Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα absence. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα absence. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Αμύγδαλα

Πρέπει λέει να πίνω ζεστά για το λαιμό μου.
Ξέρεις, έχει πρηστεί η μία αμυγδαλή. 
Είναι σαν να έχει φυτρώσει ένα αμύγδαλο. 
Ή και δύο.
Στη μια αμυγδαλή.
Όμορφο δεν ακούγεται;
Οπότε μπήκα στη μπανιέρα κι άφησα το νερό να κάψει.
Μετά μπήκα κάτω από τη βρύση κι άρχισα να πίνω καυτό νερό.
Έκαψα τελείως το λαιμό μου τώρα.
Εξάλλου τα αμύγδαλα ψημένα είναι πιο νόστιμα.
Τώρα έχω και δικαιολογία για τις στιγμές που δε μιλάω και δε γελάω.
Θα με ρωτάς τι σκέφτομαι .
Και δε θα χρειάζεται να σου απαντάω καν.
Αφού πια δε μπορείς να διαβάσεις τη σκέψη μου.
Μα κι όταν μπορούσες ανάγνωση έκανες.
Έβλεπες τα αμύγδαλα σαν εικόνα, τα θαύμαζες και τα έτρωγες.
Αμάσητα.
Γι αυτό πάντα τελειώνεις το φαγητό σου πριν από μένα.
Κι εγώ μένω μόνη μου στο τραπέζι.
Μαζεύεις όλα τα πιάτα εκτός από το δικό μου.
Και μετά φεύγεις.
Εγώ μένω.
Συνεχίζω να μασάω αργά το φαγητό μου, μέχρι την τελευταία μπουκιά.
Μα αυτές τις μέρες ξέρεις τι κάνω;
Αφήνω την τελευταία μπουκιά στο πιάτο.
Δεν θέλω να ξέρω τη γεύση της.
Δε θέλω να ξέρω τη γεύση της τελευταίας σκέψης σου.
Περιμένω να μου την πεις εσύ, όχι να τη μαντέψω.
Μα εσύ έχεις από ώρα φύγει.
Κι εγώ περιμένω.
Να έρθει η άνοιξη μάλλον.
Για να ανθίσουν οι αμυγδαλιές και να βγάζω λουλούδια από το στόμα μου.





Στατιστικά, εάν το δεις οι μέρες που ξεκινούν υπερβολικά ευχάριστα καταλήγουν υπερβολικά δυσάρεστα.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Θα πείτε, τ'άστρα είναι μακριά, κι η γη μας τόσο δα μικρή*

ΙΣΤΟΡΙΑ Α'

Ανοίγεις τα μάτια σου.
1...2...3.
Το ξυπνητήρι χτυπά.
1...2...3.
Σηκώνεσαι και στρώνεις το κρεβάτι προσεκτικά.
Βάζεις μηχανικά την καφετιέρα σε λειτουργία όσο ετοιμάζεσαι.
Πας να βάλεις καφέ στο φλιτζάνι και συνειδητοποιείς ότι τρέχει σκέτο νερό.
Πάλι ξέχασες να βάλεις καφέ στο φίλτρο. 
Πάλι κάτι σου χαλάει τη ρουτίνα που έχεις ετοιμάσει για τον εαυτό σου.
 
ΙΣΤΟΡΙΑ Β'

Ανοίγεις τα μάτια σου.
1...2...3.
Το ξυπνητήρι χτυπά.
1...2...3.
Σηκώνεσαι και στρώνεις το κρεβάτι προσεκτικά.
Βάζεις μηχανικά την καφετιέρα σε λειτουργία όσο ετοιμάζεσαι.
Πας να βάλεις καφέ στο φλιτζάνι και συνειδητοποιείς ότι τρέχει σκέτο νερό.
Πάλι ξέχασες να βάλεις καφέ στο φίλτρο. 
Γαμώτο, χτες το βράδυ κοιμήθηκες αργά και ξέχασες να κάνεις αυτά που θέλεις να βρίσκεις έτοιμα το πρωί.
Το σπίτι είναι άνω κάτω χωρίς να είναι βρώμικο.
Κι η ζωή σου είναι άνω κάτω χωρίς να είναι αποκρουστική.
Ίσα ίσα. Επιτέλους έχεις βρει αυτήν την ισορροπία.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ Α'

Έτσι είναι η φοιτητική ζωή. Στον καθένα παίρνει κάποιο χρόνο να προσαρμοστεί. Ο χρόνος αυτός ποικίλει ανάλογα με τον άνθρωπο και τις συνθήκες. Κι επιτέλους η σχολή σου σου αρέσει, τα μαθήματα εξειδικεύονται κάπως κι αρχίζουν να σε ενδιαφέρουν περισσότερο-μάλλον όχι, εσύ ενδιαφέρεσαι και ψάχνεσαι περισσότερο, και συνεπώς αγαπάς αυτό που κάνεις όλο και περισσότερο. Κι έτσι η ψυχολογία σου επιτέλους επανέρχεται στην προ πανελληνίων κατάσταση. 
Εντάξει, ας μην τα παραλέμε, και το πρώτο έτος τις καλές του στιγμές τις είχε, ειδικά προς το τέλος. Γενικά, όσο συνηθίζουμε μια κατάσταση τόσο αρχίζει να μας αρέσει και τόσο τείνουμε να τη βελτιώνουμε προκειμένου να μας αρέσει.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ Β'

Επί του προσωπικού τώρα.
Επιτέλους συνειδητοποίησα ότι ζω στην πόλη των ευκαιριών-σε πολλούς τομείς. 
Επιτέλους εκτίμησα την επιλογή μου, και κυρίως τον κόπο που κατέβαλα για να μπορώ να έχω αυτήν την επιλογή. Γιατί η Αθήνα έχει τις ευκαιρίες. Κι εγώ έχω τα όνειρα και τους στόχους. Και κυρίως, τη διάθεση, και πλέον την παρέα. Και πλέον παρακολουθώ όλες τις συναυλίες και τις ταινίες και τα σεμινάρια και τις ξεναγήσεις και τις δραστηριότητες που ήλπιζα παλιότερα. Κι η πόλη αυτή είναι τόσο όμορφη. Έχει τόσες κρυφές γωνιές για να ανακαλύψεις και να ερωτευτείς. Τόσα δρομάκια να περπατήσεις και τόσους ανθρώπους να χαμογελάσεις, κι ίσως να σου χαμογελάσουν κι εκείνοι. 

-Μ'αρέσει πολύ το θέατρο ρε, θέλω να το δοκιμάσω...αλλά φοβάμαι.
-Εγώ πιστεύω σε εσένα. Πιστεύω ότι θα τα καταφέρεις.
-Πού το βασίζεις αυτό;
-Έχεις μια έμφυτη θεατρικότητα.
-Με λες κι υποκρίτρια τώρα;
(γέλιο.το δικό σου γέλιο).






Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

Ταξίδια (και τα ξύδια)



Καλημέρα.

Μου λείπει η ανάσα σου στο λαιμό μου όταν με αγκαλιάζεις.
Μου λείπουν εκείνα που δε μου έλεγες αλλά ήξερα ότι ήθελες να μου πεις.
Μου λείπει η φωνή σου να μου τραγουδάει για κάποιον ακροβάτη.
Μου λείπει το χέρι σου γύρω απ'το δικό μου.
Μου λείπουν τα βράδια στην ταράτσα σου τα καλοκαίρια.
Μου λείπει η φωνή σου, όταν λέει συγκεκριμένες λέξεις, και κυρίως το όνομά μου, με εκείνο το μοναδικά δικό σου τρόπο.

Κι άλλα τόσα συναισθήματα, εικόνες και γεγονότα.
Που δεν έχει κανένα νόημα να αραδιάζω από τη στιγμή που έχουν χαθεί.
Από τη στιγμή που εμείς έχουμε χαθεί.

Μακάρι να μπορούσαμε να φεύγουμε λίγο πιο συχνά. Κι ας μην πηγαίναμε τόσο μακριά όσο είναι η Ρώμη. Ας πηγαίναμε μέχρι τον επόμενο δρόμο.
Ας πηγαίναμε μέχρι το λιμενοβραχίονα ή την πλατεία.
Ξέροντας ότι πηγαίνουμε μαζί.
Όχι ο καθένας μόνος του κι απλά δίπλα στον άλλο.

Καληνύχτα.

Σάββατο 18 Ιουλίου 2015

one week to go.

Το αναπάντητο ερώτημα θα είναι πάντα ένα, "πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος χωρίς να το καταλαβαίνουμε;" Κι άλλο ένα καλοκαίρι έχει φτάσει στη μέση του, κι εμείς εδώ, κολλημένοι στην Αθήνα. Κι αυτό δεν είναι κακό από μόνο του. Γίνεται κακό αν συνυπολογίσεις την εξεταστική. Κι ακόμα χειρότερο αν σκεφτείς πως τέτοια μέρα, τέτοια ώρα όλος ο κόσμος είναι έξω και περνάει καλά. Ή μέσα και κοιμάται. Ή τέλος πάντων ζει οτιδήποτε χωρίς το άγχος των μαθημάτων και της ζωής που δε ζει, λιώνοντας στη ζέστη. Και θα μου πεις, ο κόσμος έχει τόσα προβλήματα, κι εσένα σε νοιάζει που θα είσαι εγκλωβισμένη στην Αθήνα μέχρι να φύγει αυτός ο απαίσιος μήνας; Ε, ναι. Και που παρ'όλα αυτά δε θα περάσεις τίποτα γιατί δε μπορείς να συγκεντρωθείς λόγω ζέστης και εκνευρισμού για αυτά που χάνεις; Ε, ναι. Και φυσικά το πακέτο μπορεί να γίνει ακόμα χειρότερο στην περίπτωση που είσαι νησιώτης/-ισα όπως εγώ. Γιατί τα καλοκαίρια στα νησιά εμείς οι ντόπιοι τα ζούμε αλλιώς. Αλλά ας μην αρχίσω να σκέφτομαι παραδείγματα (συναυλίες, ποτά, ξενύχτια και συναφείς κρεπάλες) γιατί θα με πάρουν τα ζουμιά. Και ντάξει, μας φτάνει ο ιδρώτας, δε θέλουμε και δάκρυα, φτάνει πια.
Κι επανέρχομαι, αν ο χρόνος κυλάει τόσο γρήγορα που είσαι δεκαεννιά χρονών και έχεις αυτό το μπλογκ από τα δεκαπέντε σου (ουάου) γιατί έχω αυτό το συναίσθημα ότι τούτη η βασανιστική εβδομάδα δε θα τελειώσει ποτέ;


