Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα friendship. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα friendship. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Εποπτεία των αισθήσεων

  Ο σκοπός μου σήμερα είναι να σε κάνω να νιώσεις μυρωδιές. Να σε κάνω να μυρίσεις τις εικόνες μου, όχι απλά να τις δεις επιφανειακά, αγάπη μου. Κάποτε διάβασα πώς η πιο ισχυρή αίσθηση είναι η όσφρηση. Δεν το πίστευα αυτό. Πίστευα πως η ακοή ή η όραση ή η αφή τουλάχιστον, όχι τόσο οι γεύση, είναι οι πιο ισχυρές αισθήσεις. Δεν το πίστευα μέχρι να νιώσω τη μυρωδιά σου γύρω μου τις στιγμές που εσύ ήσουν χιλιόμετρα μακριά. Κι όσο εύκολο μου ήταν να φέρω την εικόνα σου δίπλα μου, ή την αίσθηση των χεριών σου γύρω μου ή τη γεύση σου στο στόμα μου τόσο πιο δύσκολο πίστευα ότι ήταν να θυμηθώ ακριβώς τη μυρωδιά σου. Κι όμως...
   Όσο το σκέφτομαι περισσότερο πιστεύω πως δεν ξεχνάει κανείς τη μυρωδιά της ακροθαλασσιάς που μοιάζει με ελευθερία ούτε την αίσθηση της μυρωδιάς της πόλης στα ρουθούνια του, όταν είναι καλοκαίρι. Ξέρεις, αυτό το αποπνικτικό μίγμα ιδρώτα, καυσαερίων, εκατοντάδων ανακατεμένων ανθρώπινων αρωμάτων, φαγητών και τσιγάρων, αυτό το μίγμα που όσο κι αν ακούγεται -ίσως και να είναι- απαίσιο σου φέρνει στο μυαλό αυτή την αίσθηση-καλοκαίρι. Όχι ότι το φθινόπωρο δε μυρίζει βρεγμένο χώμα και φρέσκα σχολικά τετράδια, ή ότι ο χειμώνας δεν έχει την οσμή του κρύου και των μάλλινων ρούχων ή ότι η άνοιξη δεν αποτελείται από αμέτρητες οργιαστικές μυρωδιές της φύσης ακόμα και μέσα στην πόλη. Αλλά όπως και να το κάνουμε το καλοκαίρι είναι αλλιώς. Ακόμα και για εμάς που έχουμε μαθήματα και σε δέκα μήνες δίνουμε πανελλήνιες, κάπου μέσα στη φυσική και τα μαθηματικά και τους τρόπους πειθούς, το καλοκαίρι είναι αλλιώς.
  -Και ο έρωτας πως μυρίζει; 
  -Ο έρωτας μυρίζει σαν το αεράκι που σε χτυπάει απαλά σε μια ταράτσα που γέμισε γέλια κάποια καλοκαιρινή νύχτα, από τις πρώτες του Ιουλίου. Έρωτας για τη ζωή, για το καλοκαίρι, για τους ανθρώπους.


 

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

"i want you, your fingernails go dragging down..."

Γυρίζω γύρω από τον εαυτό μου. Παραπατάω αλλά κρατιέμαι από τον τοίχο και δεν πέφτω. Γελάω. Δυνατά. Μου λες να μην κάνω φασαρία. Σιγά σιγά βγαίνουν αστέρια. Τώρα ένα χαμόγελο διαδέχεται το προηγούμενο δυνατό γέλιο μου. Εσύ με κοιτάς "απαξιωτικά". Με σηκώνεις στα χέρια σου, μετά σ'αγκαλιάζω. 
Διαφορετικό σκηνικό.
Ξημερώνει, το φως μπαίνει από το μικρό παράθυρο της βιβλιοθήκης κι εγώ είμαι στην αγκαλιά σου. Χα'ι'δεύεις το λαιμό μου και γελάς με το χαμόγελό μου. Σου δίνω μέρος της κουβέρτας για να μου δώσεις μέρος του σεντονιού. Δαγκώνεις τη μύτη μου και κάνω πως νευριάζω. 
Κλείνω τα μάτια μου και θυμάμαι μια διαφορετική σκηνή.
Προσπαθούμε να απλώσουμε ένα σλίπινγκ μπαγκ. Τελικά φτιάχνουμε ένα ιγκλού. Τα δόντια σου φωσφορίζουν στο μισοσκόταδο.Φοράω το πουκάμισό σου και μυρίζει όπως εσύ.
Είναι λες και τις τελευταίες μέρες έχω αγγίξει τόσες φορές την ευτυχία που φοβάμαι ότι σε λίγο η φούσκα αυτή θα σπάσει κι εγώ θα βρεθώ και πάλι στη ρουτίνα μου. Αν και το διάβασμα υπάρχει ακόμα, τα μαθήματα το ίδιο. Βλέποντας ότι χάνω τόση ελευθερία λόγω της ρουτίνας θέλω όλο και περισσότερο να περάσει ένας χρόνος. Αγχώνομαι όσο σκέφτομαι ότι έχω μόνο ένα χρόνο σχολείου ακόμα, γιατί ξέρω πως θα μου λείψει. Από την άλλη όμως ανυπομονώ.


Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Φωτογραφίες (ξανά)

 Περπατάμε με έναν αέρα περίεργο. Προχωράμε και γελάμε, νομίζω ότι όταν ακούω τους ήχους από τα γέλια ή τις φωνές μας ζωντανεύει κι ο δρόμος γύρω μας. Βλέπω φωτογραφίες και νιώθω ότι πραγματικά επιστρέφω στις μέρες που τραβήχτηκαν, ζω ξανά εκείνες τις στιγμές με κάθε λεπτομέρεια.
-Ξέρεις είναι και το άλλο συναίσθημα ρε γαμώτο. Ψιθύρισα νομίζω εκείνη τη στιγμή.
-Ξέρω, νιώθεις ότι λίγο πιο κάτω θα εμφανιστούν ξαφνικά όλοι οι υπόλοιποι με τους οποίους έχεις αναμνήσεις εδώ.
-Κάτι τέτοιο, ας πούμε.

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Κύκλοι, εν τέλει.

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012.
Είμαι πλεόν σίγουρη ότι δεν έχω ξανανιώσει τόσο έντονη έλξη για κάποιον. Ότι δε με έχει ξανατραβήξει ποτέ τόσο ένας άνθρωπος σαν σύνολο, να θέλω να τον γνωρίσω, να μάθω την κάθε λεπτομέρεια για τη ζωή του, να είμαι μέρος αυτής, να με σκέφτεται όταν ξυπνάει, πριν πάει για ύπνο. Να με σκέφτεται και να χαμογελάει, να είναι χαρούμενος εξαιτίας μου. Δεν έχω ξανανιώσει τόσο έντονη ανάγκη να αγκαλιάσω κάποιον, να τον προφυλάξω, να τον αποκόψω για λίγο από το υπόλοιπο περιβάλλον, να τον ηρεμήσω. Δεν ξανάθελα ποτέ τόσο πολύ να νιώσω την καρδιά του να χτυπάει τόσο κοντά μου. Σήμερα ήμουν μαζί του, και μπορώ να πω ότι ήταν τόσο μοναδική η αίσθηση της αναπνοής του κοντά μου, η παρουσία του δίπλα μου.Η Σ* λέει ότι είμαι ερωτευμένη. Εμένα πάλι δε μου αρέσει να βάζω ταμπέλες στα συναισθήματα. Πάντως σίγουρα είναι ότι περισσότερο έχω νιώσει μέχρι τώρα.

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013.
Πέρισυ τέτοια μέρα ήμουν σε ένα ουζερί κοντά στο πάρκο Θεοτοκόπουλου. Φέτος πέρασα από ένα ουζερί, ήπια ένα ποτήρι κρασί-ίσα για να μείνω λίγο με κάποια αγαπημένα άτομα και κάποια άγνωστα- κι έφυγα. Προέκυψα να φύγω. Πέρισυ δεν ήθελα να φύγω από το αντίστοιχο ουζερί. Φέτος ήθελα μόνο να φύγω. Πέρισυ παρατηρούσα επί δύο ώρες τα μάτια του προσπαθώντας να μην καταλάβει ότι κοίταζα μόνο εκείνον. Φέτος τα μάτια του ήταν μέσα στα δικά μου από όταν έφυγα από το ουζερί και μετά. Πέρισυ απέφευγα να μιλάω γιατί δεν ήθελα να φανεί η αδυναμία στη φωνή μου, δεν ήθελα να καταλάβει ότι ντρεπόμουν λίγο. Φέτος ένιωθα ότι μιλούσα κι ήθελα να βασιστεί στα λόγια μου, ήθελα να νιώσει ασφαλής στην αγκαλιά που πέρισυ δε φανταζόμουν ότι θα μοιραζόμασταν ποτέ.

Πέρισυ ερωτεύτηκα τη φωνή του και τώρα είναι ένα μέρος της καθημερινότητάς μου που με κάνει να χαμογελάω.
Ονειρεύτηκα ότι τον ήξερα, ότι μιλούσαμε λες κι ήμασταν ο ένας το κοντινότερο πρόσωπο που έχει ο άλλος, και φέτος είναι καλύτερα από τις προσδοκίες μου.
Εκείνη τη μέρα ένα χρόνο πριν φωνάζαμε μπροστά από μια βιτρίνα με πλέυμομπιλ, ενώ φέτος τσίριζα μπροστά από τη δική του συλλογή.
Πέρισυ ήταν η πρώτη φορά που τον είδα να κάνει κεφάλι και φέτος έζησα το πρώτο Σάββατο που βγήκαμε σε τέτοιο μέρος κι εκείνος δεν ήπιε καθόλου.
Πέρισυ δεν τον ήξερα. Σκεφτόμουν πόσο ταίριαζε με το κόκκινο χρώμα του κρασιού που πίναμε. Φέτος τον ξέρω. Σκέφτομαι πόσο ταιριάζει με το σκούρο μπλε του νυχτερινού ουρανού, που έχει πιο ανοιχτόχρωμα μπαλώματα όταν τον καλύπτουν τα σύννεφα.
Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην έχει προσδοκίες. Έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου, δε θα έχω προσδοκίες, δεν έχω προσδοκίες. Όμως λίγο πριν φύγω για την εκδρομή διάβαζα παλιά κείμενά μου, όπως αυτό (που είχε γραφτεί για εκείνη τη μερα,ένα χρόνο πριν) και σκεφτόμουν ότι η ίδια ημερομηνία φέτος θα ήταν τελείως διαφορετική, όμως θα ήσουν δίπλα μου, πάλι. Γι αυτό κι όταν έφτασα πριν από εσένα φρόντισα να σου κρατήσω μια θέση δίπλα μου. 
Γενικά ο άνθρωπος τείνει να αφήνει τις καταστάσεις στην τύχη, στο ένστικτό του ή απλά να τις παρατάει και να φεύγει.Θα έπρεπε όμως να καταλάβει ότι κάποιες φορές χρειάζεται να συμβιβαστεί με κάποιες καταστάσεις, να επαναπροσδιορίσει τα δεδομένα και τα ζητούμενά του και όταν θέλει κάτι πολύ, να το κυνηγήσει. Όπως εγώ επιδίωξα να είμαι δίπλα του.

