Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα dream. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα dream. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Θα αργήσω στο μάθημα στις εννιά νομίζω..

Τρέχουμε και μου κρατάς το χέρι. Τα κολονάκια του δρόμου περνούν κάτω απ'τις ενωμένες παλάμες μας. Εσύ χαμογελάς όλο και πιο έντονα κι εγώ νιώθω ότι ξυπνάω. Προφανώς και ήταν όνειρο.
Γιατί εσύ δεν έχεις αντοχές να τρέχεις και εγώ δε σε παίρνω από το χέρι για να σε αναγκάσω γιατί φοβάμαι μη σε πιέσω και τότε μπορέσεις να τρέξεις για να φύγεις μακριά μου.
Γιατί εσύ δε χαμογελάς συχνά πια, για την ακρίβεια χαμογελάς πολύ σπάνια με εκείνο το όμορφο πραγματικό σου γέλιο, αυτό που φτάνει ως τα μάτια σου και τα κάνει να φαίνονται ακόμα πιο φωτεινά απ'ότι είναι.
Θέλω να σε πάρω τηλέφωνο να σου πω μόνο ένα καλημέρα, να ακούσω τη νυσταγμένη φωνή σου να μου λέει "καλημέρα χαζή", γιατί ξέρω ότι αυτό θα μου αρκεί για να βγάλω όλη τη μέρα με τα μαθήματα και το διάβασμα*. Κι όμως ξέρω ότι είναι άδικος κόπος. Ο συνδρομητής που καλέσατε έχει πιθανόν το τηλέφωνό του απενεργοποιημένο. Παρακαλώ καλέστε αργότερα.
Πιστεύω ότι θα είχε λίγο περισσότερο σασπένς αν κάπου κάπου με έψαχνες κι εσύ. 
Ίσως σε κάποιο όνειρό σου, μέσα στο φλυτζάνι του καφέ που δεν πίνεις, κάπου μπροστά στα κάγκελα της ταράτσας σου, ή ίσως και στις διάφορες στιγμές στο μυαλό σου.
Ίσως αυτό να έφερνε ξανά κάποιες στιγμές το χαμόγελο αυτό στα χείλη και τα μάτια σου, ίσως μετά να ήθελες να τρέχουμε και να μου κρατάς το χέρι και τα κολονάκια του δρόμου να περνούν κάτω απ'τις ενωμένες παλάμες μας. Εσύ τότε θα χαμογελάς όλο και πιο έντονα κι εγώ θα νιώθω ότι ξυπνάω, ότι νιώθω κάθε στιγμή και πιο ζωντανή.



*(ΠΠΠ σου λέει μετά..Περίοδος Προετοιμασίας Πανελληνίων).

Καλημέρα=)

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Αυτός ο νοτιάς μας διαλύει όμως..

Στεκόμουν, λέει, σ'ένα ξέφωτο. Ήμουν κάπου στο κέντρο και φώναζα, μα δε μ'άκουγε κανείς. Στην αρχή φώναζα ονόματα, γνωστά-μήπως και εμφανιζόταν κάποιο πρόσωπο που να ήξερα. Ύστερα, όταν είδα ότι κανείς δεν απαντούσε άρχιζα να φωνάζω το όνομά σου. Κι όταν κατάλαβα πως ούτε κι εσύ δε θα ερχόσουν ξεκίνησα να φωνάζω σκόρπιες φράσεις, να απαγγέλω δυνατά αποσπάσματα πραγματικών ή φανταστικών διαλόγων, και να αλλάζω τον τόνο της φωνής μου ανάλογα με τον ομιλιτή. Και πάλι κανείς δεν έδειξε να αντιδρά στα λόγια μου. Κι έπειτα άρχισα να τρέχω γύρω γύρω φωνάζοντας τα θέλω μου, κι όταν κατάλαβα ότι ήμουν απόλυτα μόνη, άρχισα να χορεύω με τη μουσική της φύσης και να φωνάζω Είμαι ελεύθερη. Κι εκείνη τη στιγμή ένιωσα τύψεις και σταμάτησα. Ένιωσα ότι δε θα έπρεπε να είμαι ελεύθερη, ότι δεν είχα μάθει να είμαι. Φοβήθηκα μη με μαλώσει κάποιος, ένιωσα ο χειρότερος παραβάτης του νόμου της ζωής. Κι εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκες εσύ, κι ένιωσα πως μ'είχες πιάσει στην πιο ιδιωτική στιγμή μου. 
-Τι κάνεις εδώ ολομόναχη;
-Σε περίμενα.
-Πώς ήξερες ότι θα έρθω;
-Εσύ πώς ήξερες ότι ήμουν εδώ;
-Μα δεν έψαχνα εσένα.
-Και τι ψάχνεις εδώ τότε;
-Την ελευθερία μου. Μα πρέπει να έφυγε. Μήπως της είπες κάτι;
-Νομίζω ότι σου την πήρα.
-Τώρα ήρθα, μπορείς να μου τη δώσεις.
-Μα δε θέλω, είναι όμορφη.
-Ναι αλλά μου ανήκει!
-Όχι πια αγάπη μου. Τώρα ανήκει σ'εμένα και μπορώ να τη διαχειριστώ όπως εγώ θέλω. Μπορώ να τη λατρέψω, να τη χρησιμοποιήσω, να τη μολύνω, να τη διαλύσω ή να την ερωτευτώ.
-Και τι από όλα αυτά θα κάνεις κοριτσάκι; Πιο πιθανό από όλα είναι να τη βαρεθείς και να την αφήσεις μόλις παίξεις μαζί της..
-Με άφησε να τη ζήσω για λίγα μόνο δευτερόλεπτα, νομίζω ότι την έχω ήδη ερωτευτεί ξέρεις...



