Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα hope. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα hope. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

Χάος

~Κι αφού είμαστε τόσο ευαισθητοποιημένοι γιατί υπάρχουν ακόμα άστεγοι;
Γιατί πεθαίνουν ακόμα καθημερινά άνθρωποι από ελλείψεις; Από αδυναμία ικανοποίησης των βασικότερων αναγκών τους; 
Γιατί το παιδάκι που ζητάει χρήματα πουλώντας τριαντάφυλλα ή ο μετανάστης που σε παρακαλάει να αγοράσεις θήκη για το κινητό σου είναι ακόμα θύματα εκμετάλλευσης;
Γιατί υπάρχει εκμετάλλευση;
Γιατί υπάρχει πόλεμος, κακία, θάνατος από μη φυσικά αίτια, φόβος;

  Επειδή εσύ κι εγώ γλυκό μου σπουδάζουμε και προσπαθούμε να φτιάξουμε τους τέλειους εαυτούς μας για να ασχοληθούμε μεγαλώνοντας με τα προβλήματα του κόσμου. Για να είμαστε σπουδαγμένοι γιατροί για να μην εξετάζουμε κάποιον αν δε μας πληρώσει και για να εξετάζουμε μόνο στο ιατρείο μας όχι για να τρέχουμε για την κοπέλα που λιποθυμάει στο δρόμο ή για το πρεζάκι που καρφώνει τη βελόνα στο μπράτσο του. Για να είμαστε δικηγόροι που θα ζητάμε φυσικά αντίτιμο για να υπερασπιστούμε το σπίτι του ανθρώπου ο οποίος παλεύει για να το κρατήσει. Για να είμαστε μηχανικοί που θα ερευνούμε και θα κατασκευάζουμε αγαθά προς πώληση, σ'εκείνους που μπορούν να τα αγοράσουν. Για να είμαστε δάσκαλοι που θα περιμένουμε το διορισμό στο δημόσιο ή θα επιλέξουμε τη λύση των ιδιαίτερων μαθημάτων, με το γνωστό αντίτιμο φυσικά. Εσκεμμένα παραλείπω να αναφερθώ στον παράγοντα που καλείται ανεργία, παρ'όλα αυτά σχολιάζω τις επιθυμίες και τις επιδιώξεις σου στην περίπτωση που θα είχες τη δυνατότητα να ασκήσεις το επάγγελμά σου. 
  Διαβάζουμε, ακόμη, βιβλία,ακούμε μουσική, μορφωνόμαστε, μαθαίνουμε γαλλικά και αγγλικά και ισπανικά, χορεύουμε και διασκεδάζουμε σαν να μην υπάρχει αύριο(20), δε μας αρέσει το αύριο(30), δε θέλουμε να έρθει(50), ίσως και να μην υπάρχουμε αύριο(70 χρονών). Ζούμε τη στιγμή για να τη ζήσουμε, είμαστε νέοι, ο κόσμος είναι δικός μας, και μπορούμε να πραγματοποιήσουμε κάθε όνειρό μας, έστω και σε τιμή ευκαιρίας. Προσπαθούμε, τουλάχιστον. Να βρούμε την ιδανική δουλειά, τον ιδανικό σύντροφο, σπίτι και κατοικίδιο. Ε, ακόμα κι αν δεν είναι τα ιδανικά δεν πειράζει, αρκεί να τα βρούμε, αρκεί να αποκτήσουμε αυτά που ονειρευό(νταν καποιοι για μας)μασταν όταν ήμασταν νέοι, αρκεί τα παιδιά να μεγαλώσουν, να σπουδάσουν, να τους βρούμε δουλειά(!), να δούμε εγγόνια, τα παιδιά και τα εγγόνια μας να γίνουν ό,τι δε γίναμε, να συνεχίσουν ό,τι αρχίσαμε, να μας σκέφτονται, να μας θυμούνται, να μας αγαπούν....

Και τότε γιατί να μη μας σκέφτονται, να μη μας θυμούνται και να μη μας αγαπούν και άλλοι άνθρωποι; Γιατί να μην προσπαθούμε να βελτιώσουμε και τη ζωή των συνανθρώπων μας όταν μπορούμε;  Και τι θα γίνει δηλαδή αν δώσεις ένα χρόνο από τη ζωή σου εσύ μελλοντικέ γιατρέ για να πας εθελοντικά με μια οργάνωση εκεί που χρειάζεται πραγματικά βοήθεια; Ή εσύ δικηγόρε μου αν υπερασπιστείς εκείνους που το έχουν ανάγκη αφιλοκερδώς; Ή εσύ αρχιτεκτόνισσα αν φτιάξεις ένα σπίτι από υλικά που θα βρεις γύρω σου για κάποιον άστεγο; Τόσο μεγάλο είναι το τίμημα; Έχεις πιθανότατα περισσότερα χρόνια ζωής ακόμη από όσα έχεις ζήσει μέχρι τώρα. Προλαβαίνεις να χορέψεις, να ακούσεις μουσική, να διασκεδάσεις και να κάνεις παιδιά. Αλλά ακόμη κι αν έχεις λιγότερη ζωή μπροστά σου, δεν αξίζει να αφιερώσεις λίγη από αυτήν σε κάποιον άλλο πέρα από σένα; Τόση έχεις αφιερώσει μέχρι τώρα που κουράστηκες;

Εγώ, όμως, είδα κι άκουσα γι ανθρώπους που τα κάνουν αυτά, κι ακόμη περισσότερα. Που κάνουν ό,τι μπορούν, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους για να βοηθήσουν όσους βρίσκονται σε ανάγκη. Κι όταν οι δεύτεροι σταματήσουν να βρίσκονται σε ανάγκη θα βοηθήσουν με τη σειρά τους άλλους όταν χρειαστεί. Ένα ποσοστό εξ' αυτών τουλάχιστον. Ακόμη κι ένα πακέτο μακαρόνια να αγοράσεις και να δώσεις στο σημείο συλλογής τροφίμων στη σχολή σου πρόοδος είναι σε σχέση με το σταύρωμα των χεριών ή την αλλαγή του καναλιού στην τηλεορασούλα σου όταν ακούς για πρόσφυγες. Όχι ότι δε μπορείς να βοηθήσεις πολύ περισσότερο, αλλά δε θα σου πει κανένας να το κάνεις. Σημασία έχει να νιώσεις εσύ την ανάγκη.

Και γιατί δεν τη νιώθεις-ή έστω τη "νιώθεις" αλλά δεν προλαβαίνεις να την ικανοποιήσεις μιας και δεν έχεις χρόνο (βέβαια χρόνο για το κινητό σου έχεις άπλετο) ; Επειδή είσαι φυλακισμένος, γλυκό μου, του σύγχρονου πολιτισμού μέσα στον οποίο κι εσύ κι εγώ μεγαλώσαμε. Μάθαμε να κοιτάμε οθόνες, να μιλάμε σε κεραίες και καλώδια(πλέον όχι βέβαια!) και να υπακούμε σε μηχανικές φωνές. Και κάπως έτσι ξεχάσαμε να σκεφτόμαστε, όχι μόνο τους άλλους, αλλά και τον εαυτό μας. Γιατί αν δεν είναι αυτοπραγμάτωση να βοηθήσεις τους άλλους και να γίνεις καλύτερος άνθρωπος, τότε ποια είναι  η αυτοπραγμάτωση; ΤΙ θα σε κάνει να αισθανθείς καλύτερα και πιο ολοκληρωμένος; Και θα μου πεις, "εσύ γι αυτό θα πήγαινες κάπου εθελοντικά να προσφέρεις βοήθεια;" Και θα σου έγνεφα αρνητικά... Αλλά σίγουρα αυτό είναι ένα συναίσθημα που κερδίζω κάθε φορά και με κάνει να νιώθω φτερά να βγαίνουν από την πλάτη μου, να τρέχω στο δρόμο χαμογελώντας επειδή δεν έχασα άλλο ένα απόγευμα που θα ήταν για τον εαυτό μου.

Δε θα σταματήσουν να υπάρχουν άστεγοι, άνθρωποι που τους εκμεταλλεύονται ή πτώματα που δε θα έπρεπε να είναι πτώματα γύρω μας. Δε θα σταματήσει ο πόλεμος, δε θα εξαλειφθεί η πείνα ή θα κοπάσουν οι φυσικές καταστροφές επειδή εσύ κι εγώ θα προσφέρουμε ένα πακέτο μακαρόνια ή ένα απόγευμα από τη ζωή μας για να κάνουμε κάποιους ανθρώπους να χαμογελάσουν. Σκέψου όμως ότι αυτό το χαμόγελο αξίζει περισσότερο από εκείνο που είδες σε μια φωτογραφία όπου πάτησες like πριν επτά λεπτά.



