Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα paranoia. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα paranoia. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

A cry for love

Ένα από τα πρώτα μαθήματα στη σχολή ήταν σχετικά με "το φόβο του λευκού χαρτιού". Αυτό το συναίσθημα που κοιτάζαμε το χαρτί και δεν ξέραμε τι να βάλουμε μέσα. Δε μπορούσαμε να σκιτσάρουμε τίποτα. Ενώ αν το χαρτί είχε πάνω μια μουτζούρα μπορούσαμε με ευκολία να προσθέσουμε και τη δική μας.
Πλέον το παθαίνω αυτό με τις λέξεις. Δεν ξέρω από που να ξεκινήσω. Φοβάμαι το λευκό χαρτί. Δεν ξέρω πως να συνεχίσω τις ιστορίες μου. Μένουν συνέχεια μισές. Φτιάχνω πρόσωπα στο μυαλό μου κι όταν αρχίσω να γράφω γι αυτά, φτάνουν όλα σε συναισθηματικό τέλμα και μένουν εκεί. Γιατί εκεί είμαι κι εγώ. Και για να βγουν χρειάζονται αγάπη. Απλά φοβάμαι να το συνειδητοποιήσω γιατί τότε ίσως και να μη βγουν ποτέ. 
Η αγάπη είναι στις πιο μικρές στιγμές- εκεί την καταλαβαίνουμε. Στις μεγάλες εκφάνσεις της δε μπορούμε να τη δεχτούμε γιατί δε μπορούμε να την καταλάβουμε.
Ή εναλλακτικά:
Βασικά έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε πότε προσφέρουμε αγάπη. Αλλά είμαστε τόσο αφοσιωμένοι σε αυτό που δε μπορούμε να αναγνωρίσουμε πότε μας προσφέρουν. Που περιμένουμε ότι κάποιος μας αγαπάει μόνο όταν το γράψει σε ένα πανό και μας το κολλήσει στο πρόσωπο, ή το βροντοφωνάξει μπροστά σε εκατό ανθρώπους. Κι ίσως ούτε τότε να μην τον πιστέψουμε.
Είμαστε όμως σίγουροι ότι ο άλλος καταλαβαίνει την αγάπη μας από το φλιτζάνι καφέ που θα του προσφέρουμε, ή από το άγγιγμα ή το βλέμμα μας και μόνο. Γιατί δε μπορούμε να δεχτούμε την αγάπη; Ίσως γιατί δεν προσπαθούμε να τη βρούμε γύρω μας. Ή μπορεί επειδή οι ίδιοι δεν προσφέρουμε αρκετή κι έτσι δεν αναγνωρίζουμε τις μορφές της.
Δεν ξέρω τι γράφω. Είναι γιατί αφού ξεπέρασα τον αρχικό φόβο του λευκού χαρτιού ξέφυγα πάλι.
Νιώθω ότι διοχετεύω τον εγωισμό μου σε λάθος καταστάσεις.
Νιώθω ότι αναλώνομαι για ανθρώπους που δεν αξίζει και δε θα το μάθουν και ποτέ, επειδή δε θέλω.
Νιώθω εξαντλημένη.
Νιώθω ότι όλοι γύρω μου βαριούνται να κουνήσουν το δάχτυλό τους κι εγώ τρέχω μαραθώνιους αν όχι με το σώμα τότε σίγουρα με τη σκέψη μου.
Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει επικοινωνία.
Επειδή σίγουρα υπάρχουν αναρίθμητοι άνθρωποι που νιώθουν σαν κι εμένα και που ποτέ δε θα έχουμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε ή να κάνουμε μαζί όλα εκείνα που οι άλλοι βαριούνται ή απαξιώνουν.
Όσο είμαι στην Αθήνα δεν έχω πάει ποτέ βραδινή βόλτα σε παραλία.
Κι ήταν τόσο όμορφα στην Κρήτη όταν περπατούσαμε στο λιμενοβραχίονα παρέα ή μόνη με τα ακουστικά μου.
Κι ας μη μου λείπει η Κρήτη τόσο. Μόνο σε στιγμές. Και σε ανθρώπους.
Μου λείπει σίγουρα αυτό, η θάλασσα. Να τη βλέπω, να την ακούω. Να περπατάω στην άμμο ξυπόλυτη κι ας φοράω μπουφάν, κι ας κάνει κρύο, κι ας είναι Μάρτιος μόλις.
Μου λείπει το σχολείο, κι η ξεγνοιασιά.
Και η εποχή που δεν είχα ευθύνες, μόνο λίγο διάβασμα και πολύ χρόνο και πολλές φωνές μέσα στο σπίτι και μερικά γαβγίσματα.
Είναι όμορφη η Αθήνα, αλλά μοναχική. Κι αυτή κι εγώ. Όχι ότι δε θα βγω, ή ότι δεν έχω φίλους ή ότι δε μ'αρέσει. Αλλά έχω εθιστεί σε εκείνες τις μοναχικές βόλτες που κάθε φορά με γαμάνε συναισθηματικά με όλα αυτά που σκέφτομαι και που παράλληλα μου δίνουν ζωή.
Πάλι για την Αθήνα κατέληξα να λέω.

Μου λείπει η θάλασσα.
Κι η αγάπη.

Μεγαλώνω και φοβάμαι.
Φοβάμαι επειδή μεγαλώνω.
Μεγαλώνω επειδή φοβάμαι.


Βοήθεια. Ή εναλλακτικά, αγάπη.

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

Ερείπια

Δε μου αρέσουν οι απολογισμοί. 
Ούτε οι λίστες.
Αλλά στο σπίτι έχω ένα κομμάτι από αυτοκόλλητο μαυροπίνακα με μια λίστα.
Η πρώτη πρόταση μένει πάντα σταθερή.
Οι υπόλοιπες αλλάζουν όποτε βαριέμαι.
Μετά το Μάιο βαριέμαι εύκολα.
Και αλλάζω συχνά.
Δε μπορώ να πω ότι είμαι έτσι και από το ένα και από το άλλο και γιουβέτσι.
Αύριο θα τα έχω αναιρέσει όλα.
Έρχεται κάποια στιγμή που έχεις φτάσει σε κάποιο τέλμα, και το συνειδητοποιείς μόνο όταν αρχίσεις να βγαίνεις πια από αυτό.
Από τότε δεν ξέρω ποια είμαι.
Ξέρω μόνο τι μου αρέσει και τι όχι.
Ίσως απέκτησα κάτι που σίγουρα δεν είχα μέχρι το Μάιο, εγωισμό.
Αλλά και πάλι όχι στο βαθμό που να νιώθω καλά με αυτό.
Φάσεις είναι όλα, περνάνε.
Αλλάζουμε, συνηθίζουμε την αλλαγή και πάλι από την αρχή.
Ξέρω μόνο τι μου αρέσει,
να μιλάω
και να γράφω
και τα σκίτσα
και ο καφές
κι εσείς, στην πόλη μας αλλά και μακριά της,
ο Ορέστης που δε με κρίνει,
το σπίτι μου γεμάτο φωνές και γέλια,
τα θεατρικοτέτοια ρε
η Αθήνα,
οι άνθρωποι που γνώρισα εκεί,
οι φωτογραφίες και τα ταξίδια (τα ξύδια) μας
η αταξία στη ζωή μου
Και τι όχι
η εξεταστική
η πίεση
οι αποφάσεις
το να μην ξέρω τον εαυτό μου
η αταξία στη ζωή μου
το ότι είμαι αναποφάσιστη
οι άνθρωποι, που άλλα λένε κι αλλιώς πράττουν
οι άνθρωποι που έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους
οι άνθρωποι που λένε ψέματα στον εαυτό τους
Οι λίστες
Oι απολογισμοί.



Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Όρια

Δεν υπάρχουν όρια στους εαυτούς μας απλά διότι κάθε μέρα τα ξεπερνάμε. 

Χάος.
Επόμενη στάση Νέος Κόσμος. Η κοπέλα στο πάτωμα του βαγονιού του συρμού αναπνέει με δυσκολία. Τα μάτια της δακρύζουν κι όλα γύρω της θολώνουν. Ο κύριος απέναντι διαβάζει ήρεμος την εφημερίδα του. Η κυρία προσπαθεί να ταΐσει με το ζόρι το παιδάκι που κρατάει από το χέρι. Οι κοπέλες σιγογελούν κι ο νεαρός είναι απορροφημένος σε ό,τι ακούει εκείνη τη στιγμή στα ακουστικά του -πιστεύω ελληνικό χιπ χοπ κρίνοντας επιφανειακά από τα ρούχα του. Επόμενη Στάση Συγγρού-Φιξ. Εκείνη βγαίνει βιαστικά έξω, χτυπώντας αδέξια έναν προσεχή επιβάτη του συρμού, σωριάζεται σε μια καρέκλα και μετά ακούω μόνο το βουητό του συρμού που ξεκινά και εκείνη τη φωνή που τόσο πια έχω συνηθίσει να λέει επόμενη στάση Ακρόπολη.