Υ.Γ. Στη φωτογραφία απεικονίζεται το παλάτι του Δράκουλα των Καρπαθίων, του γνωστού Κόμη Δράκουλα, δηλαδή, το οποίο επισκέφτηκα μερικές βδομάδες πριν. :)

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

dream until, until ...?

Ονειρευόμουν, ονειρευόμουν ότι με κρατούσες, τα χέρια σου τυλίγονταν γύρω από τη μέση μου, κι εγώ ανατρίχιαζα. Ύστερα φιλούσες τη βάση του λαιμού μου και έφευγες. Με βήματα πιο απαλά απ'τον άνεμο. Δεν σ'άκουγα, μα ήξερα πως είχες φύγει. Σε ένιωθα, συνδεομασταν εγκεφαλικά ξέρεις. Μετά ξύπνησα. Ήταν από εκείνα τα όνειρα που δε θέλεις να τελειώσουν, από τα όνειρα που μόλις τελειώσουν ξανακλείνεις τα μάτια σου μήπως και συνεχιστούν. Κι όταν διαπιστώσεις ότι δεν πρόκειται ποτέ πια να συνεχιστούν, πλάθεις τη συνέχεια στο κέφαλι σου, μα ξέρεις ότι δε θα ήταν έτσι η συνέχεια, κι έτσι βαριέσαι, πετάς τις κουβέρτες και σηκώνεσαι να φτιάξεις καφέ. Από τα όνειρα που σου προκαλούν μια επιθυμία να καπνίσεις ένα από εκείνα τα τσιγάρα της σκέψης, από εκείνα τα τσιγάρα που ενώ ρουφάς αναρωτιέσαι και ενώ φυσάς τον καπνό απελπίζεσαι.Μετά σβήνεις ξαφνικά κι αποφασιστικά το τσιγάρο στο σταχτοδοχείο, παίρνεις το παλτό σου και φεύγεις, ξεχνώντας την καφετιέρα στην πρίζα. Ξεκινάς να τρέχεις, φτάνεις στη μεγάλη κατηφόρα, τώρα κόβεις γιατί γλιστράει-έβρεχε πριν. Συνεχίζεις με γρήγορο περπάτημα μέχρι την ανηφόρα, και σε ένα δεκάλεπτο έχεις φτάσει στο πάρκο. Δε διστάζεις να περάσεις μέσα από αυτό, παρόλο που είναι πρωί κι οι άστεγοι ή τα πρεζάκια που διανυκτερεύουν εκεί ίσως να μην έχουν ξυπνήσει ακόμα. Σταματάς βιαστικά σε μια καφετέρια και παίρνεις ένα γαλλικό σκέτο στο χέρι, καθώς θυμάσαι ότι ξέχασες την καφετιέρα στην πρίζα. Βρίζεις χαμηλόφωνα καθώς καίγεσαι με τον καυτό καφέ. Κατεβαίνεις το μεγάλο δρόμο με τα πολλά καταστήματα που ακόμη δεν έχουν ανοίξει όμως κάποιες πωλήτριες αλλάζουν διακόσμηση στις βιτρίνες ενώ δυσανασχετούν μιας κι απεχθάνονται τη δουλεία  δουλειά τους. Στρίζεις δεξιά και βλέπεις το μεγάλο συντριβάνι, προχωράς ευθεία γα λίγη ώρα. Δεξιά σου μια εκκλησία και λίγο πιο κάτω φαίνεται η θάλασσα. Νευριάζεις κι άλλο με τον εαυτό σου που ξέχασες να πάρεις μαζί σου τα ακουστικά σου αφού ανακαλύψεις ότι δε βρίσκονται στην τσέπη του παλτού σου. Μα και να τα είχες πάρει δεν έχεις μαζί σου το κινητό σου, θυμάσαι, καθώς περπατάς στο λιμενοβραχίονα, πάλι, προσπαθώντας να αδειάσεις το μυαλό σου από σκέψεις και να βυθιστείς μόνο στην ηρεμία που προσφέρει το θέαμα της θάλασσας νωρίς το πρωί, μια απαίσια, μουντή, συννεφιασμένη μέρα. Νωρίς το πρωί.Ο καφές σχεδόν τέλειωσε. Πετάς το άδειο φελιζόλ στον επόμενο κάδο. Θυμάσαι μερικά χρόνια πριν που ζωγραφίζατε πάνω στα άσπρα φελιζόλ από τους καφέδες του κυλικείου του λυκείου και γελούσατε μαζί.Κάνει κρύο και ξεκινάει να ψιχαλίζει. Εσύ σχεδόν τρέχεις προς το φάρο. Στη μέση της διαδρομής, στην κυκλική διαπλάτυνση σταματάς και σκύβεις ακουμπώντας τα γόνατά σου. Έχεις λαχανιάσει. Τώρα οι στάλες της βροχής είναι πιο χοντρές. Δεν υπάρχει υπόστεγο κι εσύ δεν προλαβαίνεις να γυρίσεις πίσω. Δακρύζεις και νιώθεις τα δάκρυα να γίνονται ένα με τη βροχή. Θέλεις να φτάσεις στο τέρμα, στο φάρο, ξέρεις ότι αν μαζέψεις δύναμη να ξεκινήσεις θα έχεις την αντοχή να φτάσεις, μα δε βρίσκεις κάτι να σου δώσει την ώθηση να ξεκινήσεις να τρέχεις. Γυρνάς να κοιτάξεις προς τα πίσω, μακριά. Βλέπεις μια ανθρώπινη φιγούρα να πλησιάζει, να περνάει και να φεύγει.