Σου έδωσα ένα χάος προς προβληματισμό ευχόμενη να πήρες κίνητρο για να βάλεις σε τάξη τη ζωή σου. 

Σχόλιο: Απλουστεύσεις της πραγματικότητας και πλευρές του θέματος όπως η ανεργία δε σχολιάστηκαν εσκεμμένα. Αυτό δεν αποτελεί πάτημα για σένα φυγόπονε άνθρωπε.

Φωτογραφία: Μυρσίνη Μαυραπίδη, Λιμάνι Μυτιλήνης.



Α, και σ'ευχαριστώ που με πιέζεις να γράφω πότε πότε ρε Γιάννη.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Θα πείτε, τ'άστρα είναι μακριά, κι η γη μας τόσο δα μικρή*

ΙΣΤΟΡΙΑ Α'

Ανοίγεις τα μάτια σου.
1...2...3.
Το ξυπνητήρι χτυπά.
1...2...3.
Σηκώνεσαι και στρώνεις το κρεβάτι προσεκτικά.
Βάζεις μηχανικά την καφετιέρα σε λειτουργία όσο ετοιμάζεσαι.
Πας να βάλεις καφέ στο φλιτζάνι και συνειδητοποιείς ότι τρέχει σκέτο νερό.
Πάλι ξέχασες να βάλεις καφέ στο φίλτρο. 
Πάλι κάτι σου χαλάει τη ρουτίνα που έχεις ετοιμάσει για τον εαυτό σου.
 
ΙΣΤΟΡΙΑ Β'

Ανοίγεις τα μάτια σου.
1...2...3.
Το ξυπνητήρι χτυπά.
1...2...3.
Σηκώνεσαι και στρώνεις το κρεβάτι προσεκτικά.
Βάζεις μηχανικά την καφετιέρα σε λειτουργία όσο ετοιμάζεσαι.
Πας να βάλεις καφέ στο φλιτζάνι και συνειδητοποιείς ότι τρέχει σκέτο νερό.
Πάλι ξέχασες να βάλεις καφέ στο φίλτρο. 
Γαμώτο, χτες το βράδυ κοιμήθηκες αργά και ξέχασες να κάνεις αυτά που θέλεις να βρίσκεις έτοιμα το πρωί.
Το σπίτι είναι άνω κάτω χωρίς να είναι βρώμικο.
Κι η ζωή σου είναι άνω κάτω χωρίς να είναι αποκρουστική.
Ίσα ίσα. Επιτέλους έχεις βρει αυτήν την ισορροπία.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ Α'

Έτσι είναι η φοιτητική ζωή. Στον καθένα παίρνει κάποιο χρόνο να προσαρμοστεί. Ο χρόνος αυτός ποικίλει ανάλογα με τον άνθρωπο και τις συνθήκες. Κι επιτέλους η σχολή σου σου αρέσει, τα μαθήματα εξειδικεύονται κάπως κι αρχίζουν να σε ενδιαφέρουν περισσότερο-μάλλον όχι, εσύ ενδιαφέρεσαι και ψάχνεσαι περισσότερο, και συνεπώς αγαπάς αυτό που κάνεις όλο και περισσότερο. Κι έτσι η ψυχολογία σου επιτέλους επανέρχεται στην προ πανελληνίων κατάσταση. 
Εντάξει, ας μην τα παραλέμε, και το πρώτο έτος τις καλές του στιγμές τις είχε, ειδικά προς το τέλος. Γενικά, όσο συνηθίζουμε μια κατάσταση τόσο αρχίζει να μας αρέσει και τόσο τείνουμε να τη βελτιώνουμε προκειμένου να μας αρέσει.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ Β'

Επί του προσωπικού τώρα.
Επιτέλους συνειδητοποίησα ότι ζω στην πόλη των ευκαιριών-σε πολλούς τομείς. 
Επιτέλους εκτίμησα την επιλογή μου, και κυρίως τον κόπο που κατέβαλα για να μπορώ να έχω αυτήν την επιλογή. Γιατί η Αθήνα έχει τις ευκαιρίες. Κι εγώ έχω τα όνειρα και τους στόχους. Και κυρίως, τη διάθεση, και πλέον την παρέα. Και πλέον παρακολουθώ όλες τις συναυλίες και τις ταινίες και τα σεμινάρια και τις ξεναγήσεις και τις δραστηριότητες που ήλπιζα παλιότερα. Κι η πόλη αυτή είναι τόσο όμορφη. Έχει τόσες κρυφές γωνιές για να ανακαλύψεις και να ερωτευτείς. Τόσα δρομάκια να περπατήσεις και τόσους ανθρώπους να χαμογελάσεις, κι ίσως να σου χαμογελάσουν κι εκείνοι. 

-Μ'αρέσει πολύ το θέατρο ρε, θέλω να το δοκιμάσω...αλλά φοβάμαι.
-Εγώ πιστεύω σε εσένα. Πιστεύω ότι θα τα καταφέρεις.
-Πού το βασίζεις αυτό;
-Έχεις μια έμφυτη θεατρικότητα.
-Με λες κι υποκρίτρια τώρα;
(γέλιο.το δικό σου γέλιο).






Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Ίσως

Είναι ξαφνικά σαν να άδειασε η ζωή μου. Να μην έχει νόημα.
Ήθελα τόσο πολύ να περάσω σ'αυτή τη σχολή Πέρασα.
Δεν είναι ότι δε μου αρέσει.
Απλά νιώθω ότι δεν έχω ζωή πέρα από τη σχολή.
Μου ταιριάζει το αντικείμενο. Αλλά όχι έτσι.
Όχι τόσο πιεστικά. Όχι με τόσες προθεσμίες και τόση αυστηρότητα.
Όμορφες κι ενδιαφέρουσες εργασίες. Όμορφη ενασχόληση να δημιουργείς και να μεταμορφώνεις χώρους. Αλλά μετά μένεις με χώρους άδειους.
Πού είναι οι άνθρωποι που θα τους δώσουν ζωή;
Πού είναι οι άνθρωποι που θα μου δώσουν ζωή..
Πλέον η ζωή μου είναι κενή.
Φοβάμαι πολύ. Ποτέ δεν ήμουν έτσι.
Λένε πως το πρώτο έτος είναι το πιο δύσκολο σε κάθε σχολή-πόσο μάλλον αν είσαι μόνος σε μια άγνωστη τεράστια χαοτική πόλη.
Ωστόσο, βλέπω τους παλιούς μου φίλους να είναι ευτυχισμένοι, ο καθένας με τα μικροπροβλήματά του. Εγώ όμως δεν είμαι και δεν ξέρω πως να γίνω. Δε μπορώ να αφιερώνω λιγότερο χρόνο στη σχολή μου, δε γίνεται... 
Υπάρχει η δυνατότητα να αλλάξω σχολή. Όμως.. αυτό μου αρέσει και τίποτα άλλο (αλλά όχι έτσι !)
Και καταλήγω στο κενό.
Αποκτώ φοβίες.
Ελέγχω είκοσι φορές ότι έχω κλειδώσει πριν κοιμηθώ.
Αν μπορέσω να κοιμηθώ.
Γίνομαι ανασφαλής.
Η κοινωνικότητά μου φεύγει. Σταματάω να βρίσκω ενδιαφέρον ακόμα και στους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους.
Βαριέμαι τα πάντα.
Είμαι συνεχώς κουρασμένη.
Ίσως περνάω πολύ χρόνο στον υπολογιστή.
Δεν ξέρω γιατί η ζωή μου έχει πάρει αυτήν την τροπή.
Πλέον δε γράφω καν. Κάτι που πριν δύο χρόνια χρειαζόμουν πολύ.
Ίσως όμως τώρα να κάνω την αρχή...
Να, ίσως τώρα που ξαναεκφράζω τις σκέψεις μου, που τις βλέπω γραμμένες να τις συνειδητοποιώ κι όλας... Κι ίσως τώρα μπορέσω να βελτιώσω τη ζωή μου. Να ξαναβρώ λίγο τον εαυτό μου...
Τουλάχιστον αν σ'έβλεπα κι εσένα πιο συχνά...Αλλά είμαστε και πάλι μακριά..