Ένα χρόνο πριν έγραφα κείμενα που σε συνάρπαζαν κι ήμουν μια γνωστή σου που συμπαθούσες αρκετά. Φέτος υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι θα καταφέρω να γράψω κάποια στιγμή ένα κείμενο που θα σε κάνει να νιώσεις το συναίσθημα που προσπθώ να βγάλω στο ηλεκτρονικό ή πραγματικό χαρτί. Φέτος είμαι τόσο χαρούμενη που υπάρχεις στη ζωή μου.

 I think last night you were driving circles around me.
Β*

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Εικόνα του χειμώνα.

-Ξέρεις τίποτα από αστέρια;
-Τίποτα απολύτως. Μου φαίνονται όλα τα ίδια.Εσύ;
-Ούτε εγώ. Κρυώνεις;
-Όχι!
-Μα αφού κρυώνεις!
-Σοβαρά, δεν κρυώνω.
-Μου αρέσει όταν γελάς.
-Τις περισσότερες φορές που γελάω πραγματικά τον τελευταίο καιρό είναι εξαιτίας σου.
-Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό βέβαια.
-Τι σκέφτεσαι;
-Ότι δεν ξέρω αν θέλω να γίνει κάτι.
-...
-Βασικά φοβάμαι ότι θα είναι διαφορετικά μετά.
-Ότι ίσως χαθεί ό,τι έχουμε τώρα. Ναι κι εγώ φοβάμαι.

Η Ρουμανία μπορώ να πω ότι ήταν υπέροχη-όσο την είδα. Λεπτομέρειες και φωτογραφίες έπονται:)
Καλό απόγευμα!

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Καινές/Κενές σελίδες

"..."Κι έμοιαζαν τόσο χαρούμενοι. Θα στοιχημάτιζα πως ήταν. Θα στοιχημάτιζα πολλά γι αυτούς.Για τον καθένα χωριστά, για όλους μαζί. Θα στοιχημάτιζα ότι θα μπορούσα να κάνω τουλάχιστον έναν τους ευτυχισμένο. Θα στοιχημάτιζα ότι θα μπορούσα να βοηθήσω τις περισσότερες από τις κοπέλες εκείνες, όπως ο καθένας μας νομίζει ότι μπορεί να βοηθήσει εξωτερικά. Μα εγώ δεν τους ζούσα εξωτερικά. Τους ζούσα δίπλα μου, ζούσαν μαζί μου, συμβιώναμε ρε παιδί μου, πως το λένε. Κάναμε σχέδια μαζί, μιλούσαμε, γελούσαμε και τσακωνόμασταν. Όλα σε υπερβολικό βαθμό μπορώ να πω."
-Τι γράφεις; Συνέχισε σε παρακαλώ τη δουλειά σου κοπέλα μου. Πρέπει να τελειώσεις τα σχέδια για να τα παραδώσεις το μεσημέρι, κι έτσι δεν σε βλέπω να προλαβαίνεις.
Εκείνη δεν απάντησε. Έκανε πως κλείνει τον κειμενογράφο, μα μόλις εκείνος χάθηκε από το οπτικό της πεδίο συνέχισε να γράφει. Δηλαδή ξανάνοιξε τον κειμενογράφο αλλά είχε ήδη χάσει τον ειρμό της. Διέγραψε τις πρόχειρες σκέψεις της και προσπάθησε να συνεχίσει το σχέδιο, όμως το μυαλό της έμοιαζε να έχει κολλήσει, να επαναλαμβάνει τα ίδια μοτίβα εδώ και αρκετό καιρό. Χρειαζόταν κάτι διαφορετικό, χρειαζόταν μια αλλαγή, μια σπίθα για να ξαναζωντανέψει η φλόγα μέσα της. Να δελεαστεί ο εαυτός της από τη φωτιά της, μιας και είχε κρυφτεί κάπου στο βάθος λόγω του κρύου παντού μέσα της. Και γύρω της μη σου πω.
-Καλημέρααα, δε δουλεύουμε τέτοια ώρα; είπε κεφάτα ο υπάλληλος της καφετέρειας.
-Ένα νες σκέτο και γρήγορα. 
Ναι, ήταν ψυχρή και εξωτερικά σίγουρα. Λίγα λεπτά μετά περπατούσε προς το μεγάλο πάρκο. Προσπάθησε να βάλει μουσική όμως τα ακουστικά της είχαν χαλάσει-ατυχία της στιγμής. Κοίταζε τη μικρή τεχνητή λίμνη ακουμπισμένη στο κάγκελο κι έπινε τον καφέ της που είχε κρυώσει αισθητά.
"Τι ειρωνία, ακόμα κι ο καφές με μιμείται..." σκέφτηκε. "Αυτός όμως δεν το κάνει συνειδητά, ούτε από άμυνα..Το κάνει γιατί έτσι πρέπει. Γιατί έτσι είναι η φύση. Ίσως όμως έτσι να είναι και η δική μου φύση. Ποιος ξέρει.."
Συνέχισε να περπατάει. Χαμογελούσε με τις ευτυχισμένες οικογένειες που έκαναν πικνίκ στο γκαζόν το μεσημέρι του Σαββάτου, θαύμαζε τα ηλικιωμένα ζευγάρια που περπατούσαν αργά αλλά μαζί, και χαιρόταν που ο έρωτας δε χάνεται τόσο εύκολα από τον κόσμο καθώς παρατηρούσε τα ζευγαρια παντού γύρω της. Προχώρησε κι άλλο. Τώρα έβλεπε άστεγους σε μια απόμερη γωνιά του πάρκου, εκεί που οι περισσότεροι άνθρωποι απέφευγαν να πηγαίνουν. Άστεγους ή πρεζάκια που τάιζαν αδέσποτους σκύλους ή περιστέρια. Ζητιάνους κουρασμένους κι ανθρώπους διαλυμένους. Κι άλλους που κρύβονταν. Ζευγάρια παράνομα ή συνέταιροι με δοσοληψίες παράνομες. Έφυγε τρέχοντας από αυτή την πλευρά του πάρκου. Έφυγε τρέχοντας από το πάρκο, εν τέλει. Δε φοβήθηκε τους ανθρώπους. Φοβόταντο γεγονός ότι οι περισσότεροι είχαν ζωές. Είτε εξαθλιωμένες ζωές τις οποίες είχαν αποδεχτεί κι έτσι δε νοιάζονταν για συνέπειες, είτε ζωές όμορφες και ταχτοποιημένες μα γεμάτες μικρές καθημερινές χαρές. 
Πέρασε απέναντι στη διαστάυρωση χωρίς να περιμένει να ανάψει το πράσινο ανθρωπάκι στο φανάρι. Ένα αυτοκίνητο της κόρναρε μανιασμένα κι ένα ποδήλατο φρέναρε απότομα αλλά ευτυχώς την κατάλληλη στιγμή για να μην τη χτυπήσει. "Συγγνώμη" φ'ωναξε εκείνη, χωρίς να το πολυεννοεί.  Συνέχισε να τρέχει μέχρι το διαμέρισμά της, μα όταν έφτασε απ'έξω σταμάτησε απότομα. Από τη μια εκεί ήταν το καταφύγιό της, εκεί βρίσκονταν όλα τα αγαπημένα της αντικείμενα. Από την άλλη..από την άλλη εκεί βρισκόταν κι αυτό από το οποίο προσπαθούσε να ξεφύγει, η μοναξιά της.
Κάθισε στο πεζοδρόμιο μπροστά από την πολυκατοικία της κι ακούμπησε δίπλα το από ώρα άδειο φελιζολένιο κουτί του καφέ.Έβαλε το πρόσωπο ανάμεσα στις παλάμες της και προσπάθησε να χαθεί σε μια κενή εικόνα στο μυαλό της. Μια Καινή σελίδα, αυτό χρειαζόταν. Ένα γεγονός. Να ξεκινήσει να γράφει γι αυτό, να ζει γι αυτό, να ξεκινήσει να ξυπνάει. Γύρισε να πιάσει το κουτί του καφέ κι εκείνος ήταν δίπλα της. Πρέπει να ήταν οπτασία όμως, γιατί εκείνος δεν ήταν εδώ, δηλαδή αποκλείεται να ήταν εκείνος."

Κι έτσι αυτή η ιστορία είχε το χαρούμενο τέλος που μακάρι να έχουν οι ζωές μας.
Κι έτσι η κοπέλα είχε ένα λόγο να ξυπνάει το πρωί.
Είχε κάτι να της δίνει έμπνευση.
Εμείς τι έχουμε;
-Κι αν σ'ερωτευτώ δεν ξέρω τι θα γίνει, αλήθεια. Δεν ξέρω τι πιθανότητες θα μου έδινα, ξέρεις, για να συμβεί αυτό. Ίσως όχι πολλές επειδή το περιόρισα αρκετά. Ούτε αν εσύ νιώσεις κάτι για μένα ξέρω τι θα είναι, μα δε νομίζω πως υπάρχουν πιθανότητες για την εκδοχή αυτή. Ξέρω όμως ότι πρέπει να σταματήσουμε να νοιαζόμαστε τόσο πολύ για τις λεπτομέρειες, πρέπει να σταματήσουμε να προσχεδιάζουμε τόσο πολύ τις ζωές μας. Είναι ήδη μπλεγμένες αρκετά, τις αφήνουμε λοιπόν να πάρουν μόνες τους κάποιο δρόμο. Στην πιθανότητα να αλληλοερωτευτούμε δεν ξέρω πόσο θα πόνταρα. Δε μπορώ να ξέρω όμως, νομίζω.
"Η επιχείρηση συνδέεται με το στοιχείο του κινδύνου καθώς κάθε επιχειρούμενος συνδυασμός συντελεστών παραγωγής μπορεί να αποτύχει στο σκοπό του".
Ε αυτή η επιχείρηση δε θα αποτύχει, έχω ξαναπεί ότι θα μπορούσαμε να έχουμε πολύ καλές επαγγελματικές συνεργασίες εμείς.
 
Και πρόσφατα διάβασα κάπου 
"-Σ'αγαπώ
-Σ'αγαπήγαινε!"