Και το χειρότερο μέσα σε όλα αυτά είναι που λείπεις εσύ απ'τη ζωή μου

Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

Θεραπεία ακτίνων

Ξύπνησε με πονοκέφαλο σήμερα. Και χτες. Και προχτές. Και κάθε μέρα αυτή τη βδομάδα.
Σηκώθηκε βιαστικά κι άνοιξε τα πατζούρια. Το πρωινό φως πλημμύρισε το δωμάτιο. Αυτό επιθυμούσε κι εκείνη. Να νιώσει μια παρουσία στο δωμάτιο, κι ας ήταν το άψυχο φως. Έκανε τα πράγματα να φαίνονται αλλιώτικα... όπως κι ο έρωτας. Κι αφού πλέον δεν υπήρχε έρωτας ας υπήρχε τουλάχιστον φως. Στο δωμάτιο. Γιατί στις σκέψεις της έπρεπε να ψάξει πολύ για να το βρει. Κι αν δεν κοιμάσαι καλά ξυπνάς με πονοκέφαλο. Κι ο πονοκέφαλος δεν ευνοεί την εσωτερική αναζήτηση... Και καμία αναζήτηση.. Ίσως μόνο αυτή του κουτιού με τα παυσίπονα...
Μα το κουτί δεν ήταν πουθενά. Γιατί σε μια στιγμή έρωτα  αλαζονείας πίστεψε ότι ήταν δυνατή και θωρακισμένη απέναντι σε όλα. Κι έτσι πέταξε το κουτί. Ξέχασε όμως να θωρακιστεί απέναντι στον εαυτό της, ή καλύτερα στον εαυτό που της έβγαζε ο έρωτας εκείνος.



Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Ίσως

Είναι ξαφνικά σαν να άδειασε η ζωή μου. Να μην έχει νόημα.
Ήθελα τόσο πολύ να περάσω σ'αυτή τη σχολή Πέρασα.
Δεν είναι ότι δε μου αρέσει.
Απλά νιώθω ότι δεν έχω ζωή πέρα από τη σχολή.
Μου ταιριάζει το αντικείμενο. Αλλά όχι έτσι.
Όχι τόσο πιεστικά. Όχι με τόσες προθεσμίες και τόση αυστηρότητα.
Όμορφες κι ενδιαφέρουσες εργασίες. Όμορφη ενασχόληση να δημιουργείς και να μεταμορφώνεις χώρους. Αλλά μετά μένεις με χώρους άδειους.
Πού είναι οι άνθρωποι που θα τους δώσουν ζωή;
Πού είναι οι άνθρωποι που θα μου δώσουν ζωή..
Πλέον η ζωή μου είναι κενή.
Φοβάμαι πολύ. Ποτέ δεν ήμουν έτσι.
Λένε πως το πρώτο έτος είναι το πιο δύσκολο σε κάθε σχολή-πόσο μάλλον αν είσαι μόνος σε μια άγνωστη τεράστια χαοτική πόλη.
Ωστόσο, βλέπω τους παλιούς μου φίλους να είναι ευτυχισμένοι, ο καθένας με τα μικροπροβλήματά του. Εγώ όμως δεν είμαι και δεν ξέρω πως να γίνω. Δε μπορώ να αφιερώνω λιγότερο χρόνο στη σχολή μου, δε γίνεται... 
Υπάρχει η δυνατότητα να αλλάξω σχολή. Όμως.. αυτό μου αρέσει και τίποτα άλλο (αλλά όχι έτσι !)
Και καταλήγω στο κενό.
Αποκτώ φοβίες.
Ελέγχω είκοσι φορές ότι έχω κλειδώσει πριν κοιμηθώ.
Αν μπορέσω να κοιμηθώ.
Γίνομαι ανασφαλής.
Η κοινωνικότητά μου φεύγει. Σταματάω να βρίσκω ενδιαφέρον ακόμα και στους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους.
Βαριέμαι τα πάντα.
Είμαι συνεχώς κουρασμένη.
Ίσως περνάω πολύ χρόνο στον υπολογιστή.
Δεν ξέρω γιατί η ζωή μου έχει πάρει αυτήν την τροπή.
Πλέον δε γράφω καν. Κάτι που πριν δύο χρόνια χρειαζόμουν πολύ.
Ίσως όμως τώρα να κάνω την αρχή...
Να, ίσως τώρα που ξαναεκφράζω τις σκέψεις μου, που τις βλέπω γραμμένες να τις συνειδητοποιώ κι όλας... Κι ίσως τώρα μπορέσω να βελτιώσω τη ζωή μου. Να ξαναβρώ λίγο τον εαυτό μου...
Τουλάχιστον αν σ'έβλεπα κι εσένα πιο συχνά...Αλλά είμαστε και πάλι μακριά..


Μου λείπουν οι πανελλήνιες και η υπέροχα τακτοποιημένη ζωή μου. 

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Αναλγησία

Είναι φορές που η μυρωδιά της πόλης αυτής είναι αποκρουστική.
Μυρίζει ιδρώτα. Κάποιος δεν έχει λεφτά (πόσο απαίσια λέξη τα λεφτά, πόσο πιο απαίσια σημασία..) να πλυθεί. Μυρίζει κρεμμύδια, το στιφάδο κάποιας γυναίκας που σιγοτραγουδά έντεχνο και μετανιώνει που δεν έγινε τραγουδίστρια, που βλέπει τα βράδια στην τηλεόραση τα τάλεντ σόουζ κι εύχεται να 'ταν νέα. Μυρίζει, ακόμη, υπόνομος, κι οι άνθρωποι κλείνουν μύτες, μάτια, και μυαλά για να περάσουν...όμως δε μπορούν να μυρίσουν τη σάπια ψυχή τους.
Χτύπησε το τηλέφωνο..
-Καλησπέρα είναι εκεί η κ.Π.;
-Από που τηλεφωνείτε;
-Για μια οφειλή σας..
-Και δε σκεφτήκατε ότι είναι μεσημέρι; Ότι ίσως ξεκουράζεται;
-...
- Ότι ίσως είναι άκομψο να τηλεφωνείτε τέτοια ώρα; 
Η γυναίκα στην άλλη άκρη της γραμμής είχε σιωπήσει...και μετά σαν ο τόνος της να έγινε πιο σκληρός μου αποκρίθηκε
-Εσείς έχετε δουλειά ;
-Ναι και σίγουρα πιο δύσκολη από τη δική σας.
(Κι ακόμη πιστεύω, το να είσαι μαθήτρια που δίνει πανελλήνιες σε δύο μήνες είναι πιο δύσκολο από το να καλείς τηλέφωνα)
-Τότε θα ξέρετε ότι δεν ευθύνεστε πάντα εσείς για ό,τι κάνετε για τη δουλειά σας. Έτσι κι εγώ αν δεν είχα αυτή τη δουλειά δε θα μπορούσα να ζήσω. Ίσως η μαμά σας έχει πιο πολλά χρήματα γι αυτό κοιμάται το μεσημέρι.
τουτ..τουτ...τουτ...
Η κρίση που μας οδηγεί στο ξεπούλημα του εαυτού μας. Η ηθική αναλγησία της κρίσης. Βέβαια, αλυσίδα είναι όλα, εργάζεσαι όπου τύχει μιας και πρέπει να θρέψεις την οικογένειά σου. Όσο κι αν αντιπαθείς τη δουλεία-δουλειά σου. Κι έπειτα, σαφώς και δε μπορείς να υποκρίνεσαι, ξεσπάς. Χωρίς να ξέρεις με ποιον μιλάς. Τη λες στον άλλο, ο οποίος θα σε λυπηθεί. Επιζητείς τη λύπησή του χωρίς να ξέρεις καν με ποιον έχεις να κάνεις, κρύβεσαι στην ανωνυμία του τηλεφώνου και δε σε απασχολεί να μάθεις ότι ίσως ο άνθρωπος στον οποίο προσπαθείς να τη βγεις ζει χειρότερα από εσένα. Εξάλλου είπαμε, αναλγησία ηθική, όχι και ψυχολογική...
 Και μέσα σε όλα αυτά εσύ. Τα μαθήματα και οι σάπιες εικόνες της άλλοτε υπέροχης πόλης, τα μεσημεριανά τηλεφωνήματα από εκείνους που "κάνουν τη δουλειά τους", ο καφές και τα νεύρα κι η προσμονή. Θέλω να υπερπηδήσω αυτούς τους δυόμισι μήνες, να τελειώνει αυτή η κατάσταση.
Και πάνω που ξέρω ότι τουλάχιστον εσύ καταλαβαίνεις, όχι δεν είναι έτσι.
The sky above
Umbrellas, sculpture by Georgios Zongolopoulos.
Available for purchase as fine art print on Redbubble.Κανείς δεν καταλαβαίνει κανέναν πια, όλοι μόνο για τον εαυτούλη μας νοιαζόμαστε, και κρυβόμαστε στη μιζέρια, τη στεναχώρια, τη μοναξιά. Ή θεοποιούμε τους εαυτούς μας, μιας κι "εμείς είμαστε διαφορετικοί" και έτσι εφησυχαζόμαστε, επαναπαυόμαστε στη μοναδικότητα και στην υπεροχή μας.
Με ενοχλεί να σου ξεφεύγουν λόγια που εύχεσαι να μην είχες πει, με ενοχλεί να μετανιώνεις για ό,τι μου λες, με ενοχλεί που περνάς χρόνο με εκείνη κι όχι με εμένα και που έχω πανελλήνιες, κι εγώ είμαι εδώ κι εσύ εκεί κι αυτή μπορεί να σου χαϊδεύει τα μαλλιά ενώ εμένα δε με αφήνεις ούτε να τα ακουμπήσω, ακόμα και σε εκείνες τις στιγμές τις πολύ δικές μας, που δεν ξεχωρίζει το 'εσύ' απ'το 'εγώ' αυτό που ξεχωρίζει είναι ότι τα μαλλιά σου είναι δικά σου, όπως και ο λαιμός σου όπως κι όλα εκείνα που αρνείσαι να μοιραστείς. Αλλά εγώ πρέπει και θέλω να αφήνομαι ολοκληρωτικά, κι έτσι πάντοτε φτάνουμε σε αυτά τα αδιέξοδα, που εγώ μοιράζομαι κι εσύ κρατάς, που εγώ έχω ανάγκη να δίνω κι εσύ να παίρνεις, που περιμένω πάλι τις καταστάσεις, τα λόγια και τις πράξεις που ποτέ δεν έρχονται. Που περιμένω πάλι εσένα, αλλά... 


