Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα violet eyes*. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα violet eyes*. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Δρόμοι

(Και μια πρόταση, διαβάστε το μαζί με αυτό )
  Είναι όμορφη  η πόλη τις μικρές ώρες της νύχτας. Είναι όμορφη η πόλη όταν κοιμάται. Κι ειδικά όταν νιώθεις πως πρέπει να είσαι ήρεμος για να μην την ξυπνήσεις. Πως πρέπει να είσαι σιωπηλός, να περπατάς μ'ένα ρυθμό σταθερό, όχι βιαστικό μα ούτε κι αργό. Μ'ένα ρυθμό κατάλληλο ώστε να μπορείς να νιώθεις τον παλμό της. Να ακούς τις κόρνες των ταξί -των μόνων σχεδόν οχημάτων που κυκλοφορούν- να ηχούν όλες μαζί απευθυνόμενες προς το πρώτο εξ'αυτών, του οποίου ο οδηγός έχει μάλλον αποκοιμηθεί. Να βλέπεις το αυτόματο πότισμα του γκαζόν να πιτσιλίζει το πεζοδρόμιο κάτω από το φως του διπλανού στύλου. Να παρατηρείς τη ρόδα του λούνα παρκ, κάπου μακριά, να συνεχίζει μόνη της κι άδεια τον αέναο κύκλο της.
  -Τι σκέφτεσαι; Μου λες και με κοιτάς στα μάτια. Νιώθω ότι κόβεις λίγο ταχύτητα. Μόλις πλησιάσαμε στην πλατεία το βήμα σου έγινε λίγο πιο αργό. Αφήνομαι τόσο πολύ να νιώσω τα δάχτυλά μου να μπλέκονται με τα δικά σου που ξεχνώ την ερώτηση που έκανες, ξεχνώ την πόλη και τα φώτα, τους ήχους ή τα μυστικά της, ξεχνώ οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μου.
  Σκύβεις κι ακουμπάς το μέτωπό σου στο δικό μου κι είναι σαν να με χτυπάει ένα κύμα συναισθημάτων που αρνούμουν να νιώσω. Αρνούμουν να σκεφτώ πόσο υπέροχες ήταν οι δύο τελευταίες εβδομάδες, πόσο συνήθισα το βλέμμα σου πάνω μου, πόσο περισσότερο λάτρεψα τη φωνή σου και πόσο απαραίτητη μου είναι πια η αγκαλιά σου.
  Εσύ μιλάς. Μου λες να προσέχω, να διαβάζω, να κάνω υπομονή και να επιμένω, πως όλα θα πάνε καλά, δεν ξέρω τι άλλο. Χάνομαι στη φωνή σου και χιλιάδες εικόνες κατακλύζουν το μυαλό μου.   
Παρασκευή. Έξω τον Α.Μ. θυμήθηκα πόσο μου είχες λείψει. 
Σάββατο. Τελικά το πουκάμισό σου, εκείνο το γκρι, δείχνει ξίσου ωραίο και σε εμένα.
Κυριακή. Εικοστής πέμπτης Αυγούστου, τα γέλια όλων μας.. κι εσύ λίγες μέρες μετά να μου λες "θυμήσου την Κυριακή που σε άφησα στα Λιοντάρια πόσο κοντά ήμασταν και μη μου λες πως έχω πρόβλημα να μας βλέπουν μαζί"
Μ.Δευτέρα. Μερικές ατυχίες με γεύση βότκας και μυρωδιά καπνού, μια διαλυμένη διάθεση. Από ύπνο τίποτα. Όμως πέρασα τόσες ώρες στην αγκαλιά σου, αρκεί.
Μ.Τρίτη. "Χαζή γι αυτό σου λέω πόσο θα ήθελα να μείνουμε στην ίδια πόλη. Είναι τόσο υπέροχο να νιώθω πως ξυπνάω μαζί σου, κι ας μην έχουμε κοιμηθεί καθόλου".
Μ.Παρασκευή. Δεν ξέρω. Απλά μας βλέπω από μακριά, όλους μαζί, και νιώθω πως κολλάμε. Και μετά παρατηρώ εσένα κι εμένα και το όλο επίσημο στυλ και θυμάμαι τη θέα του λιμανιού δίπλα από το κλαμπ που είχαμε πάει την πρωτοχρονιά και χαμογελάω.
Μ.Σάββατο. Η αλήθεια είναι πως αν δεν πηγαίναμε στις βαρκούλες, ξέρεις κάτω από το ΚΤΕΛ κάτι θα έλειπε.
Κυριακή του Πάσχα. Το ιγκλού ξανά.
Τετάρτη. "Μ'αρέσει που είσαι όπως στο σπίτι σου. Που δε σε νοιάζει πως θα ντυθείς κλπ, αλλά είσαι απλή, το λατρεύω αυτό"
Πέμπτη. Μια ταινία που θέλαμε καιρό να δούμε. Αστέρια λίγο έξω από το Ηράκλειο, κι εσύ προσπαθείς ξανά κι ανεπιτυχώς να μου μάθεις να χορεύω, στο γρασίδι.
Παρασκευή. Τα χρωματιστά φωτάκια και τα μάτια σου κάτω από αυτά. Μια ανάσα. Έσβησαν σχεδόν όλα τα κεράκια. Βασικά, όλα εκτός από ένα. Αλλά δε με νιάζει το κεράκι που δεν έσβησε. Μου αρκεί που είμαστε όλοι μαζί.
Σάββατο. -Αλήθεια, είσαι τόσο καταπληκτικός.
-Με κακομαθαίνεις χαζό.
-Μαρία. Δεν πρέπει να αργήσεις άλλο.
-Ναι, καλό ταξίδι..
Μπαίνω στο ταξί. Σ'ένα από αυτά που ο οδηγός δεν κοιμάται. Φεύγω. Σε βλέπω από το τζάμι που περιμένεις να φύγω. Σημειώνεις τον αριθμό της πινακίδας που μπήκα, και λίγο μετά χάνεσαι από το οπτικό μου πεδίο.

Κυριακή. Κενό
 

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Όσο κι αν οι αναφάλειές μου εξαφανίζονται όταν βρίσκομαι στα χέρια σου.

Θα κάνω για λίγο πως είμαι κάποιος άλλος. Ίσως αν αποβάλλω την ταυτότητά μου προσλάβω μια λιγότερο ανασφαλή.
Σε διακρίνω από μακριά καθώς έρχεσαι. Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα και πολλή ώρα. Εξάλλου κάθε φορά καθυστερούμε και οι δύο κανένα εικοσάλεπτο. Όσο πλησιάζεις τόσο καλύτερα μπορώ να ξεχωρίσω κάθε χαρακτηριστικό σου. το χαμόγελό σου όταν με βλέπεις μου θυμίζει τα καλοκαιρινά βράδια που εκείνο στόλιζε μόνιμα το πρόσωπό σου. Με ένα λαστιχάκι από τον καρπό σου πιάνεις τα μαλλιά σου ένα μικρό και άγαρμπο κότσο αφήνοντας μερικές τούφες να κρέμονται άτσαλα. Κοιτάς την ώρα στο κινητό σου και σε αγκαλιάζω ενώ μου απολογείσαι για την αργοπορία σου.