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

(Α)προσαρμογή

"Κάποιες φορές απλά αναρωτιόμαστε γιατί "άλλαξες", "άλλαξα","αλλάξαμε"...Προφανώς επειδή αλλάζουν οι συνθήκες, επέρχονται γεγονότα, εκπλήξεις ή απλά στιγμές. Κάποιες είναι όμορφες, κάποιες όχι και κάποιες είναι απλά περίεργες. Όμως μας επιρεάζουν, μας καθορίζουν. Έτσι, καταλήγουμε να αποζητάμε τους παλιούς "άλλους", τους παλιούς εαυτούς μας ή τις σχέσεις μας όπως κάποτε ήταν. Όμως δεν μπορείς ποτέ να ξαναπάρεις κάτι ίδιο. Επιστρέφεις ένα δώρο σ'ένα κατάστημα για να πάρεις κάτι άλλο. Ένα νούμερο μικρότερο, ένα νούμερο μεγαλύτερο ή απλά κάτι τελείως διαφορετικού είδους. Έτσι, κάθε μέρα που περνά αφήνει τα ίχνη της πάνω μας και πάνω στις σχέσεις μας. Άλλες φορές τις φθείρει, άλλες φορές τις κάνει πιο έντονες, πιο ζωντανές, κι άλλες απλά τις μεταβάλει αργά, έτσι ώστε να μην αντιληφθούμε την αλλαγή. Κι όταν κάποια γεγονότα εξαρτώνται από εμάς; Όταν εμείς κάνουμε κάποιες επιλογές που καθορίζουν κάποιες καταστάσεις; Τότε είναι αυτό που θέλουμε, ή τουλάχιστον αυτό ακριβώς που θέλαμε τη δεδομένη χρονική στιγμή. Κι αν δεν έρθουν όλα όπως τα είχαμε φανταστεί κάποτε τότε απλά επαναλαμβάνω ότι πρέπει να αποβάλουμε όλες μας τις προσδοκίες. Όλες. Όλες. Όλες. Ε και εντάξει. Πάντα υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης και καλύτερης συνεργασίας. Και για να συνεχίσω λίγο την υπερανάλυση καταστάσεων, κάποια γεγονότα είναι σαν τα μακαρόνια. Κάθε φορά θα τους λείπει ένα κάτι, ένα κλικ (ή και περισσότερα). Υπάρχουν κάποια είδη μακαρονιών που βράζουν στα δεκαπέντε λεπτά, ενώ τα περισσότερα μακαρόνια βράζουν στα δέκα. Εκεί χρειάζεται να δεις τι φταίει και δε σου βγαίνουν τα μακαρόνια όπως τα θέλεις. Τι φταίει κι είναι πότε λιωμένα, πότε σκληρά και πότε λείπει το αλάτι. Κάποια στιγμή θα τα πετύχεις μετά από πολλές φορές που δε θα σου αρέσουν, αυτό είναι σίγουρο. Το θέμα είναι ότι δε θα έχεις πάντα όρεξη για μακαρόνια ή ίσως να μην ξανααγοράσεις ποτέ τα συγκεκριμένα. Κι έτσι ίσως δεν καταφέρεις να τα ψήσεις σωστά ποτέ. " Σταμάτησε να γράφει, έσκισε τη σελίδα και την τσαλάκωσε. Ένας διάλογος ήρθε στο μυαλό της, αλλά δεν ήξερε αν ήταν πραγματικός ή φανταστικός. Δεν ήξερε σε ποιο σημείο είχε σταματήσει η φράση που ήθελε να πει. Σηκώθηκε και τον πήρε τηλέφωνο. "Τι ώρα φεύγεις;" τον ρώτησε απότομα. Η φωνή δεν αργησε. "Δώδεκα, αύριο το μεσημέρι...Γιατί;" απάντησε εκείνος."Οκτώ και δέκα, έξω από τον κινηματογράφο" είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν ήξερε αν έπρεπε να είναι τόσο απόλυτη, αν έπρεπε να επιμένει τόσο. Όμως αν δεν προσπαθούσε θα το έριχνε στον εαυτό της.
...
Η ταινία είχε μόλις τελειώσει κι εκείνοι κατευθύνονταν προς την παραλία απέναντι από τον κινηματογράφο. Ήταν χειμώνας κι έκανε πραγματικά κρύο εκείνη τη μέρα.
-Πώς νιώθεις που φεύγεις; ρώτησε εκείνη.
-Περίεργα. Δε θέλω. Πρέπει. Θα'θελα να 'χα λίγο περισσότερο χρόνο εδώ.
-Πότε θα ξανακατέβεις; τον ξαναρώτησε.
-Μάλλον Καθαρά Δευτέρα θα είμαι εδώ.
-Εγώ πάλι μάλλον θα είμαι Θεσσαλονίκη την Παρασκευή, πριν το τριήμερο. Οπότε μάλλον δε θα με ξεναγήσεις πάνω αν έχεις φύγει.
-Δεν ξέρω..Είπα μάλλον έτσι κι αλλιώς. Εσύ καλά είσαι;
-Όχι και τόσο. Έχω αρχίσει να αγχώνομαι, να πίνω πολύ καφέ και να πρέπει κάθε μέρα να αναπροσδιορίζω το πρόγραμμα για την επόμενη βδομάδα. Ξέρεις, να κανονίζω διαγωνίσματα ή πότε θα διαβάσω γι αυτά. Μου ήρθε λίγο κάπως που χώρισα κι όλας... Απάντησε εκείνη.
-Νόμιζα ότι ήθελες να χωρίσεις κι ότι ήταν αρχικά επιλογή σου.
-Δεν είπα ότι δεν ήθελα, απλά και πάλι είναι λίγο όλα μαζί. Φεύγουν άνθρωποι, έρχεται πίεση. Φεύγει χρόνος, έρχονται μέρες που πρέπει υποτίθεται να είναι ισορροπημένες γενικά. Πρέπει να μειώσω και το γυμναστήριο και να αρχίσω να ξεκουράζομαι λίγο, λένε.
-Ότι πρέπει να το κάνεις αυτό πρέπει. Σκέψου ότι σε ενάμισι χρόνο θα έχουν περάσει όλα. Λιγότερο από αυτό. Και υπάρχει πάντα το καλοκαίρι, που θα περάσουμε καλά. Και γενικά εσύ ξέρεις να κάνεις πρόγραμμα οπότε μην αγχώνεσαι. Κι όσο για τις σχέσεις φεύγουν κι έρχονται...Το ξέρεις αυτό.
-Θα περάσουμε; το καλοκαίρι εννοώ. Θα είμαστε ακόμα όλοι μαζί, έτσι; 
-Έχουμε βάλει κι ένα στοίχημα αν θυμάσαι.. απάντησε εκείνος.
-Κι υποτίθεται ότι αυτές τις μέρες θα λέγαμε ο ένας στον άλλο τι θέλουμε αν κερδίσουμε το στοίχημα...
-Ναι εγώ σου είχα πει τι ήθελα.
-Και το έκανα ήδη, ανεξαρτήτως στοιχήματος σου γνώρισα εκείνη την κοπέλα... είπε εκείνη κλείνοντάς του το μάτι. 
-Σκέφτηκες τι θέλεις εσύ αν νικήσεις; Ρώτησε εκείνος.
-Όταν νικήσω εννοείς...Ίσως απλά μια μέρα μαζί σου, το καλοκαίρι που θα έχεις χρόνο. Μια μέρα που θα φροντίσω να έχω κι εγώ χρόνο. Ίσως μια προσπάθεια να βελτιώσω κάτι που δε μπορώ να χωνέψω, ξέρεις...
-Τι έγινε σε χτύπησε στον εγωισμό; Γέλασε εκείνος.
-Όπως και να το κάνουμε, ήταν περίεργο! φώναξε εκείνη.
-Ήταν απαίσιο! είπε εκείνος και γέλασαν και οι δύο. 
-Ναι αυτό εννοώ. Απλά δεν ήθελα να πληγώσω και το δικό σου εγωισμό!
-Εμμ συγγνώμη που δεν έβρισκα τα χείλη σου! είπε πάλι εκείνος.
-Συγγνώμη που ήταν μέσα στα δικά σου και δε μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω. Και συγγνώμη που δε βολεύομαι προς τα αριστερά! Φώναξε εκείνη. 
-Λοιπόν, πρέπει να γυρίσουμε νομίζω. 
-Πράγματι είναι αργά. Καλό ταξίδι αύριο. Και θα μιλήσουμε.
-Ναι, αν και πρέπει να μειώσουμε την ώρα που μιλάμε κάθε μέρα, ξέρεις τι εννοώ..
-Ναι, ισχύει..Καληνύχτα! είπε εκείνη ενώ έφευγαν και οι δυο προς διαφορετικές κατευθύνσεις.


...και ταλαντεύομαι στα βάθη και στα ύψη...



Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

Ζωές σε φακέλους.