Καλό μήνα.


Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Δεσμοί [x= (2Ν+1)*λ/4] και Δεσμά.

  Είναι δύσκολη η χρονιά, αγάπη μου. Τα χρήματα όλο και λιγοστεύουν για όλους. Όμως αντί αυτό να μας κάνει πιο ανθρώπινους, αντί να μας καλλιεργεί τη συμπόνια, να μας ευαισθητοποιεί, έχει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Μας κάνει ολοένα και πιο απάνθρωπους. Δολοφονούμε ανθρώπους γιατί είναι διαφορετικοί, αδιαφορούμε για εκείνους που μας έχουν ανάγκη, καταστρέφουμε τους ίδιους τους εαυτούς μας.
  Με ενοχλεί που περνούν οι μέρες τόσο γρήγορα. Φεύγουν κι εγώ βρίσκω τόσες πολλές ομοιότητες μεταξύ τους που πλέον δε μπορώ να ξεχωρίσω πότε έχει έρθει η επόμενη μέρα. Λένε πως η τελευταία χρονιά στο σχολείο πρέπει να είναι διασκεδαστική, να σου αφήσει αναμνήσεις ανεξίτηλες που θα θυμάσαι σε σαράντα χρόνια και θα χαμογελάς. Θα αποζητάς τις χαρούμενες λυκειακές μέρες που έκανες βόλτες, χόρευες και γελούσες χωρίς μέτρο. Λένε. Λένε ότι έτσι θα πρέπει να είναι. Όμως εμείς τι θα θυμόμαστε; Τις ατέλειωτες ώρες ρουτίνας; Ξυπνάω, ντύνομαι, πάω στο σχολείο. Φεύγω από εκεί και το κεφάλι μου πονάει. Σπίτι, λίγο διάβασμα -όσο προλαβαίνω δηλαδή πριν τα προπαρασκευαστικά μαθήματα- μαθήματα, διάβασμα και πάλι, και ξαφνικά πήγε δώδεκα και μισή. Μπαίνω στο μπάνιο κι όσο νιώθω το νερό να τρέχει πάνω μου προσποιούμαι πως ξεπλένω τη ρουτίνα, πως διώχνω τη λάσπη του εκπαιδευτικού συστήματος που κατακάθεται πάνω μου καθημερινά, αποστειρώνομαι από την περίφημη στείρα αποστήθιση κι απομνημόνευση. Παλιότερα πριν με πάρει ο ύπνος σκεφτόμουν καταστάσεις που ήδη έχουν συμβεί ή θα ήθελα να συμβούν. Καταστάσεις ευχάριστες, πολύχρωμες. Δεν είναι ότι τώρα είναι γκρίζες οι καταστάσεις, απλά ανύπαρκες είναι. Δεν προλαβαίνω να σκεφτώ πριν κοιμηθώ. Ονειρεύομαι ότι ψάχνω τεκμήρια στα κείμενα και βρίσκω μόνο εποπτεία των αισθήσεων..νιώθω...ονειρεύομαι ότι νιώθω. Όμως μετά αλλάζει η διδακτική ώρα και ψάχνω παραγώγους και ίσως βρω κάποια λύση στον ύπνο μου, όμως συνήθως έχει φτάσει η ώρα να ξυπνήσω πριν τελειώσει η άσκηση. Κι η ρουτίνα συνεχίζεται, κι είναι ακόμα αρχή.
  Και μέσα σε όλα αυτά γίνομαι πιο συναισθηματική και πιο ευέξαπτη και πιο εγωίστρια. Θέλω να είσαι εδώ για μένα όποτε εγώ έχω χρόνο, αλλά δε μπορώ να σου το πω ευτυχώς. Ευτυχώς κρύβω ότι έχω γίνει πιο εγωίστρια και πιο ευέξαπτη. Κρύβω ότι έχω γίνει λίγο πιο συναισθηματική και μου λείπει να μου λες "Υπομονή, μωρό μου. Είμαι δίπλα σου και θέλω μόνο να χαμογελάς και να είσαι καλά. Θα περάσουν οι μέρες αυτές, όλα θα πάνε καλά και μετά θα υπάρχει χρόνος." Και τις μέρες που ήσουν εδώ με αγκάλιαζες κι ήταν σαν να έλεγες αυτά κι ακόμα περισσότερα. Μα αυτό το τετραήμερο ήταν ένα όνειρο που πέρασε, ξυπνήσαμε. Και ξυπνήσαμε σε διαφορετικές πόλεις. Εσύ δίπλα στο λευκό πύργο και εγώ στον κούλε. 
  Νιώθω τύψεις γιατί σκέφτομαι εσένα αντί για τα στάσιμα κύματα και τις εξαναγκασμένες ταλαντώσεις (πιο εξαναγκασμένες όμως από τη δική μου ταλάντωση 'διάβασμα-ύπνος-διάβασμα'  δεν νομίζω ότι υφίστανται) που γράφω διαγώνισμα αύριο. 

(Σε εδίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική. , που λέει και ο Παύλος.)
Καλό σαββατόβραδο σ'εσάς που βγαίνετε και σ'εμάς που διαβάζουμε.
Καλή υπμονή:)
 

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Day_Delete: Το αίτημά σας βρίσκεται σε εξέλιξη.

  Γιατί σχεδόν πάντα οι άνθρωποι τα παρατούν; Γιατί δεν επειδιώκουν αυτό που θέλουν με οποιοδήποτε κόστος; Επειδή ίσως δεν το θέλουν αρκετά. Ή επειδή δεν έχουν μάθει να το κάνουν. Αντιθέτως, έχουν μάθει να υπακούν, να συμβιβάζονται. Είναι εγωιστές απέναντι σε όλα αυτά που δεν πρέπει να είναι, και υποχωρούν μπροστά σε αυτά που δε θα έπρεπε. (εκτός κι αν δε θέλουν να προσπαθήσουν αρκετά).
  Είχα πει πως θα προσπαθούσα να μην ελπίζω, να μην ξαναπέσω σ'αυτήν την παγίδα που λέγεται "προσδοκίες". Μάταιος κόπος. Είναι στη φύση του ανθρώπου να ελπίζει. Είναι στη φύση τη δική μου να μυρίζω το άρωμά σου στον αέρα και να νομίζω ότι έφτασες ενώ εσύ δεν έχεις ξεκινήσει ακόμη. Και δε σκοπεύεις να ξεκινήσεις και ποτέ. 




*Πού να σε βρω;

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Θα αργήσω στο μάθημα στις εννιά νομίζω..

Τρέχουμε και μου κρατάς το χέρι. Τα κολονάκια του δρόμου περνούν κάτω απ'τις ενωμένες παλάμες μας. Εσύ χαμογελάς όλο και πιο έντονα κι εγώ νιώθω ότι ξυπνάω. Προφανώς και ήταν όνειρο.
Γιατί εσύ δεν έχεις αντοχές να τρέχεις και εγώ δε σε παίρνω από το χέρι για να σε αναγκάσω γιατί φοβάμαι μη σε πιέσω και τότε μπορέσεις να τρέξεις για να φύγεις μακριά μου.
Γιατί εσύ δε χαμογελάς συχνά πια, για την ακρίβεια χαμογελάς πολύ σπάνια με εκείνο το όμορφο πραγματικό σου γέλιο, αυτό που φτάνει ως τα μάτια σου και τα κάνει να φαίνονται ακόμα πιο φωτεινά απ'ότι είναι.
Θέλω να σε πάρω τηλέφωνο να σου πω μόνο ένα καλημέρα, να ακούσω τη νυσταγμένη φωνή σου να μου λέει "καλημέρα χαζή", γιατί ξέρω ότι αυτό θα μου αρκεί για να βγάλω όλη τη μέρα με τα μαθήματα και το διάβασμα*. Κι όμως ξέρω ότι είναι άδικος κόπος. Ο συνδρομητής που καλέσατε έχει πιθανόν το τηλέφωνό του απενεργοποιημένο. Παρακαλώ καλέστε αργότερα.
Πιστεύω ότι θα είχε λίγο περισσότερο σασπένς αν κάπου κάπου με έψαχνες κι εσύ. 
Ίσως σε κάποιο όνειρό σου, μέσα στο φλυτζάνι του καφέ που δεν πίνεις, κάπου μπροστά στα κάγκελα της ταράτσας σου, ή ίσως και στις διάφορες στιγμές στο μυαλό σου.
Ίσως αυτό να έφερνε ξανά κάποιες στιγμές το χαμόγελο αυτό στα χείλη και τα μάτια σου, ίσως μετά να ήθελες να τρέχουμε και να μου κρατάς το χέρι και τα κολονάκια του δρόμου να περνούν κάτω απ'τις ενωμένες παλάμες μας. Εσύ τότε θα χαμογελάς όλο και πιο έντονα κι εγώ θα νιώθω ότι ξυπνάω, ότι νιώθω κάθε στιγμή και πιο ζωντανή.



*(ΠΠΠ σου λέει μετά..Περίοδος Προετοιμασίας Πανελληνίων).

Καλημέρα=)

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Χρυσόψαρα, πάλι.

