστεί η όρεξη για ό,τι πίστευα ότι ήθελες από μένα. Είσαι μόνος σου. Σου τη δίνει αυτό. Σκέφτεσαι ότι θα σε ωφελήσει το να περπατήσεις μαζί με κάποιον. Να μιλήσεις μαζί του, να τον γνωρίσεις. Μισείς τη σιωπή. Όμως. Η δική μου σιωπή σου αρέσει. Σκέφτεσαι εκατομμύρια πράγματα να μου πεις αλλά το μετανιώνεις γιατί προτιμάς να φαντάζεσαι ότι κρατάς το χέρι κάποιας άλλης. Με αγγίζεις και χάνεσαι στις αναμνήσεις σου επειδή δε με ξέρεις και μπορείς να προσποιηθείς ότι είμαι οποιαδήποτε με θέλεις, οποιαδήποτε χρειάζεσαι τώρα δίπλα σου. Ακούς τη φωνή μου και νευριάζεις για τη δεν ακούς τη φωνή που θα ήθελες να σου λέει πόσο σε λατρεύει αλλά μια άγνωστη που έχει κουραστεί να γνωρίζει τόσο προβλέψιμους ανθρώπους...Έχω δίκιο;" Τώρα ήταν σαν να είχε σταματήσει η επίδραση του αλκόλ πάνω της, είχε ξαναβρεί τη λογική της σε ένα βαθμό κι ένιωθε ικανοποιημένη που κατάφερε να αποδείξει σε κάποιον άγνωστο πόσο ικανή είναι να εκμηδενίσει την αξία του, να ξεγυμνώσει τις σκέψεις του. Έβγαλε τα τσιγάρα της και του πρόσφερε ένα.
'Εκείνος γέλασε και της είπε ότι δεν καπνίζει. "Αν εγώ είμαι τόσο μόνος όσο πιστεύεις εσύ γιατί έπινες εκεί σήμερα;" Δεν περίμενε την απάντησή της. Ανέβηκε σε μια μεγάλη μαύρη μηχανή και εκείνη κάθισε πίσω του. Είχε πολύ καιρό να ανέβει σε μηχανή. Είχε καιρό να νιώσει ελεύθερη γενικότερα. Ένιωθε τον άνεμο στα μαλλιά της και χαμογέλασε.
Λίγο αργότερα εκείνος την άφηνε κάτω από το σπίτι της. Εκείνη περίμενε ότι θα ζούσε ακριβώς κάποια σκηνή από ταινία, που δε θα προλάβαινε να γυρίσει να τον κοιτάξει κι εκείνος θα είχε γίνει καπνός.
Ομως έκανε λάθος. Κατέβηκε από τη μηχανή του κι ακούμπησε το χέρι του στο μάγουλό της. Κοίταζε τα σκούρα μεγάλα μάτια της με τα δικά του φωτεινά και της μετέδιδε μια ζεστασιά ευχάριστη. 
"Θα μου απαντήσεις σε μια ερώτηση;" τον ρώτησε εκείνη.
"Μόλις σου απάντησα σε μια" της είπε αλλά μόλις είδε την έκφρασή της έσπευσε να συμπληρώσει "Τι θα κερδίσω αν το κάνω;"
"Θα σου απαντήσω κι εγώ σε όποια θέλεις μετά." είπε εκείνη.
"Μου άφησες να καταλάβω ότι γνωριζόμαστε...κι εξάλλου ήξερες που μένω. Θέλεις να μου δώσεις κάποια παραπάνω πληροφορία;"
"Ό,τι αγαπάς δεν τελειώνει. Να το θυμάσαι" είπε. 
Έπειτα τη φίλησε, στην αρχή απαλά, μα ύστερα πιο έντονα. Ήταν λες κι εναπέθετε στα χείλη της το φυλακισμένο εαυτό του.  
Λίγο μετά έγινε ένα με τη νύχτα.
Το επόμενο πρωί εκείνη ξύπνησε, χαμογέλασε, κι άνοιξε το ραδιόφωνο.

 

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Κλαδιά και χέρια μπλεγμένα




 Και κάπως έτσι κυλούν οι μέρες, γλιστράνε σαν τις στάλες της βροχής, κολλούν η μια πάνω στην άλλη σαν τις αναμνήσεις που τυλίγουμε τόσο προσεκτικά μέχρι που λυπόμαστε πια να χαλάσουμε το περιτύλιγμα και να τις ανοίξουμε, και χάνονται σαν τις εικόνες που φτιάχνω βλέποντας τα σύννεφα όταν μας σκέφτομαι. 

~ Τι σου λείπει πιο πολύ;
~Το χαμόγελο στα μάτια σου.

*Υ.Γ. Η φωτογραφία προφανώς εν ώρα διαβάσματος τραβήχτηκε..*

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Χάλασαν τα ακουστικά μου σήμερα, και τώρα η φωνή σου θα κάνει παράσιτα.