Προσπάθεια, ίσως.
1.Μια κοπέλα διστάζει μερικά δευτερόλεπτα. Έπειτα ρίχνει νερό στο χέρι της και βρέχει το μέτωπο ενός αγοριού. Στοπ, λάθος.
Μια κοπέλα βγάζει αέρα από την τσέπη της ενώ θεωρητικά μιλάει στο κινητό. Στοπ.λάθος.
Μέσα της αμύνεται.
Επίθεση.
Αμύνεται στον ίδιο τον εαυτό της.
Επίθεση;
Αρνείται να συγκεντρωθεί.
Αρνείται να προσπαθήσει όσο μπορεί.
Ίσως να μη μπορεί. 
Αλλά ξέρει ότι μπορεί κι άλλο.
Ότι θέλει να προσπαθήσει κι άλλο.
Ότι θα τα καταφέρει;

Τάξη.
Η κατάσταση που έρχεται το μυαλό μου μετά την κατανάλωση συγκεκριμένης μικροποσότητας συγκέντρωσης σε συνδυασμό με μισή κουταλιά αγαπημένης μουσικής ανακατεμένης με ξύλα κανέλας. 

Και τελικά τι μένει;

Δύο σώματα αγκομαχούν το ένα πάνω στο άλλο. 
Εκείνοι νιώθουν το χάος.
Εσύ απ'έξω βλέπεις την τάξη,
τον κόσμο να μπαίνει σε τάξη.


Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015

Αντανακλάσεις

Νομίζω για μένα λειτουργείς σαν καθρέφτης.
Και μόνο το βλέμμα σου, ή έστω η φωνή σου, μου υπενθυμίζουν όσα έχω κάνει από την τελευταία μας επαφή μέχρι σήμερα.
Κι ενώ μπορεί πριν να ένιωθα υπέροχα για όλα, είναι σαν να μου υπενθυμίζεται ξαφνικά ότι κατά βάθος δεν είναι έτσι.
Ότι προσπαθώ να γίνω κάτι που δεν είμαι για να νιώσω καλύτερα.
Και πίστεψέ με, το καταφέρνω.
Μέχρι να ξαναμιλήσουμε, να ξανακοιταχτώ σε αυτόν τον ιδιότυπο καθρέφτη και να δω μέσα μου.
Να δω το βάλτο στο στομάχι μου, τη θαμπάδα στα μάτια μου και τα κλαδιά στο κεφάλι μου.
Ειδικά εκείνα τα κλαδιά είναι σαν να έχουν διαμελίσει τις μνήμες και να τις έχουν ανακατασκευάσει όπως θέλουν, εξιδανικεύοντας ορισμένες στιγμές και εξαλείφοντας άλλες.
Και δυστυχώς τα κλαδιά κάθε μέρα μεγαλώνουν και μπλέκονται όλο και πιο πολύ.
Κι εγώ είμαι ανήμπορη να αντιδράσω. 
Θα μπορούσα να γυρίσω απ'την άλλη, να μην κοιτάζω τον καθρέφτη.
Αλλά η σχέση μου μαζί του είναι μια εξάρτηση βαθιά και αυτοκαταστροφική.

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Αμύγδαλα

Πρέπει λέει να πίνω ζεστά για το λαιμό μου.
Ξέρεις, έχει πρηστεί η μία αμυγδαλή. 
Είναι σαν να έχει φυτρώσει ένα αμύγδαλο. 
Ή και δύο.
Στη μια αμυγδαλή.
Όμορφο δεν ακούγεται;
Οπότε μπήκα στη μπανιέρα κι άφησα το νερό να κάψει.
Μετά μπήκα κάτω από τη βρύση κι άρχισα να πίνω καυτό νερό.
Έκαψα τελείως το λαιμό μου τώρα.
Εξάλλου τα αμύγδαλα ψημένα είναι πιο νόστιμα.
Τώρα έχω και δικαιολογία για τις στιγμές που δε μιλάω και δε γελάω.
Θα με ρωτάς τι σκέφτομαι .
Και δε θα χρειάζεται να σου απαντάω καν.
Αφού πια δε μπορείς να διαβάσεις τη σκέψη μου.
Μα κι όταν μπορούσες ανάγνωση έκανες.
Έβλεπες τα αμύγδαλα σαν εικόνα, τα θαύμαζες και τα έτρωγες.
Αμάσητα.
Γι αυτό πάντα τελειώνεις το φαγητό σου πριν από μένα.
Κι εγώ μένω μόνη μου στο τραπέζι.
Μαζεύεις όλα τα πιάτα εκτός από το δικό μου.
Και μετά φεύγεις.
Εγώ μένω.
Συνεχίζω να μασάω αργά το φαγητό μου, μέχρι την τελευταία μπουκιά.
Μα αυτές τις μέρες ξέρεις τι κάνω;
Αφήνω την τελευταία μπουκιά στο πιάτο.
Δεν θέλω να ξέρω τη γεύση της.
Δε θέλω να ξέρω τη γεύση της τελευταίας σκέψης σου.
Περιμένω να μου την πεις εσύ, όχι να τη μαντέψω.
Μα εσύ έχεις από ώρα φύγει.
Κι εγώ περιμένω.
Να έρθει η άνοιξη μάλλον.
Για να ανθίσουν οι αμυγδαλιές και να βγάζω λουλούδια από το στόμα μου.





Στατιστικά, εάν το δεις οι μέρες που ξεκινούν υπερβολικά ευχάριστα καταλήγουν υπερβολικά δυσάρεστα.

Σάββατο 18 Ιουλίου 2015

one week to go.

Το αναπάντητο ερώτημα θα είναι πάντα ένα, "πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος χωρίς να το καταλαβαίνουμε;" Κι άλλο ένα καλοκαίρι έχει φτάσει στη μέση του, κι εμείς εδώ, κολλημένοι στην Αθήνα. Κι αυτό δεν είναι κακό από μόνο του. Γίνεται κακό αν συνυπολογίσεις την εξεταστική. Κι ακόμα χειρότερο αν σκεφτείς πως τέτοια μέρα, τέτοια ώρα όλος ο κόσμος είναι έξω και περνάει καλά. Ή μέσα και κοιμάται. Ή τέλος πάντων ζει οτιδήποτε χωρίς το άγχος των μαθημάτων και της ζωής που δε ζει, λιώνοντας στη ζέστη. Και θα μου πεις, ο κόσμος έχει τόσα προβλήματα, κι εσένα σε νοιάζει που θα είσαι εγκλωβισμένη στην Αθήνα μέχρι να φύγει αυτός ο απαίσιος μήνας; Ε, ναι. Και που παρ'όλα αυτά δε θα περάσεις τίποτα γιατί δε μπορείς να συγκεντρωθείς λόγω ζέστης και εκνευρισμού για αυτά που χάνεις; Ε, ναι. Και φυσικά το πακέτο μπορεί να γίνει ακόμα χειρότερο στην περίπτωση που είσαι νησιώτης/-ισα όπως εγώ. Γιατί τα καλοκαίρια στα νησιά εμείς οι ντόπιοι τα ζούμε αλλιώς. Αλλά ας μην αρχίσω να σκέφτομαι παραδείγματα (συναυλίες, ποτά, ξενύχτια και συναφείς κρεπάλες) γιατί θα με πάρουν τα ζουμιά. Και ντάξει, μας φτάνει ο ιδρώτας, δε θέλουμε και δάκρυα, φτάνει πια.
Κι επανέρχομαι, αν ο χρόνος κυλάει τόσο γρήγορα που είσαι δεκαεννιά χρονών και έχεις αυτό το μπλογκ από τα δεκαπέντε σου (ουάου) γιατί έχω αυτό το συναίσθημα ότι τούτη η βασανιστική εβδομάδα δε θα τελειώσει ποτέ;


Και το χειρότερο μέσα σε όλα αυτά είναι που λείπεις εσύ απ'τη ζωή μου

Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

Θεραπεία ακτίνων

Ξύπνησε με πονοκέφαλο σήμερα. Και χτες. Και προχτές. Και κάθε μέρα αυτή τη βδομάδα.
Σηκώθηκε βιαστικά κι άνοιξε τα πατζούρια. Το πρωινό φως πλημμύρισε το δωμάτιο. Αυτό επιθυμούσε κι εκείνη. Να νιώσει μια παρουσία στο δωμάτιο, κι ας ήταν το άψυχο φως. Έκανε τα πράγματα να φαίνονται αλλιώτικα... όπως κι ο έρωτας. Κι αφού πλέον δεν υπήρχε έρωτας ας υπήρχε τουλάχιστον φως. Στο δωμάτιο. Γιατί στις σκέψεις της έπρεπε να ψάξει πολύ για να το βρει. Κι αν δεν κοιμάσαι καλά ξυπνάς με πονοκέφαλο. Κι ο πονοκέφαλος δεν ευνοεί την εσωτερική αναζήτηση... Και καμία αναζήτηση.. Ίσως μόνο αυτή του κουτιού με τα παυσίπονα...
Μα το κουτί δεν ήταν πουθενά. Γιατί σε μια στιγμή έρωτα  αλαζονείας πίστεψε ότι ήταν δυνατή και θωρακισμένη απέναντι σε όλα. Κι έτσι πέταξε το κουτί. Ξέχασε όμως να θωρακιστεί απέναντι στον εαυτό της, ή καλύτερα στον εαυτό που της έβγαζε ο έρωτας εκείνος.



Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

coup de foudre

Θέλω να γρατζουνίσω το σώμα μου παντού. Μου αρέσει να έχω μακριά νύχια. Νιώθω ότι θα μπορέσω να αμυνθώ όταν με πλησιάζεις. Όμως ποτέ δεν αμύνομαι όπως θα ήθελα. Είσαι τόσο καλύτερός μου που δεν αξίζει καν να προσπαθήσω να αμυνθώ. Μπορεί να προσπαθώ με νύχια και με δόντια αλλά είμαι πλέον ανοιχτό βιβλίο για σένα. Νύχια και Δόντια. Όχι δε θέλω να μπήξω τα δόντια μου στο σώμα μου. Θέλω να τα μπήξω στο δικό σου. Ίσως η επίθεση είναι καλύτερη από την άμυνα, ή όπως λένε οι ταγοί ή ο κάθε αμπελοφιλόσοφος πια, η επίθεση είναι η καλύτερη άμυνα. 



http://24.media.tumblr.com/68c19dbefd66e7d3e6cc4a37d9878f8f/tumblr_mwxqezcner1t0h5k9o1_500.jpg


Αρχή_επανάληψης
 Διάβασε Β
 Β <- br="" coup="" de="" foudre="">
Μέχρις_ότου 1^2 <> 1

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Δεσμοί [x= (2Ν+1)*λ/4] και Δεσμά.

  Είναι δύσκολη η χρονιά, αγάπη μου. Τα χρήματα όλο και λιγοστεύουν για όλους. Όμως αντί αυτό να μας κάνει πιο ανθρώπινους, αντί να μας καλλιεργεί τη συμπόνια, να μας ευαισθητοποιεί, έχει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Μας κάνει ολοένα και πιο απάνθρωπους. Δολοφονούμε ανθρώπους γιατί είναι διαφορετικοί, αδιαφορούμε για εκείνους που μας έχουν ανάγκη, καταστρέφουμε τους ίδιους τους εαυτούς μας.
  Με ενοχλεί που περνούν οι μέρες τόσο γρήγορα. Φεύγουν κι εγώ βρίσκω τόσες πολλές ομοιότητες μεταξύ τους που πλέον δε μπορώ να ξεχωρίσω πότε έχει έρθει η επόμενη μέρα. Λένε πως η τελευταία χρονιά στο σχολείο πρέπει να είναι διασκεδαστική, να σου αφήσει αναμνήσεις ανεξίτηλες που θα θυμάσαι σε σαράντα χρόνια και θα χαμογελάς. Θα αποζητάς τις χαρούμενες λυκειακές μέρες που έκανες βόλτες, χόρευες και γελούσες χωρίς μέτρο. Λένε. Λένε ότι έτσι θα πρέπει να είναι. Όμως εμείς τι θα θυμόμαστε; Τις ατέλειωτες ώρες ρουτίνας; Ξυπνάω, ντύνομαι, πάω στο σχολείο. Φεύγω από εκεί και το κεφάλι μου πονάει. Σπίτι, λίγο διάβασμα -όσο προλαβαίνω δηλαδή πριν τα προπαρασκευαστικά μαθήματα- μαθήματα, διάβασμα και πάλι, και ξαφνικά πήγε δώδεκα και μισή. Μπαίνω στο μπάνιο κι όσο νιώθω το νερό να τρέχει πάνω μου προσποιούμαι πως ξεπλένω τη ρουτίνα, πως διώχνω τη λάσπη του εκπαιδευτικού συστήματος που κατακάθεται πάνω μου καθημερινά, αποστειρώνομαι από την περίφημη στείρα αποστήθιση κι απομνημόνευση. Παλιότερα πριν με πάρει ο ύπνος σκεφτόμουν καταστάσεις που ήδη έχουν συμβεί ή θα ήθελα να συμβούν. Καταστάσεις ευχάριστες, πολύχρωμες. Δεν είναι ότι τώρα είναι γκρίζες οι καταστάσεις, απλά ανύπαρκες είναι. Δεν προλαβαίνω να σκεφτώ πριν κοιμηθώ. Ονειρεύομαι ότι ψάχνω τεκμήρια στα κείμενα και βρίσκω μόνο εποπτεία των αισθήσεων..νιώθω...ονειρεύομαι ότι νιώθω. Όμως μετά αλλάζει η διδακτική ώρα και ψάχνω παραγώγους και ίσως βρω κάποια λύση στον ύπνο μου, όμως συνήθως έχει φτάσει η ώρα να ξυπνήσω πριν τελειώσει η άσκηση. Κι η ρουτίνα συνεχίζεται, κι είναι ακόμα αρχή.
  Και μέσα σε όλα αυτά γίνομαι πιο συναισθηματική και πιο ευέξαπτη και πιο εγωίστρια. Θέλω να είσαι εδώ για μένα όποτε εγώ έχω χρόνο, αλλά δε μπορώ να σου το πω ευτυχώς. Ευτυχώς κρύβω ότι έχω γίνει πιο εγωίστρια και πιο ευέξαπτη. Κρύβω ότι έχω γίνει λίγο πιο συναισθηματική και μου λείπει να μου λες "Υπομονή, μωρό μου. Είμαι δίπλα σου και θέλω μόνο να χαμογελάς και να είσαι καλά. Θα περάσουν οι μέρες αυτές, όλα θα πάνε καλά και μετά θα υπάρχει χρόνος." Και τις μέρες που ήσουν εδώ με αγκάλιαζες κι ήταν σαν να έλεγες αυτά κι ακόμα περισσότερα. Μα αυτό το τετραήμερο ήταν ένα όνειρο που πέρασε, ξυπνήσαμε. Και ξυπνήσαμε σε διαφορετικές πόλεις. Εσύ δίπλα στο λευκό πύργο και εγώ στον κούλε. 
  Νιώθω τύψεις γιατί σκέφτομαι εσένα αντί για τα στάσιμα κύματα και τις εξαναγκασμένες ταλαντώσεις (πιο εξαναγκασμένες όμως από τη δική μου ταλάντωση 'διάβασμα-ύπνος-διάβασμα'  δεν νομίζω ότι υφίστανται) που γράφω διαγώνισμα αύριο. 

(Σε εδίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική. , που λέει και ο Παύλος.)
Καλό σαββατόβραδο σ'εσάς που βγαίνετε και σ'εμάς που διαβάζουμε.
Καλή υπμονή:)
 

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Χρυσόψαρα, πάλι.