-Ήξερες πως ήμουν. 
  Λες. Και το επόμενο πράγμα που ακούω είναι το τουτ της γραμμής που κλείνει. Πολύ πιο ενοχλητικός ήχος από την οποιαδήποτε σιωπή. Ήξερα πως ήσουν, ξέρω πως είσαι. 
Με ενοχλεί όμως να περιμένεις να γίνω κάποια που δεν είμαι. Να περιμένεις να σε βλέπω με τους δικούς σου όρους, να κάνω οτιδήποτε με τους δικούς σου όρους, να σε κυνηγάω κι εσύ να φεύγεις όλο και πιο μακριά. 
  Το θέμα είναι ακριβώς το ότι ήξερα πώς είσαι. Ήξερα πόσο νοιαζόσουν για μένα, ήξερα πόσο λάτρευες το χαμόγελό μου-σχεδόν όσο λατρεύω εγώ τα μάτια σου-, και ήξερα όχι επειδή μου τα έλεγες όλα αυτά, αλλά επειδή τα έδειχνες. Επειδή αν περνούσε κάποιο βράδυ χωρίς να μιλήσουμε ένιωθες την απουσία μου, μισούσες την απουσία μου. Επειδή προσπαθούσες να βρεις χρόνο για μένα. Προσπαθούσες να βρεις χρόνο για να ακούσεις ακόμα και τα παράπονά μου, έψαχνες την κατάλληλη βλακεία που θα με έκανε να γελάσω.
  Και δεν ξέρεις πόσο σε λάτρεψα μέσα από όλα αυτά. 
Γιατί κάπου ανάμεσα στις μεταμεσονύκτιες συνομιλίες μας στο σκάιπ και στα βράδια που πέρασα στην αγκαλιά σου σε μια ξαπλώστρα νομίζω ότι σε ερωτεύτηκα. Ξανά. Από την αρχή. Πιο δυνατά και τελείως διαφορετικά.
Και κάθε λεπτό που εγώ σε ερωτευόμουν πιο πολύ εσύ γλιστρούσες όλο και πιο πολύ σε μια άβυσσο που μόνος σου έφτιαξες. Κι εγώ προσπαθούσα να σε τραβήξω και κάποιες φορές τα κατάφερνα, όμως μετά πάλι χανόσουν ακόμα πιο βαθιά. Κι έτσι, προκειμένου κάθε φορά να σε τραβήξω για λίγα λεπτά στο φως χανόμουν μερικές ώρες στην άβυσσό σου. Και δε με πείραζε, ακόμα δε με πειράζει. Είναι φορές που θα ήθελα να σου δώσω τη ζωή μου γιατί ξέρω πως εσύ θα την εκτιμούσες πιο πολύ από μένα όπως θα εκτιμούσα εγώ τη δική σου πιο πολύ από εσένα.
  Κι οι στιγμές που ήξερα περισσότερο από ποτέ πως είσαι είναι αυτές που μου έλεγες πως σου λείπω, γιατί ήταν σπάνιες. Μα όταν το έλεγες ήταν σαν η φωνή σου να ζεσταινόταν ξαφνικά, όπως όταν με είπες "μωρό μου", κι ας ήταν δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Κι ας είπες εκείνη τη φράση κάποια στιγμή που δεν έλεγχες τον εαυτό σου, γιατί αν τον έλεγχες δε θα το είχες ξεστομίσει ποτέ.  Όπως και τη φορά που μου είπες ότι με αγαπάς, ήταν η πρώτη φορά που σε είδα χωρίς να έχεις συναίσθηση των πράξεών σου. 
  Ήξερα πως ήσουν, απλά ίσως υπερεκτιμώ τις δυνατότητές μου να εμφανίζω μαγικά μια υπέροχη εικόνα του κάθε ανθρώπου. Ίσως τη δική σου μπορώ να την κάνω ορατή στους άλλους και σε εσένα τον ίδιο πολύ σπάνια. Όμως εγώ την έχω δει τόσες φορές, όσες είναι κι οι φορέ που με έχεις πει χαζή. Ξέρεις όταν σε σκέφτομαι να μου μιλάς πάντα απευθύνεσαι σε μένα ως "χαζή" με εκείνο τον ψιλοειρωνικό σου τόνο, είναι λες και απεχθάνεσαι το όνομά μου ή το κρατάς μόνο για τις περιπτώσεις που είσαι πολύ θυμωμένος μαζί μου.
  Και μπορεί τον θυμό σου να τον αντέχω, αυτή την αδιαφορία σου όμως όχι. Αυτή η ουδέτερη στάση σου με σκοτώνει κάθε φορά. Κι είναι φορές που πιάνω τον εαυτό μου να βλέπει λίγο τις καταστάσεις ως τρίτος, δηλαδή πραγματικά γιατί συνεχίζω να προσπαθώ, γιατί απλά δε σηκώνομαι να φύγω; Επειδή έχω μάθει να νιώθω έντονα, και κάποιες φορές να δίνομαι υπερβολικά. Το κακό στην ιστορία είναι ότι περιμένω να δοθείς λίγο περισσότερο κι εσύ.Επειδή πρέπει να προσπαθήσω υπερβολικά πολύ για να βρω εκείνες τις στιγμές που ξέρω πως είσαι δικός μου, που ξέρω πως είσαι σίγουρος, πως είσαι εσύ.
  Κι ακόμα κι αυτή η κατάσταση θα ήταν πιο υποφερτή αν δεν υπήρχαν οι δικές μου ανασφάλειες. Τις οποίες ξέρεις ότι μπορείς να διαλύσεις με δύο λέξεις σου, αλλά επιλέγεις να μην το κάνεις. Επειδή πιστεύεις πως όταν μου μιλάς για το πως νιώθεις μαζί μου, για το πως με βλέπεις γίνεσαι πιο ευάλωτος, και δε θέλεις κι ο ίδιος να δεχτείς ότι σε επηρεάζω.

  Τουτ...τουτ...τουτ...
  Ή έτσι ήταν τα πράγματα μέχρι πριν λίγες μέρες.
Τώρα είναι λες και φωνάζω σ'ένα έρημο φωταγωγό κι ακούω μόνο την ηχό μου, ακουμπάω μόνο τοίχους με ρωγμές, βλέπω μόνο πυκνό σκοτάδι και η μόνη οσμή εδώ είναι καμμένα συναισθήματα.

  Γράφω ελπίζοντας να διαβάσεις, ελπίζοντας να με νιώσεις, ελπίζοντας να μην βιώσεις ακόμα κι αυτές τις λέξεις μου επιδερμικά.

  Κι αυτά τα τραγούδια των πυξ λαξ...Κάθε στίχος είναι εμποτισμένος με αμέτρητα νοήματα και συναισθήματα ή δάκρυα...

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Σου έλεγα πως δεν έχω δει ποτέ την ανατολή, γι αυτό κι η πρώτη ανατολή που είδα νομίζω ήταν μαζί σου.

Ήταν μόνη ένα ακόμα βράδυ στο γνωστό μισοσκότεινο γωνιακό μπαρ. Είχε γυρίσει σπίτι μετά τη δουλειά, άφησε τα εργαλία του σχεδίου και έκανε ένα βιαστικό ντουζ. Έφτιαξε μια σαλάτα αλλά τελικά την άφησε στο ψυγείο. Πνιγόταν στο ίδιο της το σπίτι. Πνιγόταν στο σπίτι που έχει διαμορφώσει όπως εκείνη ήθελε, όπως πνιγόμαστε όταν αλλάζουμε τόσο πολύ τους ανθρώπους έτσι ώστε κάποιες φορές να χάνουν αυτή την ιδιαίτερη δική τους γοητεία. Ετοιμάστηκε επιμελώς και κατευθύνθηκε προς το γωνιακό μπαρ στο επόμενο στενό. Σύχναζε εκεί τις μέρες που την έπιαναν τα υπαρξιακά της. Μπήκε μέσα κι ήταν σίγουρη πως ήθελε να μεθύσει, να φτάσει στην κατάσταση που δε θα νιώθει τίποτα, δε θα επικοινωνεί με το περιβάλλον της. Εξάλλου, Σάββατο βράδυ ήταν, δε δούλευε την επόμενη μέρα, υποχρεώσεις δεν είχε εκτός από τη δουλειά της, νέα ήταν ακόμα, μπορούσε να κάνει ότι την ευχαριστούσε. Όχι με την πραγματική έννοια της ευχαρίστησης. Με την έννοια του "βγαίνω από τη μονότονη καθημερινότητα και πίνω μέρι να σταματήσω να σκέφτομαι πόσο φοβάμαι το χρόνο, τη μοναξιά και τις αναμνήσεις, μιας και φέρνουν το ένα το άλλο".
 Ξαφνικά ένιωσε ένα χέρι γύρω από τη μέση της και γύρισε απότομα. Είχε πιει τρεις βότκες και δύο σφηνάκια που την κέρασε ένας άγνωστος. Ένας αόρατος άγνωστος, σύμφωνα με το μπάρμαν. Εκείνη δεν μπήκε στον κόπο να προβληματιστεί ποιος ήταν ο αόρατος μυστήριος άγνωστος. Ένιωθε μια ζάλη, αλλά δεν ήταν αρκετή ώστε να μη διακρίνει τα φωτεινά γαλάζια μάτια εκείνου που την άγγιξε.
"Γνωριζόμαστε;" του είπε νευρικά. Είχε καιρό να επικοινωνήσει με κάποιον άγνωστο και δεν το επιδίωκε γενικώς. Προτιμούσε την ησυχία της εδώ και καιρό. 
"Ίσως ναι, ίσως και όχι".
"Δεν έχω όρεξη για παιχνίδια" είπε εκείνη ενώ ζήτησε άλλη μια βότκα πορτοκάλι. 
"Κερνάω εγώ" είπε εκείνος. Άρα πράγματι έψαχνε συντροφιά για ένα βράδυ, όπως ήταν σχεδόν σίγουρη. Δεν τον ευχαρίστησε για τη βότκα, απλά την κατέβασε με τη μια. Ένιωθε να ζαλίζεται λίγο πιο έντονα. 
Είχε πάει μιάμισι, η μουσική δυνάμωσε -μπλουζ και ροκ εντ ρολλ- και πολλοί θαμώνες ξεκίνησαν να χορεύουν. Εκείνος την κοιτούσε επί μισή ώρα, όσο βρισκόταν δίπλα της χωρίς να μιλάει. Της άπλωσε το χέρι του για να χορέψουν όμως εκείνη ένιωθε ότι θα κατέρρεε. Τελικά έπρεπε να έχει φάει αυτή τη σαλάτα. Πλήρωσε εκείνος ό,τι είχαν πιει και την τράβηξε έξω από το μπαρ. Την τράβηξε με ένα περίεργο στοργικό τρόπο, σαν να νοιάζεται για μια άγνωστη που θέλει μόνο να πηδήξει, προσπαθώντας προφανώς να ξεχάσει κάποια γνωστή.
Λίγη ώρα μετά περπατούσαν στην παραλιακή. "Περπατούσαν", διότι εκείνος την έσερνε σχεδόν με τον προαναφερθέν στοργικό του τρόπο. Εκείνη σταμάτησε απότομα. "Τι θέλεις από εμένα; Δε γνωριζόμαστε καν και κάνεις λες και νοιάζεσαι." 
"Πώς κάνω ότι νοιάζομαι, αφού δε σε ρωτάω κάτι, δεν προσπαθώ να σου μιλήσω βλέπεις" απάντησε εκείνος.
"Κάποιες φορές η σιωπή μας δηλώνει πολλά για εμάς" του απάντησε.
"Όπως;" 
"Όπως ότι ίσως τελικά να μην ψάχνεσαι όπως περίμενα. Ή τουλάχιστον να έχει κορεστεί η όρεξη για ό,τι πίστευα ότι ήθελες από μένα. Είσαι μόνος σου. Σου τη δίνει αυτό. Σκέφτεσαι ότι θα σε ωφελήσει το να περπατήσεις μαζί με κάποιον. Να μιλήσεις μαζί του, να τον γνωρίσεις. Μισείς τη σιωπή. Όμως. Η δική μου σιωπή σου αρέσει. Σκέφτεσαι εκατομμύρια πράγματα να μου πεις αλλά το μετανιώνεις γιατί προτιμάς να φαντάζεσαι ότι κρατάς το χέρι κάποιας άλλης. Με αγγίζεις και χάνεσαι στις αναμνήσεις σου επειδή δε με ξέρεις και μπορείς να προσποιηθείς ότι είμαι οποιαδήποτε με θέλεις, οποιαδήποτε χρειάζεσαι τώρα δίπλα σου. Ακούς τη φωνή μου και νευριάζεις για τη δεν ακούς τη φωνή που θα ήθελες να σου λέει πόσο σε λατρεύει αλλά μια άγνωστη που έχει κουραστεί να γνωρίζει τόσο προβλέψιμους ανθρώπους...Έχω δίκιο;" Τώρα ήταν σαν να είχε σταματήσει η επίδραση του αλκόλ πάνω της, είχε ξαναβρεί τη λογική της σε ένα βαθμό κι ένιωθε ικανοποιημένη που κατάφερε να αποδείξει σε κάποιον άγνωστο πόσο ικανή είναι να εκμηδενίσει την αξία του, να ξεγυμνώσει τις σκέψεις του. Έβγαλε τα τσιγάρα της και του πρόσφερε ένα.
'Εκείνος γέλασε και της είπε ότι δεν καπνίζει. "Αν εγώ είμαι τόσο μόνος όσο πιστεύεις εσύ γιατί έπινες εκεί σήμερα;" Δεν περίμενε την απάντησή της. Ανέβηκε σε μια μεγάλη μαύρη μηχανή και εκείνη κάθισε πίσω του. Είχε πολύ καιρό να ανέβει σε μηχανή. Είχε καιρό να νιώσει ελεύθερη γενικότερα. Ένιωθε τον άνεμο στα μαλλιά της και χαμογέλασε.
Λίγο αργότερα εκείνος την άφηνε κάτω από το σπίτι της. Εκείνη περίμενε ότι θα ζούσε ακριβώς κάποια σκηνή από ταινία, που δε θα προλάβαινε να γυρίσει να τον κοιτάξει κι εκείνος θα είχε γίνει καπνός.
Ομως έκανε λάθος. Κατέβηκε από τη μηχανή του κι ακούμπησε το χέρι του στο μάγουλό της. Κοίταζε τα σκούρα μεγάλα μάτια της με τα δικά του φωτεινά και της μετέδιδε μια ζεστασιά ευχάριστη. 
"Θα μου απαντήσεις σε μια ερώτηση;" τον ρώτησε εκείνη.
"Μόλις σου απάντησα σε μια" της είπε αλλά μόλις είδε την έκφρασή της έσπευσε να συμπληρώσει "Τι θα κερδίσω αν το κάνω;"
"Θα σου απαντήσω κι εγώ σε όποια θέλεις μετά." είπε εκείνη.
"Μου άφησες να καταλάβω ότι γνωριζόμαστε...κι εξάλλου ήξερες που μένω. Θέλεις να μου δώσεις κάποια παραπάνω πληροφορία;"
"Ό,τι αγαπάς δεν τελειώνει. Να το θυμάσαι" είπε. 
Έπειτα τη φίλησε, στην αρχή απαλά, μα ύστερα πιο έντονα. Ήταν λες κι εναπέθετε στα χείλη της το φυλακισμένο εαυτό του.  
Λίγο μετά έγινε ένα με τη νύχτα.
Το επόμενο πρωί εκείνη ξύπνησε, χαμογέλασε, κι άνοιξε το ραδιόφωνο.