-Μην ανησυχείς, δεν περίμενα πολύ είναι η αλήθεια.
Εσύ χαμογελάς και με ρωτάς που θα πάμε. Η φωνή σου ακούγεται τόσο μελωδική και όμορφα διαφορετική από ότι στο τηλέφωνο. Δε σου απαντάω, απλά τυλίγω το χέρι μου στη μέση σου και ξεκινάμε να περπατάμε. Χωρίς προορισμό. Σταματάς σε ένα περίπτερο και παίρνεις ένα σπαστό φραπέ.
-Νόμιζα ότι δε σου άρεσε ο σπαστός. Κι εξάλλου κοντέυει δέκα το βράδυ, γιατί να πιεις καφέ;
-Στην ανάγκη κι αυτός καλός είναι. Επειδή υπάρχει κάτι που λέγεται εξάρτηση.
-Σαν αυτή που υπήρχε μεταξύ μας; 
-Κάτι τέτοιο. Πώς περνάς;
-Ζω τη ρουτίνα μου. Της απάντησα. Κατέβηκα προχτές που έκλεισε η σχολή...Γενικά εντάξει, εσύ;
-Αυτή η δύναμη της συνήθειας..εγώ ήρθα πριν τέσσερις μέρες. Ευτυχώς καταφέρνω να ξεφεύγω από τη ρουτίνα μου όσο μπορώ...Ή τουλάχιστον να της προσδίδω όμορφα μέρη.Η συνήθεια όταν είναι όμορφη δεν είναι κουραστική, μη σου πω ότι είναι απαραίτητη. Σου δίνει ένα λόγο να ξυπνάς το πρωί.
-Ναι, και εμείς ως συνήθεια δεν ήμασταν κουραστικοί νομίζω.
Δε μου απαντάς. Σταματάς να περπατάς ενώ έχουμε φτάσει στο πάρκο Θεοτοκόπουλου μετά από μια βόλτα στην παραλιακή. Με κοιτάζεις απευθείας στα μάτια και προσπαθώ να καταλάβω τι πρέπει να σκεφτώ για τη σιωπή σου.
-Σε έπρηξα λίγο για να βγούμε νομίζω. Ξέρεις ότι το κάνω αυτό όταν νιώθω ότι χάνω τον άλλο.
-Δε φταις εσύ κοριτσάκι. Οι συνθήκες, η απόσταση, ξέρεις...Δε μπορείς να διατηρήσεις μια σχέση τηλεφωνικώς ούτε διαδικτυακώ για πολύ καιρό. Γνέφεις παίρνοντας ένα σκεπτικό ύφος. Πάντως είχα δίκιο από την αρχή.
-Και ανασφάλειες είχες από την αρχή.
-Όλοι έχουμε ανασφάλειες, απλά είναι διαφορετικές, το ξέρεις αυτό, της απάντησα.
-Το θέμα είναι ότι ίσως κάποιοι προσπαθούν να καλύψουν τις ανασφάλειες των άλλων προκειμένου να δείξουν στους άλλους ότι χρειάζεται να τους βοηθήσουν να καλύψουν τις δικές τους.
-Τότε αυτοί οι κάποιοι μπορούν να σταματήσουν τις υπεκφυγές και να λένε ξεκάθαρα τι σκέφτονται.
-Δεν είναι υπεκφυγές μου απαντάς και τώρα το βλέμμα σου είναι μέσα στην ένταση.
-Καλά μη νευριάζεις σου απάντησα την ώρα που χτυπούσε το τηλέφωνό μου.
Λίγο μετά σου ανακοινώνω ότι οι υπόλοιποι μας περιμένουν λίγο πιο κάτω οπότε ξεκινάς να κατευθύνεσαι προς τα εκεί αμίλητη. 
-Τι έπαθες; Ίσως να μην έπρεπε να είμαι τόσο απότομος αλλά με νευριάζει αυτό. Να παρεξηγείς ή να καταλαβαίνεις καταστάσεις διαφορετικά και μετά...
-Τίποτα. Απλά μου τη δίνει που δεν καταφέραμε να είμαστε τόσο κοντά όπως τότε, που δεν προσπάθησα πιο πολύ. Ή που δεν προσπάθησες εσύ. Και δε μπορώ να καταλάβω αν ήταν θέμα εγωισμού ή αν απλά ήθελες να απομακρυνθείς.. Ήταν τα πρώτα τόσο πραγματικά λόγια που μου είχες πει το τελευταίο εξάμηνο. Και δεν είχα καμία απολύτως απάντηση. Συνεχίζω να περπατάω προς τους άλλους. Διέκρινα εφτά φιγούρες να μας περιμένουν στο σημείο συνάντησης. 
-Γαμώτο σταμάτα να αποφεύγεις συζητήσεις!  μου λες ενώ με τραβάς απότομα.
-Δηλαδή τι θέλεις να κάνω;
-Τώρα δεν ξέρω. Τότε ίσως έπρεπε να μην αφήσουμε τις ανασφάλειές μας να μας απομακρύνουν τόσο. 
-Εγώ τις είχα μειώσει αρκετά ξέρεις, εσύ είχες το θέμα.
-Το θέμα δεν είναι να μοιράζουμε ευθύνες.. μου λες...Ίσως να μην είχες επειδή κάποιος προσπαθούσε να τις καλύψει..
Φτάσαμε στην υπόλοιπη παρέα. Το υπόλοιπο βράδυ κύλησε ομαλά και χωρίς απρόοπτα. Ωστόσο είναι τόσο στενάχωρο να συναντιέσαι με άτομα που κάποτε σήμαιναν υπερβολικά πολλά για σένα, κι ακόμα θα μπορούσαν να σημαίνουν αν δεν υπήρχε αυτή η καταλυτική δράση εξωτερικών παραγόντων. Και τώρα δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω. Αν πρέπει να σε πάρω τηλέφωνο, αν θέλω να σε ξαναδώ χωρίς τους άλλους μπροστά. Δεν ξέρω. Θέλω. Αλλά φοβάμαι ότι θα απογοητευτώ γιατί θα συγκρίνω συνέχεια εμάς με τους παλιότερους εαυτούς μας όταν βρίσκονταν μαζί. Γαμώτο.

Αν και δε νομίζω ότι υπάρχει αποτέλεσμα. Αυτές οι ανασφάλειες μας διαλύουν όλους. Γι αυτές τις ανασφάλειες ξεχνάμε να ζήσουμε, ή βάζουμε περιορισμούς στα θέλω μας. Προτιμάμε να αναρωτιόμαστε ζωές ολόκληρες παρά να προσπαθούμε. Πιστεύουμε ότι δε θα τα καταφέρουμε, ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί, αρκετά έξυπνοι, αρκετά όμορφοι, αρκετά ερωτευμένοι. Μα η οξύνοια είναι διαφορετική για τον καθένα, η καλοσύνη φαίνεται υπό διαφορετικές συνθήκες σε κάθε άτομο, η ομορφιά είναι υποκειμενική -τόσο η εξωτερική όσο και η εσωτερική- κι ο έρωτας εξελίσσεται αν υπάρχουν σπόροι και δεχτούν λίπασμα.  Εγώ πάντως θα επιλέξω να κρατήσω τη φράση εκείνη, της κοπέλας."-Το θέμα είναι ότι ίσως κάποιοι προσπαθούν να καλύψουν τις ανασφάλειες των άλλων προκειμένου να δείξουν στους άλλους ότι χρειάζεται να τους βοηθήσουν να καλύψουν τις δικές τους."

 




Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Γεωμετρημένα Αισθήματα

Κι εσύ χάνεσαι και τρέχεις, περιμένεις εκείνον να τρέξει πίσω σου, περιμένεις να σε ακολουθήσει, να σ'αγαπήσει, να σε αποθεώσει. Περιμένεις και τρέχεις, τι ειρωνία. Πώς μπορεί κάποιος να τρέχει περιμένοντας κοριτσάκι; Πώς μπορεί κάποιος να περιμένει ενώ τρέχει; Τέτοιες όμορφες και μη πραγματοποιήσιμες αντιθέσεις τις βρίσκεις μόνο στα όνειρα. Γιατί ούτε να τρέξεις δεν τολμάς. Ονειρεύεσαι πως τρέχεις ενώ μόνο περιμένεις. Ονειρεύεσαι πως περιμένεις ενώ μόνο τρέχεις για να ξεφύγεις. Εν τέλει, ονειρεύεσαι πως τρέχεις για να τον προλάβεις ενώ μένεις στάσιμη, αόρατη, άχρωμη, άοσμη, εκείνος σε προσπερνά χωρίς να αντιληφθεί καν την παρουσία σου. Εκείνος είναι ο χρόνος ή ο έρωτας, τα καλοκαίρια που έφυγαν ή οι μυρωδιές που ξεθύμαναν, τα λόγια που έμειναν λέξεις όταν οι φωνές χάθηκαν...Μα χάνονται οι φωνές; Όχι βέβαια, εμείς επιλέγουμε να τις (ξε)χάσουμε. Εμείς επιλέγουμε να τις διαγράψουμε, είτε γιατί δεν τις θυμόμαστε αρκετά συχνά, είτε επειδή κρατήσαμε μόνο τις λέξεις και τίποτα άλλο. Κι έτσι τα βράδια είσαι μόνος και στα αυτιά σου αντηχούν σ'αγαπώ που έχουν ξεθυμάνει, στα μάτια σου αναβοσβήνουν εικόνες γενικευμένες, και τα γέλια αντηχούν όλα παρόμοια. Μα το γέλιο του καθένα είναι τόσο χαρακτηριστικό, πώς μπορείς να τα συγχέεις όλα μεταξύ τους; Δεν είπαμε; Γενικεύτηκαν. Είναι η ατέλειωτη προσπάθεια του ανθρώπου να παρομοιάσει τη ζωή του με τα μαθηματικά. Να υπολογίσει την κάθε πτυχή της, να μετρήσει την κάθε απώλεια ή το κάθε δευτερόλεπτο χαράς που του απομένει ακόμα, να προσθέσει όλες τις αναμνήσεις μαζί κι ύστερα να αφαιρέσει μια δόση εικόνων πολύ προσωπικών που θέλει να αφήσει ανέπαφες, να πολλαπλασιάσει τις στεναχώριες του- ή καλύτερα να τις μετατρέψει σε συνάρτηση εκθετική, κι ύστερα να αρχίσει να διαιρεί. Τις στιγμές και τα όνειρά του. Να αρχίσει να μοιράζει τον εαυτό του σε κομμάτια, να τον χαρίζει απλόχερα ή να τον πουλάει. Μα πάντα να κρατάει εκείνα τα υπόλοιπα της διαίρεσης, πάντα να του μένει μια γεύση του παραδείσου που δεν εκμεταλλεύτηκε. Όσο για τη γεωμετρία, καλύτερα να μην την ακουμπήσει καθόλου.  Έβαλα τα συναισθήματά μου σε τροχιές γύρω σου, κι από τότε προσπαθώ να τετραγωνίσω τον κύκλο.


Υ.Γ. Η φωτογραφία τραβήχτηκε από ένα λατρεμένο άτομο, εκεί που -αν όλα πάνε καλά- θα βρεθώ για ένα βράδυ, σε λιγότερο από μήνα.

~Δεν ξέρω που πηγαίνω,
σινιάλα μακρινά.
Μπορεί να με κοιτάξεις ξανά,
με μάτια αληθινά.
Πέρασε ο καιρός και έχεις πια χαθεί.
Σύννεφα καπνού σε έχουν σκεπάσει.
Πέρασε ο καιρός μα είμαι ακόμα εκεί.
Ψάχνω για να βρω τι έχω χάσει.


Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Νοσταλγία

Περπατούσε κι ένιωθε το βάρος των σκέψεών του μεγαλύτερο από αυτό που κουβαλούσε στα χέρια του. Το σπίτι του δεν απείχε πολύ από τη στάση όπου κατέβηκε, ήταν σκοτεινά όμως, έκανε κρύο κι οι δρόμοι ήταν άδειοι. Έφτασε στην είσοδο της πολυκατοικίας και λίγο μετά περίμενε το ασανσέρ. Ήταν λες κι εκείνο είχε κολλήσει στο δεύτερο. Δέκα λεπτά. Αποφάσισε να ανέβει με τα πόδια αν και δεν είχε την απαιτούμενη αντοχή. Φτάνοντας στο δεύτερο διαπίστωσε ότι το ασανσέρ είχε φτάσει στο ισόγειο. Έβρισε ψιθυριστά και συνέχισε μέχρι τον τρίτο. Έκανε μπάνιο κι άνοιξε το άδειο σχεδόν ψυγείο. Πήρε το μπουκάλι με το γάλα και στη συνέχεια έτρεξε να προλάβει το τηλέφωνο που χτυπούσε.
-Ναι; είπε.
-Έλα, πώς είσαι;
-Ε εντάξει, εσύ;
-Γιατί μόνο εντάξει;
-Ρώτησα κάτι.
-Κι εγώ εντάξει είμαι. Δηλαδή, φυσιολογικά, ξέρεις όχι κάτι το ιδιαίτερο. Έχεις αναγνώριση κλήσης;
-Όχι. Γιατί;
-Εεεμ, άνοιξε την πόρτα, χρεώνομαι τόση ώρα.
Εκείνος προχώρησε προς την πόρτα ενώ άκουγε τον ήχο της γραμμής που έκλεινε. Λίγα δευτερόλεπτα μετά βρέθηκε μπροστά σε οκτώ άτομα (και μια πάπια) που γελούσαν, και λίγα ακόμη δευτερόλεπτα αργότερα ήταν χωμένος σε μια τεράστια αγκαλιά.
-Φέραμε φαγητό! είπε η Εύη.
-Οπότε πάμε στην κουζίνα σου να οργανώσουμε λίγο την όλη κατάσταση, συμπλήρωσε η Ηλέκτρα.
-Καλά, η πάπια τι κάνει εδώ;
-Το παιδί μας είναι πια τριών χρονών, μπορεί να έρχεται μαζί μας, είπε η Καλλιόπη διακόπτωντας τον Αλέξανδρο που είχε ξεκινήσει να αιτιολογεί την παρουσία της πάπιας.
 -Πώς κι έτσι, η όλη έκπληξη; ρώτησε εκείνος όντας ακόμη ξαφνιασμένος.
-Μη χαίρεσαι, η Θεσσαλονίκη μας έλειψε honey, όχι εσύ! του απάντησε η Βιολέττα προσπαθώντας να φανεί σοβαρή.
-Ρε δε θα χωρέσουμε όλοι εδώ μέσα! παραπονέθηκε ο Γιάννης.
-Κοίτα, τα παπάκια θα κοιμηθούν μαζί- ξεκίνησε να λέει η Ειρήνη
-ΜΗ ΛΕΣ "ΚΟΙΤΑ" την έκοψαν ταυτόχρονα τρία άτομα και όλοι γέλασαν δυνατά.
-Ρε είναι τόσο γαμάτες αυτές οι μέρες, μετά την εξεταστική και πριν τα αποτελέσματα, είπε η Σοφία ενώ έκοβε σαλάτα.
-Ναι, είναι σαν να είναι καλοκαίρι και να είμαστε στο εξοχικό του Γιάννη, συμπλήρωσε ο Αλέξανδρος.
-Σοβαρά τώρα, δεν παίζει να χωρέσουμε όλοι εδώ, ξαναείπε ο Γιάννης.
-Έλα μωρέ, αν υπάρχουν τίποτα κουβέρτες θα στρώσουμε κάτω για να κοιμηθείτε εσείς και εγώ θα πάω στο κρεβάτι, είπε η Βιολέττα με απόλυτη φυσικότητα.
-Ναι, θα'θελες την ειρωνεύτηκε εκείνος.