Ψάχνεις αφηρημένα στην τσέπη του παλτού σου μα τα τσιγάρα σου δεν είναι από καιρό εκεί.
Ξεκλειδώνεις βιαστικά την πόρτα του διαμερίσματος, μα δεν έχεις αυταπάτες, μόνο η μοναξιά σου σε περιμένει.
Ανοίγεις τα μάτια σου απότομα, όμως το τελευταίο κλάσμα του δευτερολέπτου πριν τα ανοίξεις είσαι σίγουρος πως είσαι ακόμα μόνος σου.
Σταματάς να πατάς τα πλήκτρα, μένεις ακίνητος, κι όμως ξέρεις ότι ο ήχος του κουδουνιού έρχεται από το απέναντι διαμέρισμα.
Αφήνεις άπλυτα πιάτα στο νεροχύτη αλλά ξέρεις ότι το μεσημέρι που θα γυρίσεις θα είναι ακόμα εκεί. Και το κρεβάτι σου θα είναι ακόμα ξεστρωμένο, και η μπαλκονόπορτα ακόμα κλειστή. Ίσως και το πατζούρι.
Κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και νιώθεις ότι δεν ανήκεις εκεί, ότι είσαι χαμένος. Βυθίζεσαι μέρα με τη μέρα στον εαυτό σου, ξέρεις κάθε αντίδραση, κάθε σκέψη σου πριν καν προκύψει. Σαν το κενό του περιβάλλοντός σου να έχει κάνει μετάσταση μέσα σου.

Ξαπλώνεις και δεν ξέρεις αν θέλεις να σκεφτείς πριν κοιμηθείς ή αν θέλεις να σε πάρει ο ύπνος κατευθείαν για να μη σκέφτεσαι. Αλλά και τι να σκεφτείς; Τη ρουτίνα σου την έχεις υπεραναλύσει.
Μα αν σ'αφήσει κι η ρουτίνα σου τότε τι θ'απομείνει; Ένας παλιός γνωστός που τώρα πια τον αναγνωρίζεις μόνο αμυδρά.
Κι είναι τα αδιέξοδα στη ζωή που τρώνε τον περισσότερο χρόνο, λέμε. Όταν όμως είσαι σε μια κυκλική πλατεία, όταν βρίσκεσαι σ'ένα μαρμάρινο κόσμο,τόσο ψυχρό που επιδρά καταλυτικά πάνω σου, όταν δε θυμάσαι από που μπήκες σ'αυτη την πλατεία, κι όταν δε βλέπεις δίοδο διαφυγής ή έστω κάποιο τρόπο να κάνεις την κενή αυτή πλατεία κατάλληλη για σένα: Κι όταν δεν ξέρεις αν είναι απλά ένα μεταβατικό στάδιο -ή ακόμα κι αν είναι πόσο περισσότερο θα κρατήσει;-
Συνειδητοποιείς ότι κάποιος σ'έριξε εκεί μ'ένα αλεξίπτωτο. Να πεις ότι ήταν αερόστατο κάπως θα έφευγες. Να πεις ότι ήταν ένα ζευγάρι φτερά, θα ήσουν τρισευτυχισμένος. 'Ομως το γαλάζιο αλεξίπτωτο φτάνει μόνο για να σε σκεπάζει τα βράδια, μόνο για να σε προστατεύσει λίγο από τα φαντάσματα της μαρμάρινης πλατείας. Να τα κρύψει από μπροστά σου. Τότε ίσως και να πίστευες ότι θα εξαφανίζονταν στ'αλήθεια-ίσως όντως και να εξαφανίζονταν.
Σε βλέπω να αγγίζεις το γαλάζιο αλεξίπτωτο. Σε βλέπω. Θέλω να σου πετάξω ένα σκοινί, να σε βοηθήσω να ανέβεις και πάλι πιο πάνω. Σε κάποιο δρόμο, σε διαστάυρωση ή σε αδιέξοδο. Οτιδήποτε από αυτά είναι καλύτερο από το χαντάκι. Στο αδιέξοδο γυρίζεις πίσω, στο σταυροδρόμι επιλέγεις και στο δρόμο προχωράς. Όμως, ή το σκοινί δεν είναι αρκετά μακρύ ή δεν έχω τόση δύναμη για να σε τραβήξω. Συνεχίζω να δίνω όλο και περισσότερο μήκος στο σκοινί μου, όλο και περισσότερη ένταση στη φωνή μου, μα δεν ξέρω αν με ακούω κι εγώ η ίδια. Είναι σαν να αποστασιοποιείσαι όλο και πιο πολύ, όλο και πιο γρήγορα, κι εγώ να θέλω να βάλω τέλος σε όλες αυτές τις εκθετικές συναρτήσεις γύρω μας.



Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Χρόνος

"Η ακαθόριστη κίνηση της ύπαρξης και των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον, θεωρούμενη ως σύνολο", σύμφωνα με το λεξικό. Εμείς όμως το αντιλαμβανόμαστε αλλιώς. Το αντιλαμβανόμαστε σύμφωνα με το πώς περνάμε. Όταν όλα πάνε καλά ο χρόνος κυλάει γρήγορα, κι όταν βαριόμαστε ή είμαστε δυσαρεστημένοι ο χρόνος δε λέει να περάσει. Καταστάσεις γνωστές σε όλους μας. Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι κατηγορούμε το χρόνο για λάθη δικά μας, παραλείψεις κι επιλογές μας...Τα αποδίδουμε όλα στο χρόνο κι έτσι δεν έχουμε τύψεις. "Δεν έχω χρόνο" μου λες. "Σε λίγο θα φύγω" κι αυτό το λίγο θα ήταν διαφορετικό με διαφορετική διαχείρηση. Αλλά ο καθένας κάνει τις επιλογές του, ο καθένας διαχειρίζεται όπως θέλει τη ζωή του. "Αν είχαμε χρόνο όλα θα ήταν αλλιώς" , "Συγγνώμη που καθυστέρησα, δεν είχα αρκετό χρόνο" , "Δεν βρήκα χρόνο, το ξέχασα, είχα πολλά στο μυαλό μου". Έτσι είναι οι ζωές μας, επισκιασμένες. Κι οι σκιές δεν είναι άλλες από τις ίδιες τις επιλογές μας, για τις οποίες δεν είμαστε σίγουροι, και τις οποίες φοβόμαστε και δε θέλουμε να αποδεχτούμε. Γι αυτό και τα φορτώνουμε όλα στα χρόνο. 
Κι έτσι άλλος ένας χρόνος πέρασε, και στο κλείσιμό του νιώθω πιο ανασφαλής από ποτέ. Ένας χρόνος που έμαθε σε όλους μας πολλά, μας έδωσε όσα ακριβώς μας πήρε. Ήταν στυγνός κι υπολογιστικός τύπος, όχι αχάριστος, απλά απόλυτα κι αυστηρά δίκαιος. Έτσι είναι ο χρόνος, δεν κάνει χάρες και δε χαρίζεται σε κανένα, είναι ντόμπρος και ξεκάθαρος. 
Όταν κοιτάζω το παρελθόν,λοιπόν, από την περσινή τέτοια μέρα έως και χτες το βράδυ βλέπω μια κορδέλα με ρίγες που αναλάσσονται. Μαύρο, μετά όλα τα χρώματα μαζί, μαύρο, κι άλλη χρωματική πανδαισία. Κι έτσι θυμάμαι ανάκατες σκηνές, με πρωταγωνιστές εκείνες του καλοκαιριού. Ένα συγκεκριμένο ρεμπετάδικο και μία συγκεκριμένη καφετέρια, αυτά τα μέρη μου θυμίζουν μια παρέα με την οποία δέθηκα τόσο άρτια, ίσως επειδή ήμουν δεμένη με καθένα από τους συμμετέχοντες από πιο πριν. Μια κοπέλα που εμφανίστηκε ξαφνικά, κι ένιωσα πως της παρέδωσα ένα άτομο-κομμάτι μου. Εκείνο που με εξέπληξε ήταν η αντίδρασή μου. Στεναχωρήθηκα μεν, προχώρησα δε, και στην πορεία κατάφερα να αγαπάω και την κοπέλα και το άτομο-κομμάτι το ίδιο πολύ. Όμως οι αντιδράσεις μου με εξέπληξαν αρκετά. Έτσι από αυτή τη χρονιά κέρδισα κάποια πράγματα. Την ικανότητα να διατηρώ την ψυχραιμία μου και να σκέφτομαι πριν μιλήσω έτσι ώστε να μη δημιουργώ παιδιάστικες σκηνές ζηλοτυπίας και θυμού (καλά όχι και στο μέγιστο) αλλά σίγουρα αντέδρασα πολύ ώριμα σε θέματα σημαντικά για μένα (όπως το παγκάκι, ή κάποια οικογενειακά προβλήματα, κάποια θέματα υγείας αγαπημένων προσώπων...).Το δεύτερο σημαντικότερο που διδάχτηκα από την περασμένη χρονιά είναι να μην έχω προσδοκίες, επειδή αυτές πάντα καταρρίπτονται. Όταν πηγαίνεις στη μάχη και περιμένεις ένα συγκεκριμένο εχθρό θα ηττηθείς από οποιονδήποτε εχθρό εμφανίζει διαφορές από αυτόν τον οποίο ανέμενες. Έτσι έμαθα κοιτάζω διορατικά τις καταστάσεις και να μην περιμένω τίποτα από αυτές. Έτσι, ούτε απογοητεύομαι, ούτε στεναχωριέμαι...Ίσα ίσα που κάποιες σπάνιες φορές μπορεί να χαρώ και λίγο μωρέ.Διδάχτηκα κι άλλα πολλά όμως το κυριότερο που έμαθα είναι αυτό που λέει κι η υπέροχη Στέλλα εδώ.
Έμαθα πως είναι να αγαπάς περισσότερο. Ή μάλλον περισσότερο και διαφορετικά μαζί. Να αγαπάς χωρίς όρια να δίνεσαι, να εμπιστεύεσαι εκείνο το ένστικτο που σου λέει πότε αξίζει να δώσεις την αγάπη σου σε κάποιον. Και το θέμα είναι ότι το ένστικτο αυτό είναι αλάνθαστο, αλήθεια. Μα όταν αγαπάς περισσότερο είσαι και πιο ανασφαλής, πιστεύεις ότι δεν είσαι αρκετός, κι έτσι δίνεσαι ακόμα περισσότερο προσπαθώντας να γίνεις σημαντικός στον άλλο και να καλύψεις και τη δική σου την ανασφάλεια. Ίσως να μην υπάρχει πολύ ή λίγο στην αγάπη, να μην υπάρχει περισσότερο και λιγότερο, μα να υπάρχει μόνο διαφορετικό. Ο καθένας μας αγαπάει με τον τρόπο του, κι ο τρόπος αυτός μεταβάλεται ανάλογα με το αντικείμενο που δέχεται την ενέργεια αυτή, την αγάπη. Κάποιοι όταν αγαπούν το φωνάζουν, κάποιοι δεν το λένε ποτέ μα το δείχνουν καθημερινά, και κάποιοι θα το πουν όταν θα χρειάζεται και τότε θα το εννοούν. Κι όλοι οι υπόλοιποι καίγονται μέσα στην ανασφάλειά τους και δίνουν διαδοχικές μάχες, κουράζονται και τα παρατούν. Γιατί κάποιες φορές η αγάπη μπορεί να είναι τόσο διαφορετική που να μοιάζει λιγότερη..
Και τώρα που άλλαξε ο χρόνος; Τα κεφάλαια που έμειναν μισάνοιχτα τι θα γίνουν; Δεν ξέρω. Κι η ανασφάλεια τι θα γίνει, κοριτσάκι; Θα με καταπιεί. Αυτό θα γίνει. Επειδή απλά δεν πρόκειται να καλυφτεί. Επειδή απλά όλα είναι ακριβώς όπως δεν έπρεπε να είναι. Γι αυτό έμαθα να μισώ τις προδοκίες. Δεν πρέπει να έχω προσδοκίες για μεθαύριο, του στυλ ότι όλα θα είναι όμορφα. Ούτε για τις υπόλοιπες διακοπές. Ούτε για την υπόλοιπη χρονιά. Απλά να περιμένω τις καταστάσεις και να αντιδρώ μετά. 