 

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Εστιακή απόσταση (Από εσένα ως τη σκιά σου)

Ψάχνω τον εαυτό μου σε γραμμές, μα όχι σε αυτές που θα ήθελα, όχι σ'αυτές του πενταγράμμου. Σε γραμμές προκαθορισμένες, με πολύ συγκεκριμένες εξισώσεις. Ευθείες κι ελλείψεις και παραβολές και κύκλους. Κάπου ανάμεσα σε όλες αυτές τις γραμμές με έχασα, μα το επίπεδο είναι άπειρο, κι εγώ δεν έχω τις συντεταγμένες του εαυτού μου. Το μόνο για το οποίο είμαι σίγουρη είναι ότι πλέον παραληρώ όλο και πιο συχνά, πλέον συζητάω με τη σκιά μου όλο και πιο συχνά, πλέον συναναστρέφομαι και επικοινωνώ με φαντάσματα που ακόμα δεν ξέρω αν υπάρχουν. Την καλύτερή μου φίλη -εκ των φαντασμάτων αυτών- τη λένε Μνήμη. Όμορφο όνομα, με τρία ενρινόληκτα σύμφωνα, αντίθετα με την Υπομονή που έχει μόνο δύο, γι αυτό και δεν είναι φίλη μου. Τα φαντάσματα αυτά που λες στοιχειώνουν τις γραμμές μου, κι έτσι όσο κι αν εγώ ψάχνω τον εαυτό μου ανάμεσα σε πολύγωνα κι εφαπτομένες, στο τέλος βρίσκω μόνο τα φαντάσματα πίσω από κάθε γωνία. Μάλιστα φροντίζουν να εμπλουτίζουν το παιχνίδι τους προσπαθώντας να συνδυαστούν μεταξύ τους έτσι ώστε να με αποσυντονίσουν ακόμα περισσότερο από το στόχο μου. Στις συμπληρωματικές γωνίες βρίσκω σκιές όπως την παλιά δική σου και την παλιά δική μου,  και στις παραπληρωματικές (εκείνες που η μια είναι πιο μεγάλη από την άλλη κι ας έχουν άθροισμα την ευθεία) βρίσκω κρυμένους εγωισμούς, συνθήκες και συναισθήματα. Ή μάλλον τις σκιές αυτών.
Τελικά μόνο σκιές υπάρχουν στο χαρτί, σαν αυτές που ζωγράφισα πίσω από τον κουβά με το ύφασμα. Δε θα με βρω εκεί λοιπόν. Δε θα με βρω πουθενά όσο κι αν ψάξω. Όσο κι αν νευριάσω, ή αγχωθώ ή παραπονεθώ. Δε θα βρω εκεί τον εαυτό μου. Και ξέρεις γιατί; Επειδή έφυγε. Δεν τον έδιωξα εγώ, μα δεν προσπάθησα κι όλας να μην τον χάσω. Κι όπως μόνος του έφυγε, μόνος του θα επιστρέψει. Μόλις κρίνει ότι είμαι έτοιμη ψυχολογικά να αντιμετωπίσω τα όνειρα που δεν έχω πραγματοποιήσει και τις υποσχέσεις που έχω αθετήσει. Θα είμαι καλά, χαρούμενη, -ξέρεις, όπως όταν είμαι μαζί σου- και τότε πιστεύω θα είμαι εγώ.

Εστιακή απόσταση (Από εσένα ως τη σκιά σου). Αν όμως οι εστίες ταυτίζονται; Τότε η Έλλειψη γίνεται κύκλος, αγάπη μου.

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

"Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή"

"Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή" . Μια φράση ορόσημο από μια ταινία που ακόμα δεν είχε βρει το χρόνο να παρακολουθήσει. Μα τη φράση την είχε εμπεδώσει καλά, στην πράξη. Κάθε πρωί ένιωθε λες κι ήθελε να επιστρέψει στο προηγούμενο. Κάθε Σάββατο βράδυ συνειδητοποιούσε πως άλλη μια βδομάδα είχε περάσει, είχε εξαφανιστεί, κι ήταν ίδια κι απαράλλαχτη με τις υπόλοιπες. Συνειδητοποιούσε ότι σχεδόν ξανάρθε το καλοκαίρι ενώ το προηγούμενο έμοιαζε ακόμα τόσο κοντά-μα και τόσο μακριά μαζί. "Αυτό είναι το φυσιολογικό. Να σου φαίνεται σαν να'ναι χτες και ταυτόχρονα κάμποσους αιώνες πριν. Έτσι κυλάει φυσιολογικά ο χρόνος" Ήταν σαν να άκουγε τη φωνή της Σ* μέσα στο κεφάλι της. Κοίταξε την οθόνη του κινητού της κι όπως ήταν σίγουρη δεν υπήρχε κανένα νέο μήνυμα, καμιά αναπάντητη κλήση. Το πέταξε λίγα μέτρα μακριά στον καναπέ και βγήκε στο μπαλκόνι. Ήταν έξι η ώρα το πρωί κι εκείνη δεν είχε κλείσει μάτι όλο το βράδυ. Ούτε ο καφές έφταιγε ούτε ο αναποφάσιστος νυχτερινός καιρός. Σκέψεις, συναισθήματα, προφανώς. Αυτή δεν είναι η συνηθέστερη αιτία εξάλλου; Εισέπνευσε βαθιά ρουφώντας την πρωινή συννεφιασμένη δροσιά. Κράτησε τον αέρα μέσα της κι έκλεισε τα μάτια της ενώ προσπαθούσε να φανταστεί τα χέρια του γύρω από τη μέση της. Ύστερα εξέπνευσε αργά κι άνοιξε τα μάτια της. Δεν απογοητεύτηκε από την απουσία του, την είχε συνηθίσει πλέον. Υπό άλλες συνθήκες θα έφτιαχνε καφέ και θα έβαζε μουσική. Ή θα προσπαθούσε να κοιμηθεί. Τώρα απλά έμεινε στο μπαλκόνι κοιτάζοντας το δρόμο από κάτω. Εκείνος τη συνόδευε κάθε βράδυ μέχρι το σπίτι της στην αρχή. Μετά ξεκίνησε να ανεβαίνει μέχρι πάνω, στην αρχή για να δανειστεί κανένα βιβλίο ή να της δώσει πίσως κάποιο. Έπειτα σχεδόν εγκαταστάθηκε τόσο στο σπίτι όσο και στη ζωή της. Και μια μέρα απλά δεν ήταν πια εκεί. Δηλαδή σωματικά ήταν, αλλά ψυχικά είχε χαθεί. Ήταν ένα άτομο διαφορετικό, ένας άνθρωπος που ενώ νόμιζε πως ήξερε πολύ καλά συνειδητοποιούσε ότι δε γνώριζε στο ελάχιστο. Ενώ λάτρευε τη μαγειρική της, ξαφνικά έτρωγε όλο και πιο συχνά ντιλίβερι. Ενώ ήθελε να κάνουν σεξ κάθε βράδυ ξεκίνησε να κοιμάται όλο και πιο νωρίς, να ξυπνάει όλο και πιο νωρίς, και συχνά να μη συναντιούνται ούτε για ν'ανταλλάξουν καλημέρα. Μέχρι που κάποια στιγμή σταμάτησε να είναι και σωματικά εκεί. Από τότε τον είχε δει μια-δυο φορές να περνάει με τη μηχανή από εκείνον το δρόμο, να σταματάει στην απέναντι πλευρά του πεζοδρομίου για λίγα δευτερόλεπτα. Εκείνες τις στιγμές χαμογελούσε όπως όταν γνωρίστηκαν και το πρόσωπό του φωτιζόταν όπως κάθε φορά που την έβλεπε. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος που ερωτεύτηκε, για λίγα δευτερόλεπτα μονάχα. Ύστερα ανέβαινε στη μηχανή του και γινόταν καπνός. Εκείνη κρυβόταν πίσω από τη μπαλκονόπορτα για να μην τη δει, όμως το πρόσωπό της χαμογελούσε, το είναι της χαμογελούσε, όπως όταν τον πρωτογνώρισε.
"Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή" ψιθύρισε ενώ έβλεπε μια γνώριμη μηχανή να περνάει από το δρόμο λίγα μέτρα κάτω από το μπαλκόνι της. Ο αναβάτης δεν κοίταξε ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Συνέχισε ακάθεκτος την πορεία του πατώντας δυνατά το γκάζι.