"....Εξάλλου τα πάντα τελειώνουν, λες. Κι εγώ διαφωνώ, η ύλη δεν τελειώνει, ούτε κι ενέργεια. Και το ηλεκτρικό φορτίο διατηρείται κι οι αριθμοί φτάνουν στο άπειρο, που είναι όμως όριο νοητό. Κι εσύ συμπληρώνεις ότι δε μιλάς για ύλη, δε μιλάς για έννοιες αόριστες, περαστικές. Μιλάς για κάτι ανθρώπινο, μα ο άνθρωπος τελειώνει και τότε μόνο παίρνει καθετί μαζί του...ή και τίποτα. Τελειώνει κι αφήνει πίσω του την ύλη, κι ότι αγαπούσε ή ότι αγαπούσαν οι άλλοι σ'αυτόν. Στη ζωή όλοι σκεφτόμαστε και κρίνουμε με τα μάτια, στο θάνατο όμως με την καρδιά. Ποτέ δε λες "τι κρίμα που πέθανε μια τόσο όμορφη κοπέλα" και να εννοείς ωραία. Θα στεναχωρηθείς, θα νιώσεις τον πόνο μόνο όταν φύγει ένα όμορφο άτομo, ένα άτομο μοναδικό για σένα. Θα λυπηθείς γιατί αγάπησες την προσωπικότητα, τις κινήσεις, τις λέξεις του, θα σου λείψει η παρέα του κι όχι τα πράσινα μάτια του επειδή ήταν πράσινα. Θα σου λείψουν γιατί τα κοίταζες και έσταζαν αγάπη." Ήταν σ'ένα λευκό φάκελο που βρήκα σ'ένα παγκάκι, κάτω προς το λιμάνι. Κατά καιρούς μαζεύω τέτοια γράμματα, απ'αυτά που γράφουν οι άνθρωποι κι αφήνουν σε μέρη με συναισθηματική αξία. Έτσι ξεσπούν. Τα γράμματα αυτά συχνά δεν τα βρίσκει κανείς και καταλήγουν στους υπονόμους, στους κάδους ή -τα πιο τυχερά- στη θάλασσα. Ένα άλλο όμορφο γράμμα που είχα βρει ήταν και πάλι σ'ένα παγκάκι, αυτή τη φορά έξω από την "Όαση", δίπλα στο κηποθέατρο.Τα γράμματα ήταν προσεγμένα, καλλιγραφικά σχεδόν, αν και λίγο βιαστικά, σαν να'σουν νευρικός κι ανήσυχος όσο έγραφες, μα ήθελες να το κρύψεις..."Ένα Σάββατο,πάνω από ένα μήνα πριν, βρέθηκα εδώ κοντά, λίγο πιο πάνω, λίγο πιο κάτω. Ξεκίνησα από αλλού και κατέληξα εδώ, πάντα καταλήγω σε διαφορετικό σημείο από εκείνο θέλω. Κάτι πάντα στραβώνει στη διαδρομή. Δεν ξέρω τι με έπιασε, νομίζω είχα πιει..Σίγουρα είχα πιει, αρκετά απ'όσο μου είπαν μετά. Ήταν πολλά άτομα, όμως εγώ ένιωθα μόνη, συχνά νιώθω μόνη ανάμεσα σε πολλά άτομα. Σε λίγο καιρό ίσως ξαναβρεθώ στο ίδιο σημείο με τα ίδια άτομα. Δεν είναι ότι δε θέλω. Έχω καιρό να τους δω, μου έχουν λείψει σίγουρα, μου έχει λείψει το γέλιο τους, το γέλιο όλων μας, οι συζητήσεις όλων μας κι οι αγκαλιές τους. Όμως φοβάμαι. Γιατί εκείνο το περασμένο Σάββατο συνέβη κάτι τόσο περίεργο. Κατάλαβα ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα που δεν τελειώνουν, όχι μόνο η ύλη, η ενέργεια, οι αριθμοί και το ηλεκτρικό φορτίο. Για να είμαι ακριβής, "που δεν τελειώνουν εύκολα" μιας και ποτέ δεν υφίσταται πρακτικά, είναι μια εντελώς θεωρητική κι αφελής έννοια. Ούτε η αγάπη φεύγει εύκολα, ούτε η πραγματική φιλία διαλύεται μέσα από βλακείες. Εδώ, λοιπόν, στο παγκάκι αυτό που γράφω τώρα συνέβη αυτό το δυσάρεστο για μένα γεγονός. Όμως συνειδητοποίησα κάποια πράγματα. Η συγχώρεση είναι κάτι όμορφο. Κι ο χειμώνας είναι κάτι όμορφο, αν και τα χέρια μου έχουν ξυλιάσει όσο γράφω...Το πιο σημαντικό απ'όλα όμως είναι ότι δε διαλέγουμε εμείς σε ποιους θα αρέσουμε και σε ποιους όχι, αυτό συμβαίνει από μόνο του. Και κάποιες φορές απλά πρέπει να δεχόμαστε τις καταστάσεις και να προχωράμε. Να μη δείχνουμε ότι πονάμε, κι ίσως καλύτερα να προσπαθούμε να ξεχνάμε. Κι εσύ περαστικέ που θα βρεις το γράμμα μιας άγνωστης που βρήκε την ελπίδα μες στη μοναξιά της φρόντισε να συγχωρείς, γιατί μόνο έτσι γίνεσαι καλύτερο άτομο." . Σκεφτόμουν να γράψω κι εγώ ένα τέτοιο γράμμα, να το αφήσω έξω από μια μεγάλη εκκλησία με ημικυκλικά σκαλιά και να σηκωθώ να φύγω. Μέσα όμως θα έχει μια κενή λευκή κάρτα. Έτσι θα διαλύσω τις ελπίδες κάποιου ανθρώπου και θα τον ωθήσω να γράψει κι εκείνος ένα τέτοιο γράμμα, πραγματικό όμως, να βγάλει από μέσα του ότι τον καίει και να νιώσει καλύτερα. Έτσι θα γίνω κι εγώ καλύτερος άνθρωπος."


Αυτά έλεγε το γράμμα που βρήκα στο παγκάκι της πλατείας, όμως εγώ δεν ξέρω τι να κάνω, ή τι να γράψω..

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Φοβίες

"Όταν πιέζεις τον εαυτό σου τα καταφέρνεις. Τότε  είναι που τα καταφέρνεις καλύτερα από κάθε φορά". Η φωνή του ηχούσε ακόμα στ'αυτιά της όσο εκείνη περίμενε το ασανσέρ. Δεν ήξερε αν ήθελε να πάει. Η χάλκινη πλάκα στην είσοδο της πολυόροφης πολυκατοικίας, που η ίδια είχε σχεδιάσει, είχε πάνω χαραγμένο το όνομά του. Το ασανσέρ ήταν στο δεύτερ, όμως φαίνεται πως το ξανακάλεσαν γιατί άρχισε να ανεβαίνει και πάλι. Η υπομονή της κόντευε να εξαντληθεί. Η ανασφάλειά της και η αβεβαιότητά της για το αν ήθελε να επισκεφτεί εκείνο το οίκημα, στο οποίο είχε ξαναμπεί πριν λίγα χρόνια -όσο αυτό ακόμα χτιζόταν- της προκαλούσαν νεύρα. Ωστόσο ήξερε ότι δεν ήταν αυτή η πραγματική αιτία που την ωθούσε να κουμπώνει και να ξεκουμπώνει βιαστικά τα κουμπιά του μοντγκόμερύ της. Το συγκεκριμένο γραφείο ήταν. Που απ'έξω θα είχε μια χάλκινη πλάκα πανομοιότυπη μ'εκείνη της εισόδου. "Μηχανολόγος Μηχανικός" , έτσι έγραφε κάτω από το όνομά του. Αλλά δε θα μπορούσε να ξέρει. Μέχρι πριν φτάσει στην είσοδο δεν ήξερε ποιος ήταν ο μηχανολόγος στον οποίο την έστειλαν από την κατασκευαστική εταιρία που δούλευε.
Η ψηλή ξανθιά γραμματέας της είπε να περιμένει. Αρχικά δεν αναγνώρισαν η μια την άλλη. Έπειτα η κοπέλα πρόσεξε το όνομα της υπαλλήλου  μπροστά στο γραφείο της. "Ζένια;" τη φώναξε ξαφνιασμένη. "Βιολέττα;" της απάντησε το ίδιο ξαφνιασμένη και η γραμματέας. Μια κοφτή και βαθιά φωνή διέκοψε την ανάλαφρη συζήτησή τους. "Ζένια πες στον αντιπρόσωπο της κατασκευαστικής να περάσει". Η Βιολέττα κοκάλωσε. Μόνο τα πόδια της κινούνταν, μα προς τη λάθος κατεύθυνση. Έπρεπε να φύγει, να τρέξει προς τις σκάλες, να αναπνεύσει. Άκουσε τη Ζένια να τη ρωτάει αν είναι καλά και κατάλαβε ότι είχε αφαιρεθεί. Μπήκε βιαστικά στο γραφείο του και έκλεισε την πόρτα. Εκείνος ήταν σκυμένος πάνω από μία τεράστια στοίβα χαρτιών. "Κάθισε. Σε λίγα λεπτά τα χαρτιά θα έχουν τυπωθεί και θα τα υπογράψω" είπε, χωρίς να την κοιτάξει καν. Εκείνη δεν απάντησε, το βλέμμα της είχε καρφωθεί στις φωτογραφίες πάνω στο γραφείο του. Ο ίδιος, και δύο άντρες που γνώριζε πολύ καλά, ο γιατρός και ο δικηγόρος της συγκεκριμένα. Και οι τρεις πολύ κομψά ντυμένοι και χαμογελαστοί. Δεύτερη φωτογραφία. Οι ίδιοι τρεις άντρες ανάμεσα σ'άλλους πολλούς, μα αυτοί ξεχώριζαν, στέκονταν δίπλα δίπλα και χαμογελούσαν σε μια φωτογραφία γεμάτη σοβαρούς, μουντούς, κουστουμαρισμένους τύπους. Εκείνος ήταν άκομα πάνω από τα χαρτιά του. Κάθε λίγο γύριζε να κοιτάξει την οθόνη του υπολογιστή. Γύρισε ξαφνικά να πιάσει τα ζεστά αντίτυπα που έβγαιναν από τον εκτυπωτή. "Δεν έχεις καμιά φωτογραφία μαζί της;" τον ρώτησε εκείνη. Τα αντίτυπα σκόρπισαν στο πάτωμα ενώ εκείνος γύρισε να την κοιτάξει. Είχε ξεχάσει τις λεπτομέρειες του προσώπου της, είχε ξεχάσει το βλέμμα της, σχεδόν τελείως. "Με τη Ζένια εννοώ, που είναι έξω ως γραμματέας σου" συμπλήρωσε εκείνη. "Είναι παντρεμένη κι έχει παιδιά. Όχι μαζί μου. Είδες όμως, τα κατάφερα τελικά. Την αγόρασα. Τώρα εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από μένα" της απάντησε. "Ναι το βλέπω. Όλα τα αγόρασες, και το γραφείο, και τη γυναίκα,και το σπίτι και το αυτοκίνητο. Όσο για τις κοιωνικές επαφές ας μη θίξουμε το θέμα καλύτερα. Αποτελείς πια ένα από τα πιο δημοφιλή κοσμικά πρόσωπα της πόλης. Οπότε τα κατάφερες" και με μια μικρή παύση, χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της συμπλήρωσε "κατάφερες να αγοράσεις την ευτυχία. Πώς σου φαίνεται λοιπόν;". Εκείνος την κοίταξε απευθείας στα μάτια "Ξέρεις πολύ καλά πως είναι η κατάσταση που αγόρασα. Κι εγώ ήξερα απ'την αρχή ότι έτσι θα είναι η ευτυχία".
"Κι εξακολουθείς,λοιπόν, να πιστεύεις ότι αυτή είναι η πραγματική ευτυχία; Αυτή είναι η ευτυχία που αξίζεις; Ή έχεις βολευτεί απλά σε αυτή; Δε θέλω να πιστέψω ότι είσαι τόσο αφελής για να πιστέψεις ότι αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να έχεις, τα χρήματα. Δε θέλω να πιστέψω ότι είσαι επιφανειακός, ότι νοιάζεσαι μόνο για την εικόνα σου." δήλωσε εκείνη πεισματικά, ενώ σημάδια έξαψης εμφανίστηκαν στο πρόσωπό της.