α) Είναι ο εαυτός σου που συνεχίζει να ακολουθεί τη ρουτίνα του ενώ μένει προσκολλημένος στο παρελθόν του.
β) Η φιγούρα σε πλησιάζει, σου ζητάει τσιγάρο, κι εσύ δίνεις. Περπατάτε σιωπηλά δίπλα δίπλα ενώ βρέχει χωρίς να μιλάτε. Γυρνάτε πάλι στην αρχή της διαδρομής κι ο καθένας τραβάει το δρόμο του. Εσύ του έδωσες τσιγάρο κι εκείνος συντροφιά.
γ) Συνεχίζεις την πορεία σου, μέχρι το τέρμα. Σε πλησιάζει όλο και περισσότερο. Αρχικά φοβάσαι. Έπειτα γυρνάς, τον αντικρίζεις. Σε αγκαλιάζει και σε φιλάει απαλά στη βάση του λαιμού σου. Κλαις, ενώ σφίγγεσαι πάνω του. Συνεχίζετε μαζί μέχρι το φάρο, έπειτα πίσω. Ανάβει τσιγάρο και σου το δίνει. Εσύ το πατάς κάτω, με δύναμη, το σβήνεις, το λιώνεις. Κι ύστερα τον φιλάς.

Διαλέγετε την εκδοχή που σας βολεύει.


Καληνύχτα.