Μου λείπουν οι πανελλήνιες και η υπέροχα τακτοποιημένη ζωή μου. 

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Σανγκρια

Τρίβω λίγο τα βλέφαρά μου και μένουν κομματάκια από μάσκαρα στο δάκτυλό μου. Συνήθως δε βάφομαι. Χτες όμως χρειαζόμουν δικαιλογίες για να ετοιμάζομαι πολλή ώρα, χρειαζόταν να ασχολούμαι με λεπτομέρειες που συνήθως μου διαφεύγουν για να κερδίσω χρόνο για να σκεφτώ. Σκεφτόμουν, ζύγιζα προσεκτικά τα υπέρ και τα κατά.
Και κατέληξα στο ότι τα δικά σου και τα δικά μου κατά, τα δικά σου και τα δικά μου χάλια και άσχημα και απαίσια και αραχνιασμένα και μαύρα,μοναχικά,υποτονικά μονοπάτια μπορούν να μετατραπούν σε ολόφωτες λεωφόρους όταν ο ένας είναι δίπλα στον άλλο. Κι ακούω τη φωνή σου στο μυαλό μου "ναι αλλά η απόσταση;" Ναι, η απόσταση είναι αυτό που μας καταβάλει ψυχικά τόσο καιρό, όσο η ρουτίνα μας καταβάλει σωματικά και πνευματικά. Και πραγματικά ξέρω ότι μπορούμε να έχουμε την τέλεια επικοινωνία, και το ξέρω γιατί το έχω βιώσει. Όμως κάθε φορά που φεύγεις και εγώ περιμένω αντιλαμβάνομαι ότι η δύναμη των στιγμών που ζούμε κάποια στιγμεί εξασθενεί. Κάποια στιγμή χρειαζόμαστε μια ακόμα δόση, μια μικρή έστω βόλτα, μια συζήτηση στην αγκαλιά σου, σαν ναρκομανείς, ίσα για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε για μερικό καιρό ακόμα. Δηλαδή παρομοιάζω εμένα για σένα ως ναρκωτικό και εσένα για μένα το ίδιο. Κι αυτή τη φορά ήταν χειρότερα από όλες, κι ο καιρός περισσότερος από όλες, κι ο καθένας βάδιζε στα δικά του μαύρα μονοπάτια τα οποία σχημάτιζαν μαιάνδρους και διακλαδώσεις καθυστερόντας την επικείμενη διαστάυρωση. Κι όταν βρεθήκαμε στη διασταύρωση ένιωθα πραγματικά καταβεβλημένη. Ένιωθα να σπάω εσωτερικά σε χιλιάδες κομματάκια, δε μπορώ να σου εξηγήσω το συναίσθημα. Σαν να εξαφανίστηκε το οξυγόνο μου. Και τώρα καταλαβαίνω τους ποιητές με τις υπερβολικές εκφράσεις τους, γιατί πέρα από την υπερβολή εγώ το έζησα αυτό.
Όμως δεν είναι ανάγκη όταν γυρίζουμε σελίδες στη ζωή μας να αλλάζουμε και τους ανθρώπους που υπήρχαν στα προηγούμενα κεφάλαια. Μπορούμε να κάνουμε αυτές τις περιβόητες "νέες αρχές" μαζί τους. Το ότι θέλουμε να προσπαθήσουμε με κάνει να πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε, εξάλλου εμείς πάντα δεν τα καταφέρνουμε; Και δεν πειράζει αν εσύ δε νιώθεις ερωτευμένος κι αν εγώ νιώθω κενή, γιατί τώρα βαδίζουμε μαζί και το φως ήδη φαίνεται. Όταν ψάχνεις κάτι τόσο έντονα το βρίσκεις...εξάλλου το φως δεν κρύβεται.
Και πέρα από όλα τα αληγορικά,χτες ήταν εκπληκτικά. Γι αυτό είμαι τόσο σίγουρη ότι όλα θα είναι καλύτερα, επειδή όταν γελάς πλησιάζουμε στο φως.
Ας μην ήταν κι αυτές οι πανελλήνιες που έχω...5 μήνες ακόμα..:)
Παίξε με στα χέρια σου σαν σφαίρα, πέτα με ψηλά στον αέρα, δώσε μου πνοή απ' την πνοή σου, να ξαναγεννηθώ μαζί σου...

 και μ'αρέσει που μου αφήνεις όλο το καλαμπόκι και σου αφήνω όλο το ρύζι και μοιραζόμαστε εντσιλάδα και είσαι υπέροχος.

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Υπομονή στο +∞

Δεν πρόλαβε να φύγει το καλοκαίρι κι εγώ νιώθω λες και μπήκε χειμώνας και μάλιστα πολύ απότομα. Όχι ότι άλλαξε ο καιρός. Ούτε φταίει τόσο το σχολείο που ξανάρχισε, ή τα μαθήματα που θυμίζουν βροχή στο ξέσπασμά της, έτσι απότομα που έρχονται κατά πάνω μου. Φταίει μάλλον η διαφορά ανάμεσα στο "τώρα" και στο "πριν". Στη μελαγχολία που φέρνει το φθινόπωρο με το όνομά του και μόνο. Ενώ το καλοκαίρι -ακόμα κι όταν είναι μελαγχολικό- σε κάνει να χαμογελάς και να νιώθεις πως οποιοδήποτε πρόβλημα είναι προσωρινό, θα περάσει και θα φύγει. Τώρα είναι λες και ανύπαρκτα και υπαρκτά προβλήματα σωριάζονται το ένα πάνω στο άλλο και όλα μαζί πάνω σου. Δεν ξέρεις τι έχεις. Θέλεις να φύγεις. Θέλεις να τελειώσει πριν καν αρχίσει. Να τρέξεις κάπου μακριά. Σε μια παραλία μερικά μόνο χιλιόμετρα μακριά.
Μια παραλία που από άποψη τοπίου δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο. Ούτε έχεις κάποια τόσο διαφορετική ανάμνηση. Όταν τη σκέφτεσαι όμως σου φέρνει στο μυαλό δεκάδες διαφορετικές μικρές στιγμές, που όλες μαζί υφαίνουν ένα παζλ από χαμόγελα. Ένα χρόνο πριν έφυγες για πρώτη φορά και είπαμε πως όταν ξαναγυρίσεις θα ξαναπάμε σ'αυτή την ακτή. Μετά ξαναήρθες, ξαναέφυγες, ξαναήρθες, ξαναέφυγες, ξαναήρθες, ξαναέφυγες, ξαναήρθες...και τώρα ετοιμάζεσαι να φύγεις. Και κάθε φορά που έρχεσαι και φεύγεις εμείς αναναιώνουμε την υπόσχεσή μας, αναβάλουμε την επίσκεψή μας εκεί για την επόμενη φορά που θα έρθεις. Ίσως πράγματι η επόμενη φορά που θα έρθεις να είναι κι αυτή που τελικά θα πραγματοποιήσουμε την εκδρομή αυτή, οι δυο μας. Ίσως όμως και να μην ξαναπάμε ποτέ μαζί. Το σίγουρο είναι πως αυτή η αναβολή είναι λες και σου δίνει μια δύναμη. Κάτι να ελπίζεις. Έστω και τόσο ασήμαντο. Κάτι να περιμένεις... κι ο χρόνος να φεύγει λίγο πιο ευχάριστα.




*Θέλω να με κρατάς για πάντα
Να χάνομαι μες στα δυο σου μάτια*



*είσαι.χαζό.*

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Υπομονή λίγο ακόμα:)

Μία βδομάδα μαθήματα ακόμα και μετά καλοκαίρι και για μας τους υποψήφιους (πόσο περίεργα ακούγεται αυτή η λέξη όμως...)   :)



Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

"Άσε τον εαυτό σου πιο ελεύθερο, κοριτσάκι."