"Με ήξερες καλύτερα από τον καθένα, και ξέρεις ότι έτσι είμαι."
"Το θέμα δεν είναι αυτό. Είναι το αν είσαι ικανοποιημένος από τη ζωή σου ή αν προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι είσαι ικανοποιημένος." απάντησε εκείνη. "Οπότε απάντησέ μου σε παρακαλώ. Ελικρινά. Αν είσαι χαρούμενος με την πορεία σου, με τη ζωή σου, με όλα,...κι ύστερα μπορείς να μου δώσεις τα χαρτιά και να κάνουμε σαν αυτή η συζήτηση να μη συνέβη ποτέ."
"Αλλιώς;" ρώτησε εκείνος, ψάχνοντας κάτι στα συρτάρια του μεγάλου ξύλινου γραφείου του.
"Αλλιώς...αλλιώς ότι θέλεις. Τι θέλεις;"
Εκείνος επιτέλους βρήκε ό,τι έψαχνε στο συρτάρι. Άνοιξε ένα λευκό φάκελο κι έβγαλε από μέσα τέσσερις εικόνες. Η Βιολέττα γνώριζε τόσο καλά εκείνες τις εικόνες. Σε όσες δεν ήταν μέσα κατείχε το ρόλο του φωτογράφου.Αναγνώρισε και το γραφικό της χαρακτήρα στο εξώφυλλο του φακέλου, ακόμα. "Αυτό θέλω. Μπορείς να μου το δώσεις;" 
Εκείνη δίστασε. "Στέφανε, αυτό...αυτό...ήταν δεκαπέντε χρόνια πριν. Όλοι έχουμε αλλάξει από τότε. Όσοι ήταν να κρατήσουμε επαφή κρατήσαμε και αυτό το ξέρεις πολύ καλά."
"Όπως ξέρω πολύ καλά κι ότι οι μόνοι που δεν κράτησαν επαφή από εκείνη την παρέα ήμασταν εμείς...Γιατί Βιολέττα;"
"Επειδή πονάει. Πονάει να ξέρω ότι αποδέχεσαι μια ευτυχία που είναι κατώτερή σου. Πονάει να ψάχνεις στα λάθος μέρη και πονάει να βλέπω τις ανασφάλειές σου να πολλαπλασιάζονται. Για μένα πονούσε δυο φορές πιο πολύ. Μια επειδή πονούσες εσύ...ΕΣΥ. Και μια γιατί είχα αποτύχει, είχαμε αποτύχει, το ανθρώπινο είδος είχε αποτύχει. Και γιατί δεν ξέραμε τι θέλαμε.Θα σε ξαναρωτήσω μια και τελευταία φορά. Και μετά θα κάνω ότι μου πεις. Είτε θα φύγω, είτε θα μείνω-
"Για πόσο θα μείνεις;" την έκοψε εκείνος.
"Για όσο χρειαστεί. Η ερώτησή μου είναι η προηγούμενη. Δε θέλω να ξέρω αν είσαι ικανοποιημένος. Θέλω να ξέρω αν είσαι ευτυχισμένος", είπε εκείνη. Προχώρησε προς το μεγάλο παράθυρο του τέταρτου΄. Κοίταζε κάτω. Ήξερε ότι κι εκείνος κάθε μέρα κοίταζε κάτω. Το ένιωθε. Ένιωθε ότι κάθε μέρα που εκείνος κοιτούσε το γκρίζο -γκρίζος ο δρόμος κάτω,γκρίζα και τα κτίρια γύρω γύρω,γκρίζος κι ο ουρανός πάνω..- σκεφτόταν το τέλος. Το τέλος της ζωής του. Σκεφτόταν ότι δεν ήθελε να είναι γκρίζο, ότι δεν ήθελε να είναι όπως τώρα. Δεν είχε όμως τη δύναμη να προσπαθήσει, δεν ήταν σίγουρος. Ποτέ δεν ήταν σίγουρος για τίποτα. Αυτή η ανασφάλεια κατέκλυζε κάθε μόριο του χαρακτήρα του και τον εμπόδιζε να ανακαλύψει πόσο όμορφο άτομο ήταν. Έψαχνε στην τσάντα τα τσιγάρα της, ήθελε να τα πετάξει μέσα στο γκρίζο. Ήθελε να εξαλείψει κάθε ίχνος γκρίζου από τη ζωή της, από τη ζωή του, από τις ζωές τους, από τη ζωή τους.
"Να μείνεις θέλω. Για όσο χρειαστεί", είπε εκείνος και στα μάτια του φαινόταν ότι το εννοούσε.

 

Καληνύχτα:)

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

la brasserie.




Θυμάμαι εκείνες τις καλοκαιρινές νύχτες.
Περπατούσαμε πάνω κάτω το λιμενοβραχίονα όλοι μαζί.
Κάποιες φορές φύσαγε και τα κύματα υψώνονταν τρομακτικά.
Κι εμείς μέναμε πριν το κάστρο, δεν περνούσαμε ποτέ το σημείο με τα κύματα.
Ίσως αυτό να ήταν το πρόβλημα, ότι και οι δύο φοβόμασταν πολύ να περάσουμε εμπόδια.
Κι έτσι μέναμε σ'εκείνο το παγκάκι.
Μόνο την τελευταία μέρα πριν φύγεις περάσαμε το στενό σημείο δίπλα στο κάστρο.
Και τότε φύσαγε, αλλά δε φοβηθήκαμε τα κύματα.
Εξάλλου ήμασταν όλοι μαζί, είχε φεγγάρι και σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε η τελευταία μέρα.
Είδες, στο τέλος τολμήσαμε, και τελικά δεν ήρθε πάνω μας ούτε σταγόνα.
Έχω να πλησιάσω το λιμενοβραχίονα από εκείνη τη μέρα, όχι εσκεμμένα, απλά έτυχε.
Το έχουν αυτό οι άνθρωποι. Μοιάζουν πάντα πιο όμορφοι, την ώρα που φεύγουν.” 
διάβασα κάπου πρόσφατα.




Καληνύχτα.


Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

Γατάκια.

-Τι;
-Τίποτα...
(Σιωπή)
-Τι έχεις;
-Δεν έχω κάτι! Εσύ τι έχεις;
-Τίποτα.
(Σιωπή)
-Λέγε.
-...
-Είπα λέγε.
-Ε, να μωρέ, δεν είναι τίποτα το σπουδαίο. Πες μου εσύ πρώτα τα νέα σου και θα σου πω μετά.
-Εγώ τίποτα, τα ίδια όπως τα ξέρεις. Τώρα λέγε τι έχεις.
-Μα γιατί να πρέπει να έχω κάτι;
-Έχω μάθει αρκετά καλά τη φωνή σου για να καταλαβαίνω πότε δεν είσαι καλά.

Κοίτα, δεν είναι ότι οι φιλίες που έχω με άλλα άτομα δεν είναι ουσιαστικές ή δε με ικανοποιούν. Ίσα ίσα, είναι ότι μπορώ και θέλω να προσφέρω σ'εκείνους, ίσως παραπάνω από αυτά που μπορώ-κι εκείνοι το ίδιο πιστεύω. Απλά να μωρέ. Είναι αλλιώς να έχεις ένα άτομο που υπερλατρεύεις και ίσως για αυτό το δέρνεις, γρατζουνάς, προσποιείσαι ότι μισείς. Επειδή φοβάσαι. Και φοβάσαι γιατί ξέρεις την επιρροή που σου ασκεί κι ασκείς σ'αυτό το άτομο, δε θέλεις να το δείχνεις και φοβάσαι να το παραδεχτείς. Ή κάτι τέτοιο. Ή τουλάχιστον έτσι το βλέπω εγώ. Εσύ θα πεις ότι λέω βλακείς ή δε θα πεις τίποτα ή θα πεις " Α διάβασα το άρθρο" κι εγώ θα ρωτήσω σε ποιο μπλογκ από τα δυο, κάνοντας ότι δεν κατάλαβα, κι εσύ θα απαντήσεις "στο επίσημο". Και θα σου πω "και;" κι εσύ θα πεις "καλό ήταν" κι αυτό. Και τότε θα αμφιταλαντεύομαι για το αν έπιασες το νόημα ή όχι, μα ξέρω ότι δε μπορεί, σίγουρα καταλαβαίνεις. Ε και ντάξει όπως και να το κάνουμε ρε φίΛε όλοι θα'θελαν ένα γαμάτο κολλητό στη Θεσσαλονίκη. Που κάποια στιγμή θα τους φιλοξενήσει στη Θεσσαλονίκη. Κι εδώ θα έλεγα "και που κάποια στιγμή θα σταματήσει να τους σπάει τα νεύρα" αλλά αν δε μου έσπαγες τα νεύρα δε θα ήσουν εσύ. Κι εγώ εμπιστεύομαι και χρειάζομαι εσένα. Οπότε καλά θα κάνεις να πιστέψεις και λίγο στον εαυτό σου.
Συμβουλή: Λέγε ό,τι νιώθεις κι ό,τι θέλεις. Δεν είναι πάντα εύκολο για τον άλλο να μαντέψει.

Υ.Γ. Όσο γι αυτό που σου είχα πει μια μέρα βγαίνοντας απ'το msn ισχύει. Ίσως να ήταν λίγο wrong place-wrong time φράση αλλά ίσως και να μην έχεις καταλάβει το νόημά της στο έπακρο. Καλά ίσως πάλι να μην το έχεις καταλάβει και καθόλου. Αλλά νομίζω ξέρεις τη σχέση μου με τέτοιου είδους φράσεις.
Υ.Γ.2. Ε και ντάξει υποθέτω ότι μετά από τόσες πολύωρες τηλεφωνικές συζητήσεις δε θα με χάλαγε και μια από κοντά. Αλλά πάλι θα μου πεις " Τι θέλεις να συζητήσουμε/ Τι θέλεις να μου πεις; " Και πάλι δε θα λέμε τίποτα, γιατί δε γίνονται έτσι οι συζητήσεις. Αλλά δεν κάνω σαν ψυχωτική γκόμενα έχω υπομονή. Τα χριστούγεννα λογικά, που θα ξανάρθεις:)





Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Φωτοσκιάσεις.