-Ήξερες πως ήμουν. 
  Λες. Και το επόμενο πράγμα που ακούω είναι το τουτ της γραμμής που κλείνει. Πολύ πιο ενοχλητικός ήχος από την οποιαδήποτε σιωπή. Ήξερα πως ήσουν, ξέρω πως είσαι. 
Με ενοχλεί όμως να περιμένεις να γίνω κάποια που δεν είμαι. Να περιμένεις να σε βλέπω με τους δικούς σου όρους, να κάνω οτιδήποτε με τους δικούς σου όρους, να σε κυνηγάω κι εσύ να φεύγεις όλο και πιο μακριά. 
  Το θέμα είναι ακριβώς το ότι ήξερα πώς είσαι. Ήξερα πόσο νοιαζόσουν για μένα, ήξερα πόσο λάτρευες το χαμόγελό μου-σχεδόν όσο λατρεύω εγώ τα μάτια σου-, και ήξερα όχι επειδή μου τα έλεγες όλα αυτά, αλλά επειδή τα έδειχνες. Επειδή αν περνούσε κάποιο βράδυ χωρίς να μιλήσουμε ένιωθες την απουσία μου, μισούσες την απουσία μου. Επειδή προσπαθούσες να βρεις χρόνο για μένα. Προσπαθούσες να βρεις χρόνο για να ακούσεις ακόμα και τα παράπονά μου, έψαχνες την κατάλληλη βλακεία που θα με έκανε να γελάσω.
  Και δεν ξέρεις πόσο σε λάτρεψα μέσα από όλα αυτά. 
Γιατί κάπου ανάμεσα στις μεταμεσονύκτιες συνομιλίες μας στο σκάιπ και στα βράδια που πέρασα στην αγκαλιά σου σε μια ξαπλώστρα νομίζω ότι σε ερωτεύτηκα. Ξανά. Από την αρχή. Πιο δυνατά και τελείως διαφορετικά.
Και κάθε λεπτό που εγώ σε ερωτευόμουν πιο πολύ εσύ γλιστρούσες όλο και πιο πολύ σε μια άβυσσο που μόνος σου έφτιαξες. Κι εγώ προσπαθούσα να σε τραβήξω και κάποιες φορές τα κατάφερνα, όμως μετά πάλι χανόσουν ακόμα πιο βαθιά. Κι έτσι, προκειμένου κάθε φορά να σε τραβήξω για λίγα λεπτά στο φως χανόμουν μερικές ώρες στην άβυσσό σου. Και δε με πείραζε, ακόμα δε με πειράζει. Είναι φορές που θα ήθελα να σου δώσω τη ζωή μου γιατί ξέρω πως εσύ θα την εκτιμούσες πιο πολύ από μένα όπως θα εκτιμούσα εγώ τη δική σου πιο πολύ από εσένα.
  Κι οι στιγμές που ήξερα περισσότερο από ποτέ πως είσαι είναι αυτές που μου έλεγες πως σου λείπω, γιατί ήταν σπάνιες. Μα όταν το έλεγες ήταν σαν η φωνή σου να ζεσταινόταν ξαφνικά, όπως όταν με είπες "μωρό μου", κι ας ήταν δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Κι ας είπες εκείνη τη φράση κάποια στιγμή που δεν έλεγχες τον εαυτό σου, γιατί αν τον έλεγχες δε θα το είχες ξεστομίσει ποτέ.  Όπως και τη φορά που μου είπες ότι με αγαπάς, ήταν η πρώτη φορά που σε είδα χωρίς να έχεις συναίσθηση των πράξεών σου. 
  Ήξερα πως ήσουν, απλά ίσως υπερεκτιμώ τις δυνατότητές μου να εμφανίζω μαγικά μια υπέροχη εικόνα του κάθε ανθρώπου. Ίσως τη δική σου μπορώ να την κάνω ορατή στους άλλους και σε εσένα τον ίδιο πολύ σπάνια. Όμως εγώ την έχω δει τόσες φορές, όσες είναι κι οι φορέ που με έχεις πει χαζή. Ξέρεις όταν σε σκέφτομαι να μου μιλάς πάντα απευθύνεσαι σε μένα ως "χαζή" με εκείνο τον ψιλοειρωνικό σου τόνο, είναι λες και απεχθάνεσαι το όνομά μου ή το κρατάς μόνο για τις περιπτώσεις που είσαι πολύ θυμωμένος μαζί μου.
  Και μπορεί τον θυμό σου να τον αντέχω, αυτή την αδιαφορία σου όμως όχι. Αυτή η ουδέτερη στάση σου με σκοτώνει κάθε φορά. Κι είναι φορές που πιάνω τον εαυτό μου να βλέπει λίγο τις καταστάσεις ως τρίτος, δηλαδή πραγματικά γιατί συνεχίζω να προσπαθώ, γιατί απλά δε σηκώνομαι να φύγω; Επειδή έχω μάθει να νιώθω έντονα, και κάποιες φορές να δίνομαι υπερβολικά. Το κακό στην ιστορία είναι ότι περιμένω να δοθείς λίγο περισσότερο κι εσύ.Επειδή πρέπει να προσπαθήσω υπερβολικά πολύ για να βρω εκείνες τις στιγμές που ξέρω πως είσαι δικός μου, που ξέρω πως είσαι σίγουρος, πως είσαι εσύ.
  Κι ακόμα κι αυτή η κατάσταση θα ήταν πιο υποφερτή αν δεν υπήρχαν οι δικές μου ανασφάλειες. Τις οποίες ξέρεις ότι μπορείς να διαλύσεις με δύο λέξεις σου, αλλά επιλέγεις να μην το κάνεις. Επειδή πιστεύεις πως όταν μου μιλάς για το πως νιώθεις μαζί μου, για το πως με βλέπεις γίνεσαι πιο ευάλωτος, και δε θέλεις κι ο ίδιος να δεχτείς ότι σε επηρεάζω.

  Τουτ...τουτ...τουτ...
  Ή έτσι ήταν τα πράγματα μέχρι πριν λίγες μέρες.
Τώρα είναι λες και φωνάζω σ'ένα έρημο φωταγωγό κι ακούω μόνο την ηχό μου, ακουμπάω μόνο τοίχους με ρωγμές, βλέπω μόνο πυκνό σκοτάδι και η μόνη οσμή εδώ είναι καμμένα συναισθήματα.

  Γράφω ελπίζοντας να διαβάσεις, ελπίζοντας να με νιώσεις, ελπίζοντας να μην βιώσεις ακόμα κι αυτές τις λέξεις μου επιδερμικά.

  Κι αυτά τα τραγούδια των πυξ λαξ...Κάθε στίχος είναι εμποτισμένος με αμέτρητα νοήματα και συναισθήματα ή δάκρυα...

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

"Μην ακουμπάς τα έπιπλα, το λευκό είναι ευαίσθητο χρώμα, στιγματίζεται εύκολα"

Πλέον δεν κοιτάς καθρέφτες. Σου δείχνουν πολύ καθαρά τις σκιές που θέλεις να αποφεύγεις.
Βλέπεις τον εαυτό σου μόνο σε λασπόνερα στο δρόμο. Ίσως και να ήταν καθαρό νερό δηλαδή, αλλά να θόλωσε μόλις κοιτάχτηκες. Μόλις η γκρίζα αδιαφορία σου για τη ζωή αντίκρισε το νερό, την ίδια τη ζωή, η ζωή βάφτηκε γκρίζα. 
Σε περίμενα σ'ένα λευκό δωμάτιο. Είχα ετοιμάσει ένα δώρο, ήξερα πως σου άρεσαν οι εκπλήξεις. Μόλις μπήκες στο δωμάτιο κατέβασα το λευκό σεντόνι κι άφησα τον καθρέφτη να γεμίσει το δωμάτιο με τη λάμψη του. Εσύ έκλεισες βιαστικά τα μάτια σου κι έμεινες ακίνητος. 
Σε πλησίασα μα σε ένιωσα να απομακρύνεσαι ψυχικά κι ας ήσουν ακόμα εκεί σωματικά.
Δεν ήθελες να πλησιάσεις τον καθρέφτη. Δεν ήθελες να δεις τις σκιές ξανά.
Έφερα τον καθρέφτη κοντά σου. Ήταν δύσκολο να μετακινήσω το βαρύ κι ογκώδες έπιπλο, όμως το ήθελα. Έπρεπε να δεις τις σκιές, να τις αντιμετωπίσεις, να τις διώξεις, να τις απορροφήσει το λευκό δωμάτιο, κι εσύ να απορροφήσεις το λευκό χρώμα του δωματίου.
Για μένα αυτά τα χρώματα έχει η ζωή. Το τρομαχτικό λευκό κενό και το ατέλειωτο μονότονο μελαγχολικό γκρι.
Έφερα τον καθρέφτη δίπλα σου μα εσύ δεν έλεγες να ανοίξεις τα μάτια σου. Έτσι ήρθα εγώ μπροστά του. Αντίκρισα την κάθε σκιά και πληγή του εαυτού μου. Το κάθε κομμάτι μου που δεξιοτεχνικά είχα αποφύγει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και είδα τις δικές μου σκιές να φεύγουν, να καταλαμβάνουν το δωμάτιο την ώρα που εγώ γέμιζα φως.
Πήρα το χέρι σου και βγήκαμε από το δωμάτιο. Περπατούσαμε και σιγά σιγά άνοιγες τα μάτια σου, σιγά σιγά το γκρίζο πέπλο που τα κάλυπτε άρχισε να υποχωρεί από το φως που προσπαθούσα να σου μεταδώσω. Από το φως που φόρεσα μόνο για σένα, από το φως που με τύλιξε μόνο για να διώξω τις δικές σου σκιές. 
Ένιωσα κάθε δική σου αντίδραση να σπάει.
Τα γκρίζα πέπλα σου άρχισαν να φλέγονται. 
Λίγο μετά τυλίχτηκες κι εσύ στις λευκές φλόγες που προχώρησαν στο χέρι σου, αυτό που κρατούσα.
Τώρα πια μας έχουν καταπιεί και καιγόμαστε νυχθημερόν σ'ένα αέναο λευκό κενό.
Καιγόμαστε τόσο πολύ που έχει πάψει να μας ενοχλεί η φλόγα.
Έχουμε πάψει να αντιδράμε.
Μόνο συμβιβαζόμαστε,
αγκαλιαζόμαστε,
και προχωράμε.
http://24.media.tumblr.com/e741162bef1058b881940af84d5c159a/tumblr_mgiipx2LRi1ricgg0o1_500.gif

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Φωτογραφίες (ξανά)

 Περπατάμε με έναν αέρα περίεργο. Προχωράμε και γελάμε, νομίζω ότι όταν ακούω τους ήχους από τα γέλια ή τις φωνές μας ζωντανεύει κι ο δρόμος γύρω μας. Βλέπω φωτογραφίες και νιώθω ότι πραγματικά επιστρέφω στις μέρες που τραβήχτηκαν, ζω ξανά εκείνες τις στιγμές με κάθε λεπτομέρεια.
-Ξέρεις είναι και το άλλο συναίσθημα ρε γαμώτο. Ψιθύρισα νομίζω εκείνη τη στιγμή.
-Ξέρω, νιώθεις ότι λίγο πιο κάτω θα εμφανιστούν ξαφνικά όλοι οι υπόλοιποι με τους οποίους έχεις αναμνήσεις εδώ.
-Κάτι τέτοιο, ας πούμε.