Το κεφάλι μου θέλει να σπάσει. Κάθομαι στη μαύρη καρέκλα του γραφείου μου και καταλαβαίνω πως το ποσοστό στο οποίο πιέζω τον εαυτό μου είναι μηδαμινό μπροστά σ'αυτό που θα ακολουθήσει. Φτιάχνω καφέ. Πότε συνήθισα εγώ στον καφέ; Δεύτερος για σήμερα. Κλείνω τα μάτια μου και δίνοντας φόρα στην καρέκλα με τα χέρια μου την αφήνω να γυρίζει γύρω από τον εαυτό της με εμένα πάνω. Ανοίγω τα μάτια μου σε τυχαία σημεία της διαδρομής και ξέρωαπό πριν τα ανοίξω σε ποιο κομμάτι του δωματίου θα μπορώ να δω. Άσε τον εαυτό σου πιο ελεύθερο, σου λέω συχνά. Τώρα χρειάζεται να το πω και στον εαυτό μου όμως. Κοριτσάκι σε παρακαλώ, χαλάρωσε. Ενώ η καρέκλα συνεχίζει να στροβιλίζεται εγώ ανοίγω απότομα τα μάτια μου και τα καρφώνω στο κατάλευκο ταβάνι. Ζαλίζομαι. Λίγα δευτερόλεπτα μετά παρατηρώ ότι τελικά είναι κι αυτό σημαδεμένο-εξάλλου τίποτα δεν είναι κατάλευκο ή κατάμαυρο στη ζωή. Γκρίζες σκιές, από το φωτιστικό και τα έπιπλα. Στροβιλίζομαι πιο γρήγορα προσπαθώντας να εξαφανίσω τις σκιές και να επιστρέψω στο λευκό. Θυμάμαι μικρή που ανέβαινα στο μύλο, στις παιδικές χαρές, ή που έτρεχα γύρω από αυτόν για να τον γυρίζω. Τώρα οι περισσότερες παιδικές χαρές δεν έχουν πια μύλους, ή γυρω-γύρω-όλοι, μόνο κάτι σκέτες μουντές ξύλινες κούνιες. Τεχνοκρατικές και γκρίζες. Άντε και καμιά τραμπάλα. Θα μου πεις δεν πάνε και πολλά παιδιά πια στις παιδικές χαρές για να φροντίζουμε για τη συντήρησή τους. Τώρα κλεινόμαστε όλο και από μικρότερη ηλικία στα διαμερίσματα και στις ηλεκτρονικές συσκευές μας, προσπαθώντας να αποφύγουμε τους εαυτούς μας. Κι όσο μεγαλώνουμε και αναγκαστικά βγαίνουμε στον κόσμο, ξεκινάμε να δίνουμε αξία στις λέξεις. Όμως ποτέ δε μάθαμε. Μιλάμε για ελευθερία με το να ανεβάσουμε σε κάποιο ιστότοπο μια φωτογραφία που γράφει πάνω "freedom". Μιλάμε για ειλικρίνια και μέρα με τη μέρα κορο'ι'δεύουμε όλο και πιο πολύ τους ίδιους τους εαυτούς μας. Μιλάμε για αγάπη και σκορπάμε λέξεις σε καταστάσεις κι άτομα με αξία μηδαμινή. Βιώνουμε έρωτες κενούς παντελώς, χωρίς όχι απλά περιεχόμενο, αλλά και χωρίς υπόσταση γενικώς. Κάποιες στιγμές βγαίνουμε από το λήθαργο. Ζούμε κάποιες στιγμές. Ένα όμορφο βράδυ σε μια ταράτσα με γέλια, ένα άλλο με αγκαλιές, μια βόλτα στο λιμάνι ή μια ολοήμερη εκδρομή κάπου κοντά, ίσα για το διαφορετικό. Κι όταν καταλαβαίνουμε ότι αυτές οι στιγμές αξίζουν αντί να το εκμεταλλευόμαστε και να τις πολλαπλασιάσουμε απογοητευόμαστε και σταματάμε. Νομίζουμε πως δε μπορούμε να το κάνουμε πια. Πως δε μπορούμε να είμαστε αρκετά ελεύθεροι, αρκετά αυθόρμητοι ή αρκετά αστείοι. Οι καταστάσεις μας αλλάζουν, κι εμείς αντί να αγαπάμε τον εαυτό μας νομίζουμε ότι τον έχουμε χάσει, ποσπαθούμε συνέχεια "να βρούμε τον εαυτό μας" γυρίζουμε στο παρελθόν και καταλήγουμε σε ακόμα περισσότερα αδιέξοδα.
Και σήμερα ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι ο Ιούλιος άλλης μιας χρονιάς τελειώνει. 
Είναι σαν να βλέπω ένα τραίνο να περνάει. Να περιμένω σε μια στάση αγκαλιά με ένα βιβλίο και να βλέπω τρένα να έρχονται και να φεύγουν. Το μόνο που αλλάζει στο σκηνικό είναι το βιβλίο. Τη μια το λένε μαθηματικά, την άλλη φυσική, την άλλη καλοκαίρι, την επόμενη γέλιο, χαρά, δάκρυα, χρώματα,μυρωδιές,σύννεφα,ταξίδια,ΑΟΔΕ,φωτογραφίες,τραγούδια δικά μας και άλλων,φιλιά, ζωή. Αυτό είναι τελικά το βιβλίο, η ζωή.
Και ο καθένας γράφει το δικό του.
Ίσως να νομίζει σαν κι εμένα πως κάθεται στο σταθμό και απλά περιγράφει ότι βλέπει να διαδραματίζεται μπροστά του. Ίσως να καταλάβει κάποια στιγμή πως πράγματι σ'όλα αυτά τα τρένα επιβιβάστηκε κι ο ίδιος, ταξίδεψε, αγάπησε. Απλά χρειάστηκε κάποιες φορές να γυρίσει στην αφετηρία. Ξέρεις τι πρέπει να κάνουμε; Να κρατάμε λίγο περισσότερο τις στιγμές από τα ταξίδια και λίγο λιγότερο αυτές από την αναμονή..Και κυρίως να ταξιδεύουμε πιο πολύ, πιο συχνά, πιο έντονα.
 



Η καρέκλα σταμάτησε να γυρίζει και  επιστρέφω στο γραφείο και το διάβασμά μου.
Άσε τον εαυτό σου πιο ελεύθερο, κοριτσάκι.

 
Καλό μεσημέρι:)


Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

Σημείωση#1 (Καλοκαίρι;)


#Να θυμηθώ κάποια στιγμή ότι είναι καλοκαίρι.
Κι ότι δε θα είναι για πολύ ακόμα καλοκαίρι.
Και να εκτιμήσω αυτά τα βράδια μετά το διάβασμα που περπατάμε μαζί στο λιμάνι.
Γιατί το χειμώνα κάτι τέτοια βράδια θα μου λείπουν πολύ.
Γιατί τότε η πίεση θα πολλαπλασιαστεί και το γέλιο σου δε θα έχω το χρόνο να το προκαλώ τόσο συχνά.#

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Θα αργήσω στο μάθημα στις εννιά νομίζω..

Τρέχουμε και μου κρατάς το χέρι. Τα κολονάκια του δρόμου περνούν κάτω απ'τις ενωμένες παλάμες μας. Εσύ χαμογελάς όλο και πιο έντονα κι εγώ νιώθω ότι ξυπνάω. Προφανώς και ήταν όνειρο.
Γιατί εσύ δεν έχεις αντοχές να τρέχεις και εγώ δε σε παίρνω από το χέρι για να σε αναγκάσω γιατί φοβάμαι μη σε πιέσω και τότε μπορέσεις να τρέξεις για να φύγεις μακριά μου.
Γιατί εσύ δε χαμογελάς συχνά πια, για την ακρίβεια χαμογελάς πολύ σπάνια με εκείνο το όμορφο πραγματικό σου γέλιο, αυτό που φτάνει ως τα μάτια σου και τα κάνει να φαίνονται ακόμα πιο φωτεινά απ'ότι είναι.
Θέλω να σε πάρω τηλέφωνο να σου πω μόνο ένα καλημέρα, να ακούσω τη νυσταγμένη φωνή σου να μου λέει "καλημέρα χαζή", γιατί ξέρω ότι αυτό θα μου αρκεί για να βγάλω όλη τη μέρα με τα μαθήματα και το διάβασμα*. Κι όμως ξέρω ότι είναι άδικος κόπος. Ο συνδρομητής που καλέσατε έχει πιθανόν το τηλέφωνό του απενεργοποιημένο. Παρακαλώ καλέστε αργότερα.
Πιστεύω ότι θα είχε λίγο περισσότερο σασπένς αν κάπου κάπου με έψαχνες κι εσύ. 
Ίσως σε κάποιο όνειρό σου, μέσα στο φλυτζάνι του καφέ που δεν πίνεις, κάπου μπροστά στα κάγκελα της ταράτσας σου, ή ίσως και στις διάφορες στιγμές στο μυαλό σου.
Ίσως αυτό να έφερνε ξανά κάποιες στιγμές το χαμόγελο αυτό στα χείλη και τα μάτια σου, ίσως μετά να ήθελες να τρέχουμε και να μου κρατάς το χέρι και τα κολονάκια του δρόμου να περνούν κάτω απ'τις ενωμένες παλάμες μας. Εσύ τότε θα χαμογελάς όλο και πιο έντονα κι εγώ θα νιώθω ότι ξυπνάω, ότι νιώθω κάθε στιγμή και πιο ζωντανή.