Άνοιξε τα μάτια της απότομα νομίζοντας ότι είχε παρακοιμηθεί. Κι όμως, το ρολόι έδειχνε ακόμη τέσσερις.. Θα αργούσε ακόμα να ξημερώσει κι ήξερε ότι δεν πρόκειται να ξανακοιμόταν. Σηκώθηκε προσεχτικά, προσπαθώντας να μην κάνει φασαρία για να μην ξυπνήσει το Χρήστο δίπλα της. Εκείνος κοιμόταν βαθιά, παίρνοντας ρυθμικές ανάσες. Η Μαριάννα κατέβηκε την ξύλινη σκάλα και βγήκε στη μεγάλη βεράντα. Ο ουρανός ήταν κατασκότεινος, μόνο εκεί πάνω από το λόφο απέναντί της έμοιαζε να μωβίζει λίγο. Ήθελε τόσο πολύ να καθίσει κάτω, στο γρασίδι του κήπου, λίγα μέτρα πιο πέρα... Όμως όχι, δεν έπρεπε να πατάει το γρασίδι. Μετά θα έμπαινε στο σπίτι που ήταν τόσο καθαρό και θα το γέμιζε λάσπες. Δεν έπρεπε... Χρόνια τώρα καταπίεζε οποιαδήποτε επιθυμία της δεν ήταν μέσα στα όρια... Οποιαδήποτε επιθυμία της θα την έβγαζε σε συμπεριφορές απρεπείς... Αυθόρμητες δηλαδή. Κοίταζε τις φωτεινές κουκίδες στον ουρανό κι αντιστεκόταν στον πειρασμό να τις μετρήσει. Βγάζουμε ελιές , λέει, όταν μετράμε τ'αστέρια. Θυμήθηκε τη μοναδική στιγμή στη ζωή της που είχε μετρήσει αστέρια. Ζούσε ακόμη στην όμορφη αυτή παραλιακή πόλη κι είχε βγει με μια παρέα φίλων ένα συνηθισμένο καλοκαιρινό Σάββατο βράδυ. Περπατούσαν στο λιμενοβραχίονα και ξαφνικά παρατήρησαν την αυγουστιάτικη πανσέληνο, τη στιγμή που ανέτειλε, στρογγυλή κι ασπροκίτρινη, μα φωτεινή όσο τίποτα. Εκείνο το βράδυ γυρνώντας σπίτι της έμεινε στο μπαλκόνι μέχρι αργά μετρώντας τ'αστέρια. Παρομοίαζε κάθε αστέρι με κάποιο άτομο της ζωής της. Κάποια απ'τα αστέρια αυτά ήταν μεγάλα, φωτεινά, ζεστά, άλλα τρεμόπαιζαν, νόμιζε πως από λεπτό σε λεπτό θα έπεφταν. Ξαφνικά κατάλαβε πως είχε δακρύσει. Από όταν έφυγε από την πόλη της για σπουδές δεν ξαναπάτησε ποτέ. Δεν ξαναμέτρησε αστέρια, δεν ξανααναρωτήθηκε σχετικά με τα άτομα που βρίσκονταν δίπλα της. Και τώρα κατάλαβε ότι αυτά που πριν πέρασε για αστέρια ήταν μοναχά βεγγαλικά! Τα οποία έσκασαν σε εκατομμύρια κομματάκια, μικρές φλογίτσες που αιωρήθηκαν για λίγο  στον ουρανό της κι ύστερα χάθηκαν. Τώρα ο ουρανός της ήταν άδειος, επειδή εκείνη δεν ήθελε να τον γεμίσει...Γιατί τα αστέρια τα πραγματικά ήταν αυθόρμητα, δεν τα ένοιαζε να γεμίσουν με λάσπες το σπίτι μιας κι όλα μαζί μετά θα το καθάριζαν.Οι άνθρωποι οι πραγματικοί δε θα κρύβονταν πίσω από κοινωνικές επιταγές, δε θα υπάκουγαν συνεχώς στους κανονισμούς. Η ζωή εξάλλου ένα παιχνίδι είναι, αν δε χάσεις δε θα μάθεις. Κι αν δεν ξεφύγεις και λίγο απ'τους κανονισμούς, απ'τα πρέπει, δε θα κερδίσεις, ή τουλάχιστον θα κερδίσεις έχοντας καταφέρει μια νίκη που κανένας δε θα θυμάται, ούτε καν εσύ ο ίδιος. Αστραπιαία πέρασε μια άλλη σκηνή απ'το μυαλό της, τα ίδια παιδιά κάμποσα καλοκαίρια πριν να παίζουν χαρτιά..Δε θυμόταν νικητές ή χαμένους, θυμόταν μόνο εκείνες τις μικρές στιγμές παρατυπίας, που έβγαιναν απ'τους κανονισμούς προσπαθούσαν να συνεννοηθούν ανά δύο ή ανά τρεις ή να δει ο ένας τα φύλα του άλλου. Ξαφνικά έτρεξε μέσα στο σπίτι, έβαλε μουσική, δυνάμωσε το στερεοφωνικό στο τέρμα και βγήκε έξω. Ξεκίνησε να χορεύει μόνη της κάτω από ένα κατασκότεινο ουρανό ελπίζοντας να εμφανιστεί κάποιο αστέρι. Ήλπιζε. Περίμενε από τους άλλους. Δεν πέρασε ούτε μια στιγμή απ'το μυαλό της ότι έπρεπε η ίδια να ψάξει τα αστέρια, να τα ανακαλύψει από την αρχή ένα ένα, μόνη της. Άκουσε τα βαριά βήματα του Χρήστου κι ύστερα τη φωνή του. Λίγο μετά είδε το έντρομο βλέμμα του.. "Μαριάννα μου τι κάνεις μόνη σου έξω τέσσερις η ώρα; Έλα μέσα πριν σε δει κανένας γείτονας και σε περάσει για καμιά τρελή μάγισσα που χορεύει μές στα σκοτάδια!" Άρα κι ο δικός του ουρανός ήταν σκοτεινός...Ίσως το δικό του σκοτάδι τη ρούφηξε μέσα του...Ίσως οι επιλογές της να έφταιγαν απ'την αρχή. Και τότε αποφάσισε να αλλάξει την πορεία της ιστορίας, κάνοντας μια νέα επιλογή. Δεν πήρε τίποτα μαζί της, απλά άνοιξε την πόρτα κι έφυγε, όπως έφυγε κι ο Χρήστος προς τα πάνω με σκοπό να ξανακοιμηθεί, να ξαναξυπνήσει, να ξαναπάει στη δουλειά του, να επαναλάβει την ίδια βαρετή ρουτίνα του(ς).


Δώδεκα ώρες μετά βρισκόταν εκεί. Χαμογελούσε καθώς ανέπνεε διαφορετικό αέρα και μόνο. Κι ήταν σαν ν'άκουγε από παντού εκείνη τη μελωδία καθώς σιγοτραγουδούσε συνεχώς τα λόγια. Περπατούσε και χαμογελούσε. Οι άνθρωποι θα την περνούσαν σίγουρα για τρελή, μα εκείνη ήξερε πως ήταν ήδη ευτυχισμένη. Και με λίγη προσπάθεια θα ξαναγέμιζε τον ουρανό της αστέρια, θα ξαναγέμιζε την αγκαλιά της ανθρώπους και τις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς της τώρα πια θα ζωγράφιζε και θα φωτογράφιζε την πόλη εκείνη που τη μπέρδευε, μα τη λάτρευε όσο τίποτα άλλο. 

Καληνύχτα!





Υ.Γ. μιας και το κείμενο γράφτηκε βιαστικά, οι φωτογραφίες δεν είναι δικές μου, βρέθηκαν στο tumblr.
Υ.Γ.2 "μην πεις τίποτα, μ'αρέσει ο τρόπος που επικοινωνούμε μέσα από τα κείμενα"    :)

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Days are forgotten.

Έβαλε τα λευκά ακουστικά στα αυτιά του καθώς το αεροπλάνο απογειωνόταν.
Άκουγε το γνώριμο βόμβο και λίγο αργότερα βρισκόταν ανάμεσα στα σύννεφα.
Άφηνε την αγαπημένη του πόλη για μια άλλη, εξίσου όμορφη, που δεν έπαυε να είναι άλλη όμως.
Η ζωή είναι ταξίδι με πολλούς σταθμούς. Το αεροπλάνο κάνει αμέτρητες στάσεις, τα καύσιμά του είναι ανεξάνλτητα. Εμείς πρέπει να κατέβουμε υποχρεωτικά στο αεροδρόμιο, να ζήσουμε για λίγο στη γη για να αποκτήσουμε αναμνήσεις -αυτές είναι τα μαγικά ανεξάντλητα καύσιμα. Γνωρίζουμε άτομα στους σταθμούς αυτούς. Αυτά τα άτομα μας χαρίζουν τις αναμνήσεις, μέσω της ανταλλαγής στιγμών. Εμείς τους δίνουμε τις ιστορίες απ'τα ταξίδια μας κι αυτοί μας διηγούνται τις δικές τους. Κάποια στιγμή θα πρέπει να αφήσουμε πίσω το μέρος αυτό, να επιστρέψουμε στο αεροδρόμιο και να φύγουμε. Δυστυχώς, συχνά δεν καθορίζουμε εμείς τις ημερομηνίες αναχώρησης, και ακόμα χειρότερα, πολλές φορές δε μπορούμε να τις αλλάξουμε, δε μπορούμε να παρατείνουμε την παραμονή μας ή να φύγουμε πιο γρήγορα απ'όσο θα θέλουμε. Είμαστε αναγκασμένοι να ψάξουμε για τις αναμνήσεις -να τις δημιουργήσουμε-, αυτές μας δίνουν την ώθηση να συνεχίσουμε να ταξιδεύουμε. Πολλοί άνθρωποι από αυτούς που γνωρίζουμε θα ταξιδεύουν μαζί μας, ακόμα κι αν δεν κάθονται δίπλα μας στο αεροπλάνο. Οι ιστορίες τους θα μας συντροφεύουν όταν νιώθουμε μόνοι, στιγμές σαν κι αυτές που βάζουμε τα ακουστικά μας και χανόμαστε, είτε καθώς ταξιδεύουμε στον αέρα, είτε καθώς περπατάμε σ'ένα γνώριμο λιμενοβραχίονα, είτε σ'έναν άγνωστο, πολλά χιλιόμετρα μακριά. Η πορεία του ταξιδιού -άγνωστο αν είναι προσχεδιασμένη ή αν την καθορίζουμε εμείς με τις κινήσεις και τις επιλογές μας - πραγματοποιείται χωρίς χάρτη. Ο αυτόματος πιλότος, το υποσυνείδητό μας, είναι αυτός που κινεί τα νήματα τις περισσότερες φορές. Κι είναι κάποιες άλλες που ορμάμε στο πιλοτήριο και οδηγημένοι από το ένστικτό μας και μόνο καταφέρνουμε να ελέγξουμε το αεροπλάνο και να το προσγειώσουμε -ανώμαλα συνήθως- σε μέρη που έχουν καταγραφεί στο χάρτη του μυαλού μας. Μέρη απ'τα οποία έχουμε ξαναπεράσει αλλά ξαναγυρνάμε, ζητώντας απαντήσεις ή ευκαιρίες να ξαναζήσουμε ό,τι κάποτε υπήρξε, χωρίς όμως να τα καταφέρνουμε, μιας και κάθε φορά που φεύγουμε αφήνουμε πίσω μας ένα χάος στα ταξίδια των άλλων, μπλεκόμαστε στα δικά τους δρομολόγια. Κι έτσι συνεχίζει αυτή η ατέλειωτη διαδρομή, το τέλος της οποίας συναντάς όταν λιγότερο θα το περιμένεις.

Υ.Γ. Ελάχιστα από τα άτομα που συναντάς στα ταξίδια σου θα επιλέξουν να γίνουν συνεπιβάτες σου. Αυτούς να τους προσέχεις σαν τα μάτια σου, γιατί εκείνοι είναι πολυτιμότεροι από κάθε ανάμνηση και ιστορία. Αυτοί γεμίζουν τα κενά σου και καλύπτουν τις ώρες που αναρωτιέσαι κι αμφιβάλεις. Αυτοί είναι οι αφανείς ήρωες των ουσιαστικότερων στιγμών.



Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

"watch where you stray my friend"

Περιμένω απ'τους ανθρώπους περισσότερα απ'όσα θα'πρεπε ενώ ξέρω καλύτερα από πολλούς ότι οι ανθρώπινες σχέσεις είναι τόσο μα τόσο εύθραυστες. Είναι αυτό το συναίσθημα που σου μένει όταν περνάς καλά -φανταστικά ίσως- για αρκετό καιρό (ένα καλοκαίρι πιο συγκεκριμένα) κι όταν συνειδητοποιείες ότι χάνεσαι και πάλι στη ρουτίνα κι ότι ίσως στις επόμενες διακοπές να έχεις χάσει πολύ περισσότερα από όσα θα'θελες. Ελπίδα, μόνο αυτό, ελπίδα. Ελπίζω ότι δε θα χαθούμε, όσο κι αν βλέπω την όλη κατάσταση πιο θετικά από όλους μας κι όσο κι αν είμαι η μόνη που με απασχολεί τόσο το όλο θέμα. Ίσως επειδή έχασα αρκετά άλλα άτομα  την περίοδο αυτή. Ε και εντάξει όπως και να το κάνουμε δεν ήθελα να θυσιάσω κάτι χωρίς να αξίζει. Οπότε περιμένουμε, βλέπουμε πώς θα πάει. Είναι ανάγκη να είμαστε τόσο ρεαλιστές και να μην ελπίζουμε καν ότι το επόμενο καλοκαίρι ίσως μοιάζει λίγο λίγο σ'αυτό που έφυγε; 

 



There's a flower that grows in a cave
So lovely to see but need to be saved
Its' beautiful blossom will wither and die
If ever this flower leave the darkness for daylight





Πάω να διαβάσω φυσική.
Καληνύχτα!