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Ελεύθερο αγριολούλουδο

Εγώ αγάπη μου δε βλέπω μπροστά μου. Κι εσύ περιμένεις να δω την αγάπη στα μάτια σου; Εγώ δε μπορώ να περπατήσω ίσια από την ανασφάλεια και περιμένεις να καταλάβω ότι αυτό το υπέροχο λευκό είναι τα φτερά σου; Εδώ δε μπορώ να κοιτάξω τα πουλιά στον ουρανό να φεύγουν σε σμήνη γιατί τρομάζω, τρομάζω στη σκέψη πως μπορεί μια μερα να ενσαρκωθώ σ'ένα από αυτά. Τότε όμως θα μπορώ να είμαι ελεύθερη, να τραγουδάω γελώντας, να σε βλέπω χωρίς να με αντιλαμβάνεσαι και να συγχρονίζω το κελάηδημά μου με το δικό σου σφύριγμα. Δεν ήμουν από εκείνες που ερωτευμένες καταθλίβονταν στην ιδέα και ζούσαν μόνο για να τις κοιτάξεις. Είμαι απο εκείνες που ερωτευμένες το μόνο πράγμα που θέλουν είναι να κάνουν τον κόσμο γύρω τους χαρούμενο. Εγώ στον ήχο της φωνής σου θα ξυπνούσα από χειμερία νάρκη και στο δικό σου "έλα" θα έμπαινα λαθρεπιβάτης σε βαγόνια προς το άπειρο για να σε βρω κάπου στο πάντα. Εγώ σε σκέφτομαι και νιώθω τον αναπτήρα στην τσέπη μου να με παρακαλά να τον αγγίξω, μόνο για μια φορά , κι ύστερα για δεύτερη και για τρίτη και για όσες φορές τα δαχτυλίδια του καπνού μου θυμίζουν το γκρίζο της σκέψης σου. Εγώ μωρό μου έζησα το θρόισμα του χεριού μου στο δικό σου και πέθανα για να βρίσκομαι κάθε βράδυ στα όνειρά σου.




If I was a flower growing wild and free
All I'd want is you to be my sweet honey bee.

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Γεωμετρημένα Αισθήματα

Κι εσύ χάνεσαι και τρέχεις, περιμένεις εκείνον να τρέξει πίσω σου, περιμένεις να σε ακολουθήσει, να σ'αγαπήσει, να σε αποθεώσει. Περιμένεις και τρέχεις, τι ειρωνία. Πώς μπορεί κάποιος να τρέχει περιμένοντας κοριτσάκι; Πώς μπορεί κάποιος να περιμένει ενώ τρέχει; Τέτοιες όμορφες και μη πραγματοποιήσιμες αντιθέσεις τις βρίσκεις μόνο στα όνειρα. Γιατί ούτε να τρέξεις δεν τολμάς. Ονειρεύεσαι πως τρέχεις ενώ μόνο περιμένεις. Ονειρεύεσαι πως περιμένεις ενώ μόνο τρέχεις για να ξεφύγεις. Εν τέλει, ονειρεύεσαι πως τρέχεις για να τον προλάβεις ενώ μένεις στάσιμη, αόρατη, άχρωμη, άοσμη, εκείνος σε προσπερνά χωρίς να αντιληφθεί καν την παρουσία σου. Εκείνος είναι ο χρόνος ή ο έρωτας, τα καλοκαίρια που έφυγαν ή οι μυρωδιές που ξεθύμαναν, τα λόγια που έμειναν λέξεις όταν οι φωνές χάθηκαν...Μα χάνονται οι φωνές; Όχι βέβαια, εμείς επιλέγουμε να τις (ξε)χάσουμε. Εμείς επιλέγουμε να τις διαγράψουμε, είτε γιατί δεν τις θυμόμαστε αρκετά συχνά, είτε επειδή κρατήσαμε μόνο τις λέξεις και τίποτα άλλο. Κι έτσι τα βράδια είσαι μόνος και στα αυτιά σου αντηχούν σ'αγαπώ που έχουν ξεθυμάνει, στα μάτια σου αναβοσβήνουν εικόνες γενικευμένες, και τα γέλια αντηχούν όλα παρόμοια. Μα το γέλιο του καθένα είναι τόσο χαρακτηριστικό, πώς μπορείς να τα συγχέεις όλα μεταξύ τους; Δεν είπαμε; Γενικεύτηκαν. Είναι η ατέλειωτη προσπάθεια του ανθρώπου να παρομοιάσει τη ζωή του με τα μαθηματικά. Να υπολογίσει την κάθε πτυχή της, να μετρήσει την κάθε απώλεια ή το κάθε δευτερόλεπτο χαράς που του απομένει ακόμα, να προσθέσει όλες τις αναμνήσεις μαζί κι ύστερα να αφαιρέσει μια δόση εικόνων πολύ προσωπικών που θέλει να αφήσει ανέπαφες, να πολλαπλασιάσει τις στεναχώριες του- ή καλύτερα να τις μετατρέψει σε συνάρτηση εκθετική, κι ύστερα να αρχίσει να διαιρεί. Τις στιγμές και τα όνειρά του. Να αρχίσει να μοιράζει τον εαυτό του σε κομμάτια, να τον χαρίζει απλόχερα ή να τον πουλάει. Μα πάντα να κρατάει εκείνα τα υπόλοιπα της διαίρεσης, πάντα να του μένει μια γεύση του παραδείσου που δεν εκμεταλλεύτηκε. Όσο για τη γεωμετρία, καλύτερα να μην την ακουμπήσει καθόλου.  Έβαλα τα συναισθήματά μου σε τροχιές γύρω σου, κι από τότε προσπαθώ να τετραγωνίσω τον κύκλο.


Υ.Γ. Η φωτογραφία τραβήχτηκε από ένα λατρεμένο άτομο, εκεί που -αν όλα πάνε καλά- θα βρεθώ για ένα βράδυ, σε λιγότερο από μήνα.

~Δεν ξέρω που πηγαίνω,
σινιάλα μακρινά.
Μπορεί να με κοιτάξεις ξανά,
με μάτια αληθινά.
Πέρασε ο καιρός και έχεις πια χαθεί.
Σύννεφα καπνού σε έχουν σκεπάσει.
Πέρασε ο καιρός μα είμαι ακόμα εκεί.
Ψάχνω για να βρω τι έχω χάσει.


Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

dream until, until ...?