*(ΠΠΠ σου λέει μετά..Περίοδος Προετοιμασίας Πανελληνίων).

Καλημέρα=)

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Χρυσόψαρα, πάλι.

-Ήξερες πως ήμουν. 
  Λες. Και το επόμενο πράγμα που ακούω είναι το τουτ της γραμμής που κλείνει. Πολύ πιο ενοχλητικός ήχος από την οποιαδήποτε σιωπή. Ήξερα πως ήσουν, ξέρω πως είσαι. 
Με ενοχλεί όμως να περιμένεις να γίνω κάποια που δεν είμαι. Να περιμένεις να σε βλέπω με τους δικούς σου όρους, να κάνω οτιδήποτε με τους δικούς σου όρους, να σε κυνηγάω κι εσύ να φεύγεις όλο και πιο μακριά. 
  Το θέμα είναι ακριβώς το ότι ήξερα πώς είσαι. Ήξερα πόσο νοιαζόσουν για μένα, ήξερα πόσο λάτρευες το χαμόγελό μου-σχεδόν όσο λατρεύω εγώ τα μάτια σου-, και ήξερα όχι επειδή μου τα έλεγες όλα αυτά, αλλά επειδή τα έδειχνες. Επειδή αν περνούσε κάποιο βράδυ χωρίς να μιλήσουμε ένιωθες την απουσία μου, μισούσες την απουσία μου. Επειδή προσπαθούσες να βρεις χρόνο για μένα. Προσπαθούσες να βρεις χρόνο για να ακούσεις ακόμα και τα παράπονά μου, έψαχνες την κατάλληλη βλακεία που θα με έκανε να γελάσω.
  Και δεν ξέρεις πόσο σε λάτρεψα μέσα από όλα αυτά. 
Γιατί κάπου ανάμεσα στις μεταμεσονύκτιες συνομιλίες μας στο σκάιπ και στα βράδια που πέρασα στην αγκαλιά σου σε μια ξαπλώστρα νομίζω ότι σε ερωτεύτηκα. Ξανά. Από την αρχή. Πιο δυνατά και τελείως διαφορετικά.
Και κάθε λεπτό που εγώ σε ερωτευόμουν πιο πολύ εσύ γλιστρούσες όλο και πιο πολύ σε μια άβυσσο που μόνος σου έφτιαξες. Κι εγώ προσπαθούσα να σε τραβήξω και κάποιες φορές τα κατάφερνα, όμως μετά πάλι χανόσουν ακόμα πιο βαθιά. Κι έτσι, προκειμένου κάθε φορά να σε τραβήξω για λίγα λεπτά στο φως χανόμουν μερικές ώρες στην άβυσσό σου. Και δε με πείραζε, ακόμα δε με πειράζει. Είναι φορές που θα ήθελα να σου δώσω τη ζωή μου γιατί ξέρω πως εσύ θα την εκτιμούσες πιο πολύ από μένα όπως θα εκτιμούσα εγώ τη δική σου πιο πολύ από εσένα.
  Κι οι στιγμές που ήξερα περισσότερο από ποτέ πως είσαι είναι αυτές που μου έλεγες πως σου λείπω, γιατί ήταν σπάνιες. Μα όταν το έλεγες ήταν σαν η φωνή σου να ζεσταινόταν ξαφνικά, όπως όταν με είπες "μωρό μου", κι ας ήταν δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Κι ας είπες εκείνη τη φράση κάποια στιγμή που δεν έλεγχες τον εαυτό σου, γιατί αν τον έλεγχες δε θα το είχες ξεστομίσει ποτέ.  Όπως και τη φορά που μου είπες ότι με αγαπάς, ήταν η πρώτη φορά που σε είδα χωρίς να έχεις συναίσθηση των πράξεών σου. 
  Ήξερα πως ήσουν, απλά ίσως υπερεκτιμώ τις δυνατότητές μου να εμφανίζω μαγικά μια υπέροχη εικόνα του κάθε ανθρώπου. Ίσως τη δική σου μπορώ να την κάνω ορατή στους άλλους και σε εσένα τον ίδιο πολύ σπάνια. Όμως εγώ την έχω δει τόσες φορές, όσες είναι κι οι φορέ που με έχεις πει χαζή. Ξέρεις όταν σε σκέφτομαι να μου μιλάς πάντα απευθύνεσαι σε μένα ως "χαζή" με εκείνο τον ψιλοειρωνικό σου τόνο, είναι λες και απεχθάνεσαι το όνομά μου ή το κρατάς μόνο για τις περιπτώσεις που είσαι πολύ θυμωμένος μαζί μου.
  Και μπορεί τον θυμό σου να τον αντέχω, αυτή την αδιαφορία σου όμως όχι. Αυτή η ουδέτερη στάση σου με σκοτώνει κάθε φορά. Κι είναι φορές που πιάνω τον εαυτό μου να βλέπει λίγο τις καταστάσεις ως τρίτος, δηλαδή πραγματικά γιατί συνεχίζω να προσπαθώ, γιατί απλά δε σηκώνομαι να φύγω; Επειδή έχω μάθει να νιώθω έντονα, και κάποιες φορές να δίνομαι υπερβολικά. Το κακό στην ιστορία είναι ότι περιμένω να δοθείς λίγο περισσότερο κι εσύ.Επειδή πρέπει να προσπαθήσω υπερβολικά πολύ για να βρω εκείνες τις στιγμές που ξέρω πως είσαι δικός μου, που ξέρω πως είσαι σίγουρος, πως είσαι εσύ.
  Κι ακόμα κι αυτή η κατάσταση θα ήταν πιο υποφερτή αν δεν υπήρχαν οι δικές μου ανασφάλειες. Τις οποίες ξέρεις ότι μπορείς να διαλύσεις με δύο λέξεις σου, αλλά επιλέγεις να μην το κάνεις. Επειδή πιστεύεις πως όταν μου μιλάς για το πως νιώθεις μαζί μου, για το πως με βλέπεις γίνεσαι πιο ευάλωτος, και δε θέλεις κι ο ίδιος να δεχτείς ότι σε επηρεάζω.

  Τουτ...τουτ...τουτ...
  Ή έτσι ήταν τα πράγματα μέχρι πριν λίγες μέρες.
Τώρα είναι λες και φωνάζω σ'ένα έρημο φωταγωγό κι ακούω μόνο την ηχό μου, ακουμπάω μόνο τοίχους με ρωγμές, βλέπω μόνο πυκνό σκοτάδι και η μόνη οσμή εδώ είναι καμμένα συναισθήματα.

  Γράφω ελπίζοντας να διαβάσεις, ελπίζοντας να με νιώσεις, ελπίζοντας να μην βιώσεις ακόμα κι αυτές τις λέξεις μου επιδερμικά.

  Κι αυτά τα τραγούδια των πυξ λαξ...Κάθε στίχος είναι εμποτισμένος με αμέτρητα νοήματα και συναισθήματα ή δάκρυα...

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Σου έλεγα πως δεν έχω δει ποτέ την ανατολή, γι αυτό κι η πρώτη ανατολή που είδα νομίζω ήταν μαζί σου.