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

θέλω τη μέρα που θα φύγεις,

Ήταν λες και το πόδι του είχε κολλήσει αποφασιστικά στο γκάζι. Οι πινακίδες διαδέχονταν ακατάπαυστα η μια την άλλη, όμως εκείνος δε σταματούσε, δεν έστριβε. Προχωρούσε ευθεία. Ώρες πίσω του η Λυόν. Μέχρι που έφτασε στο τέλος του εθνικού, έπρεπε να διαλέξει. Δεξιά για Μονπελιέ κι αριστερά για Μασσαλία. Έκλεισε τα μάτια για κλάσματα του δευτερολέπτου. Άφησε τον εαυτό του ελεύθερο. Το τιμόνι έστριψε σχεδόν μόνο του δεξιά. Μονπελιέ. Δεν είχε ξαναπάει εκεί. Είχε δει όμως πολλές φορές αγώνες της ομώνυμης ομάδας στην τηλεόραση. Είχε δει πολλά στην τηλεόραση, κι άλλα τόσα στο δρόμο. Το πόδι του παρέμενε κολλημένο στο γκάζι. Η γύρω περιοχή ήταν απογυμνωμένη από δάση, έτσι ήταν γενικά ο γαλλικός νότος. Νότος. Το μυαλό του έκανε δυο συνειρμούς ταυτόχρονα. Έτσι δαιδαλώδες ήταν πάντα το μυαλό του. Νότος.καλοκαίρι,αναμνήσεις,παρέα,φίλοι,νεότητα,ανεμελιά,συναυλίες,διάβασμα,διακοπές,ταξίδια,γέλια,γέλια πολλά,κρασί και τάβλι και καφές μέτριος...Ήταν λες κι εστίαζε ολοένα και πιο συγκεκριμένα. Νότος. Όπως νόστος. Όχι δεν ήθελε να γυρίσει πίσω, δε μπορούσε να γυρίσει πίσω. Είχει υποσχεθεί στον εαυτό του καινούρια αρχή. Μόνο δυο τρία πράγματα είχε κρατήσει από την παλιά του ζωή, κι αυτά δεν ήταν πράγματα. Ήταν αναμνήσεις απ'αυτές που χαράσσονται βαθιά, επιθυμίες ανικανοποίητες,απωθημένα, και τύψεις. Προς τι οι τύψεις; ρωτούσε ο άλλος του εαυτός...Μα εκείνος απέστρεφε το βλέμμα, δεν είχε όρεξη για εσωτερικούς μονολόγους. Ήταν εξαντλητικοί, κι εκείνος είχε δρόμο πολύ ακόμα μπροστά του. Προς τι οι τύψεις; ρώτησε ξανά ο άλλος του εαυτός. Εκείνος πάτησε το πλήκτρο της αναπαραγωγής στο σιντί. Δεν είχε όρεξη για γαλλική μουσική τώρα. Ήθελε κάτι δικό του...δικό του. Προς τι οι τύψεις; τώρα άκουγε τη φωνή της στο αυτί του, να ψιθυρίζει, με ένα τόνο ειρωνικό,πληγωμένο και γλυκό ταυτόχρονα. Προς τι οι τύψεις αγάπη μου; 
Σταμάτα. Ήθελε να φωνάξει εκείνος. Σταμάτα. Οι τύψεις..οι τύψεις, κοριτσάκι, είναι γιατί δε μπόρεσα να κρατήσω τον εαυτό μου. Γιατί δεν ήθελα να είσαι δική του ή του οποιοδήποτε. Γιατί σε ήθελα για μένα και μόνο. Και τόλμησα, σε διεκδίκησα, σε κατέκτησα, μέχρι που μου παραδόθηκες ολοκληρωτικά. Μέχρι που κατείχα το σώμα, την ψυχή, το πνεύμα και τη σκέψη σου. Μέχρι που κατέκτησα το είναι σου. Αλλά μετά με φόβησε. Με φόβησες. Με φόβησε το να ξέρω ότι θα μπορούσα να σε πληγώσω όποτε ήθελα. Ήξερα ότι κι εσύ το ίδιο θα μπορούσες να κάνεις. Όμως..Όμως εσύ δε θα το έκανες. Γι αυτό ένιωσα ότι δε θα χάσω τίποτα αν δοκίμαζα τη δύναμή μου. Κι έτσι σε πλήγωσα, χειρότερα απ'τον καθένα. Εγώ, πρώτα σε κατάκτησα ολοκληρωτικά, ύστερα σ'αγαπησα πραγματικά και τέλος σε έκαψα, αγάπη μου, η φωτιά της αγάπης σου έκαψε τον κόσμο μου, ολοσχερώς. Γι αυτό έφυγα. Ίσως κι η φυγή μου να ήταν αυτή που σε κατέστρεψε. Δεν ξέρω πότε έριξα το πρώτο σπίρτο. Τώρα φεύγω. Έφυγα. Σ'άφησα. Δε σε δοκιμάζω. Ξέρω ότι οι μεγάλοι έρωτες σαν τον δικό μας δεν είναι για δοκιμές. Είναι για τα άκρα. Κι επειδή έφυγα εσύ θα θυμώσεις, θα ξεσπάσεις, θα κλάψεις και θα το ξεπεράσεις. Εσύ θα αναγεννηθείς απ'τις στάχτες σου κι εγώ θα ξαναφυτέψω την καμμένη πλαγιά μου.
Το αυτοκίνητο κατάπινε τα χιλιόμετρα κι η μουσική κατάπινε το ατοκίνητο, κι ύστερα όλα μαζί κατάπιναν εμένα. Ήμουν στο Μονπελιέ. Δυο ώρες μετά έβγαινα από το δωμάτιο του ξενοδοχείου. Είχα ξεμείνει από καπνό. Κι εσωτερικός μονόλογος χωρίς καπνό δεν υφίσταται. Έπεσα πάνω της στο διάδρομο. Βγήκε από την απέναντι πόρτα. -Ποια είσαι; τη ρώτησα κοκαλωμένος. -Αυτή που δε θα σε αφήσει να τη διαλύσεις. Αυτή που λάτρεψε τη φωτιά αντί να την πολεμήσει..Αυτή που έκανε τη φωτιά ένα με το είναι της, μου απάντησε κι ύστερα έσπρωξε την πόρτα του δωματίου μου. Έκλεισε δυνατά την πόρτα πίσω της καθώς με έριχνε στο κρεβάτι. Έβγαζε τα ρούχα μου κι ήταν σαν να πετούσαν πάνω μου σπίρτα αναμένα κι εγώ να ήμουν αλειμένος με πετρέλαιο. Άναβα, όλο και πιο πολύ. Κι εκείνη χαιρόταν, ήταν λες και τα μάτια της πετούσαν τις φλόγες που με κατέκλυζαν. Ήταν λες και τα χείλη της όταν ακουμπούσαν τα δικά μου μετέδιδαν αέρα καυτό που δε μ'άφηνε ν'αναπνεύσω, έπαιρνε όλο μου το οξυγόνο εκείνη για να συνεχίσει να παράγει τη φωτιά της. Έπειτα ήμουν μέσα της. Μέσα στο σώμα, στο μυαλό, στην ψυχή της ξανά. Κατέκλυζα κάθε μόριό της κι εκείνη κάθε δικό μου, μα εκείνη μ'έκαιγε. Διψάω, ψιθύρισε σιγανά δίπλα στ'αυτί μου, κι ήταν λες και έκαιγα ακόμα περισσότερο εγώ. Μα βέβαια, με τόση φλόγα που τροφοδοτούσε και πετούσε σ'εμένα πώς να μη διψάσει; Έτσι κι εγώ της πρόσφερα το μοναδικό πράγμα που μπορούσα. Αφού την κατέστρεψα, αφού την έκαψα κι εκείνη μπόρεσε κι έσβησε τον εαυτό της, κι ύστερα κατάφερε να κάψει εμένα, έπρεπε να σβήσω και τους δυο μας, έπρεπε. Μπορούσαμε να λυτρωθούμε, το ήξερε, γι αυτό ήρθε, γι αυτό τα κατάφερε. Κι έτσι την ξεδίψασα, έτσι έσβησα όλοι τη φωτιά της, έτσι μας έσβησα και τους δυο κι εκείνη ούρλιαζε καθώς το δικό μου νερό έσβηνε τη φωτιά της. Κι όταν οι θερμοκρασίες μας εξισώθηκαν κι εγώ βγήκα απ'το σώμα της, ήξερα ότι δεν είχα βγει από την ίδια. Ήξερα ότι ήμουν, είμαι και θα είμαι τα πάντα. Όμως τώρα πια πιο πολύ θα είναι εκείνη η φωτιά κι η καταστροφή μου κι εγώ θα είμαι το νερό της. Ίσως και να τα καταφέραμε, πού ξέρεις..Ίσως και να'μαστε κι οι δυο πια ίσοι ... Πάντως συμπληρωμένοι είμαστε σίγουρα.


Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Οπτασίες (κι ένα μπλογκ δύο χρόνων!)

Έτρεχε σ'ένα λευκό διάδρομο. Οι τοίχοι ήταν λευκοί, τα πλακάκια και το ταβάνι το ίδιο. Εκείνη φορούσε ένα φόρεμα κόκκινο, μέχρι το γόνατο, αέρινο, και τα μάτια της ήταν δεμένα με μια κορδέλα μαύρη. Δεν έβλεπε, μα και να τα άνοιγε δε θα'βλεπε μέσα στη λαμπερή μονοτονία του λευκού. Διένυε χιλιόμετρα λευκής έκτασης καθημερινά. Ήξερε ότι απ'την ανατολή έως τη δύση θα προλάβαινε να διανύσει το λευκό διάδρομο. Απ'την ανατολή έως τη δύση του ήλιου. Απ'την αρχή ως το τέλος του διαδρόμου. Και την νύχτα η αντίθετη πορεία. Απ'το πέρας πάλι πίσω στην αρχή. Απ'τη δύση στην ανατολή, ξημέρωσε. Όμως ο διάδρομος δε μαύριζε τη νύχτα, παρέμενε λευκός. Γι αυτό προτιμούσε να διανύει διαδρόμους αντί για δρόμους, να αγγίζει τοίχους αντί για ανθρώπους, να 'ναι όλα γύρω της λευκά κι αυτή να βλέπει μαύρα αντί να 'ναι όλα κατάμαυρα κι αυτή να τα νομίζει ως άσπρα. Χίλιες φορές ντυμένη κατακόκκινα -να αντιτίθεται και να ξεχωρίζει- απ'ότι να 'ταν στα μαύρα ή στα λευκά. Δεν υπήρχαν άλλα χρώματα, μόνο το λευκό, το δέρμα της, το μαύρο, τα μαλλιά της, το κόκκινο τα ρούχα της. Πάντα αυτά τα χρώματα υπήρχαν, μόνο που να, κάποτε άσπρα ήταν τα όνειρά της, μαύρη η ζωή της, και κόκκινη η ίδια, ματωμένη, πληγωμένη. Κι όμως, μπόρεσε να σηκωθεί ξανά.Ίσως να'ταν καλύτερα να μην είχε σηκωθεί ποτέ αν ήταν να φοβάται. Τώρα τριγυρνάει μόνη σε ένα λευκό διάδρομο κάθε μέρα για να νιώθει ζωντανή. Ξαφνικά το λευκό θάμπωνε. το μαύρο στα μάτια της θάμπωνε. Ένιωθε το φόρεμα να θαμπώνει κι αυτό να γίνεται ροζ, ύστερα πιο απαλό, κι ακόμα πιο απαλό και τέλος πάλλευκό, κι εκείνη να χάνεται, να απορροφάται από το άσπρο όπως και κάθετι άλλο.

-Δε θα καταφέρει να βγάλει το βράδυ, πρέπει να αποφασίσετε αν θα δωρίσετε τα όργανά της.
-Πάρτε ότι θέλετε. Μόνο τα όνειρά της αφήστε μου, μόνο τις σκέψεις και τις αναμνήσεις της, τα συναισθήματά της. Εγώ αυτά θέλω. Κλείστε τα σ'ένα από εκείνα τα λευκά κουτιά με τους κόκκινους σταυρούς και μεταφέρτε τα επειγόντως εκεί που οι άνθρωποι έχουν χάσει κάθε ελπίδα, κάθε ίχνος καλοσύνης κι ονείρου. Τα δικά της θα φτάσουν για όλους.