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

When people run in circles it's a very, very mad world...

Δεν ξέρω τι έχει αλλάξει σε εσένα ή σε μένα. Μάλλον και στους δυο μας. 
Απ'όταν μπήκε το καλοκαίρι ο τρόπος που επικοινωνούσαμε, που μιλούσαμε, άλλαξε ενώ παρέμενε φαινομενικά ο ίδιος. Πάντα αλλάζαμε, αλλάζουμε και θα αλλάζουμε.Η διαφορά είναι ότι αλλάζαμε μαζί, αλλάζουμε χωριστά και φοβάμαι ότι θα αλλάζουμε χωρίς ο ένας να βλέπει καν τις αλλαγές του άλλου.
Κάποτε έβλεπα κλήσεις σου κι έτρεχα να σε πάρω τηλέφωνο, ανησυχούσα. Τώρα απλά δε βλέπω πια κλήσεις σου. Όταν έβλεπες δικές μου ήξερα ότι θα με πάρεις πίσω, τώρα έχω κουραστεί να περιμένω. Ήξερα ότι θα έχουμε διαφορετικές παρέες -μιας και ζητάμε διαφορετικά πράγματα απ'τους ανθρώπους- αλλά θα παραμέναμε εμείς οι δύο, μαζί. Όχι εσύ κι εγώ, μα εμείς. Όπως πριν δύο χρόνια τέτοια εποχή, ένα βράδυ στην παραλία κάτω από το Τάλως που ο Νίκος με κάποιον άλλο είχαν πάει να πάρουν παγωτό κι ο Νίκος γύρισε με ένα τεράστιο κεσεδάκι και τέσσερις μπάλες από το haagen dazs. Εμείς στο μεταξύ περιμέναμε στην παραλία, είχες ξαπλώσει κι είχα ξαπλώσει με το κεφάλι μου στην κοιλιά σου, πείραζες τα μαλλιά μου και κοιτάζαμε τ'αστέρια. Γελούσες και το ένιωθα, ήξερα πώς φαίνεσαι και πώς νιώθεις χωρίς να χρειάζεται να σε κοιτάω, κι απλά άκουγα την καρδιά σου. Είμαι σίγουρη ότι θυμάσαι αυτή τη μέρα, όπως και την άλλη πριν λίγο καιρό που είχα μαλώσει με το Νίκο έξω από τον Ευκάλυπτο κι έκατσες μαζί μου σαράντα λεπτά απ'έξω, μιλώντας μου όπως κανένας άλλος -ήταν η στιγμή που ξανάνοιωσα μετά από καιρό πόσο με καταλαβαίνεις πραγματικά. Και τώρα έχουμε καταλήξει μια συνήθεια ο ένας για τον άλλο, μιλάμε χωρίς να καταλαβαινόμαστε, δε μαλώνουμε πια, δε γελάμε πια, δε συζητάμε. Σε φαντάζομαι να διαβάζεις αυτό, αν και ξέρω ότι δεν πρόκειται, και να σκέφτεσαι ότι λέω βλακείες. Απλά νιώθω ότι σε χάνω, σε έχω χάσει ήδη μάλλον. Περνάνε μέρες χωρίς να σκεφτούμε ο ένας πώς περνάει ο άλλος, αν είναι καλά, έχουμε τόσα να πούμε που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν σημαντικά, τώρα δεν είναι πια άξια λόγου.
-Τι νέα; 
-Τίποτα, όπως τα ξέρεις. Εσύ; 
-Ε κι εγώ τα γνωστά.
Θυμάμαι μια μέρα σπίτι μου που βλέπαμε ταινία και όταν τέλειωσε τραγουδήσαμε μαζί το τραγούδι των τίτλων, ξέραμε όλα τα λόγια, κι απλά ήμουν στην αγκαλιά σου κι ένιωθα ασφάλεια. Μετά, άφησες στο κομοδίνο μου μια χαρτοπετσέτα που είχες σημειώσει λίγες λέξεις που ανέτρεπαν πολλά, και λίγες μέρες μετά πήγες στη Σουηδία νομίζω -ή κάπου στη Σκανδιναβία- και γυρνώντας μου έφερες μια κάρτα που θυμάμαι κατά λέξη τι λέει, ακόμα και τώρα.
Απλά μου λείπει το να ανησυχώ για σένα, το να μιλάμε κάθε φορά που δεν είμαστε καλά και μετά να γινόμαστε. Το να με ρωτάς πώς νιώθω ή έστω κάτι για τη ζωή μου, να μου δίνεις σημασία. Δεν ξέρω αν σε έχει επιρεάσει που χαθήκαμε, αλλά και να βγούμε τώρα θα βαριόμαστε, γιατί έχουμε αλλάξει. Αν προσπαθούσαμε όμως, δε θα χρειαστεί να μιλάμε, απλά θα μ'αγκαλιάσεις και θα νιώσω όπως τότε, ασφαλής. Και μετά θα φύγεις και θα γελάς και θα πεις "Αχ αυτή η μανία της Μαρίας με τις αγκαλιές", κι εγώ θα βλέπω τα μάτια σου να γελούν και θα είμαι χαρούμενη.
Μου κοστίζει που σε χάνω, πραγματικά.
Και θέλω να σου πω ό,τι ακριβώς μου έγραψες εσύ σ'αυτή την κάρτα.
Δεν παραπονιέμαι και δε λέω ότι με γράφεις, αν ίσχυε αυτό τώρα θα σου έλεγα όσα νιώθω χωρίς να με νοιάζει τι θα πεις. Λέω απλά ότι μισώ τις συνθήκες, το χρόνο και το να αναρωτιέμαι τι φταίει, κι αν έχω αντικατασταθεί ή αν εγώ προσπαθώ να σε αντικαταστήσω και μετά να θυμώνω με τον εαυτό μου.
Να προσέχεις, όπως κι αν είμαστε εμείς, ή είσαι κι είμαι μάλλον.

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

Αθήνα, ένα βροχερό σαββατοκύριακο του Νοέμβρη, 2014

Αθήνα, ένα βροχερό σαββατοκύριακο του Νοέμβρη, 2014.

Άκουγα τους γνώριμους στίχους του welcome tone, της... "It's my life" των Bon Jovi και σκεφτόμουν ότι 4 χρόνια περίπου έχει παραμείνει ίδιος ο ήχος που με κάνει να νευριάζω μαζί της όταν δε σηκώνει το τηλέφωνο, όταν επιτέλους αποφάσισε να απαντήσει.
-Έλα Μάρσυ, είμαι με την Ηλέκτρα και περιμένουμε τα κορίτσια και το Γιάννη στο σταθμό. Φτάνουν με το τρένο σε ένα τέταρτο περίπου. Κατά τις δώδεκα θα περάσουμε απ'το σπίτι σου, μαζί και με την Καλλιόπη, να πάμε για κανένα ποτό σ'αυτό το ωραίο μαγαζί με τη τζαζ που ανακαλύψαμε πριν καμιά βδομάδα! Όλα έτοιμα για την έκπληξη;
- Ωραία, θα ενημερώσω και τα παιδιά. Τώρα είναι εδώ ο Ορέστης κι ο Νίκος αλλά δε νομίζω να έρθουν μαζί μας το βράδυ, αν και με βοήθησαν να φτιάξουμε την τούρτα και το σπίτι για να είναι έτοιμα για την έκπληξη όταν φτάσει η Ηλέκτρα και πριν βγούμε.
-Όλα ρολόι, λοιπόν. Μίλα με το Μπιλλ και το Γιάννη-ισχύει η συνεννόησή μας. Φιλιά!
 Κι ο ήχος τουτ τουτ, της γραμμής που κλείνει. Χαμογελάω αυθόρμητα.
- Μαρμαρ εμείς λέμε να πηγαίνουμε μιας και θα περάσουν η Λίλυ και τα κορίτσια για ταινία απ'το σπίτι και πρέπει να συγυρίσουμε λίγο, μην είναι σαν βομβαρδισμένο. 
-Ευχαριστώ για τη βοήθεια παιδιά, αν θέλετε περάστε το βράδυ, ίσα να πείτε χρόνια πολλά στην Ηλέκτρα.
Τους αγκαλιάζω πριν φύγουν για το απέναντι διαμέρισμα, κλείνω την πόρτα πίσω τους και δυναμώνω τη μουσική . Αποκοιμιέμαι στον καναπέ αγκαλιά με το βιβλίο μου, χωρίς να το καταλάβω, κούραση ημερών. Μου φάνηκε ότι ήταν δύο δευτερόλεπτα μετά όταν χτύπησε το θυροτηλέφωνο. Ξύπνησα πανικόβλητη. Εντεκάμισι έδειχνε το ρολόι, και δεν είχα κάνει καν μπάνιο! Άνοιξα στο Μπιλλ και το Γιάννη και τους έδειχνα βιαστικά τι πρέπει να ετοιμάσουν ακόμα. Έτρεχα να κάνω μπάνιο και να ετοιμαστώ φωνάζοντας οδηγίες ... "Πάρτε τη Σοφία τηλέφωνο και πείτε της να προσπαθήσει να αργήσει λίγο!".
-Ψιτ, όλα βρίσκονται υπό έλεγχο, χαλάρωσε λίγο.
Δώδεκα ακριβώς. Ο ήχος των τακουνιών μου τους κάνει να γυρίσουν καθώς βγαίνω απ'το δωμάτιο και συνειδητοποιώ ότι τα πάντα είναι τέλεια. Ο Γιάννης γελάει βλέποντας τα τακούνια, θυμόμαστε μια συζήτηση πανω στο θέμα, δύομισι χρόνια πριν. 
Το θυροτηλέφωνο χτυπάει, και στην οθόνη φαίνονται έξι χαμόγελα να ξεχωρίζουν στο σκοτάδι. Πατάω το κουμπί για να ανοίξει η είσοδος.
Είμαι χαρούμενη.