Ήταν μόνη ένα ακόμα βράδυ στο γνωστό μισοσκότεινο γωνιακό μπαρ. Είχε γυρίσει σπίτι μετά τη δουλειά, άφησε τα εργαλία του σχεδίου και έκανε ένα βιαστικό ντουζ. Έφτιαξε μια σαλάτα αλλά τελικά την άφησε στο ψυγείο. Πνιγόταν στο ίδιο της το σπίτι. Πνιγόταν στο σπίτι που έχει διαμορφώσει όπως εκείνη ήθελε, όπως πνιγόμαστε όταν αλλάζουμε τόσο πολύ τους ανθρώπους έτσι ώστε κάποιες φορές να χάνουν αυτή την ιδιαίτερη δική τους γοητεία. Ετοιμάστηκε επιμελώς και κατευθύνθηκε προς το γωνιακό μπαρ στο επόμενο στενό. Σύχναζε εκεί τις μέρες που την έπιαναν τα υπαρξιακά της. Μπήκε μέσα κι ήταν σίγουρη πως ήθελε να μεθύσει, να φτάσει στην κατάσταση που δε θα νιώθει τίποτα, δε θα επικοινωνεί με το περιβάλλον της. Εξάλλου, Σάββατο βράδυ ήταν, δε δούλευε την επόμενη μέρα, υποχρεώσεις δεν είχε εκτός από τη δουλειά της, νέα ήταν ακόμα, μπορούσε να κάνει ότι την ευχαριστούσε. Όχι με την πραγματική έννοια της ευχαρίστησης. Με την έννοια του "βγαίνω από τη μονότονη καθημερινότητα και πίνω μέρι να σταματήσω να σκέφτομαι πόσο φοβάμαι το χρόνο, τη μοναξιά και τις αναμνήσεις, μιας και φέρνουν το ένα το άλλο".
 Ξαφνικά ένιωσε ένα χέρι γύρω από τη μέση της και γύρισε απότομα. Είχε πιει τρεις βότκες και δύο σφηνάκια που την κέρασε ένας άγνωστος. Ένας αόρατος άγνωστος, σύμφωνα με το μπάρμαν. Εκείνη δεν μπήκε στον κόπο να προβληματιστεί ποιος ήταν ο αόρατος μυστήριος άγνωστος. Ένιωθε μια ζάλη, αλλά δεν ήταν αρκετή ώστε να μη διακρίνει τα φωτεινά γαλάζια μάτια εκείνου που την άγγιξε.
"Γνωριζόμαστε;" του είπε νευρικά. Είχε καιρό να επικοινωνήσει με κάποιον άγνωστο και δεν το επιδίωκε γενικώς. Προτιμούσε την ησυχία της εδώ και καιρό. 
"Ίσως ναι, ίσως και όχι".
"Δεν έχω όρεξη για παιχνίδια" είπε εκείνη ενώ ζήτησε άλλη μια βότκα πορτοκάλι. 
"Κερνάω εγώ" είπε εκείνος. Άρα πράγματι έψαχνε συντροφιά για ένα βράδυ, όπως ήταν σχεδόν σίγουρη. Δεν τον ευχαρίστησε για τη βότκα, απλά την κατέβασε με τη μια. Ένιωθε να ζαλίζεται λίγο πιο έντονα. 
Είχε πάει μιάμισι, η μουσική δυνάμωσε -μπλουζ και ροκ εντ ρολλ- και πολλοί θαμώνες ξεκίνησαν να χορεύουν. Εκείνος την κοιτούσε επί μισή ώρα, όσο βρισκόταν δίπλα της χωρίς να μιλάει. Της άπλωσε το χέρι του για να χορέψουν όμως εκείνη ένιωθε ότι θα κατέρρεε. Τελικά έπρεπε να έχει φάει αυτή τη σαλάτα. Πλήρωσε εκείνος ό,τι είχαν πιει και την τράβηξε έξω από το μπαρ. Την τράβηξε με ένα περίεργο στοργικό τρόπο, σαν να νοιάζεται για μια άγνωστη που θέλει μόνο να πηδήξει, προσπαθώντας προφανώς να ξεχάσει κάποια γνωστή.
Λίγη ώρα μετά περπατούσαν στην παραλιακή. "Περπατούσαν", διότι εκείνος την έσερνε σχεδόν με τον προαναφερθέν στοργικό του τρόπο. Εκείνη σταμάτησε απότομα. "Τι θέλεις από εμένα; Δε γνωριζόμαστε καν και κάνεις λες και νοιάζεσαι." 
"Πώς κάνω ότι νοιάζομαι, αφού δε σε ρωτάω κάτι, δεν προσπαθώ να σου μιλήσω βλέπεις" απάντησε εκείνος.
"Κάποιες φορές η σιωπή μας δηλώνει πολλά για εμάς" του απάντησε.
"Όπως;" 
"Όπως ότι ίσως τελικά να μην ψάχνεσαι όπως περίμενα. Ή τουλάχιστον να έχει κορεστεί η όρεξη για ό,τι πίστευα ότι ήθελες από μένα. Είσαι μόνος σου. Σου τη δίνει αυτό. Σκέφτεσαι ότι θα σε ωφελήσει το να περπατήσεις μαζί με κάποιον. Να μιλήσεις μαζί του, να τον γνωρίσεις. Μισείς τη σιωπή. Όμως. Η δική μου σιωπή σου αρέσει. Σκέφτεσαι εκατομμύρια πράγματα να μου πεις αλλά το μετανιώνεις γιατί προτιμάς να φαντάζεσαι ότι κρατάς το χέρι κάποιας άλλης. Με αγγίζεις και χάνεσαι στις αναμνήσεις σου επειδή δε με ξέρεις και μπορείς να προσποιηθείς ότι είμαι οποιαδήποτε με θέλεις, οποιαδήποτε χρειάζεσαι τώρα δίπλα σου. Ακούς τη φωνή μου και νευριάζεις για τη δεν ακούς τη φωνή που θα ήθελες να σου λέει πόσο σε λατρεύει αλλά μια άγνωστη που έχει κουραστεί να γνωρίζει τόσο προβλέψιμους ανθρώπους...Έχω δίκιο;" Τώρα ήταν σαν να είχε σταματήσει η επίδραση του αλκόλ πάνω της, είχε ξαναβρεί τη λογική της σε ένα βαθμό κι ένιωθε ικανοποιημένη που κατάφερε να αποδείξει σε κάποιον άγνωστο πόσο ικανή είναι να εκμηδενίσει την αξία του, να ξεγυμνώσει τις σκέψεις του. Έβγαλε τα τσιγάρα της και του πρόσφερε ένα.
'Εκείνος γέλασε και της είπε ότι δεν καπνίζει. "Αν εγώ είμαι τόσο μόνος όσο πιστεύεις εσύ γιατί έπινες εκεί σήμερα;" Δεν περίμενε την απάντησή της. Ανέβηκε σε μια μεγάλη μαύρη μηχανή και εκείνη κάθισε πίσω του. Είχε πολύ καιρό να ανέβει σε μηχανή. Είχε καιρό να νιώσει ελεύθερη γενικότερα. Ένιωθε τον άνεμο στα μαλλιά της και χαμογέλασε.
Λίγο αργότερα εκείνος την άφηνε κάτω από το σπίτι της. Εκείνη περίμενε ότι θα ζούσε ακριβώς κάποια σκηνή από ταινία, που δε θα προλάβαινε να γυρίσει να τον κοιτάξει κι εκείνος θα είχε γίνει καπνός.
Ομως έκανε λάθος. Κατέβηκε από τη μηχανή του κι ακούμπησε το χέρι του στο μάγουλό της. Κοίταζε τα σκούρα μεγάλα μάτια της με τα δικά του φωτεινά και της μετέδιδε μια ζεστασιά ευχάριστη. 
"Θα μου απαντήσεις σε μια ερώτηση;" τον ρώτησε εκείνη.
"Μόλις σου απάντησα σε μια" της είπε αλλά μόλις είδε την έκφρασή της έσπευσε να συμπληρώσει "Τι θα κερδίσω αν το κάνω;"
"Θα σου απαντήσω κι εγώ σε όποια θέλεις μετά." είπε εκείνη.
"Μου άφησες να καταλάβω ότι γνωριζόμαστε...κι εξάλλου ήξερες που μένω. Θέλεις να μου δώσεις κάποια παραπάνω πληροφορία;"
"Ό,τι αγαπάς δεν τελειώνει. Να το θυμάσαι" είπε. 
Έπειτα τη φίλησε, στην αρχή απαλά, μα ύστερα πιο έντονα. Ήταν λες κι εναπέθετε στα χείλη της το φυλακισμένο εαυτό του.  
Λίγο μετά έγινε ένα με τη νύχτα.
Το επόμενο πρωί εκείνη ξύπνησε, χαμογέλασε, κι άνοιξε το ραδιόφωνο.