Υ.Γ. Δε θα σας δώσω τραγούδι, αλλά μια ιστοσελίδα όπου υπάρχουν καταπληκτικές ελληνικές και ξένες playlists για κάθε διάθεση. http://www.kasetophono.com/

Καλό απόγευμα!

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Όσο κι αν οι αναφάλειές μου εξαφανίζονται όταν βρίσκομαι στα χέρια σου.

Θα κάνω για λίγο πως είμαι κάποιος άλλος. Ίσως αν αποβάλλω την ταυτότητά μου προσλάβω μια λιγότερο ανασφαλή.
Σε διακρίνω από μακριά καθώς έρχεσαι. Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα και πολλή ώρα. Εξάλλου κάθε φορά καθυστερούμε και οι δύο κανένα εικοσάλεπτο. Όσο πλησιάζεις τόσο καλύτερα μπορώ να ξεχωρίσω κάθε χαρακτηριστικό σου. το χαμόγελό σου όταν με βλέπεις μου θυμίζει τα καλοκαιρινά βράδια που εκείνο στόλιζε μόνιμα το πρόσωπό σου. Με ένα λαστιχάκι από τον καρπό σου πιάνεις τα μαλλιά σου ένα μικρό και άγαρμπο κότσο αφήνοντας μερικές τούφες να κρέμονται άτσαλα. Κοιτάς την ώρα στο κινητό σου και σε αγκαλιάζω ενώ μου απολογείσαι για την αργοπορία σου.

-Μην ανησυχείς, δεν περίμενα πολύ είναι η αλήθεια.
Εσύ χαμογελάς και με ρωτάς που θα πάμε. Η φωνή σου ακούγεται τόσο μελωδική και όμορφα διαφορετική από ότι στο τηλέφωνο. Δε σου απαντάω, απλά τυλίγω το χέρι μου στη μέση σου και ξεκινάμε να περπατάμε. Χωρίς προορισμό. Σταματάς σε ένα περίπτερο και παίρνεις ένα σπαστό φραπέ.
-Νόμιζα ότι δε σου άρεσε ο σπαστός. Κι εξάλλου κοντέυει δέκα το βράδυ, γιατί να πιεις καφέ;
-Στην ανάγκη κι αυτός καλός είναι. Επειδή υπάρχει κάτι που λέγεται εξάρτηση.
-Σαν αυτή που υπήρχε μεταξύ μας; 
-Κάτι τέτοιο. Πώς περνάς;
-Ζω τη ρουτίνα μου. Της απάντησα. Κατέβηκα προχτές που έκλεισε η σχολή...Γενικά εντάξει, εσύ;
-Αυτή η δύναμη της συνήθειας..εγώ ήρθα πριν τέσσερις μέρες. Ευτυχώς καταφέρνω να ξεφεύγω από τη ρουτίνα μου όσο μπορώ...Ή τουλάχιστον να της προσδίδω όμορφα μέρη.Η συνήθεια όταν είναι όμορφη δεν είναι κουραστική, μη σου πω ότι είναι απαραίτητη. Σου δίνει ένα λόγο να ξυπνάς το πρωί.
-Ναι, και εμείς ως συνήθεια δεν ήμασταν κουραστικοί νομίζω.
Δε μου απαντάς. Σταματάς να περπατάς ενώ έχουμε φτάσει στο πάρκο Θεοτοκόπουλου μετά από μια βόλτα στην παραλιακή. Με κοιτάζεις απευθείας στα μάτια και προσπαθώ να καταλάβω τι πρέπει να σκεφτώ για τη σιωπή σου.
-Σε έπρηξα λίγο για να βγούμε νομίζω. Ξέρεις ότι το κάνω αυτό όταν νιώθω ότι χάνω τον άλλο.
-Δε φταις εσύ κοριτσάκι. Οι συνθήκες, η απόσταση, ξέρεις...Δε μπορείς να διατηρήσεις μια σχέση τηλεφωνικώς ούτε διαδικτυακώ για πολύ καιρό. Γνέφεις παίρνοντας ένα σκεπτικό ύφος. Πάντως είχα δίκιο από την αρχή.
-Και ανασφάλειες είχες από την αρχή.
-Όλοι έχουμε ανασφάλειες, απλά είναι διαφορετικές, το ξέρεις αυτό, της απάντησα.
-Το θέμα είναι ότι ίσως κάποιοι προσπαθούν να καλύψουν τις ανασφάλειες των άλλων προκειμένου να δείξουν στους άλλους ότι χρειάζεται να τους βοηθήσουν να καλύψουν τις δικές τους.
-Τότε αυτοί οι κάποιοι μπορούν να σταματήσουν τις υπεκφυγές και να λένε ξεκάθαρα τι σκέφτονται.
-Δεν είναι υπεκφυγές μου απαντάς και τώρα το βλέμμα σου είναι μέσα στην ένταση.
-Καλά μη νευριάζεις σου απάντησα την ώρα που χτυπούσε το τηλέφωνό μου.
Λίγο μετά σου ανακοινώνω ότι οι υπόλοιποι μας περιμένουν λίγο πιο κάτω οπότε ξεκινάς να κατευθύνεσαι προς τα εκεί αμίλητη. 
-Τι έπαθες; Ίσως να μην έπρεπε να είμαι τόσο απότομος αλλά με νευριάζει αυτό. Να παρεξηγείς ή να καταλαβαίνεις καταστάσεις διαφορετικά και μετά...
-Τίποτα. Απλά μου τη δίνει που δεν καταφέραμε να είμαστε τόσο κοντά όπως τότε, που δεν προσπάθησα πιο πολύ. Ή που δεν προσπάθησες εσύ. Και δε μπορώ να καταλάβω αν ήταν θέμα εγωισμού ή αν απλά ήθελες να απομακρυνθείς.. Ήταν τα πρώτα τόσο πραγματικά λόγια που μου είχες πει το τελευταίο εξάμηνο. Και δεν είχα καμία απολύτως απάντηση. Συνεχίζω να περπατάω προς τους άλλους. Διέκρινα εφτά φιγούρες να μας περιμένουν στο σημείο συνάντησης. 
-Γαμώτο σταμάτα να αποφεύγεις συζητήσεις!  μου λες ενώ με τραβάς απότομα.
-Δηλαδή τι θέλεις να κάνω;
-Τώρα δεν ξέρω. Τότε ίσως έπρεπε να μην αφήσουμε τις ανασφάλειές μας να μας απομακρύνουν τόσο. 
-Εγώ τις είχα μειώσει αρκετά ξέρεις, εσύ είχες το θέμα.
-Το θέμα δεν είναι να μοιράζουμε ευθύνες.. μου λες...Ίσως να μην είχες επειδή κάποιος προσπαθούσε να τις καλύψει..
Φτάσαμε στην υπόλοιπη παρέα. Το υπόλοιπο βράδυ κύλησε ομαλά και χωρίς απρόοπτα. Ωστόσο είναι τόσο στενάχωρο να συναντιέσαι με άτομα που κάποτε σήμαιναν υπερβολικά πολλά για σένα, κι ακόμα θα μπορούσαν να σημαίνουν αν δεν υπήρχε αυτή η καταλυτική δράση εξωτερικών παραγόντων. Και τώρα δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω. Αν πρέπει να σε πάρω τηλέφωνο, αν θέλω να σε ξαναδώ χωρίς τους άλλους μπροστά. Δεν ξέρω. Θέλω. Αλλά φοβάμαι ότι θα απογοητευτώ γιατί θα συγκρίνω συνέχεια εμάς με τους παλιότερους εαυτούς μας όταν βρίσκονταν μαζί. Γαμώτο.

Αν και δε νομίζω ότι υπάρχει αποτέλεσμα. Αυτές οι ανασφάλειες μας διαλύουν όλους. Γι αυτές τις ανασφάλειες ξεχνάμε να ζήσουμε, ή βάζουμε περιορισμούς στα θέλω μας. Προτιμάμε να αναρωτιόμαστε ζωές ολόκληρες παρά να προσπαθούμε. Πιστεύουμε ότι δε θα τα καταφέρουμε, ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί, αρκετά έξυπνοι, αρκετά όμορφοι, αρκετά ερωτευμένοι. Μα η οξύνοια είναι διαφορετική για τον καθένα, η καλοσύνη φαίνεται υπό διαφορετικές συνθήκες σε κάθε άτομο, η ομορφιά είναι υποκειμενική -τόσο η εξωτερική όσο και η εσωτερική- κι ο έρωτας εξελίσσεται αν υπάρχουν σπόροι και δεχτούν λίπασμα.  Εγώ πάντως θα επιλέξω να κρατήσω τη φράση εκείνη, της κοπέλας."-Το θέμα είναι ότι ίσως κάποιοι προσπαθούν να καλύψουν τις ανασφάλειες των άλλων προκειμένου να δείξουν στους άλλους ότι χρειάζεται να τους βοηθήσουν να καλύψουν τις δικές τους."