Ονειρευόμουν, ονειρευόμουν ότι με κρατούσες, τα χέρια σου τυλίγονταν γύρω από τη μέση μου, κι εγώ ανατρίχιαζα. Ύστερα φιλούσες τη βάση του λαιμού μου και έφευγες. Με βήματα πιο απαλά απ'τον άνεμο. Δεν σ'άκουγα, μα ήξερα πως είχες φύγει. Σε ένιωθα, συνδεομασταν εγκεφαλικά ξέρεις. Μετά ξύπνησα. Ήταν από εκείνα τα όνειρα που δε θέλεις να τελειώσουν, από τα όνειρα που μόλις τελειώσουν ξανακλείνεις τα μάτια σου μήπως και συνεχιστούν. Κι όταν διαπιστώσεις ότι δεν πρόκειται ποτέ πια να συνεχιστούν, πλάθεις τη συνέχεια στο κέφαλι σου, μα ξέρεις ότι δε θα ήταν έτσι η συνέχεια, κι έτσι βαριέσαι, πετάς τις κουβέρτες και σηκώνεσαι να φτιάξεις καφέ. Από τα όνειρα που σου προκαλούν μια επιθυμία να καπνίσεις ένα από εκείνα τα τσιγάρα της σκέψης, από εκείνα τα τσιγάρα που ενώ ρουφάς αναρωτιέσαι και ενώ φυσάς τον καπνό απελπίζεσαι.Μετά σβήνεις ξαφνικά κι αποφασιστικά το τσιγάρο στο σταχτοδοχείο, παίρνεις το παλτό σου και φεύγεις, ξεχνώντας την καφετιέρα στην πρίζα. Ξεκινάς να τρέχεις, φτάνεις στη μεγάλη κατηφόρα, τώρα κόβεις γιατί γλιστράει-έβρεχε πριν. Συνεχίζεις με γρήγορο περπάτημα μέχρι την ανηφόρα, και σε ένα δεκάλεπτο έχεις φτάσει στο πάρκο. Δε διστάζεις να περάσεις μέσα από αυτό, παρόλο που είναι πρωί κι οι άστεγοι ή τα πρεζάκια που διανυκτερεύουν εκεί ίσως να μην έχουν ξυπνήσει ακόμα. Σταματάς βιαστικά σε μια καφετέρια και παίρνεις ένα γαλλικό σκέτο στο χέρι, καθώς θυμάσαι ότι ξέχασες την καφετιέρα στην πρίζα. Βρίζεις χαμηλόφωνα καθώς καίγεσαι με τον καυτό καφέ. Κατεβαίνεις το μεγάλο δρόμο με τα πολλά καταστήματα που ακόμη δεν έχουν ανοίξει όμως κάποιες πωλήτριες αλλάζουν διακόσμηση στις βιτρίνες ενώ δυσανασχετούν μιας κι απεχθάνονται τη δουλεία  δουλειά τους. Στρίζεις δεξιά και βλέπεις το μεγάλο συντριβάνι, προχωράς ευθεία γα λίγη ώρα. Δεξιά σου μια εκκλησία και λίγο πιο κάτω φαίνεται η θάλασσα. Νευριάζεις κι άλλο με τον εαυτό σου που ξέχασες να πάρεις μαζί σου τα ακουστικά σου αφού ανακαλύψεις ότι δε βρίσκονται στην τσέπη του παλτού σου. Μα και να τα είχες πάρει δεν έχεις μαζί σου το κινητό σου, θυμάσαι, καθώς περπατάς στο λιμενοβραχίονα, πάλι, προσπαθώντας να αδειάσεις το μυαλό σου από σκέψεις και να βυθιστείς μόνο στην ηρεμία που προσφέρει το θέαμα της θάλασσας νωρίς το πρωί, μια απαίσια, μουντή, συννεφιασμένη μέρα. Νωρίς το πρωί.Ο καφές σχεδόν τέλειωσε. Πετάς το άδειο φελιζόλ στον επόμενο κάδο. Θυμάσαι μερικά χρόνια πριν που ζωγραφίζατε πάνω στα άσπρα φελιζόλ από τους καφέδες του κυλικείου του λυκείου και γελούσατε μαζί.Κάνει κρύο και ξεκινάει να ψιχαλίζει. Εσύ σχεδόν τρέχεις προς το φάρο. Στη μέση της διαδρομής, στην κυκλική διαπλάτυνση σταματάς και σκύβεις ακουμπώντας τα γόνατά σου. Έχεις λαχανιάσει. Τώρα οι στάλες της βροχής είναι πιο χοντρές. Δεν υπάρχει υπόστεγο κι εσύ δεν προλαβαίνεις να γυρίσεις πίσω. Δακρύζεις και νιώθεις τα δάκρυα να γίνονται ένα με τη βροχή. Θέλεις να φτάσεις στο τέρμα, στο φάρο, ξέρεις ότι αν μαζέψεις δύναμη να ξεκινήσεις θα έχεις την αντοχή να φτάσεις, μα δε βρίσκεις κάτι να σου δώσει την ώθηση να ξεκινήσεις να τρέχεις. Γυρνάς να κοιτάξεις προς τα πίσω, μακριά. Βλέπεις μια ανθρώπινη φιγούρα να πλησιάζει, να περνάει και να φεύγει.

α) Είναι ο εαυτός σου που συνεχίζει να ακολουθεί τη ρουτίνα του ενώ μένει προσκολλημένος στο παρελθόν του.
β) Η φιγούρα σε πλησιάζει, σου ζητάει τσιγάρο, κι εσύ δίνεις. Περπατάτε σιωπηλά δίπλα δίπλα ενώ βρέχει χωρίς να μιλάτε. Γυρνάτε πάλι στην αρχή της διαδρομής κι ο καθένας τραβάει το δρόμο του. Εσύ του έδωσες τσιγάρο κι εκείνος συντροφιά.
γ) Συνεχίζεις την πορεία σου, μέχρι το τέρμα. Σε πλησιάζει όλο και περισσότερο. Αρχικά φοβάσαι. Έπειτα γυρνάς, τον αντικρίζεις. Σε αγκαλιάζει και σε φιλάει απαλά στη βάση του λαιμού σου. Κλαις, ενώ σφίγγεσαι πάνω του. Συνεχίζετε μαζί μέχρι το φάρο, έπειτα πίσω. Ανάβει τσιγάρο και σου το δίνει. Εσύ το πατάς κάτω, με δύναμη, το σβήνεις, το λιώνεις. Κι ύστερα τον φιλάς.

Διαλέγετε την εκδοχή που σας βολεύει.


Καληνύχτα.

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Μιλούσες για το χρώμα της μοναξιάς..

Τα σύννεφα έξω από το παράθυρο μοιάζουν σαν χιονισμένη πλαγιά ή σαν αφρισμένη θάλασσα. Με συμφέρει να σκέφτομαι το δεύτερο, μιας κι η θάλασσα είναι σε κάθε περίπτωση φιλικότερη από το κρύο. Ακόμα κι όταν είναι μανιασμένη, κι όταν σε απειλεί, ή όταν σε καταπίνει -για λίγο ή για πάντα-. Η θάλασσα είναι σαν όλους μας μα και σαν κανένα από μας, είναι σαν άλλο ένα άτομο ανάμεσά μας, μα κατέχει έναν πιο ιδιαίτερο ρόλο. Μπορεί να τη μισείς, μπορεί να τη λατρεύεις, μπορεί να τη σκέφτεσαι και να χαμογελάς, μπορεί να σου φέρνει αναμνήσεις, όμως σε καμία περίπτωση δε θα σου είναι αδιάφορη. Με τους υπόλοιπους ανθρώπους δε συμβαίνει το ίδιο. Οι άνθρωποι φεύγουν κι έρχονται, κι ακόμα κι όταν πιστεύουμε ότι τους έχουμε διώξει μια για πάντα από τη ζωή μας, εκείνοι επιστρέφουν. Και κάποιες φορές μπορούν να κάμψουν τις αντιστάσεις μας πιο εύκολα από όσο θα θέλαμε. Κάποιοι άνθρωποι όμως -είτε τους καταπιεί ή θάλασσα, είτε η χιονισμένη πλαγιά, είτε η άσφαλτος, είτε ο εαυτός τους και οι συνθήκες- δεν ξεχνιούνται, γιατί αγαπήθηκαν. Κι όταν αγαπάς δεν ξεχνάς, γι αυτό και δέχεσαι πίσω όσους νόμιζες πως είχες διαγράψει, γι αυτό οι άνθρωποι ξέρουν τις δυνατότητές τους μαζί σου και αντιλαμβάνονται πως νιώθεις γι αυτούς, ακόμα κι όταν προσπαθείς να το κρύψεις. Ξέρουν αν τους είσαι απαραίτητος, ξέρουν αν τους συμπαθείς ή όχι, και πράττουν ανάλογα. Σήμερα ένας καθηγητής μας είπε ότι ο άνθρωπος είναι σχέσεις. Κι εγώ θα συμφωνήσω. Όλη η αξία μας μπορεί να φανεί σε πολλούς, όμως μόνο όσοι είναι πιο κοντά μας θα την εκτιμήσουν, θα την καταλάβουν. Μόνο οι πιο κοντινοί θα μας επικροτήσουν πραγματικά, θα χαρούν με τη χαρά μας, και θα μας αγκαλιάσουν όταν θα το χρειαζόμαστε. *Η αγάπη, σε κάνει ευάλωτο, ανασφαλή...*. Είναι μνήμες ο άνθρωπος, συμπλήρωσε...Κι όνειρα, συμπληρώνω εγώ. Και γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή αυτό μένει από εμάς, οι σχέσεις -τα όσα νιώσαμε, τα όσα ένιωσαν οι άλλοι για μας, όσοι μας βοήθησαν κι όσοι βοηθήθηκαν κι έμαθαν από εμάς- οι μνήμες -όσα ζήσαμε, όσα καταφέραμε, και το χαμόγελό μας ή τα χαμόγελα που εμείς προκαλέσαμε- και τα όνειρα - όσα καταφέραμε, όσο θελήσαμε, όσα υλοποιήσαμε κι όσα δεν προλάβαμε-.