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012

Κανελάδα

Κι όμως, ξέρω να χάνω πολύ περισσότερο απ'όσο φαίνεται,αλήθεια.
Σε σημείο που κάποιες φορές τα παρατάω πριν καν επέλθει η ήττα μου, ή έτσι έκανα παλιότερα.
Όσο κι αν με εμποδίζει ο εγωισμός μου,έχω μάθει να χάνω. Συγκεκριμένα, ήταν από τα πρώτα πράγματα που έμαθα, μετά το περπάτημα και την ομιλία.Επίσης, μου λένε ότι παρεξηγώ πολύ εύκολα, κάτι που ισχύει. Προσπαθώ να το βελτιώσω αλλά καταλήγω μόνο να το κρύβω μέσα μου, τουλάχιστον δε βγαίνει προς τα έξω. 
Όμως, τι γίνεται όταν παρεξηγείς εσύ και νομίζεις πως δεν ξέρω να χάνω;
Αν δεν ήξερα να χάνω θα σε παρεξηγούσα, θα παρεξηγούσα οποιοδήποτε αστείο, θα τα 'παιρνα όλα στραβά. Στη ζωή πρέπει να μάθεις να αποδέχεσαι την ήττα σου,τελικά, αλλά όχι να την περιμένεις. Να παλεύεις για να μην επέλθει αυτή, αλλά όταν τελικά τη συναντήσεις να διδαχτείς από αυτή για να μπορέσεις να αναγεννηθείς από τις στάχτες σου, δυνατότερος, βελτιωμένος, καλύτερος άνθρωπος.
Τις τελευταίες μέρες τρέχω πολύ. Τη μια κυνηγάω κάτι -ένα λεωφορείο ή ένα όνειρο, κάποιο άτομο ή το κομμάτι του εαυτού μου που έχω χάσει- την άλλη πρέπει να ξεφύγω -από τους περιορισμούς κι όσα έχω παραβεί ή από κάποιον που κυνηγάει εμένα,ίσως όμως και απ'τον ίδιο τον εαυτό και τις σκέψεις μου-.
Τις τελευταίες μέρες παρατηρώ γύρω στις μία μετά τα μεσάνυχτα τον ουρανό από το μπαλκόνι μου. Τα τελευταία βράδια, μάλλον. Πολλά βράδια, μάλλον. Ξέρεις, νομίζω ότι στο σημείο που ενώνεται ο ουρανός με τις στέγες των σπιτιών εμφανίζεται μια ελαφριά μωβ γραμμή. Φαίνεται λες και τα αστέρια βρίσκονται σ'ένα βιολετί πέπλο που ανεμίζει και τα κάνει να τρεμοπαίζουν. Κι όμως δεν αναβοσβήνουν πραγματικά, έτσι φαίνεται σε εμάς,να ξέρεις. Είναι μια παραίσθηση του ματιού, σαν αυτές που δημιουργούνται όταν νομίζεις ότι επιτέλους είδες αυτό που αναζητάς, μόνο και μόνο για να απογοητευτείς συνειδητοποιώντας την αλήθεια.
Τέλος, οι τελευταίες μέρες αφήνουν εικόνες στο μυαλό μου, μπερδεμένες μεταξύ τους αλλά ταυτόχρονα πλεγμένες αρμονικά, με τρόπο τέτοιο που να σου αφήνουν ένα νοσταλγικό χαμόγελο στα χείλη. Εικόνες.
Ατέλειωτες ώρες με παιχνίδια στο τάβλι. Έξι κορίτσια, εμείς, να τσακωνόμαστε ένα στρώμα θαλάσσης, η μια να ρίχνει την άλλη στο νερό και να γελάμε όλες μαζί. Άψητα "al dente" μακαρόνια. Η συναυλία του Μαχαιρίτσα και του Πασχαλίδη που δεν πήγα, αλλά κι αυτή του Παπακωσταντίνου και των Κίτρινων ποδηλάτων όπου παρευρέθηκα. Φωτιά, κι ένα φλεγόμενο ξύλο στο πόδι της Σοφίας. Η αγγλική προφορά της Ηλέκτρας που τόσο μου λείπει. Ένα πάρτυ εκατό+ ατόμων και μυρωδιά αλκοόλ και αργιλέ. Σφουγγάρισμα, κι άλλο σφουγγάρισμα. Κλικ , ο ήχος του κλείστρου της φωτογραφικής μου. Η Ειρήνη να γελάει στη θάλασσα της Λυγαριάς καθώς παίζουμε το ίδιο παιχνίδι πάνω από τρεις ώρες. Κτελ για Σταλίδα ή Γούβες. Μία αχρησιμοποίητη πισίνα ολυμπιακών προδιαγραφών. Πάρτυ στην παραλία. Ψάθινα καπέλα της Μπογιάννας και της Λίλυς, η Αλίκη να γελάει. Η Καλλιόπη και η Εύη να συζητούν για κορεάτικα. Η Ειρήνη να φοράει πάντα μπλούζες καλοκαιρινές, με τον ένα ώμο έξω. Τα μπλε μαλλιά της Σοφίας. Μπουγέλο στην ταράτσα της Φιλίας. Ο Ορέστης με σκουλαρίκι στο φρύδι. Η Φιλία φορώντας γυαλιά ξανά. Ο Νίκος να διαμαρτύρεται ότι τον γράφω και να με σηκώνει στον αέρα. Τάβλι, κι άλλο τάβλι.Μπισκότο. Ο Γιάννης με κόκκινα μάγουλα να προσπαθεί να μου εξηγήσει ότι έχω άδικο ενώ γελάει. Το ξεκούραστο πια, και πραγματικό,χαμόγελο του Βασίλη. Τα σχόλιά του και η "κακία" του που με νευριάζουν τόσο και θέλω να τον δείρω και να τον αγκαλιάσω την ίδια στιγμή, ενώ φοβάμαι, φοβάμαι αυτό που έλεγα πριν, παρεξηγήσεις. Πάντα ο κόσμος παρεξηγεί. Να κάνω μάθημα κιθάρας στον Ορέστη.Ο τύπος με τα στρετς που παίζει ακορντεόν στα λιοντάρια, και μετά στην 25ης Αυγούστου. Κανελάδα κι η φωνή του Θηβαίου.Φλασάκια παντού.
Τρέχεις να προλάβεις το ταξί. 
Ο ήχος του τηλεφώνου.
Όμορφο το καλοκαίρι, κι ας παραπονιέμαι ότι βαριέμαι. 
Κι ας κάνει ζέστη.
Ξέρω ότι όταν χαμογελάω πια το κάνω γιατί το θέλω, το νιώθω.

Κυριακή 15 Ιουλίου 2012

Παγάκια

Σταλίδα, 14/07/'12

Πριν λίγες μέρες είχα ξεκινήσει να γράφω ένα κείμενο χρησιμοποιώντας τη φράση "Φαντάσου ότι κάποιος αφήνει παγάκια να κυλήσουν στη σπονδυλική σου στήλη". Μετά τσαλάκωσα το χαρτί και το έκαψα. Χτες, την ώρα που ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, έτοιμη να κοιμηθώ, σχεδόν σε λήθαργο, το ένιωσα. Παγάκια κυλούσαν στην πλάτη μου, είχα ανατριχιάσει, τσίριζα, κι όλα αυτά στο ίδιο κλάσμα του δευτερολέπτου. Το κείμενό μου συνέχιζε ως εξής " Γυρνάς από την άλλη πλευρά για να κοιτάξεις το θύτη, γελάς παρανο'ι'κά ένω ξεκινάς να τρέχεις". Γύρισα να κοιτάξω ποιος είχε βάλει παγάκια στην πλάτη μου, ξεκίνησα να γελάω αλλά δε μπόρεσα να τρέξω. Κάποια τσίριζε. Πάγωσα ακόμα περισσότερο στον επόμενο ήχο, το τρίξιμο του κρεβατιού που έγινε χωρίς εγώ να έχω κινηθεί. Ένα τρίξιμο που υποδήλωνε βίαιες κινήσεις. Λίγα δευτερόλεπτα μετά βρισκόταν πάνω μου, αυτή τη φορά με μία ολόκληρη σακούλα παγάκια, τα οποία άφησε να κυλήσουν στην πλάτη μου. Τσίριζα. Κι κάποια γελούσε.
Καλημέρα.

Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Είναι η πόλη της νύχτας

Η κάθε φωνή πατάει γερά στη νότα της και το κάθε σώμα γερά κι αποφασιστικά στο ξύλινο βάθρο.
Οι προβολείς γυρίζουν και νιώθεις τον ιδρώτα σου να τρέχει.
Ζέστη, πολυκοσμία, φασαρία. 
Και ξεκινάει ο γνώριμος ήχος, οι φωνές ξεκινούν συγχρονισμένες...
Oh light, the heart, that lingers in Merano, Merano, The Spano, connesseur of spas would miss-so healthy-is mental and physical bliss.
~
Μη μιλάς για πράγματα που δεν έχεις γνωρίσει, μηδενίζεις την αξία τους. Μη μου λες για αγάπη όταν έχεις νεύρα, ή για μοναξιά όταν εθελοτυφλείς. Μη μιλάς για δημοκρατία όταν μπαίνουν οι χρυσαυγίτες στη βουλή με τις ευλογίες σου και προπάντων μην υπερασπίζεται θέσεις που πρωτύτερα δε γνώριζες για να δείξεις πόσο ψαγμένος είσαι. Και τέλος, μην απαγορεύεις στους άλλους αυτά που επέλεξαν και μη στερείς αυτά για τα οποία πάλεψαν. Μη χρησιμοποιείς αυτές τις αρνητικές προστακτικές. Μόνο καταφάσεις από εδώ και πέρα, προστακτικές παντού. Ξύπνα, σκέψου, μίλα, πράξε, διάβασε, πάλεψε, κατάκτησε, βρες. Κανείς δε σε προειδοποιεί όμως για τις επακοόλουθες απόρροιες, τα παραπρο'ι'όντα, τους μέλλοντες εκείνους της οριστικής, που ηχούν συνοπτικοί κι αποδεικνύονται πιο διαρκείς κι απ'τη θύμηση του χρώματος με το οποίο έβαψες μια μέρα. Θα σε σταματήσουν, θα λησμονήσουν, θα σε αγνοήσουν, θα χάσεις. Και πάλι η προστακτική κάποιου άλλου, χάσε, χάσε, χάσε. Φύγε, τρέχα, γύρνα πίσω και πάλι φύγε.
~
Μου είχε λείψει η θάλασσα...Η μυρωδιά, ο ήχος της, η αίσθηση που σου προκαλεί. Χαλάλι κι η εικοσάλεπτη διαδρομή με το λεωφορείο, χαλάλι και το όλο overcrowded θέμα εκεί, σαν σαρδέλες πραγματικά, όπως και στην παραλία. Άσε που πήγαμε τη χειρότερη ώρα, γύρω στις μία. Και πάλι χαλάλι...Ακόμα κι η αναμονή για το λεωφορείο του γυρισμού με διάρκεια σαράντα λεπτών. Ήταν καταπληκτικά, έτσι όπως θα είναι και το καλοκαίρι*
~

Όλο και πλησιάζει αυτή η ημερομηνία, δέκα. 
Και μετά κι άλλος αριθμός, δεκαέξι.
Τρομάζω.
Καληνύχτα.