 




Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Μα μέσα στο κρύο εκείνη ψιθύριζε αχνά.

Είναι περίεργο να σταματάω το διάβασμα και να κοιτάζω την οθόνη του κινητού μου. Γενικά, δεν το χρησιμοποιώ ιδιαίτερα. Είναι όμως αυτές οι μέρες που απλά θέλω να νιώσω ότι δεν είμαι μόνη. Και ξέρεις, απογοητεύομαι με το πόσο μόνη είμαι. Πάντα η οθόνη είναι άδεια. Ή τουλάχιστον εδώ και λίγο καιρό, και μάλλον πρέπει να το συνηθίσω. Να συνηθίσω ότι θα συνεχίσει να είναι άδεια για αρκετό καιρό. Ή τουλάχιστον να συμφιλιωθώ με την ιδέα ότι αν θέλω να γεμίσει με κάτι αυτό θα είναι σημειώσεις με τύπους φυσικής. 
Κάνει κρύο τώρα. 
Κι όταν κάνει κρύο νιώθω το κασκόλ μου να με πνίγει αντί να με ζεσταίνει. 
Να με φυλακίζει και να κρυώνω περισσότερο. 
Να κρυώνω μακριά (σου). 
Να κρυώνω μακριά από τον ίδιο μου τον εαυτό.

Προσπαθώ να με βρω, να με γνωρίσω από την αρχή. Μα δεν έχω χρόνο. Προσπαθώ να δω τον εαυτό μου όπως αλληλεπιδρά με το εξωτερικό περιβάλλον. Μα δε μπορώ να αλλάξω την οπτική γωνία μου. Πίστευα ότι όταν δε μπορείς να αλλάξεις τις καταστάσεις μπορείς πάντα να αλλάξεις την οπτική γωνία σου. Είναι λες κι έχω κολλήσει εδώ. Σαν να μη μπορώ να πάω πίσω ή μπροστά και φοβάμαι ότι είμαι σε μια φάση που θα κρατήσει πολύ καιρό.
Φοβάμαι ότι ο συγκεχυμένος και τυχαίος αυτός εαυτός μου θα υπερισχύσει έναντι όλων των υπόλοιπων για αρκετό καιρό. Νομίζω ότι κάθε μέρα ανακαλύπτουμε κι ένα νέο κομμάτι του εαυτού μας. Κάνουμε πράξεις που ποτέ δεν είχαν ξαναπεράσει απ'το μυαλό μας. Μα ακόμα κι αν δεν κάνουμε τέτοιες πράξεις κάνουμε σίγουρα τέτοιες σκέψεις. Σκέψεις που ποτέ δε μοιραζόμαστε επειδή φοβόμαστε, όχι επειδή έχουν αξία για μας. Επειδή φοβόμαστε την κατακραυγή ή την οποιαδήποτε κριτική (ή ίσως εν τέλει τη δική μας κραυγή όταν τις συνειδητοποιήσουμε, τις σκέψεις αυτές). Και δικαίως φοβόμαστε, μιας κι εμείς οι ίδιοι ποτέ δε διστάζουμε να κρίνουμε κάποιον άλλο άγνωστο γνωστό μας.
Φοβάμαι ότι θα κρυώνω όλο και πιο πολύ.
Και να σκεφτείς ότι δεν κρύωνα ποτέ. 
Να σκεφτείς ότι και φέτος έκανα χριστούγεννα με κοντομάνικο και ζακέτα.
Κι όμως τώρα ξαφνικά είμαι ευάλωτη.
Στο κρύο, στην απουσία (τη δικιά σου, τη δικιά μου, της ζωής..ποιος ξέρει;).
Και δεν έχω τζάκι, μα και να είχα δε θα άντεχα να κουβαλήσω ξύλα, θα κρύωνα, θα σωριαζόμουν στα μισά της διαδρομής.
Και δεν έχουμε λεφτά για πετρέλαιο, αγάπη μου. Όλοι μιλάνε για εποχές ευημερίας που εμείς γνωρίσαμε μόνο ως παιδιά, όλοι κλαίνε για την κατάντια τους... μπροστά στο αναμένο τζάκι.
Ούτε κονιάκ πίνουμε πια για να ζεσταθούμε, επειδή δεν πρέπει να μεθύσουμε, λένε. Επειδή πάντα βγαίνουμε εκτός ελέγχου, λένε. Επειδή κανείς δε θα μας γυρίσει μετά στα σπίτια μας, όλοι έχουν βαρεθεί να κάνουν τους κουβαλητές, λένε.
Μα ποιος σου είπε ότι εγώ θέλω να πάω σπίτι μου; 
Εκεί κάνει κρύο. 
Ποιος σου είπε ότι εγώ θέλω να με πάτε οπουδήποτε; 
Εκεί έχει παγωνιά.
Ποιος σου είπε ότι θέλω να με αφήσεις; Σπίτι μου, ή στο δρόμο ή στο παγκάκι ή στο οπουδήποτε (μόνη μου); Όχι δε θέλω να με αφήσεις (μόνη μου). Γιατί θα κρυώνω.
Γιατί κρυώνω (μόνη μου).


Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στο λιμάνι της λατρεμένης πόλης και περιλαμβάνει δύο λατρεμένα άτομα.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Χρόνος

"Η ακαθόριστη κίνηση της ύπαρξης και των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον, θεωρούμενη ως σύνολο", σύμφωνα με το λεξικό. Εμείς όμως το αντιλαμβανόμαστε αλλιώς. Το αντιλαμβανόμαστε σύμφωνα με το πώς περνάμε. Όταν όλα πάνε καλά ο χρόνος κυλάει γρήγορα, κι όταν βαριόμαστε ή είμαστε δυσαρεστημένοι ο χρόνος δε λέει να περάσει. Καταστάσεις γνωστές σε όλους μας. Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι κατηγορούμε το χρόνο για λάθη δικά μας, παραλείψεις κι επιλογές μας...Τα αποδίδουμε όλα στο χρόνο κι έτσι δεν έχουμε τύψεις. "Δεν έχω χρόνο" μου λες. "Σε λίγο θα φύγω" κι αυτό το λίγο θα ήταν διαφορετικό με διαφορετική διαχείρηση. Αλλά ο καθένας κάνει τις επιλογές του, ο καθένας διαχειρίζεται όπως θέλει τη ζωή του. "Αν είχαμε χρόνο όλα θα ήταν αλλιώς" , "Συγγνώμη που καθυστέρησα, δεν είχα αρκετό χρόνο" , "Δεν βρήκα χρόνο, το ξέχασα, είχα πολλά στο μυαλό μου". Έτσι είναι οι ζωές μας, επισκιασμένες. Κι οι σκιές δεν είναι άλλες από τις ίδιες τις επιλογές μας, για τις οποίες δεν είμαστε σίγουροι, και τις οποίες φοβόμαστε και δε θέλουμε να αποδεχτούμε. Γι αυτό και τα φορτώνουμε όλα στα χρόνο. 
Κι έτσι άλλος ένας χρόνος πέρασε, και στο κλείσιμό του νιώθω πιο ανασφαλής από ποτέ. Ένας χρόνος που έμαθε σε όλους μας πολλά, μας έδωσε όσα ακριβώς μας πήρε. Ήταν στυγνός κι υπολογιστικός τύπος, όχι αχάριστος, απλά απόλυτα κι αυστηρά δίκαιος. Έτσι είναι ο χρόνος, δεν κάνει χάρες και δε χαρίζεται σε κανένα, είναι ντόμπρος και ξεκάθαρος. 
Όταν κοιτάζω το παρελθόν,λοιπόν, από την περσινή τέτοια μέρα έως και χτες το βράδυ βλέπω μια κορδέλα με ρίγες που αναλάσσονται. Μαύρο, μετά όλα τα χρώματα μαζί, μαύρο, κι άλλη χρωματική πανδαισία. Κι έτσι θυμάμαι ανάκατες σκηνές, με πρωταγωνιστές εκείνες του καλοκαιριού. Ένα συγκεκριμένο ρεμπετάδικο και μία συγκεκριμένη καφετέρια, αυτά τα μέρη μου θυμίζουν μια παρέα με την οποία δέθηκα τόσο άρτια, ίσως επειδή ήμουν δεμένη με καθένα από τους συμμετέχοντες από πιο πριν. Μια κοπέλα που εμφανίστηκε ξαφνικά, κι ένιωσα πως της παρέδωσα ένα άτομο-κομμάτι μου. Εκείνο που με εξέπληξε ήταν η αντίδρασή μου. Στεναχωρήθηκα μεν, προχώρησα δε, και στην πορεία κατάφερα να αγαπάω και την κοπέλα και το άτομο-κομμάτι το ίδιο πολύ. Όμως οι αντιδράσεις μου με εξέπληξαν αρκετά. Έτσι από αυτή τη χρονιά κέρδισα κάποια πράγματα. Την ικανότητα να διατηρώ την ψυχραιμία μου και να σκέφτομαι πριν μιλήσω έτσι ώστε να μη δημιουργώ παιδιάστικες σκηνές ζηλοτυπίας και θυμού (καλά όχι και στο μέγιστο) αλλά σίγουρα αντέδρασα πολύ ώριμα σε θέματα σημαντικά για μένα (όπως το παγκάκι, ή κάποια οικογενειακά προβλήματα, κάποια θέματα υγείας αγαπημένων προσώπων...).Το δεύτερο σημαντικότερο που διδάχτηκα από την περασμένη χρονιά είναι να μην έχω προσδοκίες, επειδή αυτές πάντα καταρρίπτονται. Όταν πηγαίνεις στη μάχη και περιμένεις ένα συγκεκριμένο εχθρό θα ηττηθείς από οποιονδήποτε εχθρό εμφανίζει διαφορές από αυτόν τον οποίο ανέμενες. Έτσι έμαθα κοιτάζω διορατικά τις καταστάσεις και να μην περιμένω τίποτα από αυτές. Έτσι, ούτε απογοητεύομαι, ούτε στεναχωριέμαι...Ίσα ίσα που κάποιες σπάνιες φορές μπορεί να χαρώ και λίγο μωρέ.Διδάχτηκα κι άλλα πολλά όμως το κυριότερο που έμαθα είναι αυτό που λέει κι η υπέροχη Στέλλα εδώ.
Έμαθα πως είναι να αγαπάς περισσότερο. Ή μάλλον περισσότερο και διαφορετικά μαζί. Να αγαπάς χωρίς όρια να δίνεσαι, να εμπιστεύεσαι εκείνο το ένστικτο που σου λέει πότε αξίζει να δώσεις την αγάπη σου σε κάποιον. Και το θέμα είναι ότι το ένστικτο αυτό είναι αλάνθαστο, αλήθεια. Μα όταν αγαπάς περισσότερο είσαι και πιο ανασφαλής, πιστεύεις ότι δεν είσαι αρκετός, κι έτσι δίνεσαι ακόμα περισσότερο προσπαθώντας να γίνεις σημαντικός στον άλλο και να καλύψεις και τη δική σου την ανασφάλεια. Ίσως να μην υπάρχει πολύ ή λίγο στην αγάπη, να μην υπάρχει περισσότερο και λιγότερο, μα να υπάρχει μόνο διαφορετικό. Ο καθένας μας αγαπάει με τον τρόπο του, κι ο τρόπος αυτός μεταβάλεται ανάλογα με το αντικείμενο που δέχεται την ενέργεια αυτή, την αγάπη. Κάποιοι όταν αγαπούν το φωνάζουν, κάποιοι δεν το λένε ποτέ μα το δείχνουν καθημερινά, και κάποιοι θα το πουν όταν θα χρειάζεται και τότε θα το εννοούν. Κι όλοι οι υπόλοιποι καίγονται μέσα στην ανασφάλειά τους και δίνουν διαδοχικές μάχες, κουράζονται και τα παρατούν. Γιατί κάποιες φορές η αγάπη μπορεί να είναι τόσο διαφορετική που να μοιάζει λιγότερη..
Και τώρα που άλλαξε ο χρόνος; Τα κεφάλαια που έμειναν μισάνοιχτα τι θα γίνουν; Δεν ξέρω. Κι η ανασφάλεια τι θα γίνει, κοριτσάκι; Θα με καταπιεί. Αυτό θα γίνει. Επειδή απλά δεν πρόκειται να καλυφτεί. Επειδή απλά όλα είναι ακριβώς όπως δεν έπρεπε να είναι. Γι αυτό έμαθα να μισώ τις προδοκίες. Δεν πρέπει να έχω προσδοκίες για μεθαύριο, του στυλ ότι όλα θα είναι όμορφα. Ούτε για τις υπόλοιπες διακοπές. Ούτε για την υπόλοιπη χρονιά. Απλά να περιμένω τις καταστάσεις και να αντιδρώ μετά. 