-Ζεις;
-Εεε τι ελεγες;
-Ότι έχω τόση πίεση με τα μαθήματα που νιώθω ότι θέλω να τα παρατήσω όλα και να φύγω. Μόνο για λίγο, ίσα να ξεσκάσω. Και μου τη σπάει που δεν είσαι κάτω, να φύγουμε μαζί, από το πρωί μέχρι το μεσημέρι μόνο, ίσα να νιώσουμε για λίγο την ξεγνοιασιά ή την ελευθερία...
-Που νιώθαμε το καλοκαίρι... συμπλήρωσε εκείνος.
-Τι σκέφτεσαι; τον ρώτησε η κοπέλα.
-Τίποτα.
-Πώς το κάνεις αυτό; Πραγματικά σε ζηλεύω που μπορείς να μη σκέφτεσαι τίποτα τόσο απλά. Το δικό μου μυαλό νιώθω ότι υπερφορτώνεται.
-Ίσως αυτό να είναι καλύτερο όμως. Όταν έχεις πράγματα να σκεφτείς, όταν κάτι σε απασχολεί -πόσο μάλλον όταν σε απασχολούν πολλές και διαφορετικές καταστάσεις- η ζωή σου παρουσιάζει ενδιαφέρον. Ας πούμε ότι η ρουτίνα σου είναι πιο ενδιαφέρουσα από τη δική μου.
-Το θέμα είναι να προσπαθήσεις εσύ να δώσεις λίγο χρώμα στη ρουτίνα σου. Κι όχι να περιμένεις τις καταστάσεις. Να τις πάρεις στα χέρια σου και να τις ελέγξεις. Ξέρω ότι είναι δύσκολο, ειδικά τώρα που έχεις εξεταστική. Προσπάθησε να απελευθερωθείς μέσα από εσένα, να εκφραστείς, να βγάλεις από μέσα σου αυτά που νιώθεις. Γιατί νιώθεις Κάτι. Όσο κι αν δεν προσδιορίσεις αυτό το κάτι, όσο κι αν αυτό εκφράζεται μ'ένα βάρος ή μια μόνιμη κόπωση, μια μόνιμη απουσία διάθεσης. Αν δεν δώσεις χρόνο στον εαυτό σου, αν δε συζητήσεις λίγο μαζί του για να βρεις τι από αυτά που είναι διαθέσιμα τώρα, τι από αυτά που μπορείς να αλλάξεις στη ζωή σου θα τη βελτιώσει πραγματικά, τότε θα μείνεις έτσι για πολύ πολύ καιρό ακόμα. Μπορώ να σε βοηθήσω, αν με αφήσεις. Προσπαθώ τόσο καιρό. Πρέπει όμως να συζητήσεις λίγο με τον εαυτό σου, ίσα να ανοίξεις μια είσοδο στο τείχος που σου έχει υψώσει ο εαυτός σου, ίσα να αφήσεις μετά κι εμένα ή οποιονδήποτε θέλεις να σου μιλήσει, λίγο περισσότερο.
-Αχά. απάντησε εκείνος.
-...
-...
-Εντάξει πάω για ύπνο. Ίσως πρέπει να σκεφτείς ό,τι σου είπα. Να ξέρεις ότι νοιάζομαι πραγματικά για σένα, κι ότι είμαι εδώ, θα είμαι εδώ, είπε εκείνη. Καληνύχτα...







...Με τσιγάρα βαριά
μια βουτιά στα βαθιά
κι επιπλέω,
κι ας μην είναι σωστό,
πάντα ό,τι σκεφτώ
θα το λέω...









 Καληνύχτα:)


Υ.Γ.Περίεργο συναίσθημα να ξέρεις, μα έχω ξαναπεί πως είσαι η πηγή έμπνευσής μου. Κι ίσως να είναι κακό που λέω ότι αισθάνομαι, ίσως να είναι κακό που δεν είμαι πιο κλειστή, μα δε θέλω να είμαι κλειστή μαζί σου, δε θέλω να είμαι νευρική μαζί σου ούτε να παραπονιέμαι συνέχεια. Θέλω να είμαι μια πολύ καλή εκδοχή του εαυτού μου. 

Υ.Γ.2. Γιάννη Β. (=Αλέξανδρε) συγγνώμη για την αλλαγή του ονόματος, ήταν απαραίτητη για να μην συγχέονται τα ονόματα.



Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

(Α)προσαρμογή

"Κάποιες φορές απλά αναρωτιόμαστε γιατί "άλλαξες", "άλλαξα","αλλάξαμε"...Προφανώς επειδή αλλάζουν οι συνθήκες, επέρχονται γεγονότα, εκπλήξεις ή απλά στιγμές. Κάποιες είναι όμορφες, κάποιες όχι και κάποιες είναι απλά περίεργες. Όμως μας επιρεάζουν, μας καθορίζουν. Έτσι, καταλήγουμε να αποζητάμε τους παλιούς "άλλους", τους παλιούς εαυτούς μας ή τις σχέσεις μας όπως κάποτε ήταν. Όμως δεν μπορείς ποτέ να ξαναπάρεις κάτι ίδιο. Επιστρέφεις ένα δώρο σ'ένα κατάστημα για να πάρεις κάτι άλλο. Ένα νούμερο μικρότερο, ένα νούμερο μεγαλύτερο ή απλά κάτι τελείως διαφορετικού είδους. Έτσι, κάθε μέρα που περνά αφήνει τα ίχνη της πάνω μας και πάνω στις σχέσεις μας. Άλλες φορές τις φθείρει, άλλες φορές τις κάνει πιο έντονες, πιο ζωντανές, κι άλλες απλά τις μεταβάλει αργά, έτσι ώστε να μην αντιληφθούμε την αλλαγή. Κι όταν κάποια γεγονότα εξαρτώνται από εμάς; Όταν εμείς κάνουμε κάποιες επιλογές που καθορίζουν κάποιες καταστάσεις; Τότε είναι αυτό που θέλουμε, ή τουλάχιστον αυτό ακριβώς που θέλαμε τη δεδομένη χρονική στιγμή. Κι αν δεν έρθουν όλα όπως τα είχαμε φανταστεί κάποτε τότε απλά επαναλαμβάνω ότι πρέπει να αποβάλουμε όλες μας τις προσδοκίες. Όλες. Όλες. Όλες. Ε και εντάξει. Πάντα υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης και καλύτερης συνεργασίας. Και για να συνεχίσω λίγο την υπερανάλυση καταστάσεων, κάποια γεγονότα είναι σαν τα μακαρόνια. Κάθε φορά θα τους λείπει ένα κάτι, ένα κλικ (ή και περισσότερα). Υπάρχουν κάποια είδη μακαρονιών που βράζουν στα δεκαπέντε λεπτά, ενώ τα περισσότερα μακαρόνια βράζουν στα δέκα. Εκεί χρειάζεται να δεις τι φταίει και δε σου βγαίνουν τα μακαρόνια όπως τα θέλεις. Τι φταίει κι είναι πότε λιωμένα, πότε σκληρά και πότε λείπει το αλάτι. Κάποια στιγμή θα τα πετύχεις μετά από πολλές φορές που δε θα σου αρέσουν, αυτό είναι σίγουρο. Το θέμα είναι ότι δε θα έχεις πάντα όρεξη για μακαρόνια ή ίσως να μην ξανααγοράσεις ποτέ τα συγκεκριμένα. Κι έτσι ίσως δεν καταφέρεις να τα ψήσεις σωστά ποτέ. " Σταμάτησε να γράφει, έσκισε τη σελίδα και την τσαλάκωσε. Ένας διάλογος ήρθε στο μυαλό της, αλλά δεν ήξερε αν ήταν πραγματικός ή φανταστικός. Δεν ήξερε σε ποιο σημείο είχε σταματήσει η φράση που ήθελε να πει. Σηκώθηκε και τον πήρε τηλέφωνο. "Τι ώρα φεύγεις;" τον ρώτησε απότομα. Η φωνή δεν αργησε. "Δώδεκα, αύριο το μεσημέρι...Γιατί;" απάντησε εκείνος."Οκτώ και δέκα, έξω από τον κινηματογράφο" είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν ήξερε αν έπρεπε να είναι τόσο απόλυτη, αν έπρεπε να επιμένει τόσο. Όμως αν δεν προσπαθούσε θα το έριχνε στον εαυτό της.
...
Η ταινία είχε μόλις τελειώσει κι εκείνοι κατευθύνονταν προς την παραλία απέναντι από τον κινηματογράφο. Ήταν χειμώνας κι έκανε πραγματικά κρύο εκείνη τη μέρα.
-Πώς νιώθεις που φεύγεις; ρώτησε εκείνη.
-Περίεργα. Δε θέλω. Πρέπει. Θα'θελα να 'χα λίγο περισσότερο χρόνο εδώ.
-Πότε θα ξανακατέβεις; τον ξαναρώτησε.
-Μάλλον Καθαρά Δευτέρα θα είμαι εδώ.
-Εγώ πάλι μάλλον θα είμαι Θεσσαλονίκη την Παρασκευή, πριν το τριήμερο. Οπότε μάλλον δε θα με ξεναγήσεις πάνω αν έχεις φύγει.
-Δεν ξέρω..Είπα μάλλον έτσι κι αλλιώς. Εσύ καλά είσαι;
-Όχι και τόσο. Έχω αρχίσει να αγχώνομαι, να πίνω πολύ καφέ και να πρέπει κάθε μέρα να αναπροσδιορίζω το πρόγραμμα για την επόμενη βδομάδα. Ξέρεις, να κανονίζω διαγωνίσματα ή πότε θα διαβάσω γι αυτά. Μου ήρθε λίγο κάπως που χώρισα κι όλας... Απάντησε εκείνη.
-Νόμιζα ότι ήθελες να χωρίσεις κι ότι ήταν αρχικά επιλογή σου.
-Δεν είπα ότι δεν ήθελα, απλά και πάλι είναι λίγο όλα μαζί. Φεύγουν άνθρωποι, έρχεται πίεση. Φεύγει χρόνος, έρχονται μέρες που πρέπει υποτίθεται να είναι ισορροπημένες γενικά. Πρέπει να μειώσω και το γυμναστήριο και να αρχίσω να ξεκουράζομαι λίγο, λένε.
-Ότι πρέπει να το κάνεις αυτό πρέπει. Σκέψου ότι σε ενάμισι χρόνο θα έχουν περάσει όλα. Λιγότερο από αυτό. Και υπάρχει πάντα το καλοκαίρι, που θα περάσουμε καλά. Και γενικά εσύ ξέρεις να κάνεις πρόγραμμα οπότε μην αγχώνεσαι. Κι όσο για τις σχέσεις φεύγουν κι έρχονται...Το ξέρεις αυτό.
-Θα περάσουμε; το καλοκαίρι εννοώ. Θα είμαστε ακόμα όλοι μαζί, έτσι; 
-Έχουμε βάλει κι ένα στοίχημα αν θυμάσαι.. απάντησε εκείνος.
-Κι υποτίθεται ότι αυτές τις μέρες θα λέγαμε ο ένας στον άλλο τι θέλουμε αν κερδίσουμε το στοίχημα...
-Ναι εγώ σου είχα πει τι ήθελα.
-Και το έκανα ήδη, ανεξαρτήτως στοιχήματος σου γνώρισα εκείνη την κοπέλα... είπε εκείνη κλείνοντάς του το μάτι. 
-Σκέφτηκες τι θέλεις εσύ αν νικήσεις; Ρώτησε εκείνος.
-Όταν νικήσω εννοείς...Ίσως απλά μια μέρα μαζί σου, το καλοκαίρι που θα έχεις χρόνο. Μια μέρα που θα φροντίσω να έχω κι εγώ χρόνο. Ίσως μια προσπάθεια να βελτιώσω κάτι που δε μπορώ να χωνέψω, ξέρεις...
-Τι έγινε σε χτύπησε στον εγωισμό; Γέλασε εκείνος.
-Όπως και να το κάνουμε, ήταν περίεργο! φώναξε εκείνη.
-Ήταν απαίσιο! είπε εκείνος και γέλασαν και οι δύο. 
-Ναι αυτό εννοώ. Απλά δεν ήθελα να πληγώσω και το δικό σου εγωισμό!
-Εμμ συγγνώμη που δεν έβρισκα τα χείλη σου! είπε πάλι εκείνος.
-Συγγνώμη που ήταν μέσα στα δικά σου και δε μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω. Και συγγνώμη που δε βολεύομαι προς τα αριστερά! Φώναξε εκείνη. 
-Λοιπόν, πρέπει να γυρίσουμε νομίζω. 
-Πράγματι είναι αργά. Καλό ταξίδι αύριο. Και θα μιλήσουμε.
-Ναι, αν και πρέπει να μειώσουμε την ώρα που μιλάμε κάθε μέρα, ξέρεις τι εννοώ..
-Ναι, ισχύει..Καληνύχτα! είπε εκείνη ενώ έφευγαν και οι δυο προς διαφορετικές κατευθύνσεις.


...και ταλαντεύομαι στα βάθη και στα ύψη...



Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

Ζωές σε φακέλους.

"....Εξάλλου τα πάντα τελειώνουν, λες. Κι εγώ διαφωνώ, η ύλη δεν τελειώνει, ούτε κι ενέργεια. Και το ηλεκτρικό φορτίο διατηρείται κι οι αριθμοί φτάνουν στο άπειρο, που είναι όμως όριο νοητό. Κι εσύ συμπληρώνεις ότι δε μιλάς για ύλη, δε μιλάς για έννοιες αόριστες, περαστικές. Μιλάς για κάτι ανθρώπινο, μα ο άνθρωπος τελειώνει και τότε μόνο παίρνει καθετί μαζί του...ή και τίποτα. Τελειώνει κι αφήνει πίσω του την ύλη, κι ότι αγαπούσε ή ότι αγαπούσαν οι άλλοι σ'αυτόν. Στη ζωή όλοι σκεφτόμαστε και κρίνουμε με τα μάτια, στο θάνατο όμως με την καρδιά. Ποτέ δε λες "τι κρίμα που πέθανε μια τόσο όμορφη κοπέλα" και να εννοείς ωραία. Θα στεναχωρηθείς, θα νιώσεις τον πόνο μόνο όταν φύγει ένα όμορφο άτομo, ένα άτομο μοναδικό για σένα. Θα λυπηθείς γιατί αγάπησες την προσωπικότητα, τις κινήσεις, τις λέξεις του, θα σου λείψει η παρέα του κι όχι τα πράσινα μάτια του επειδή ήταν πράσινα. Θα σου λείψουν γιατί τα κοίταζες και έσταζαν αγάπη." Ήταν σ'ένα λευκό φάκελο που βρήκα σ'ένα παγκάκι, κάτω προς το λιμάνι. Κατά καιρούς μαζεύω τέτοια γράμματα, απ'αυτά που γράφουν οι άνθρωποι κι αφήνουν σε μέρη με συναισθηματική αξία. Έτσι ξεσπούν. Τα γράμματα αυτά συχνά δεν τα βρίσκει κανείς και καταλήγουν στους υπονόμους, στους κάδους ή -τα πιο τυχερά- στη θάλασσα. Ένα άλλο όμορφο γράμμα που είχα βρει ήταν και πάλι σ'ένα παγκάκι, αυτή τη φορά έξω από την "Όαση", δίπλα στο κηποθέατρο.Τα γράμματα ήταν προσεγμένα, καλλιγραφικά σχεδόν, αν και λίγο βιαστικά, σαν να'σουν νευρικός κι ανήσυχος όσο έγραφες, μα ήθελες να το κρύψεις..."Ένα Σάββατο,πάνω από ένα μήνα πριν, βρέθηκα εδώ κοντά, λίγο πιο πάνω, λίγο πιο κάτω. Ξεκίνησα από αλλού και κατέληξα εδώ, πάντα καταλήγω σε διαφορετικό σημείο από εκείνο θέλω. Κάτι πάντα στραβώνει στη διαδρομή. Δεν ξέρω τι με έπιασε, νομίζω είχα πιει..Σίγουρα είχα πιει, αρκετά απ'όσο μου είπαν μετά. Ήταν πολλά άτομα, όμως εγώ ένιωθα μόνη, συχνά νιώθω μόνη ανάμεσα σε πολλά άτομα. Σε λίγο καιρό ίσως ξαναβρεθώ στο ίδιο σημείο με τα ίδια άτομα. Δεν είναι ότι δε θέλω. Έχω καιρό να τους δω, μου έχουν λείψει σίγουρα, μου έχει λείψει το γέλιο τους, το γέλιο όλων μας, οι συζητήσεις όλων μας κι οι αγκαλιές τους. Όμως φοβάμαι. Γιατί εκείνο το περασμένο Σάββατο συνέβη κάτι τόσο περίεργο. Κατάλαβα ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα που δεν τελειώνουν, όχι μόνο η ύλη, η ενέργεια, οι αριθμοί και το ηλεκτρικό φορτίο. Για να είμαι ακριβής, "που δεν τελειώνουν εύκολα" μιας και ποτέ δεν υφίσταται πρακτικά, είναι μια εντελώς θεωρητική κι αφελής έννοια. Ούτε η αγάπη φεύγει εύκολα, ούτε η πραγματική φιλία διαλύεται μέσα από βλακείες. Εδώ, λοιπόν, στο παγκάκι αυτό που γράφω τώρα συνέβη αυτό το δυσάρεστο για μένα γεγονός. Όμως συνειδητοποίησα κάποια πράγματα. Η συγχώρεση είναι κάτι όμορφο. Κι ο χειμώνας είναι κάτι όμορφο, αν και τα χέρια μου έχουν ξυλιάσει όσο γράφω...Το πιο σημαντικό απ'όλα όμως είναι ότι δε διαλέγουμε εμείς σε ποιους θα αρέσουμε και σε ποιους όχι, αυτό συμβαίνει από μόνο του. Και κάποιες φορές απλά πρέπει να δεχόμαστε τις καταστάσεις και να προχωράμε. Να μη δείχνουμε ότι πονάμε, κι ίσως καλύτερα να προσπαθούμε να ξεχνάμε. Κι εσύ περαστικέ που θα βρεις το γράμμα μιας άγνωστης που βρήκε την ελπίδα μες στη μοναξιά της φρόντισε να συγχωρείς, γιατί μόνο έτσι γίνεσαι καλύτερο άτομο." . Σκεφτόμουν να γράψω κι εγώ ένα τέτοιο γράμμα, να το αφήσω έξω από μια μεγάλη εκκλησία με ημικυκλικά σκαλιά και να σηκωθώ να φύγω. Μέσα όμως θα έχει μια κενή λευκή κάρτα. Έτσι θα διαλύσω τις ελπίδες κάποιου ανθρώπου και θα τον ωθήσω να γράψει κι εκείνος ένα τέτοιο γράμμα, πραγματικό όμως, να βγάλει από μέσα του ότι τον καίει και να νιώσει καλύτερα. Έτσι θα γίνω κι εγώ καλύτερος άνθρωπος."