 

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Δρόμοι

(Και μια πρόταση, διαβάστε το μαζί με αυτό )
  Είναι όμορφη  η πόλη τις μικρές ώρες της νύχτας. Είναι όμορφη η πόλη όταν κοιμάται. Κι ειδικά όταν νιώθεις πως πρέπει να είσαι ήρεμος για να μην την ξυπνήσεις. Πως πρέπει να είσαι σιωπηλός, να περπατάς μ'ένα ρυθμό σταθερό, όχι βιαστικό μα ούτε κι αργό. Μ'ένα ρυθμό κατάλληλο ώστε να μπορείς να νιώθεις τον παλμό της. Να ακούς τις κόρνες των ταξί -των μόνων σχεδόν οχημάτων που κυκλοφορούν- να ηχούν όλες μαζί απευθυνόμενες προς το πρώτο εξ'αυτών, του οποίου ο οδηγός έχει μάλλον αποκοιμηθεί. Να βλέπεις το αυτόματο πότισμα του γκαζόν να πιτσιλίζει το πεζοδρόμιο κάτω από το φως του διπλανού στύλου. Να παρατηρείς τη ρόδα του λούνα παρκ, κάπου μακριά, να συνεχίζει μόνη της κι άδεια τον αέναο κύκλο της.
  -Τι σκέφτεσαι; Μου λες και με κοιτάς στα μάτια. Νιώθω ότι κόβεις λίγο ταχύτητα. Μόλις πλησιάσαμε στην πλατεία το βήμα σου έγινε λίγο πιο αργό. Αφήνομαι τόσο πολύ να νιώσω τα δάχτυλά μου να μπλέκονται με τα δικά σου που ξεχνώ την ερώτηση που έκανες, ξεχνώ την πόλη και τα φώτα, τους ήχους ή τα μυστικά της, ξεχνώ οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μου.
  Σκύβεις κι ακουμπάς το μέτωπό σου στο δικό μου κι είναι σαν να με χτυπάει ένα κύμα συναισθημάτων που αρνούμουν να νιώσω. Αρνούμουν να σκεφτώ πόσο υπέροχες ήταν οι δύο τελευταίες εβδομάδες, πόσο συνήθισα το βλέμμα σου πάνω μου, πόσο περισσότερο λάτρεψα τη φωνή σου και πόσο απαραίτητη μου είναι πια η αγκαλιά σου.
  Εσύ μιλάς. Μου λες να προσέχω, να διαβάζω, να κάνω υπομονή και να επιμένω, πως όλα θα πάνε καλά, δεν ξέρω τι άλλο. Χάνομαι στη φωνή σου και χιλιάδες εικόνες κατακλύζουν το μυαλό μου.   
Παρασκευή. Έξω τον Α.Μ. θυμήθηκα πόσο μου είχες λείψει. 
Σάββατο. Τελικά το πουκάμισό σου, εκείνο το γκρι, δείχνει ξίσου ωραίο και σε εμένα.
Κυριακή. Εικοστής πέμπτης Αυγούστου, τα γέλια όλων μας.. κι εσύ λίγες μέρες μετά να μου λες "θυμήσου την Κυριακή που σε άφησα στα Λιοντάρια πόσο κοντά ήμασταν και μη μου λες πως έχω πρόβλημα να μας βλέπουν μαζί"
Μ.Δευτέρα. Μερικές ατυχίες με γεύση βότκας και μυρωδιά καπνού, μια διαλυμένη διάθεση. Από ύπνο τίποτα. Όμως πέρασα τόσες ώρες στην αγκαλιά σου, αρκεί.
Μ.Τρίτη. "Χαζή γι αυτό σου λέω πόσο θα ήθελα να μείνουμε στην ίδια πόλη. Είναι τόσο υπέροχο να νιώθω πως ξυπνάω μαζί σου, κι ας μην έχουμε κοιμηθεί καθόλου".
Μ.Παρασκευή. Δεν ξέρω. Απλά μας βλέπω από μακριά, όλους μαζί, και νιώθω πως κολλάμε. Και μετά παρατηρώ εσένα κι εμένα και το όλο επίσημο στυλ και θυμάμαι τη θέα του λιμανιού δίπλα από το κλαμπ που είχαμε πάει την πρωτοχρονιά και χαμογελάω.
Μ.Σάββατο. Η αλήθεια είναι πως αν δεν πηγαίναμε στις βαρκούλες, ξέρεις κάτω από το ΚΤΕΛ κάτι θα έλειπε.
Κυριακή του Πάσχα. Το ιγκλού ξανά.
Τετάρτη. "Μ'αρέσει που είσαι όπως στο σπίτι σου. Που δε σε νοιάζει πως θα ντυθείς κλπ, αλλά είσαι απλή, το λατρεύω αυτό"
Πέμπτη. Μια ταινία που θέλαμε καιρό να δούμε. Αστέρια λίγο έξω από το Ηράκλειο, κι εσύ προσπαθείς ξανά κι ανεπιτυχώς να μου μάθεις να χορεύω, στο γρασίδι.
Παρασκευή. Τα χρωματιστά φωτάκια και τα μάτια σου κάτω από αυτά. Μια ανάσα. Έσβησαν σχεδόν όλα τα κεράκια. Βασικά, όλα εκτός από ένα. Αλλά δε με νιάζει το κεράκι που δεν έσβησε. Μου αρκεί που είμαστε όλοι μαζί.
Σάββατο. -Αλήθεια, είσαι τόσο καταπληκτικός.
-Με κακομαθαίνεις χαζό.
-Μαρία. Δεν πρέπει να αργήσεις άλλο.
-Ναι, καλό ταξίδι..
Μπαίνω στο ταξί. Σ'ένα από αυτά που ο οδηγός δεν κοιμάται. Φεύγω. Σε βλέπω από το τζάμι που περιμένεις να φύγω. Σημειώνεις τον αριθμό της πινακίδας που μπήκα, και λίγο μετά χάνεσαι από το οπτικό μου πεδίο.

Κυριακή. Κενό
 

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Γενέθλια*

Κάθε χρόνο και πιο περίεργα. Κάθε χρόνο και πιο μελαγχολικά, ίσως.  Κάθε χρόνο συνειδητοποιείς πόσο κοντά και πόσο μακριά ταυτόχρονα ήταν η περσινή αντίστοιχη μέρα..Βγάζεις συμπεράσματα, συγκρίνεις άτομα και καταστάσεις . Και δεν παρατηρείς ποτέ τις ομοιότητες, αλλά τις διαφορές. Εξάλλου αυτές σε καθορίζουν, αυτές δηλώνουν ότι μεγάλωσες. Διαφορές. Όχι και πολλές σε σχέση με πέρισυ. Όμως όσες υπάρχουν σχετίζονται με εμένα την ίδια. Με τις προτιμήσεις, του στόχους και τις προτεραιότητές μου. Νιώθω είκοσι χρόνια ωριμότερη κι ας έχει περάσει μόνο ένας χρόνος. Αλλά και με τα άτομα που είναι γύρω μου. Εξάλλου πάντα έτσι είναι. Κάποιοι φεύγουν, κάποιοι έρχονται, και κάποιοι μένουν δίπλα σου, μεγαλώνουν μαζί σου, χαίρονται με τις χαρές σου και λυπούνται με τις στεναχώριες σου. Κι είναι τόσο όμορφο να κοιτάω πίσω και να βλέπω πως εξελισσόμαστε μαζί.




Υ.Γ. Κάποιες φορές οι ευχές εκείνες που κάνεις λίγο πριν σβήσεις τα κεράκια πραγματοποιούνται. Μιλάω εκ πείρας. :)

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

"i want you, your fingernails go dragging down..."