 

Κι αν θες να δεις τ'αληθινά να καίνε πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν'ανέβεις!

Το μπλογκ έκλεισε αισίως δύο χρόνια, δίπλα μου ή μάλλον μαζί μου, ή μάλλον μέσα μου και παντού στη ζωή μου. Τις τελευταίες ημέρες σκεφτόμουν σοβαρά να το κλείσω, όπως με πιάνει ανά περιόδους, αλλά να'ναι καλά ο Β*. Ευχαριστώ όσους διαβάζουν τα κείμενά μου γιατί όπως και να το κάνουμε με κάνει να χαμογελώ το γεγονός ότι σε κάποιους αρέσει ο τρόπος που εκφράζομαι. Ωστόσο σκοπός μου παραμένει να είναι να εκφραστώ και μόνο, και να ξεσπάσω. Γι αυτό μπορεί να μην απαντάω στα σχόλιά σας τελευταία, ωστόσο θα φροντίσω να το διορθώσω αυτό. Καθυστερημένα καλό μήνα, και καληνύχτα. Βροχοποιός.


Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

Αθήνα, ένα βροχερό σαββατοκύριακο του Νοέμβρη, 2014

Αθήνα, ένα βροχερό σαββατοκύριακο του Νοέμβρη, 2014.

Άκουγα τους γνώριμους στίχους του welcome tone, της... "It's my life" των Bon Jovi και σκεφτόμουν ότι 4 χρόνια περίπου έχει παραμείνει ίδιος ο ήχος που με κάνει να νευριάζω μαζί της όταν δε σηκώνει το τηλέφωνο, όταν επιτέλους αποφάσισε να απαντήσει.
-Έλα Μάρσυ, είμαι με την Ηλέκτρα και περιμένουμε τα κορίτσια και το Γιάννη στο σταθμό. Φτάνουν με το τρένο σε ένα τέταρτο περίπου. Κατά τις δώδεκα θα περάσουμε απ'το σπίτι σου, μαζί και με την Καλλιόπη, να πάμε για κανένα ποτό σ'αυτό το ωραίο μαγαζί με τη τζαζ που ανακαλύψαμε πριν καμιά βδομάδα! Όλα έτοιμα για την έκπληξη;
- Ωραία, θα ενημερώσω και τα παιδιά. Τώρα είναι εδώ ο Ορέστης κι ο Νίκος αλλά δε νομίζω να έρθουν μαζί μας το βράδυ, αν και με βοήθησαν να φτιάξουμε την τούρτα και το σπίτι για να είναι έτοιμα για την έκπληξη όταν φτάσει η Ηλέκτρα και πριν βγούμε.
-Όλα ρολόι, λοιπόν. Μίλα με το Μπιλλ και το Γιάννη-ισχύει η συνεννόησή μας. Φιλιά!
 Κι ο ήχος τουτ τουτ, της γραμμής που κλείνει. Χαμογελάω αυθόρμητα.
- Μαρμαρ εμείς λέμε να πηγαίνουμε μιας και θα περάσουν η Λίλυ και τα κορίτσια για ταινία απ'το σπίτι και πρέπει να συγυρίσουμε λίγο, μην είναι σαν βομβαρδισμένο. 
-Ευχαριστώ για τη βοήθεια παιδιά, αν θέλετε περάστε το βράδυ, ίσα να πείτε χρόνια πολλά στην Ηλέκτρα.
Τους αγκαλιάζω πριν φύγουν για το απέναντι διαμέρισμα, κλείνω την πόρτα πίσω τους και δυναμώνω τη μουσική . Αποκοιμιέμαι στον καναπέ αγκαλιά με το βιβλίο μου, χωρίς να το καταλάβω, κούραση ημερών. Μου φάνηκε ότι ήταν δύο δευτερόλεπτα μετά όταν χτύπησε το θυροτηλέφωνο. Ξύπνησα πανικόβλητη. Εντεκάμισι έδειχνε το ρολόι, και δεν είχα κάνει καν μπάνιο! Άνοιξα στο Μπιλλ και το Γιάννη και τους έδειχνα βιαστικά τι πρέπει να ετοιμάσουν ακόμα. Έτρεχα να κάνω μπάνιο και να ετοιμαστώ φωνάζοντας οδηγίες ... "Πάρτε τη Σοφία τηλέφωνο και πείτε της να προσπαθήσει να αργήσει λίγο!".
-Ψιτ, όλα βρίσκονται υπό έλεγχο, χαλάρωσε λίγο.
Δώδεκα ακριβώς. Ο ήχος των τακουνιών μου τους κάνει να γυρίσουν καθώς βγαίνω απ'το δωμάτιο και συνειδητοποιώ ότι τα πάντα είναι τέλεια. Ο Γιάννης γελάει βλέποντας τα τακούνια, θυμόμαστε μια συζήτηση πανω στο θέμα, δύομισι χρόνια πριν. 
Το θυροτηλέφωνο χτυπάει, και στην οθόνη φαίνονται έξι χαμόγελα να ξεχωρίζουν στο σκοτάδι. Πατάω το κουμπί για να ανοίξει η είσοδος.
Είμαι χαρούμενη.