Αυτά έλεγε το γράμμα που βρήκα στο παγκάκι της πλατείας, όμως εγώ δεν ξέρω τι να κάνω, ή τι να γράψω..

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Φοβίες

"Όταν πιέζεις τον εαυτό σου τα καταφέρνεις. Τότε  είναι που τα καταφέρνεις καλύτερα από κάθε φορά". Η φωνή του ηχούσε ακόμα στ'αυτιά της όσο εκείνη περίμενε το ασανσέρ. Δεν ήξερε αν ήθελε να πάει. Η χάλκινη πλάκα στην είσοδο της πολυόροφης πολυκατοικίας, που η ίδια είχε σχεδιάσει, είχε πάνω χαραγμένο το όνομά του. Το ασανσέρ ήταν στο δεύτερ, όμως φαίνεται πως το ξανακάλεσαν γιατί άρχισε να ανεβαίνει και πάλι. Η υπομονή της κόντευε να εξαντληθεί. Η ανασφάλειά της και η αβεβαιότητά της για το αν ήθελε να επισκεφτεί εκείνο το οίκημα, στο οποίο είχε ξαναμπεί πριν λίγα χρόνια -όσο αυτό ακόμα χτιζόταν- της προκαλούσαν νεύρα. Ωστόσο ήξερε ότι δεν ήταν αυτή η πραγματική αιτία που την ωθούσε να κουμπώνει και να ξεκουμπώνει βιαστικά τα κουμπιά του μοντγκόμερύ της. Το συγκεκριμένο γραφείο ήταν. Που απ'έξω θα είχε μια χάλκινη πλάκα πανομοιότυπη μ'εκείνη της εισόδου. "Μηχανολόγος Μηχανικός" , έτσι έγραφε κάτω από το όνομά του. Αλλά δε θα μπορούσε να ξέρει. Μέχρι πριν φτάσει στην είσοδο δεν ήξερε ποιος ήταν ο μηχανολόγος στον οποίο την έστειλαν από την κατασκευαστική εταιρία που δούλευε.
Η ψηλή ξανθιά γραμματέας της είπε να περιμένει. Αρχικά δεν αναγνώρισαν η μια την άλλη. Έπειτα η κοπέλα πρόσεξε το όνομα της υπαλλήλου  μπροστά στο γραφείο της. "Ζένια;" τη φώναξε ξαφνιασμένη. "Βιολέττα;" της απάντησε το ίδιο ξαφνιασμένη και η γραμματέας. Μια κοφτή και βαθιά φωνή διέκοψε την ανάλαφρη συζήτησή τους. "Ζένια πες στον αντιπρόσωπο της κατασκευαστικής να περάσει". Η Βιολέττα κοκάλωσε. Μόνο τα πόδια της κινούνταν, μα προς τη λάθος κατεύθυνση. Έπρεπε να φύγει, να τρέξει προς τις σκάλες, να αναπνεύσει. Άκουσε τη Ζένια να τη ρωτάει αν είναι καλά και κατάλαβε ότι είχε αφαιρεθεί. Μπήκε βιαστικά στο γραφείο του και έκλεισε την πόρτα. Εκείνος ήταν σκυμένος πάνω από μία τεράστια στοίβα χαρτιών. "Κάθισε. Σε λίγα λεπτά τα χαρτιά θα έχουν τυπωθεί και θα τα υπογράψω" είπε, χωρίς να την κοιτάξει καν. Εκείνη δεν απάντησε, το βλέμμα της είχε καρφωθεί στις φωτογραφίες πάνω στο γραφείο του. Ο ίδιος, και δύο άντρες που γνώριζε πολύ καλά, ο γιατρός και ο δικηγόρος της συγκεκριμένα. Και οι τρεις πολύ κομψά ντυμένοι και χαμογελαστοί. Δεύτερη φωτογραφία. Οι ίδιοι τρεις άντρες ανάμεσα σ'άλλους πολλούς, μα αυτοί ξεχώριζαν, στέκονταν δίπλα δίπλα και χαμογελούσαν σε μια φωτογραφία γεμάτη σοβαρούς, μουντούς, κουστουμαρισμένους τύπους. Εκείνος ήταν άκομα πάνω από τα χαρτιά του. Κάθε λίγο γύριζε να κοιτάξει την οθόνη του υπολογιστή. Γύρισε ξαφνικά να πιάσει τα ζεστά αντίτυπα που έβγαιναν από τον εκτυπωτή. "Δεν έχεις καμιά φωτογραφία μαζί της;" τον ρώτησε εκείνη. Τα αντίτυπα σκόρπισαν στο πάτωμα ενώ εκείνος γύρισε να την κοιτάξει. Είχε ξεχάσει τις λεπτομέρειες του προσώπου της, είχε ξεχάσει το βλέμμα της, σχεδόν τελείως. "Με τη Ζένια εννοώ, που είναι έξω ως γραμματέας σου" συμπλήρωσε εκείνη. "Είναι παντρεμένη κι έχει παιδιά. Όχι μαζί μου. Είδες όμως, τα κατάφερα τελικά. Την αγόρασα. Τώρα εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από μένα" της απάντησε. "Ναι το βλέπω. Όλα τα αγόρασες, και το γραφείο, και τη γυναίκα,και το σπίτι και το αυτοκίνητο. Όσο για τις κοιωνικές επαφές ας μη θίξουμε το θέμα καλύτερα. Αποτελείς πια ένα από τα πιο δημοφιλή κοσμικά πρόσωπα της πόλης. Οπότε τα κατάφερες" και με μια μικρή παύση, χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της συμπλήρωσε "κατάφερες να αγοράσεις την ευτυχία. Πώς σου φαίνεται λοιπόν;". Εκείνος την κοίταξε απευθείας στα μάτια "Ξέρεις πολύ καλά πως είναι η κατάσταση που αγόρασα. Κι εγώ ήξερα απ'την αρχή ότι έτσι θα είναι η ευτυχία".
"Κι εξακολουθείς,λοιπόν, να πιστεύεις ότι αυτή είναι η πραγματική ευτυχία; Αυτή είναι η ευτυχία που αξίζεις; Ή έχεις βολευτεί απλά σε αυτή; Δε θέλω να πιστέψω ότι είσαι τόσο αφελής για να πιστέψεις ότι αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να έχεις, τα χρήματα. Δε θέλω να πιστέψω ότι είσαι επιφανειακός, ότι νοιάζεσαι μόνο για την εικόνα σου." δήλωσε εκείνη πεισματικά, ενώ σημάδια έξαψης εμφανίστηκαν στο πρόσωπό της.