Υ.Γ.Μου άρεσε η αρχή της χρονιάς πάντως, χτες. Αν και υπήρξαν κάποια απρόοπτα, βέβαια. Γύρισα σπίτι και μύριζα ολόκληρη καπνό, αλκοόλ και Β*.



Πούλα με ακόμα μια φορά, δε με πειράζει.
Δε με πειράζει που θα μείνω μοναχός.
Δε με πειράζει που τα μάτια σου σ’ αυτόν τα θυσιάζεις.
Γιατί απόψε το κορμί σου θα `ναι αλλού.

Θα `ναι σε κάτι ξεχασμένα καλοκαίρια.
Θα `ναι στις νύχτες της ατέλειωτης σιωπής.
Θα `ναι στα φιλμ της χαράς και της μιζέριας.
Θα `ναι σε όλα που περάσαμε μαζί.

Πούλα με λοιπόν στο ξαναλέω.
Πούλα με για λίγη σιγουριά.
Πούλα με πολύ φτηνά δεν ξέρω, ίσως αύριο να `ναι αργά.

Κι αν σε βλέπω αδιάφορα ξερά, δε με πειράζει.
Δε με πειράζει κι αν τα χείλη σου γελούν.
Μια καληνύχτα κι αν μου πεις δε με πειράζει.
Γιατί απόψε το κορμί σου θα `ναι αλλού.


Καλή χρονιά :)

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Χρυσόψαρα

Σεπτέμβρης του '11
"Γεια είμαι μεθυσμένη" είπε η κοπέλα καθώς πλησίζε τον νεαρό. Τον αγκάλιασε υπό τον γνώριμο ήχο από ανόητες αγάπες κι ύστερα τον φίλησε. "Δεν ξέρω αν είσαι εσύ αλλά δεν έχασα κάτι. Εξάλλου φιλάς ωραία" του είπε ενώ γελούσε. "Πέρνα του χρόνου τέτοια μέρα κι ώρα από τη Λότζια, αν το θυμηθώ θα περάσω κι εγώ να σου πω συγγνώμη." Εκείνη έφυγε την ώρα που τα πλοία σκόνταυταν στο φάρο. Εκείνος έμεινε εκεί. Ασάλευτος. Έκπληκτος.

Σεπτέμβρης του '12.