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

ΑΝΥΠΟΜΟΝΗΣΙΑ*

*η εικόνα: καλοκαίρι 2008, Χανιά



Κι εκεί που νομίζεις ότι η φλόγα θα σε κάψει,
ξαφνικά αρχίζει κι ανθίζει,
η αρμύρα σου τρυπάει τα ρουθούνια 
κι εσύ φιλάς τον ώμο της και σκέφτεσαι πως θα θελες 
να γευόσουν μόνο εκείνο το αλάτι που βρίσκεται πάνω της.
Η φωτιά δυναμώνει κι η σιωπή εγκαταλείπει
καθώς όλοι αρχίζουν να φωνάζουν.
Κραυγές στο σκοτάδι και τσούγκρισμα πλαστικών ποτηριών, 
κι ο ήχος απ'το τενεκεδάκι που λυγίζει στο χέρι της.
Βγάλε το μεταλλικό καπάκι και μέτρα το γράμμα του αλφαβήτου,
μην ανησυχείς, δε θα μάθεις ποτέ ποιο γράμμα ήταν,
δε θα απογοητευτείς μπροστά της αν δεν ήταν το δικό της αρχικό,
θα προλάβει να γυρίσει και να σε φιλήσει 
ρίχνοντας το τενεκεδάκι με το χέρι της
και γελώντας δυνατά.
Καλοκαιριάζει.

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Σαν μυρωδιά καλοκαιρινή*

... Is all that we see or seem

But a dream within a dream?...

όπως λέει κι ο edgar allan poe, στο ποίημά του  "a dream within a dream".
Μου αρέσει πολύ αυτός ο τελευταίος στίχος, νομίζω αντιπροσωπεύει ικανοποιητικά την άποψή μου για τη ζωή, αν και θυμίζει σκηνή από την ταινία inception (πολύ καλή ταινία αν και χωρίς υπότιτλους, έστω αγγλικούς, είναι αρκετά δυσνόητη δυστυχώς).
Δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος που γράφω απλά πρέπει να καταμετρήσω κάπου ό,τι με απασχολεί.
  • Με νευριάζει όταν προσπαθώ να σκεφτώ σχετικά με τη σχολή που θα ήθελα να περάσω, ξεκινάω να συζητάω σχετικά με αυτό το θέμα και το άλλο άτομο μου απαντάει "μα έχεις καιρό μπροστά σου", επειδή απλούστατα μου φαίνεται αδύνατο να αφήνω τα πάντα στην τύχη.
  • Είναι απίστευτα τρομακτική η σκέψη του διαβάσματος που έχω να κάνω ακόμα, δεδομένου του ότι ποτέ δεν άφηνα διάβασμα για μετά την πρώτη εβδομάδα των διακοπών.
  • Πότε επιτέλους θα έρθει το καλοκαίρι για το οποίο έχω τόσο σχέδια και τόσο καλό προαίσθημα (αντίθετα με το μεθεπόμενο που θα είναι γεμάτο μαθήματα προφανώς)...! Και μόνο η σκέψη " ίσως πάω στο Λουτρό με τα παιδιά" ή "θα είμαι στη Σταλίδα με τα κορίτσια" ή "δε θα πηγαίνω μόνο στο γυμναστήριο, αλλά και για ποδήλατο, τρέξιμο στο Κούλε ή  θα παίρνω το λεωφορείο μέχρι την παραλία " μου φέρνει κάτι τόσο θετικό στο μυαλό.
  • Και μου φαίνεται τόσο υπέροχο και ταυτόχρονα τόσο χαζό να κάνω σχέδια για το καλοκαίρι και ταυτόχρονα να ανησυχώ για τις εξετάσεις και αντί να κάθομαι να διαβάζω να συνεχίζω αυτό το ανιαρό κείμενο.
  • Και μετά έρχονται στο μυαλό μου σκόρπιες σκέψεις-εικόνες-επιθυμίες. Ηλιοβασίλεμα στο ξενία, βόλτα στα τείχη, τρέξιμο μέχρι το φάρο, ποδήλατο του δήμου με καλαθάκι μπροστά, λογοτεχνικά βιβλία σ'ένα σακίδιο στην άμμο, πλανόδιοι που πουλάνε βραχιόλια με κουδουνάκια στις παραλίες, διαδρομές με το αστικό με κλειστά παράθυρα ή με το ΚΤΕΛ μέχρι το μπαλί, ένα μπαλάκι για ρακέτες παραλίας στα δόντια κάποιου σκύλου, ένα παγκάκι στο τσιμεντένιο σοκάκι που οδηγεί στην άμμο, τσαλακωμένα τενεκεδάκια μπύρας και συγχορδίες κιθάρας, γνωστές μπαλάντες και παράφωνοι ήχοι, η φράση "τα λέμε πλατεία" που μοιάζει ξεχασμένη πια μιας κι η πλατεία πέρασε κι έφυγε, τα βραχιόλια με τις χρωματιστές χάντρες και τα σκουλαρίκια που σου φτιάχνουν τη μέρα με τα χρώματά τους, η κοινή απόφαση των 7 (μου έχετε λείψει κοριτσάκια) για καλοκαιρινά κλαμπ, εσύ (που μέχρι το καλοκαίρι δεν ξέρω αν ακόμα θα είσαι το εσύ ή κάτι απ'το "τα παιδιά" ή το "οι άλλοι").
 