"Με ήξερες καλύτερα από τον καθένα, και ξέρεις ότι έτσι είμαι."
"Το θέμα δεν είναι αυτό. Είναι το αν είσαι ικανοποιημένος από τη ζωή σου ή αν προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι είσαι ικανοποιημένος." απάντησε εκείνη. "Οπότε απάντησέ μου σε παρακαλώ. Ελικρινά. Αν είσαι χαρούμενος με την πορεία σου, με τη ζωή σου, με όλα,...κι ύστερα μπορείς να μου δώσεις τα χαρτιά και να κάνουμε σαν αυτή η συζήτηση να μη συνέβη ποτέ."
"Αλλιώς;" ρώτησε εκείνος, ψάχνοντας κάτι στα συρτάρια του μεγάλου ξύλινου γραφείου του.
"Αλλιώς...αλλιώς ότι θέλεις. Τι θέλεις;"
Εκείνος επιτέλους βρήκε ό,τι έψαχνε στο συρτάρι. Άνοιξε ένα λευκό φάκελο κι έβγαλε από μέσα τέσσερις εικόνες. Η Βιολέττα γνώριζε τόσο καλά εκείνες τις εικόνες. Σε όσες δεν ήταν μέσα κατείχε το ρόλο του φωτογράφου.Αναγνώρισε και το γραφικό της χαρακτήρα στο εξώφυλλο του φακέλου, ακόμα. "Αυτό θέλω. Μπορείς να μου το δώσεις;" 
Εκείνη δίστασε. "Στέφανε, αυτό...αυτό...ήταν δεκαπέντε χρόνια πριν. Όλοι έχουμε αλλάξει από τότε. Όσοι ήταν να κρατήσουμε επαφή κρατήσαμε και αυτό το ξέρεις πολύ καλά."
"Όπως ξέρω πολύ καλά κι ότι οι μόνοι που δεν κράτησαν επαφή από εκείνη την παρέα ήμασταν εμείς...Γιατί Βιολέττα;"
"Επειδή πονάει. Πονάει να ξέρω ότι αποδέχεσαι μια ευτυχία που είναι κατώτερή σου. Πονάει να ψάχνεις στα λάθος μέρη και πονάει να βλέπω τις ανασφάλειές σου να πολλαπλασιάζονται. Για μένα πονούσε δυο φορές πιο πολύ. Μια επειδή πονούσες εσύ...ΕΣΥ. Και μια γιατί είχα αποτύχει, είχαμε αποτύχει, το ανθρώπινο είδος είχε αποτύχει. Και γιατί δεν ξέραμε τι θέλαμε.Θα σε ξαναρωτήσω μια και τελευταία φορά. Και μετά θα κάνω ότι μου πεις. Είτε θα φύγω, είτε θα μείνω-
"Για πόσο θα μείνεις;" την έκοψε εκείνος.
"Για όσο χρειαστεί. Η ερώτησή μου είναι η προηγούμενη. Δε θέλω να ξέρω αν είσαι ικανοποιημένος. Θέλω να ξέρω αν είσαι ευτυχισμένος", είπε εκείνη. Προχώρησε προς το μεγάλο παράθυρο του τέταρτου΄. Κοίταζε κάτω. Ήξερε ότι κι εκείνος κάθε μέρα κοίταζε κάτω. Το ένιωθε. Ένιωθε ότι κάθε μέρα που εκείνος κοιτούσε το γκρίζο -γκρίζος ο δρόμος κάτω,γκρίζα και τα κτίρια γύρω γύρω,γκρίζος κι ο ουρανός πάνω..- σκεφτόταν το τέλος. Το τέλος της ζωής του. Σκεφτόταν ότι δεν ήθελε να είναι γκρίζο, ότι δεν ήθελε να είναι όπως τώρα. Δεν είχε όμως τη δύναμη να προσπαθήσει, δεν ήταν σίγουρος. Ποτέ δεν ήταν σίγουρος για τίποτα. Αυτή η ανασφάλεια κατέκλυζε κάθε μόριο του χαρακτήρα του και τον εμπόδιζε να ανακαλύψει πόσο όμορφο άτομο ήταν. Έψαχνε στην τσάντα τα τσιγάρα της, ήθελε να τα πετάξει μέσα στο γκρίζο. Ήθελε να εξαλείψει κάθε ίχνος γκρίζου από τη ζωή της, από τη ζωή του, από τις ζωές τους, από τη ζωή τους.
"Να μείνεις θέλω. Για όσο χρειαστεί", είπε εκείνος και στα μάτια του φαινόταν ότι το εννοούσε.

 

Καληνύχτα:)

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Ταξιδεύω το εγώ μου, πηδώ στο κενό μου