Είχε κουραστεί από το περπάτημα -τρέξιμο καλύτερα- πάνω κάτω. Από την ακρόαση τόσων διαφορετικών ιστοριών, από την αναζήτηση τόσων λύσεων σε προβλήματα διαφορετικής φύσεως. Είχε κουραστεί και πονούσε. Κάθισε στο πρώτο παγκάκι που βρήκε λαχανιασμένη. Η σωματική της κούραση μπερδευόταν με αυτή του μυαλού. Όχι πνευματική ακριβώς, την κούραση που νιώθεις μετά από το πολύωρο κι ίσως χωρίς αποτέλεσμα στίψιμο του μυαλού σου. Τα ξύλα στο παγκάκι ήταν σκληρά, τώρα πονούσε περισσότερο. Ένας περαστικός κάθισε δίπλα της. Έμοιαζε να περιμένει για κάποιον/κάτι γιατί κάθε δύο λεπτά κοιτούσε ανυπόμονα την ώρα από την οθόνη του κινητού του. "Έχεις κανένα ντεπόν μήπως;" τον ρώτησε εκείνη με προσμονή, ή ίσως απλά ήθελε να του πιάσει τη συζήτηση για να ξεχαστεί. Έπρεπε να μαζέψει δυνάμεις για να φτάσει σπίτι. Ίσως να μην ήθελε να φτάσει σπίτι και να ξανακλειστεί στο μοναχικό κελί της."Εεε όχι. Ίσως να έχει στο περίπτερο απέναντι" της απάντησε εκείνος κοφτά και αδιάφορα. Εκείνη έκανε πως δεν τον είχε ακούσει. Τρεις ματιές στην οθόνη του κινητού του για να σιγουρευτεί ότι πράγματι η ένδειξη που έβλεπε ήταν η σωστή. Σηκώθηκε βιαστικά και ένα λεπτό μετά στεκόταν μπροστά της με ένα μπουκάλι νερό. "Τα περίπτερα δεν είναι φαρμακεία, συγγνώμη ήμουν αφηρημένος. Ίσως αυτό σας βοηθήσει" της είπε με φιλικότερο τόνο από πριν. Ξανακάθισε στο παγκάκι, πιο κοντά της τώρα. Εκείνη μπορούσε να μυρίσει καθαρά το αλκοόλ γύρω του. "Ίσως τελικά τζάμπα προσπάθησες να χαλαρώσεις με το κρασί. Από ότι φαίνεται δε θα έρθει" του είπε απότομα παίρνοντας από το χέρι του το μπουκάλι με το νερό. Δεν ήθελε να είναι άλλο καλή, δεν ήθελε να ψάξει άλλες λύσεις για τα προβλήματα του κόσμου, δεν ήθελε να ζει άλλο μέσα από τις περιπετειώδεις ζωές των γύρω τις, και να προσπαθεί να τις βελτιώσει. Ξεσπούσε σ'έναν άγνωστο, εκείνος δεν την ήξερε. Θα την έκρινε, μα δε θα ξαναβρίσκονταν. Θα την έβριζε, μα σε δυο βδομάδες δε θα μπορούσε καν να θυμηθεί τη στιγμή εκείνη. "Ίσως και να έχεις δίκιο." της απάντησε εκείνος καθώς φορούσε τα ακουστικά του, δηλώνοντας πως επιθυμούσε η συζήτηση να λάβει τέλος. Της άρεσε που δε διαφώνησε μαζί της, που δε σηκώθηκε να φύγει και που δεν την έβρισε -τουλάχιστον όχι δυνατά. Δεν πονούσε όσο στην αρχή, είχε χαλαρώσει και ξεκουραστεί λίγο με το νερό. Έβαλε το ένα ακουστικό του στο αυτί της και ένα ρίγος τη διαπέρασε. Την ίδια στιγμή χτύπησε το κινητό της με ήχο ίδιο με αυτόν που ερχόταν από τα ακουστικά. Κοιτάχτηκαν πριν εκείνη προλάβει να απορρίψει την εισερχόμενη κλήση. "Είσαι το παιδί από τη συναυλία, έτσι; Γι αυτό δεν έφυγες όταν έγινα αγενής ως απάντηση στη δική μου αγένεια!" Είπε εκείνη ενώ κοκκίνιζε. Τώρα είχε τύψεις. Εκείνος χαμογέλασε αφήνοντας να φανούν τα ίσια λευκά δόντια του. Είχε γοητευτικό χαμόγελο. "Ίσως τελικά να μην πήγε τόσο τζάμπα το κρασί" απάντησε εκείνος κλείνοντάς της το μάτι. Σηκώθηκαν και περπάτησαν μέχρι τη θάλασσα. Μίλησαν για ώρες, ύστερα εκείνη τον φίλησε."Κανονικά εδώ πρέπει να σου πω συγγνώμη" του είπε κοιτάζοντας κάτω. Ύστερα ανέβασε το βλέμμα της στα γαλάζια του μάτια. "Όμως δε θα το κάνω. Δε μετανιώνω για μια από τις καλύτερες αυθόρμητες κινήσεις που έκανα σε μια από τις χειρότερες για μένα ώρες." του είπε. Εκείνος την αγκάλιασε και ξεκίνησαν να ανηφορίζουν. " Αν και από ότι βλέπω ξεκουράστηκες και περπατάς άνετα...Επειδή είμαι με το αυτοκίνητο..Μήπως θέλεις να σε πετάξω μέχρι το σπίτι σου; " Τη ρώτησε δισταχτικά, κι ύστερα πέταξε ένα από εκείνα τα υπέροχα χαμόγελά του.



*Τα χρυσόψαρα μου θυμίζουν το τέλος του καλοκαιριού, και τη μέρα που είχαμε πάει θάλασσα τελευταία φορά -μέσα Σεπτέμβρη κάπου...-

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

Είσαι το πιο λευκό χρώμα απ'τις σκέψεις μου.

Η Βιολέττα ήταν γενικά νευρικό άτομο. Δάγκωνε το κάτω χείλος της όταν ένιωθε αμηχανία. Έκανε έντονες κινήσεις με τα χέρια της όταν μιλούσε. Μιλούσε πολύ. Γελούσε με όλο της το είναι. Αυτοσαρκαζόταν κι έκανε τους άλλους να γελούν. Έκανε τη χαζή μα ήταν έξυπνη. Με τον όρο χαζή δεν εννοώ κάτι που σε απωθεί, κάτι ψευτοναζιάρικο. Ούτε χαριτωμένο ήταν, ήταν απλά αστείο, σε έκανε να απογοητεύεσαι από τις παιδιάστικες απορίες της αλλά χωρίς να θυμώνεις. Κάποιες μέρες σκεφτόταν πολύ. Νομίζω ότι της έκανε κακό να σκέφτεται και να υπεραναλύει καταστάσεις, τη μελαγχολούσε. Ένα ήρεμο βράδυ Κυριακής, λοιπόν, ενώ περπατούσε στους έρημους, μα κατάφωτους δρόμους της πόλης, βρήκε ένα χαρτάκι κολλημένο σε μια στάση λεωφορείου με λίγες γνώριμες λέξεις γραμμένες πάνω, με μελάνι μπλε και γράμματα τακτοποιημένα, προσεγμένα, μα όχι καλλιτεχνικά ή περίτεχνα. Αν θέλεις να με βρεις να παίζεις, να νιώθεις, να ζεις. Αν πάλι δε μπορείς μη φύγεις, μη χαθείς. Ξεκόλλησε το χαρτάκι, κάθισε στο πεζοδρόμιο στηρίζοντας το κεφάλι στα χέρια της κι ένιωσε εικόνες να την κατακλύζουν. Εκείνη η συναυλία ένα χρόνο πριν, είχε ακούσει αυτό το τραγούδι ζωντανά, είχε μαγευτεί πραγματικά. Και τώρα έπρεπε να αποφασίσει...Θα συνέχιζε να παίζει, να νιώθει και να ζει; Ή θα επέτρεπε στις σκέψεις της να την κυριεύσουν, να την κάνουν να λυγίσει, να δακρύσει; Σηκώθηκε ψύχραιμα, περπάτησε ευθεία μπροστά, αποφεύγοντας τις γραμμές στόκου ανάμεσα στις πλάκες του πεζοδρομίου, τσαλάκωσε το χαρτάκι και το έριξε στην ανακύκλωση. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να περπατάει παίζοντας με τούφες των μαλλιών της, νιώθοντας μια ανακούφιση κι ένα ευχάριστο αίσθημα να την πλημμυρίζουν και έχοντας αποφασίσει να ζήσει τη ζωή της αντιμετωπίζοντας οποιαδήποτε πρόκληση. Είχε πάρει τις αποφάσεις της, δε θα άφηνε τη ρουτίνα να την καταπιεί και θα σταματούσε να αναπολεί τόσο συχνά στιγμές περασμένες. Χαμογέλασε και πάτησε μια γόπα κάποιου περαστικού που φώτιζε ελαφρά πεταμένη στο δρόμο, όπως είχε πατήσει τόσο καιρό κάθε συναίσθημά της πραγματικό, όπως είχε συμπιέσει κάθε επιθυμία της για να χωρέσει στην καθημερινότητά της.