Όσο κι αν απ'το ένα παράθυρο βλέπω τη λευκή καταχνιά, τα σύννεφα.., από το άλλο βλέπω ένα μέρος της πόλης που ποτέ δεν παύει να ζει, ποτέ δεν κοιμάται, ποτέ δε σβήνει. Σαν τη ζωή. Μπορεί να σβήσει, να χαθεί στην καταχνιά, όμως αυτό δε σημαίνει ότι θα σταματήσει να υπάρχει ο κόσμος. Δυστυχώς ή ευτυχώς;


Νομίζω ότι πρέπει να σταματήσω τις παρομοιώσεις. Και πρέπει να σταματήσω να αναμασάω τα ίδια. Όμως τι να κάνουμε, όλα μέσα στη ζωή είναι, ειρωνία...

Καλό μεσημέρι:)

Υ.Γ. Να μη μιλάς γι αυτά που ούτε στο τόσο δεν αγγίζεις,διάβασα κάπου.

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Μέσα από σένα

Προσπαθώ πάνω από έξι φορές μα ο αναπτήρας δεν ανάβει. Γυρνάω τη ροδέλα, απότομα. Μαυρίζει το δέρμα στον αντίχειρά μου μα η πολυπόθητη φλόγα δε λέει να εμφανιστεί.Τον παρατάω στην κουπαστή της σκάλας του μετρό και τον παρακολουθώ να ακολουθεί την κυλιόμενη λωρίδα. Χτυπάει τον αγκώνα ενός νεαρού. Φεύγω, εξαφανίζομαι.

Ο αναπτήρας χτύπησε ξαφνικά το χέρι μου, γύρισα να δω, μα όποιος τον άφησε είχε φύγει ή δεν έμοιαζε να νοιάζεται. Τον έβαλα στην τσέπη μου ασυναίσθητα. Δεν κάπνιζα ή τουλάχιστον δε θεωρούσα τον εαυτό μου καπνιστή όσο κι αν σε κάποιες περιπτώσεις ένιωθα εκείνη την όρεξη να ανάψω τσιγάρο. Βγαίνοντας από το σταθμό του μετρό εκείνο το απόγευμα με περίμενε η τότε κοπέλα μου στη στάση για να μου ζητήσει "χρόνο". Μαλακίες ρε, είχε βρει έναν τύπο εκεί πέρα και δεν είχε καν τα κότσια να είναι ειλικρινής. Μου είχε γαμήσει την ψυχολογία. Εκείνο το απόγευμα σηματοδότησε την περίοδο που ξεκίνησα να καπνίζω, και πάλι όχι φανατικά. Δε μου το επέτρεπε ο αναπτήρας, ήθελε πολλή δύναμη και συνήθως μέχρι να ανάψω το τσιγάρο μου είχε φύγει η όρεξη. Σε μια τέτοια γαμημένη φάση πάνω ο αναπτήρας μου έδωσε τόσο στα νεύρα που τον παράτησα στο παγκάκι στο Σύνταγμα κι έφυγα.

Κάθισα στο παγκάκι ζαλισμένη, έτοιμη να λιποθυμίσω από τη ζέστη της αποπνικτική Αθήνας. Κι εκεί με περίμενε η μεγαλύτερη έκπληξη! Ο αναπτήρας που μες στα νεύρα μου είχα πετάξει στο μετρό εκείνη τη μέρα που με απέλυσαν απ' τη διαφημιστική. Η Αθήνα δεν παλεύεται πραγματικά μέρες σαν κι αυτές. Έτσι αποφάσισα να κάνω μια τρέλα κι εγώ, εκεί στα εικοσιπέντε μου πια, λες κι ήμουν καμιά κοπελίτσα που μόλις τέλειωσε το σχολείο κι έψαχνε την ελευθερία της. Μα κι εγώ έτσι ήμουν, την ελευθερία μου έψαχνα, απλά δεν το ήξερα ακόμα.

Ξαναβρήκα τον αναπτήρα ξεχασμένο ανάμεσα στα καθίσματα του κτελ μόλις κι οι τελευταίοι επιβάτες αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη κουρασμένοι απ'το εξάωρο ταξίδι. Μου άρεσε να μένω τελευταίος, να κόβω βόλτες στο άδειο τραίνο πριν με κατεβάσει το προσωπικό. Ο αναπτήρας ήταν πανομοιότυπος με εκείνον που είχα βρει στο σταθμό του μετρό τη μέρα που με παράτησε η Έλενα τέσσερα χρόνια πριν. Τώρα πια σπούδαζα εδώ, ζούσα εδώ, μα πηγαινοερχόμουν τακτικά στην Αθήνα ίσα να παίρνω τάπερ με φαγητό απ'τη μάνα μου. Ο αναπτήρας εκείνος ήταν που με έκανε να αρχίσω το κάπνισμα τότε στα δεκαεφτά μου...Και δεν είχε και τίποτα ιδιαίτερο να φανταστείς, μόνο ημερομηνίες σκαλισμένες πάνω του. Κάθε φορά που με ξανάβρισκε είχε και μια καινούρια και κάθε φορά που νευρίαζα μαζί του, πριν τον ξεφορτωθώ χάραζα κι εγώ μια. Μα σήμερα όλες οι ημερομηνίες είχαν καλυφτεί από μια φράση μοναχά "Μην ψάχνεις αυτό που κάποτε θα έρθει σε εσένα, ζήσε εκείνο το διάστημα ελευθερίας πριν σε ξαναβρεί". Όχι ρε πούστη μου, τώρα δεν έχει χώρο για άλλες ημερομηνίες, σκέφτηκα νευριασμένος και παράτησα τον αναπτήρα πίσω στο κάθισμα μια για πάντα..
 



Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Venceremos

-Πες μου, τι βλέπεις όταν κλείνεις τα μάτια σου;
-Το απόλυτο σκοτάδι, ένα μαύρο κενό.
-Δεν εννοώ κυριολεκτικά, εννοώ τι σκέφτεσαι, τι είναι αυτό που θυμάσαι ή επιθυμείς, ποια εικόνα έχεις στο μυαλό σου;
-Καμία, όταν κλείνω τα μάτια μου βλέπω μια μαύρη μάζα, το σκοτάδι. Αφού είναι κλειστά, τι θες να δω;
-Δε θέλω να δεις, θέλω να φανταστείς....Λοιπόν;
-Λοιπόν, δεν έχω φαντασία. Καθόλου..
-Μα αυτό δε γίνεται. Όλοι έχουν φαντασία, ίσως να μην την εξασκούν ή να μην τη χρησιμοποιούν, αλλά διαθέτουν, γεννιούνται με αυτήν. 
-Ε, εγώ έτυχε να διαφέρω.
-Κι όταν είσαι μόνος σου, όταν δεν έχεις κάτι να κάνεις κάτι που να πρέπει να σκεφτείς, όταν είσαι ελεύθερος... τι κάνεις;
-Γιατί εσύ τι κάνεις τότε; 
-Εγώ σκέφτομαι καταστάσεις, σενάρια, πραγματικά και φανταστικά μαζί. Δεν το κάνω εσκεμμένα, απλά κατακλύζουν το μυαλό μου. Ξέρω όμως ότι όταν θέλω μπορώ να το ελέγξω, να κλειδώσω εκείνη την πόρτα και να πατήσω στην πραγματικότητα και μόνο. 
-Μήπως λειτουργεί εις βάρος σου αυτό;
-Όχι γιατί έχω μάθει να το ελέγχω. Στην αρχή είναι επικίνδυνο...πάντα είναι επικίνδυνος ο ανθρώπινος νους...Παίζει μαζί σου, μέσα απ'τα όνειρα που κατασκευάζει είτε όταν κοιμάσαι είτε όταν είσαι ξύπνιος, μπορεί να σου στείλει εικόνες που αδυνατείς να ερμηνεύσεις, σκέψεις που δεν ξέρεις πραγματικά από που πηγάζουν...Μέχρι κάποια στιγμή να τρελαθείς. Αυτά είναι τα αποτελέσματα της φαντασίας χωρίς μέτρο, είναι σαν ναρκωτικό, από τα πολύ ισχυρά. Φτιάχνεις μια πραγματικότητα δική σου, ζεις εκεί, κι ακόμα κι αν όλοι προσπαθούν να σε βγάλουν απ'αυτή εσύ αδυνατείς να ξυπνήσεις. 