Υ.Γ.Μου άρεσε η αρχή της χρονιάς πάντως, χτες. Αν και υπήρξαν κάποια απρόοπτα, βέβαια. Γύρισα σπίτι και μύριζα ολόκληρη καπνό, αλκοόλ και Β*.



Πούλα με ακόμα μια φορά, δε με πειράζει.
Δε με πειράζει που θα μείνω μοναχός.
Δε με πειράζει που τα μάτια σου σ’ αυτόν τα θυσιάζεις.
Γιατί απόψε το κορμί σου θα `ναι αλλού.

Θα `ναι σε κάτι ξεχασμένα καλοκαίρια.
Θα `ναι στις νύχτες της ατέλειωτης σιωπής.
Θα `ναι στα φιλμ της χαράς και της μιζέριας.
Θα `ναι σε όλα που περάσαμε μαζί.

Πούλα με λοιπόν στο ξαναλέω.
Πούλα με για λίγη σιγουριά.
Πούλα με πολύ φτηνά δεν ξέρω, ίσως αύριο να `ναι αργά.

Κι αν σε βλέπω αδιάφορα ξερά, δε με πειράζει.
Δε με πειράζει κι αν τα χείλη σου γελούν.
Μια καληνύχτα κι αν μου πεις δε με πειράζει.
Γιατί απόψε το κορμί σου θα `ναι αλλού.


Καλή χρονιά :)

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Είσαι εδώ μα απέχεις

Scenario 1.
Η κοπέλα φορούσε χρωματιστά ρούχα, είχε μαλλιά ελεύθερα, σγουρά, κι έτρεχε στο λιμενοβραχίονα. Ήταν καλοκαίρι κι είχε ήλιο. Το αγόρι της κρατούσε το χέρι. Ανέβηκαν πάνω στο μικρό τειχάκι που έκρυβε τη θάλασσα. Η κοπέλα ένιωθε το ερασιτεχνικό εκείνο φιλί και δε σκεφτόταν τίποτα άλλο. Ήταν χαρούμενη. Πριν βραδυάσει αποχαιρετάει το αγόρι και περπατάει προς την πλατεία. Τα πόδια της είναι λες και φορούν φτερά. Το χρωματιστό φαρδύ παντελόνι της παρασύρεται από τον ανάλαφρο καλοκαιρινό αέρα. Τα κουδουνάκια στα χέρια της ηχούν ευχάριστα καθώς εκείνη πετάει.

Scenario 2.
Η κοπέλα ήταν ντυμένη στα μαύρα κι είχε μαλλιά ίσια, επιμελημένα.Η παραμικρή λεπτομέρεια πάνω της ήταν φροντισμένη. Ήταν απόκριες κι εκείνη είχε επιλέξει να ντυθεί η σκιά του εαυτού της, ή ο εαυτός της ο ίδιος, ποιος ξέρει; Κατηφόριζε το δρόμο κρατώντας προσεκτικά την ομπρέλλα της. Είχε καταφέρει να αποφύγει κάθε επίθεση με αφρούς και χρωματιστές σερπαντίνες μέχρι που έφτασε στη μέρση περίπου της Χάνδακος. Έστριψε αριστερά και χώθηκε σε μια καφετέρεια με πολλές χάρλευ απ'έξω. Είδα ένα αγόρι να τη φιλάει, ουδέτερα λίγο, μα με πάθος. Λίγο μετά η κοπέλα ανέβαινε τον ίδιο δρόμο πίσω, προσπαθούσε ακόμα να προστατευτεί από τα χαρούμενα παιδιά που έτρεχαν γύρω της ντυμένα με φανταχτερές στολές.


Scenario 3.
Η κοπέλα ήταν απλή, φυσική. Περαστική από το κέντρο, δε σκόπευε να μείνει πολύ, βρισκόταν μεταξύ μαθημάτων. Μπήκε αποφασιστικά στην καφετέρεια με τα τζάμια και τον ξύλινο τοίχο και ζήτησε ένα νες σκέτο. Κάθε φορά έπινε τον καφέ της αλλιώς, ήθελε η ζωή της να έχει ποικιλία. Λίγο μετά είδα έκπληκτη κάποιον να κάθεται απέναντί της. Μίλησαν αρκετή ώρα, εκείνος έμοιαζε στοργικός. Τη φίλησε, στοργικά, και με πάθος ταυτόχρονα. Η κοπέλα έμοιαζε να ανταποκρίνεται. Ύστερα έφυγε, είχε να προλάβει το μάθημα.

Την παρακολουθώ απ'όταν γεννήθηκε, την ξέρω καλύτερα από τον καθένα μα με ξαφνιάζει τόσο συχνά που με κάνει να πιστεύω ότι δεν την έχω ξαναδεί ποτέ. Ξέρω πράγματα γι αυτήν που δεν τα ξέρει κανείς, προσπαθώ να την ελέγξω, να την περιορίσω, μ'ανακαλύπτω ότι δεν μπορώ. Ξέρω ότι κάνει συλλογή από φουλάρια, ότι πίνει διαφορετικά τον καφέ της κάθε φορά, ότι της αρέσει να κοιτάζει τη βροχή από το τζάμι, να φοράει μάλλινα και να σχεδιάζει. Ξέρω ότι της αρέσει να διαβάζει και να τραγουδάει, να μιλάει και να γράφει, να επικοινωνεί και να βοηθάει, να χαμογελάει και να φωτογραφίζει με τη μνήμη της. Είναι από τα άτομα με την πιο καταπληκτική μνήμη που έχω συναντήσει ποτέ. Όμως χτες δέχτηκα μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις.

Scenario 4. 
Η κοπέλα είχε δακρύσει και σκεφτόταν. Τα μάτια της ήταν λες κι είχαν μείνει κενά, μα κόκκινα και κενά. Η κοπέλα ήταν παθητικός δέκτης των καταστάσεων, δεν την είχα ξαναδεί έτσι. Η κοπέλα συλλογιζόταν ένα άλλο φιλί. Η κοπέλα ένιωθε χαμένη, μπερδεμένη, αποπροσανατολισμένη. Μα το φιλί που συλλογιζόταν ούτε είχε υπάρξει ούτε και θα υπήρχε ποτέ. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να συνυπάρξει έστω και για μόνο στιγμή ο ένας της εαυτός με τον άλλο; Πώς θα μπορούσε να συμφιλιωθεί με τις διαφορετικές εικόνες και τους διαφορετικούς εαυτούς της; 

Εγώ όμως ήξερα. Οι άνθρωποι που τα καταφέρνουν, που βρίσκουν τους εαυτούς τους, τους πραγματικούς, και τους διαχωρίζουν από τις χίλιες δυο πλαστές παροδικές εικόνες, είναι αυτοί που τα καταφέρνουν. Αυτοί που δέχονται τελικά αυτό το φιλί, το φιλί που τους βαφτίζει ολοκληρωμένους, που τους λυτρώνει.


Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

la brasserie.




Θυμάμαι εκείνες τις καλοκαιρινές νύχτες.
Περπατούσαμε πάνω κάτω το λιμενοβραχίονα όλοι μαζί.
Κάποιες φορές φύσαγε και τα κύματα υψώνονταν τρομακτικά.
Κι εμείς μέναμε πριν το κάστρο, δεν περνούσαμε ποτέ το σημείο με τα κύματα.
Ίσως αυτό να ήταν το πρόβλημα, ότι και οι δύο φοβόμασταν πολύ να περάσουμε εμπόδια.
Κι έτσι μέναμε σ'εκείνο το παγκάκι.
Μόνο την τελευταία μέρα πριν φύγεις περάσαμε το στενό σημείο δίπλα στο κάστρο.
Και τότε φύσαγε, αλλά δε φοβηθήκαμε τα κύματα.
Εξάλλου ήμασταν όλοι μαζί, είχε φεγγάρι και σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε η τελευταία μέρα.
Είδες, στο τέλος τολμήσαμε, και τελικά δεν ήρθε πάνω μας ούτε σταγόνα.
Έχω να πλησιάσω το λιμενοβραχίονα από εκείνη τη μέρα, όχι εσκεμμένα, απλά έτυχε.
Το έχουν αυτό οι άνθρωποι. Μοιάζουν πάντα πιο όμορφοι, την ώρα που φεύγουν.” 
διάβασα κάπου πρόσφατα.




Καληνύχτα.