Καληνύχτα!

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Αποπροσανατολισμός*

Νομίζω ότι παραπονιέμαι συνέχεια χωρίς λόγο, μόνο για να παραπονιέμαι. Αλλά μετά,όταν αρχίζω και σκέφτομαι, όταν αναλύω το γιατί δε νιώθω χαρούμενη, είναι λες και όλα ξαφνικά βγάζουν νόημα. Με βλέπετε χωρίς να με παρατηρείτε. Δε μπορείτε να με παρατηρήσετε. Παρατηρείτε μόνο τις ανάγκες σας, εκείνες που ξεκινούν και καταλήγουν στα λεφτά. Περιλαμβάνουν και την τηλεόραση και μερικούς καθημερινούς καβγάδες. Έτσι από συνήθεια,να μην ξεχνιόμαστε.
...
Έβαλε τα κλειδιά στην πόρτα.
-Πώς πέρασες;
-Καλά, εσείς τι κάνατε;
-Εδώ. Κι άλλες περικοπές λέει. Άργησες να γυρίσεις, πού θα πάει αυτή η κατάσταση πια; Έναν ιδιωτικό σοφέρ θέλεις! Ξέρεις πού έχει φτάσει η τιμή της βενζίνης; Μυρίζεις κάπνα πάλι, εμ βέβαια σε τέτοιους χώρους που πας! Το σπίτι σου δε σε βλέπει καθόλου πια. Κάτσε μια μέρα μέσα. Έχεις μπλεχτεί με τριάντα παρέες.Κλείσει λίγο τον κύκλο. Μάζεψε επιτέλους τα ρούχα σου...Στη ντουλάπα γίνεται χαμός! Μόνο απαιτήσεις έχεις. Μόνο ζητάς και περιμένεις. Τόσο εγωίστρια είσαι. 
-Συγγνώμη, Ζούσα.
Θα μπορούσαμε να ζούμε όλοι. Αλλά από τη στιγμή που δε θέλετε εσείς, γιατί να πρέπει κι εγώ να πεθάνω μαζί σας; Με βλέπετε χωρίς να με παρατηρείτε. Αλλάζω. Δεν είμαι τόσο εγωίστρια, απλά, να, δεν έχω καθόλου αυτοπεποίθηση και προσπαθώ να το κρύβω. Είμαι ανασφαλής επίσης, αλλά δε νοιάζεστε για να μου προσφέρετε ασφάλεια, συναισθηματική. Θέλω να σας εμπιστευυτώ,αλλά αντί να ανοίξετε το μυαλό σας αναμασάτε τις ίδιες παρατηρήσεις με το ίδιο υποτιμητικό βλέμμα. Τι να κάνω εδώ μέσα; Να κοιτάω είτε την οθόνη, είτε τους τοίχους, είτε τις μάσκες σας; Τι πρέπει να κάνω για να με προσέξετε και να θελήσετε να με γνωρίσετε πραγματικά;
 ...
-Πες μου ένα προτέρημά μου.
-Παράτα με, δεν είναι ώρα για βλακείες. Δε βλέπεις ότι βιάζομαι;
Βιασύνη, αυτό είναι πια η ζωή μας.
 ...
-Γιατί δε φοράς πια το ρολόι σου έξω από το σπίτι;
-Επειδή φοράω βραχιόλια τελευταία.
Επειδή βαρέθηκα να μετράω τα δευτερόλεπτα που μου απομένουν για να περάσω καλά. Βαρέθηκα να μετράω πόσο χρόνο ζωής έχω ακόμα κάθε μέρα. Κι όλοι είναι περαστικοί, γι αυτό έχω τριάντα παρέες. Επειδή όσο κι αν αγαπιόμαστε κάποτε χωριστά θα καταλήξουμε.
Η ανασφάλεια, που λέγαμε, μου βγαίνει σε κοινωνικότητα.
Η έλλειψη αυτοπεποίθησης σε εγωισμό, αλλά όχι ατομιστικά ακριβώς.
Η αδιαφορία σας με κάνει να εκτιμώ αυτούς που νοιάζονται για μένα.
Οι απαιτήσεις σας κι όσα δε θέλετε να καταλάβετε με οδηγούν έξω, με απομακρύνουν από εδώ, με οδηγούν στη ζωή. Ξέρεις, στον έξω κόσμο.
Κι ο τόσο συχνός πια θυμός, τα νεύρα σας, με κάνουν ν'αγαπάω όλο και πιο πολύ τη ζωή μου.
Και κάποτε νόμιζα ότι δε μπορώ να αγαπήσω, να φανταστείς...




Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Η πόλη των τρελών.

Ποιοι δρόμοι κρύβονται και ποιοι με κυνηγούν
Ξέρω ότι σίγουρα οι περισσότεροι με κυνηγούν. Κι είναι εκείνοι οι γεμάτοι αναμνήσεις δρόμοι.Αντίθετα, λίγοι κρύβονται από μένα μιας κι εγώ είμαι αυτή που κρύβεται από τους περισσότερους προσπαθώντας να αποφύγω κομμάτια του εαυτού μου. Ή τουλάχιστον έτσι ήταν μέχρι που αποφάσισα ότι το Ηράκλειο είναι που είναι μικρή πόλη, οπότε δεν αξίζει να αποφεύγω ολόκληρες διαδρομές μόνο για μερικές στιγμές, όσο κι αν αξίζουν αυτές οι στιγμές. Τις κρατάμε και προχωράμε μαζί τους, τις αντιμετωπίζουμε, δεν τις φοβόμαστε. Εξάλλου, οι αναμνήσεις διαμορφώνουν μερικώς εμάς τους ίδιους.
Ποιοι νικημένοι ποιητές μ' ακολουθούν
Those
past versions of myself who were really confused and dark and sometimes lonely and often self destructive and without self esteem or confidence at all. Those versions of myself who write in english, listen to sad music and are the best at giving advice but never acting as they should have. And the worst part of it, is that not rarely people think that i'm still that person, that i still have a head full of melancholic, dark, negative thoughts about myself, my life and everything else.
Πώς να διαβάσω τα χείλη σου λοιπόν
Ή μάλλον
καλύτερα πώς να διαβάσω το μυαλό, τη σκέψη σου; Πώς να απαντήσω επιτέλους αυτή την ηλίθια ερώτηση που τόσο καιρό τώρα καθορίζει σε βαθμό τόσο μεγάλο τις πράξεις μου; Πώς να διαβάσω τα μάτια σου όταν σε νιώθω να γελάς και θέλω να γελάω; Πώς θα διαβάσω τα χείλη σου απόψε στη συναυλία μιας κι ελπίζω ότι εκεί που δε θα ακούω τι θα λες, θα καταλάβω λάθος, θ'ακούσω αυτό που τόσο επιθυμώ και θα ζω στην ψευδαίσθηση. Κι ίσως μετά να αναρωτιέμαι αν πρέπει να τολμήσω να διαβάσω τα χείλη σου με τα δικά μου και να συνεχίσω να αναρωτιέμαι γιατί με μισεί τόσο η φαντασία μου και να προσπαθώ να σταματήσω τη ροή των σκέψεών μου.
Ποιος να τη σώσει αυτή την πόλη των τρελών
Πες μου, δε θα'θελες να τη σώσουμε εμείς;
http://24.media.tumblr.com/tumblr_m5nu44goLu1qj7lb4o1_500.png

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

and i'm talking to myself at night because i can't forget.

 -back and forth through my mind, behind a cigarette.
-έλα τώρα κοριτσάκι, αφού ήξερες τι θα γίνει, τα'θελες και τα'παθες.
-σταμάτα, δεν είμαι καν σίγουρη για το αν το είπα, για το τι είπα.
-πάντα έτσι την παθαίνεις, πάντα την πατάς εξαιτίας της απροσεξίας σου.
-δεν είναι κάτι που διαλέγω ή που ορίζω, εσύ το ξέρεις πιο πολύ απ'όλους αυτό!
-μα, ελάχιστα πράγματα ορίζουμε εμείς, κοριτσάκι. Ας μην το είχες κάνει.
-ήθελα να το κάνω και το έκανα, απο εκεί και πέρα το αποτέλεσμα είναι όλο δικό μου να το χαίρομαι.
-ήξερες πόση σημασία έχει η εμφάνιση, δεν έπρεπε να μπεις καν στον κόπο.
-ξέρεις ότι όλοι λένε "προσπάθησε", "κυνήγησέ το" και τα παραπλήσια, δεν είμαι δέκα χρονών να κάτσω με σταυρωμένα τα χέρια, ακόμα κι αν ήμουν σίγουρη ότι δεν υπήρχε περίπτωση.
-ναι αλλά έπρεπε να το δεις ρεαλιστικά. Υπήρχε ποτέ περίπτωση?
-νομίζεις ότι υπάρχει λογική και ρεαλισμός στα συναισθήματα και στις πράξεις που τα εκφράζουν?
-νομίζω ότι καμία πράξη, πόσο μάλλον μια χαζή φράση που ξεστόμισες δεν είναι ικανή να εκφράσει ένα συναίσθημα,
-κι όμως ακόμα δεν ξέρω αν πράγματι έτσι έγινε. Δε θυμάμαι καμία αντίδραση, είναι σαν να έχω ένα κενό μνήμης και μετά η συζήτηση να συνέχισε από εκεί που είχε μείνει.
-χαλάρωσε λίγο, δες τι γίνεται γύρω σου, πόσοι υπάρχουν, που θα ήθελαν, το ξέρεις.
-ναι εντάξει, ίσως, κάποια στιγμή, κάποτε. απλά προς το παρόν δε θέλω να ασχοληθώ με τίποτα, μόνο να σκέφτομαι τι θα μπορούσε να είχε γίνει, ξέρεις, όπως με συμφέρει ή και όχι, απλά να είχε γίνει κάτι, να ξέρω ότι πράγματι υπήρξε εκείνη η σκηνή.