Νομίζω ότι γράφω όλο και πιο ανάλαφρα όσο περνάει ο καιρός, η ζέστη φταίει, κάτι συζητήθηκε και με τον Ο* για θάλασσα από βδομάδα.
Πάω να διαβάσω τώρα που πήρα κουράγιο απ'τις σκέψεις μου.
Καλή ανάσταση σας εύχομαι, και καλά να περνάτε=)



(υ.γ. που προστίθεται, δε δίνω φέτος πανελλήνιες καλέ! Απλά επεξηγώ γιατί μάλλον δε φαίνεται και πολύ από το άρθρο :$)

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

λες και μου ψιθυρίζουν παιχνιδιάρικα οι πιθανότητες "μακάρι" ...*

Ναι όλα είναι εντάξει, καλέ. 
Μόνο που..να... λίγο το κρασί κι η ζάλη που επιφέρει...λίγο η ζέστη κι οι φωνές πολλών ατόμων, λίγο το μέρος που είναι τόσο υπέροχο, με τα ρεμπέτικα να παίζουν, συντροφεύοντας τις συζητήσεις...
Λίγο όλα αυτά, λίγο κι η σκέψη μου που ελευθερώνεται, λίγο κι εσύ δίπλα μου, η αίσθηση του να είσαι τόσο κοντά μου και να με προσφωνείς με το όνομά μου. Και κυρίως η άλλη αίσθηση...που γυρνάω κι αντικρίζω τη θάλασσα το βλέμμα σου, και νιώθω αγαλίαση να κυριεύει το είναι μου, καθώς χαμογελάς και, ω πως ταιριάζεις με το κόκκινο του κρασιού*

*and please, stop being so perfect*

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

Epitaph - King Crimson

Κι όμως όσο καλή φωτογραφική μηχανή κι αν έχεις , δε μπορείς να αποτυπώσεις τα χρώματα που εμαφνίζονται από το παιχνίδι του ήλιου με τα σύννεφα.
Συμπέρασμα της ημέρας ήταν αυτό,μάλλον.
Σήμερα στεκόταν στο μπαλκόνι κοιτάζοντας τα σύννεφα και τις λευκές γραμμές που σχημάτιζαν στον ουρανό τα αεροπλάνα που έφευγαν.Και τότε ήρθε στο μυαλό της μία μελωδία.
Ένα τραγούδι το οποίο της δημιουργεί διαφορετικά συναισθήματα κάθε φορά που το ακούει.
Μπορεί να το μισεί όσο τίποτα τη μία στιγμή και την επόμενη να το λατρεύει και να ψιθυρίζει τους στίχους του για όλη την υπόλοιπη μέρα (ή και νύχτα).
Νιώθοντας το κρύο να τη διαπερνά , κατάλαβε ότι δεν ήταν τόσο έξυπνο εκ μέρους της να βγει στο μπαλκόνι με το φανελάκι.Κι όμως, δεν την ενοχλούσε ούτε το κρύο ούτε ο άνεμος που το κουβαλούσε μέσα του.

Confusion will be my epitaph
As i crawl a cracked and broken path
If we make it we can all sit back and laugh
But i fear tomorrow i'll be crying
Yes i fear tomorrow i'll be crying...

Σήμερα ήταν η μοναδική μέρα που ακούγοντας το τραγούδι δεν ήξερε αν το μισούσε ή αν το λάτρευε.
Υπό την επίδραση του κρύου στον εγκέφαλο της , ο οποίος ξεκίνησε να βουίζει , όλα ήταν αλλιώς.
Άρχισε να το συνειδητοποιεί. Βρισκόταν σε εκείνο το μπαλκόνι ώρες τώρα, ίσως και μέρες ή μήνες.
Είχε χάσει την αίσθηση του χωροχρόνου και ίσως και την ικανότητα της μνήμης.
Το μόνο που ήταν στο παγωμένο μυαλό της ήταν εκείνη η μελωδία και εκείνη η φράση.

Confusion will be my epitaph

Και τότε ένιωσε τον παγωμένο άνεμο να στεγνώνει το ένα και μοναδικό δάκρυ από το πρόσωπό της.