Πάλι τα ίδια, την άκουσε να μπαίνει στο σπίτι μετά το ξημέρωμα. Έκανε τον κοιμισμένο όσο εκείνη ξεντυνόταν και ξάπλωνε δίπλα του πατώντας στις μύτες των ποδιών της προσπαθώντας να μην τον ξυπνήσει.Έμειναν έτσι, με γυρισμένες πλάτες στο κρεβάτι, εκείνη μόλις είχε αποκοιμηθεί κι εκείνος μόλις είχε ξυπνήσει. Εκείνη βυθίστηκε σ'έναν ύπνο γαλήνιο, ήταν ακίνητη κι αμίλητη κι έδειχνε τόσο όμορφη κι ήρεμη επιτέλους. Την κοίταζε και θυμόταν πως κάποτε θα έδινε και τη ζωή του γι αυτήν. Τώρα πια δεν του είχε απομείνει ζωή για να δώσει. Όμως την κοίταζε κι ήξερε ότι την αγαπούσε και θα την αγαπούσε για το λίγο που θα μπορούσε ακόμα.
Σηκώθηκε κι έφτιαξε καφέ. Τον έβαλε στο ποτήρι κι άναψε τσιγάρο. Ούτε δοκίμασε τον καφέ του, ήξερε ότι ήταν μέτριος με γάλα όπως πάντα, μα ούτε και κάπνισε. Έμεινε έτσι στο μπαλκόνι του πέμπτου ορόφου της πολυκατοικίας της Καλλιθέας κοιτάζοντας το δρόμο και την πρωινή κίνηση. Ούτε στη δουλειά του πήγαινε πια, σε λίγες μέρες δε θα μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι καθόλου. Έριξε τις στάχτες από το μπαλκόνι. Μπήκε μέσα και μάζεψε όσα ίχνη φανέρωναν τη μικρή πρωινή ιεροτελεστία του, την ίδια στιγμή που μία ηλικιωμένη κυρία τίναζε τις στάχτες από τα βαμμένα ξανθά μαλλιά της, εκείναν που της έδιναν την ιδέα ότι ο χρόνος δεν την είχε αγγίξει, ενώ η καρδιά κι η ύπαρξή της ξεθώριαζε μέρα με τη μέρα.
Εκείνος ξαναμπήκε στην κρεβατοκάμαρα και την κοίταξε όσο κοιμόταν. Θα κοιμόταν για πολύ ακόμα. Ξυπνούσε πάντα μεσημέρι κουρασμένη από την περασμένη νύχτα, τη νύχτα που έλειπε από το σπίτι και γυρνούσε τους δρόμους κλαίγοντας. Έτσι γινόταν κάθε νύχτα απ'όταν εκείνος αρρώστησε. Πολλές, αμέτρητες περασμένες νύχτες έβγαινε κι αυτός ακολουθώντας την, έτρεχε πίσω της κι όταν την έφτανε την αγκάλιαζε και γύριζαν μαζί στο σπίτι. Υπήρχαν και μερικές νύχτες που δε μπορούσε να τη φτάσει, η αντοχή του είχε μειωθεί αισθητά. Τότε, καθόταν σ'ένα παγκάκι κάπου κοντά, ζούσε στις αναμνήσεις του και την περίμενε μέχρι το ξημέρωμα. Έβλεπαν μαζί την ανατολή του ήλιου, την αρχή της ημέρας. Μισούσαν κάθε τέλος, ακόμα κι αυτό της μέρας, το ηλιοβασίλεμα, όσο όμορφο και καλλιτεχνικό κι αν έδειχνε, ήταν το τέλος της μέρας. Βέβαια, κι η ανατολή είναι το τέλος της νύχτας, μα η νύχτα τους έφερνε κοντά, οπότε το αποτέλεσμα του τέλους ήταν ευπρόσδεκτο. Η νύχτα, το σκοτάδι, ο φόβος είναι εκείνα που μέσα στη μοναξιά μας μας φέρνουν κοντά. Τώρα, δε μπορούσε να τρέξει ξοπίσω της πια. Δε μπορούσε να βγει από το σπίτι. Έβλεπε την ανατολή από της γρύλιες του πατζουριού της κρεβατοκάμαράς τους περιμένοντάς την να επιστρέψει.
Το ήξερε ότι θα έφευγε. Ήξερε ότι ήταν άδικο. Μπροστά της έδειχνε ότι το είχε αποδεχτεί ή ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Απλά, ήθελε να σιγουρευτεί ότι εκείνη θα ήταν ασφαλής, ότι δε θα αντιδρούσε όπως αυτός σε αντίστοιχη περίπτωση. 
Κι όμως φοβόταν. Φοβόταν πολύ για εκείνη γιατί ήξερε ότι δε θα υπήρχε κανείς να την περιμένει να γυρίσει από τη βραδινή βόλτα της. Ήξερε ότι δε θα υπήρχε κανείς ζωντανός να εύχεται να μην της συμβεί τίποτα κακό και πάνω από όλα να μην αποφασίσει εκείνη να κάνει κάτι κακό στον εαυτό της.
Ξάπλωσε πάλι δίπλα της. Σε λίγο θα ξυπνούσε εκείνη κι έπρεπε να τον βρει κοιμισμένο, να τον ξυπνίσει με το φιλί της και να δείχνει χαμογελαστή κι αισιόδοξη.
Έτσι έπρεπε να γίνει κι έτσι θα γινόταν εκείνη τη μέρα, και μερικές ακόμα μετά από αυτή.

 
 κι ακόμα παραπάνω_

Καλό μήνα.

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Χρωματικά ημιτόνια

- Μια μέρα θέλω να μάθω να παίζω πιάνο, μην πεις "κι εγώ", πες μου ότι μισείς το πιάνο.
-Θα σου μάθω εγώ.
-Μα εσύ δεν ξέρεις πιάνο.
-Κι εσύ δεν ξέρεις εμένα όσο νομίζεις.
-Τι άλλο δεν ξέρω δηλαδή;
-Αυτό που θα μπορούσα να σου απαντήσω είναι το τι ξέρεις. Τα υπόλοιπα είναι αμέτρητα. Και χρόνια να μιλάμε δε θα μπορέσεις να με καταλάβεις, θα έρθουν στιγμές που δε θα μπορέσω να εκφραστώ με λόγια, θα θελήσω να σου δείξω κάτι, να ζωγραφίσω κάτι,και θα περιμένω να καταλάβεις, όχι να καταλάβεις με τον ίδιο τρόπο που καταλαβαίνω εγώ, αλλά να πιάσεις την άκρη του νήματος και μετά να αφήσεις ελεύθερη τη φαντασία σου. Κι όταν λέω ελεύθερη εννοώ να μην την οδηγήσεις σε κάτι cliché, να μην γίνει η ζωή μας άλλη μια υπόθεση μελό ταινίας, ρομαντικού ή και φανταστικού μυθιστορήματος. Να'ναι μια ιστορία που θα βγάζει νόημα όμως, όχι σαν αυτές τις "καλλιτεχνικές" εκείνων των πολύ ψαγμένων που δεν ερμηνεύονται και "αυτό είναι το ωραίο". Τι να το κάνω αυτό το ωραίο τους όταν περνάει άοσμο χωρίς να βγάζει συναίσθημα; Να'ναι μια ιστορία που θα βγάζει νόημα, απλά ίσως να'ναι διαφορετική για εμάς, διαφορετική για την κοπέλα με τα βιολετιά μάτια, διαφορετική για εκείνη με τα μπλε μαλλιά ή για το αγόρι που χαμογελάει σπάνια γιατί δε θέλει να φαίνεται όμορφο.
-Με μπερδεύεις, αλλά μου αρέσει να σε ακούω να μιλάς. Είναι γιατί διαθέτεις τη φαντασία και των δυο μας.
-Μα διαθέτω φαντασία επειδή μου τι δίνεις εσύ.
-Μα εγώ δεν έχω φαντασία, το βλέπεις. 
-Ξέρεις τι; Η φαντασία μου αντλείται ή εμπνέεται, πες το όπως θέλεις, από άτομα φανταστικά. Να, σαν κι εσένα.

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Κι η μαριονέτα δάκρυσε μετά,

Είναι σαν την έκρφρασή σου όταν σε ρωτάνε γιατί δεν ξεφορτώνεσαι επιτέλους τα παλιά σου ολ-σταρ, που έχουν ξεβάψει απ'τις βροχές και την αλμύρα της θάλασσας, έχουν ξεθωριάσει απ'τον καλοκαιρινό ήλιο, έχουν ποτιστεί με τα φθινοπωρινά πρωτοβρόχια, έχουν κιτρινίσει απ'τις ανοιξιάτικες ξινίδες κλπ, εντάξει θα μπορούσε να συνεχιστεί επ'άπειρον αυτό. Είναι, λοιπόν, μία κατάσταση τόσο υπέροχη σε εσένα, κάτι που δε μπορείς να αποχωριστείς και μετά ακούς ήχους σαν γιγαντιαία κύμβαλα που προοικονομούν το τέλος, δείχνουν ότι όλα είναι προσωρινά, κρέμονται από μία κλωστή και κανείς δε θα διστάσει να την κόψει, κανείς δε νοιάζεται πραγματικά,όλοι θέλουν να είναι εκείνοι που θα χειρίζονται τη μαριονέτα και θα γελάσουν όταν θα κόψουν τα νήματα κι εκείνη θα πέσει. Και μετά έρχεται ένα κοριτσάκι, με μάτια τόσο αθώα, μεγάλα, βιολετιά, και λέει "δε βλέπετε; Πονάει η ξύλινη κούκλα" κι εκείνοι της απαντούν "πώς πονάει; αφού είναι ξύλινη, δεν έχει συναισθήματα...Αλλά εσύ δε μπορείς να το καταλάβεις, δεν πέρασες ακόμα τη δοκιμασία, είσαι μικρή και διαθέτεις όραση". Και το κορίτσι με τα βιολετιά μάτια δάκρυσε " Δε βλέπετε ; Δε βλέπετε; " ...