... Να κρυφτώ μες στη σκιά σου για ν' αγγίξω την καρδιά σου να κρυφτώ στους εφιάλτες σου σαν ίσκιος να κρυφτώ....

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Ασπρόμαυρη ζωή

Η αλήθεια είναι μία πάντως. Everything looks worse in black and white. Ή απλά τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα , πιο ρεαλιστικά. Γι αυτό μας φαίνονται χειρότερα. Στο ασπρόμαυρο δε μπορείς να ξεφύγεις , δε μπορείς να χρησιμοποιήσεις κανένα τέχνασμα , δε μπορείς να κρυφτείς. 
Οι επιλογές σου είναι μόνο δύο, το άσπρο και το μαύρο, και αποτελούν επιλογές χωρίς μέση λύση. Το γκρι φαντάζει μονότονο, βαρετό. Τα υπόλοιπα χρώματα μοιάζουν χαμένα στην καταχνιά του μαύρου και στο απέραντο κενό του άσπρου. 
Συχνά παρομοιάζουμε τα συναισθήματα με χρώματα, χτίζουμε τη ζωή μας πάνω σ'αυτά , μιας και είναι ό,τι κυριαρχεί παντού γύρω μας.
Αλλά ίσως είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε πόσο εύκολα όλα τα χρώματα , όπως κι όλες οι καταστάσεις , μπορούν να μετουσιωθούν είτε στο άσπρο είτε στο μαύρο.
Και το θέμα είναι ότι κάτι μαύρο παραμένει μαύρο βαθιά μέσα του, όπως και κάτι άσπρο το ίδιο...Είναι σαν τον ανθρώπινο χαρακτήρα, αλλάζει επιφανειακά , αλλά στο βάθος διατηρεί το αρχικό του χρώμα..

  Καλή χρονιά σε όλους =)
*Εξάλλου κι η ζωή μας όλη ασπρόμαυρη δεν είναι ? *

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΣΥ ΕΚΕΙ..

Τέτοιες συναυλίες χαράζονται στη μνήμη όλων μας.
Μένουν ανεξίτηλες.
Στιγμές.
Κι ας περνάει ο καιρός.
Θυμάσαι αποσπάσματα.
Ένα στάδιο ασφυκτικά γεμάτο, 
Αγνώστους να αγκαλιάζονται και να χορεύουν ,
Ζευγάρια αγκαλιά,
Χαμόγελα παντού.
Σχεδόν...
Γιατί ορισμένοι κλαίνε.
Όταν το βίντεο με τον Ξυδούς να τραγουδάει αυτό το τραγούδι καταλαμβάνει την οθόνη κι εσύ συγκινείσαι τόσο.
Όσο ακούς το "οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο" και δακρύζεις,
Θέλεις να κρυφτείς.
Συνδέεις τραγούδια με συγκεκριμένα άτομα..
Θα θυμάμαι αρκετά πράγματα λοιπόν.
Ισως όχι για πολύ καιρό το νεαρό με την κάμερα πίσω μου που φώναζε όλους τους στίχους σε όλα τα τραγούδια, ή την κοκκινομάλλα με τα γυαλιά που ήταν πολύ αφωσιωμένη στον άντρα δίπλα της.
Αλλά θα θυμάμαι σίγουρα ότι χάθηκα στο πλήθος από το ένα άτομο στο άλλο.
Ότι τα μαλλιά του Πλιάτσικα άσπρισαν,αλλά παραμένει υπέροχος.
Ότι η φωνή του Στόκα από κοντά είναι ακόμα καλύτερη.
Ότι μου έλειπες.
Εσύ.
Εσύ εκεί.
Ότι έκανα σαν να μη με νοιάζει.
Αλλά ήθελα τόσο να είσαι δίπλα μου.
Κι όχι μόνο η φωνή σου σ'ένα τηλέφωνο, χωρίς να ακούγεται καν..
Και τώρα μου λείπεις,ξέρεις..
Δε γίνεται να μη μου λείπεις.
Χαίρομαι που ένιωσα όμορφα επειδή ήμουν με τόσα αγαπημένα άτομα και με τόσο υπέροχη μουσική.
Λυπάμαι που εσύ έλειπες, που ο Γ* δεν ήταν καλά και εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.
Θέλω να γράψω πόσο τέλεια ήταν όλα.
Ένα στάδιο φωτισμένο από αναπτήρες .
Φωνές που τραγουδούν, ενωμένες , ξέγνοιαστες.
Άνθρωποι όλων των ηλικιών.
Θα ήθελα να ξαναζήσω την ίδια συναυλία, την ίδια μέρα.
Ή τουλάχιστον να παρευρεθώ ξανά σε δική τους συναυλία.
Και πραγματικά εύχομαι να υπάρξει επόμενη..
Πυξ Λαξ

Υ.Γ. μακάρι να μπορούσα να αλλάξω αυτή τη μέρα για κάποια άτομα.Αλλά είμαστε όλοι τόσο αδύναμοι , έτσι δεν είναι?
Υπομονή...