Ανασήκωσε το κεφάλι του από το βιβλίο ξεφυσώντας. Όχι δε γινόταν να συγκεντρωθεί και να διαβάσει σήμερα. Ήταν λες κι άκουγε τη φωνή της συνέχεια, όχι μόνο στο κεφάλι του, μα και στο δρόμο, ακόμαι και μέσα στα ακουστικά του κάποιες φορές. Κι όμως προσπαθούσε να τον προειδοποιήσει, προσπαθούσε να του δείξει ότι δεν έπρεπε να προσκολληθεί σε εκείνη, δεν έπρεπε να χαθεί στις σκέψεις του, χρειαζόταν κάποιον να τον τραβήξει και γρήγορα μάλιστα, πριν η μαύρη εκείνη άβυσσος της φαντασίας του απέβαινε εις βάρος του κι από χάρισμα μετατρεπόταν σε κατάρα... Μα δεν ήταν ήδη κατάρα;

Ξύπνησε απ'τον ήχο του τηλεφώνου...
- Καλημέρα, από το φαρμακείο τηλεφωνώ... Τα φάρμακά σας έχουν φτάσει, όταν μπορέσετε ελάτε να τα παραλάβετε παρακαλώ..Πρέπει να συνεννοηθείτε και με τη γιατρό σας για τη δοσολογία...Χρειάζεται προσοχή με τα αντικαταθλιπτικά γενικά. 
-Ευχαριστώ. Καλημέρα σας...Απάντησε ψυχρά εκείνος καθώς έκλεινε το τηλέφωνο και άλλαζε πλευρό.

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Βότσαλα της βροχής

Κοίταζε το μικρό κοριτσάκι στην παραλία που μάζευε βότσαλα. Έδειχνε τόσο χαρούμενο, κι ας ήταν μόνο του. Φώναζε κάθε φορά που έσκαγε ένα κύμα στην ακτή, κι έπειτα προσπαθούσε να μαζέψει βρεγμένα βότσαλα πριν έρεθει το επόμενο κύμα. Τα τοποθετούσε προσεκτικά σε μια πάνινη τσάντα που είχε μουλιάσει απ'το θαλασσινό νερό, και το χρώμα της είχε ξεβάψει απ'το αλάτι. Το δικό του κοριτσάκι είχε φύγει, χρόνια τώρα. Αυτό εδώ, το κορίτσι της παραλίας, θα μεγάλωνε, θα έκανε φιλίες, σχέσεις, θα σπούδαζε, θα έκανε τα δικά του όνειρα. Το δικό του πάλι πήρε μερικές ανάσες στο θάλαμο του νοσοκομείου, κι ύστερα έφυγε, πριν προλάβει ν'αντικρίσει τον κόσμο. Εκείνος θυμόταν τόσο έντονα την εικόνα του νοσοκομειακού θαλάμου. Νόμιζε ότι οι κραυγές του ίδιου, της Έλλης, όλων, ηχούσαν ακόμη στ'αυτιά του. Μα πιο πολύ απ'όλα θυμόταν τα μάτια της κόρης του. Είχαν εκείνο το σκούρο μπλε της ατίθασης, φουρτουνιασμένης θάλασσας. Απ'τη στιγμή που έχασε τη δική του θάλασσα βρίσκει καταφύγιο στη μικρή παραλία με τα βότσαλα, μετρώντας τα κύματα και παρακολουθώντας τις ζωές των άλλων να εκτυλίσσονται γύρω του.

Είκοσι χρόνια αργότερα

Η Ισμήνη είχε πατήσει τα εικοσιπέντε πια. Καθόταν σκεφτική στην ακροθαλασσιά προσπαθώντας ν'ανάψει τσιγάρο. Φυσούσε υπερβολικά πολύ για πρωινό του Σεπτέμβρη. Παράτησε τις άκαρπες προσπάθειές της και πέταξε το άγγιχτο τσιγάρο λίγο πιο πέρα, στα γκρίζα βότσαλα της γνώριμης παραλίας. " Δε γαμιέται" ψυθίρισε και λίγο μετά έβαλε τα κλάματα κρύβοντας το πρόσωπό της στις παλάμες της. Δεν ήθελε να κοιτάει τη θάλασσα γιατί της θύμισε τα γκρίζα μάτια εκείνου, ειδικά αυτό το μουντό πρωί της Πέμπτης. Ήθελε μόνο ν'ακούει το φλοίσβο των κυμάτων που της θύμιζε τόσο την ανάσα του. Τώρα κάθε πρωί ξυπνούσε μόνη σ'ένα δωμάκριο τόσο γεμάτο από τη νεκρική αυτή σιωπή. Εκείνος ήταν τόσο μακριά, κι η απουσία του τόσο έντονη στη ζωή της, αν είχε ακόμα ζωή. Τι ήθελε κι εκείνος ο μεσήλικας, κάθε μέρα τόσα χρόνια τώρα.. Απ'όταν θυμόταν τον εαυτό της να'ρχεται σ'αυτήν την παραλία θυμάται κι εκείνο τον κύριο με τα γένια και τα φθαρμένα τζιν να κάθεται κάθε πρωί στη θάλασσα και να την κοιτάει μ'ένα βλέμμα άδειο,απλανές...

Μα κάποιες φορές η απουσία εκείνων που έζησες μαζί τους είναι το ίδιο ισχυρή με αυτή εκείνων που δεν πρόλαβες καν να γνωρίσεις...










Καλό απόγευμα :)

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Απογοήτευση.

Βγήκε απότομα από την εθνική φρενάροντας και άφησε τη μηχανή στο χώμα, φυτεμένο με πικροδάφνες, ακριβώς μπροστά στο μεταλλικό προστατευτικό κιγκλίδωμα στην άκρη του δρόμου. Κοίταζε κάτω και ζαλιζόταν. Βράχια, τραχιά, μύριζαν χώμα... και λίγο πιο μακριά -πολύ πιο κάτω στην πραγματικότητα- το απέραντο μπλε. Τα κύματα έσκαγαν στην ακτή με δύναμη τεράστια κι ο άνεμος βούιζε μες στο κεφάλι της. Έβγαλε το κράνος κι ένιωσε τα μαλλιά της να φεύγουν με τον άνεμο. Τα σύννεφα πύκνωναν στον ουρανό ενώ εκείνη έβγαζε τα ζεστά ρούχα της κι ένιωθε κάθε πόρο του δέρματος της να ανοίγει καθώς εισχωρούσε το κρύο. Άρχισε να ψιχαλίζει κι εκείνη είχε πια περάσει το κιγκλίδωμα, ένα βήμα και μετά δε θα υπήρχε άλλο. Το τελευταίο βήμα που θα έκανε θα την ένωνε με τη θάλασσα, τη στιγμή που οι χαμένες σταγόνες της βροχής ξαναγυρνούσαν εκεί που ανήκουν-αυτό έπρεπε να κάνει κι εκείνη (εξάλλου μια χαμένη σταγόνα βροχής ήταν κι αυτή!), και τον άνεμο που την παρότρυνε συνεχώς, σπρώχνοντάς την όλο και πιο πέρα.
Δε λύγισε τα γόνατά της για να πάρει φόρα. Απομακρύνθηκε από το κιγκλίδωμα και στάθηκε στη μέση του δρόμου. Όχι , δε θα άφηνε κανένα αυτοκίνητο να την παρασύρει ή να τη χτυπήσει σοβαρά. Έτρεξε με όλη της τη δύναμη, σαν να την κυνηγούσαν-μα την κυνηγούσαν, αναμνήσεις, σκέψεις, ο εαυτός της, οι άλλοι, η ζωή, η αδυναμία του χαρακτήρα της, η απάθειά της, τα ελαττώματά της, η απόρριψη, όλα- και πέταξε. Άνοιξε τα χέρια της στα πλάγια εκείνα τα δευτερόλεπτα της πτώσης. Δεν πέρασε καμιά εικόνα απ'το μυαλό της, ούτε ανάμνηση, ούτε αγαπημένα πρόσωπα ή αντικείμενα, τίποτα. Περίμενε ν'ακούσει έστω μια μελωδία στ'αυτιά της, να της δείξει ότι επιτέλους άγγιζε την ελευθερία, και πάλι τίποτα. Το σκούρο μπλε πλησίαζε, όμως τώρα έμοιαζε πιο πολύ με μια μάζα  άσπρη, αφρισμένη, θυμωμένη για ό,τι συνέβαινε. Το τελευταίο συναίσθημα που βίωσε ήταν το ζεστό νερό να αγκαλιάζει το σώμα της αντίθετα με τον κρύο αέρα.
Και εκείνη τη στιγμή άνοιξε απότομα τα μάτια της με το αίσθημα της πτώσης.
-Όλα καλά; ρώτησε εκείνος, καθισμένος στον καναπέ με το λάπτοπ ακουμπισμένο στα γόνατά του, ξενυχτώντας λόγω της δουλειάς.
-Ναι, μόνο εκείνο το περίεργο αίσθημα της πτώσης, ξέρεις της απογοήτευσης.





 Υ.Γ. Δεν ήμουν πάντα ούτε τόσο σνομπ, ούτε τόσο αναίσθητη ή κυνική. Αν γνώριζα τον παλιό εαυτό μου είμαι σίγουρη ότι θα με λάτρευα.

 Όσα κομμάτια κι μπορέσεις να ενώσεις
Δεν θα σου φτάσουν μια στιγμή για να με νιώσεις
Στα είπα όλα
Φίλα με τώρα


Καληνύχτα!