Γυρίζω γύρω από τον εαυτό μου. Παραπατάω αλλά κρατιέμαι από τον τοίχο και δεν πέφτω. Γελάω. Δυνατά. Μου λες να μην κάνω φασαρία. Σιγά σιγά βγαίνουν αστέρια. Τώρα ένα χαμόγελο διαδέχεται το προηγούμενο δυνατό γέλιο μου. Εσύ με κοιτάς "απαξιωτικά". Με σηκώνεις στα χέρια σου, μετά σ'αγκαλιάζω. 
Διαφορετικό σκηνικό.
Ξημερώνει, το φως μπαίνει από το μικρό παράθυρο της βιβλιοθήκης κι εγώ είμαι στην αγκαλιά σου. Χα'ι'δεύεις το λαιμό μου και γελάς με το χαμόγελό μου. Σου δίνω μέρος της κουβέρτας για να μου δώσεις μέρος του σεντονιού. Δαγκώνεις τη μύτη μου και κάνω πως νευριάζω. 
Κλείνω τα μάτια μου και θυμάμαι μια διαφορετική σκηνή.
Προσπαθούμε να απλώσουμε ένα σλίπινγκ μπαγκ. Τελικά φτιάχνουμε ένα ιγκλού. Τα δόντια σου φωσφορίζουν στο μισοσκόταδο.Φοράω το πουκάμισό σου και μυρίζει όπως εσύ.
Είναι λες και τις τελευταίες μέρες έχω αγγίξει τόσες φορές την ευτυχία που φοβάμαι ότι σε λίγο η φούσκα αυτή θα σπάσει κι εγώ θα βρεθώ και πάλι στη ρουτίνα μου. Αν και το διάβασμα υπάρχει ακόμα, τα μαθήματα το ίδιο. Βλέποντας ότι χάνω τόση ελευθερία λόγω της ρουτίνας θέλω όλο και περισσότερο να περάσει ένας χρόνος. Αγχώνομαι όσο σκέφτομαι ότι έχω μόνο ένα χρόνο σχολείου ακόμα, γιατί ξέρω πως θα μου λείψει. Από την άλλη όμως ανυπομονώ.


Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Φωτογραφίες (ξανά)

 Περπατάμε με έναν αέρα περίεργο. Προχωράμε και γελάμε, νομίζω ότι όταν ακούω τους ήχους από τα γέλια ή τις φωνές μας ζωντανεύει κι ο δρόμος γύρω μας. Βλέπω φωτογραφίες και νιώθω ότι πραγματικά επιστρέφω στις μέρες που τραβήχτηκαν, ζω ξανά εκείνες τις στιγμές με κάθε λεπτομέρεια.
-Ξέρεις είναι και το άλλο συναίσθημα ρε γαμώτο. Ψιθύρισα νομίζω εκείνη τη στιγμή.
-Ξέρω, νιώθεις ότι λίγο πιο κάτω θα εμφανιστούν ξαφνικά όλοι οι υπόλοιποι με τους οποίους έχεις αναμνήσεις εδώ.
-Κάτι τέτοιο, ας πούμε.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Όσο κι αν οι αναφάλειές μου εξαφανίζονται όταν βρίσκομαι στα χέρια σου.

Θα κάνω για λίγο πως είμαι κάποιος άλλος. Ίσως αν αποβάλλω την ταυτότητά μου προσλάβω μια λιγότερο ανασφαλή.
Σε διακρίνω από μακριά καθώς έρχεσαι. Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα και πολλή ώρα. Εξάλλου κάθε φορά καθυστερούμε και οι δύο κανένα εικοσάλεπτο. Όσο πλησιάζεις τόσο καλύτερα μπορώ να ξεχωρίσω κάθε χαρακτηριστικό σου. το χαμόγελό σου όταν με βλέπεις μου θυμίζει τα καλοκαιρινά βράδια που εκείνο στόλιζε μόνιμα το πρόσωπό σου. Με ένα λαστιχάκι από τον καρπό σου πιάνεις τα μαλλιά σου ένα μικρό και άγαρμπο κότσο αφήνοντας μερικές τούφες να κρέμονται άτσαλα. Κοιτάς την ώρα στο κινητό σου και σε αγκαλιάζω ενώ μου απολογείσαι για την αργοπορία σου.

-Μην ανησυχείς, δεν περίμενα πολύ είναι η αλήθεια.
Εσύ χαμογελάς και με ρωτάς που θα πάμε. Η φωνή σου ακούγεται τόσο μελωδική και όμορφα διαφορετική από ότι στο τηλέφωνο. Δε σου απαντάω, απλά τυλίγω το χέρι μου στη μέση σου και ξεκινάμε να περπατάμε. Χωρίς προορισμό. Σταματάς σε ένα περίπτερο και παίρνεις ένα σπαστό φραπέ.
-Νόμιζα ότι δε σου άρεσε ο σπαστός. Κι εξάλλου κοντέυει δέκα το βράδυ, γιατί να πιεις καφέ;
-Στην ανάγκη κι αυτός καλός είναι. Επειδή υπάρχει κάτι που λέγεται εξάρτηση.
-Σαν αυτή που υπήρχε μεταξύ μας; 
-Κάτι τέτοιο. Πώς περνάς;
-Ζω τη ρουτίνα μου. Της απάντησα. Κατέβηκα προχτές που έκλεισε η σχολή...Γενικά εντάξει, εσύ;
-Αυτή η δύναμη της συνήθειας..εγώ ήρθα πριν τέσσερις μέρες. Ευτυχώς καταφέρνω να ξεφεύγω από τη ρουτίνα μου όσο μπορώ...Ή τουλάχιστον να της προσδίδω όμορφα μέρη.Η συνήθεια όταν είναι όμορφη δεν είναι κουραστική, μη σου πω ότι είναι απαραίτητη. Σου δίνει ένα λόγο να ξυπνάς το πρωί.
-Ναι, και εμείς ως συνήθεια δεν ήμασταν κουραστικοί νομίζω.
Δε μου απαντάς. Σταματάς να περπατάς ενώ έχουμε φτάσει στο πάρκο Θεοτοκόπουλου μετά από μια βόλτα στην παραλιακή. Με κοιτάζεις απευθείας στα μάτια και προσπαθώ να καταλάβω τι πρέπει να σκεφτώ για τη σιωπή σου.
-Σε έπρηξα λίγο για να βγούμε νομίζω. Ξέρεις ότι το κάνω αυτό όταν νιώθω ότι χάνω τον άλλο.
-Δε φταις εσύ κοριτσάκι. Οι συνθήκες, η απόσταση, ξέρεις...Δε μπορείς να διατηρήσεις μια σχέση τηλεφωνικώς ούτε διαδικτυακώ για πολύ καιρό. Γνέφεις παίρνοντας ένα σκεπτικό ύφος. Πάντως είχα δίκιο από την αρχή.
-Και ανασφάλειες είχες από την αρχή.
-Όλοι έχουμε ανασφάλειες, απλά είναι διαφορετικές, το ξέρεις αυτό, της απάντησα.
-Το θέμα είναι ότι ίσως κάποιοι προσπαθούν να καλύψουν τις ανασφάλειες των άλλων προκειμένου να δείξουν στους άλλους ότι χρειάζεται να τους βοηθήσουν να καλύψουν τις δικές τους.
-Τότε αυτοί οι κάποιοι μπορούν να σταματήσουν τις υπεκφυγές και να λένε ξεκάθαρα τι σκέφτονται.
-Δεν είναι υπεκφυγές μου απαντάς και τώρα το βλέμμα σου είναι μέσα στην ένταση.
-Καλά μη νευριάζεις σου απάντησα την ώρα που χτυπούσε το τηλέφωνό μου.
Λίγο μετά σου ανακοινώνω ότι οι υπόλοιποι μας περιμένουν λίγο πιο κάτω οπότε ξεκινάς να κατευθύνεσαι προς τα εκεί αμίλητη. 
-Τι έπαθες; Ίσως να μην έπρεπε να είμαι τόσο απότομος αλλά με νευριάζει αυτό. Να παρεξηγείς ή να καταλαβαίνεις καταστάσεις διαφορετικά και μετά...
-Τίποτα. Απλά μου τη δίνει που δεν καταφέραμε να είμαστε τόσο κοντά όπως τότε, που δεν προσπάθησα πιο πολύ. Ή που δεν προσπάθησες εσύ. Και δε μπορώ να καταλάβω αν ήταν θέμα εγωισμού ή αν απλά ήθελες να απομακρυνθείς.. Ήταν τα πρώτα τόσο πραγματικά λόγια που μου είχες πει το τελευταίο εξάμηνο. Και δεν είχα καμία απολύτως απάντηση. Συνεχίζω να περπατάω προς τους άλλους. Διέκρινα εφτά φιγούρες να μας περιμένουν στο σημείο συνάντησης. 
-Γαμώτο σταμάτα να αποφεύγεις συζητήσεις!  μου λες ενώ με τραβάς απότομα.
-Δηλαδή τι θέλεις να κάνω;
-Τώρα δεν ξέρω. Τότε ίσως έπρεπε να μην αφήσουμε τις ανασφάλειές μας να μας απομακρύνουν τόσο. 
-Εγώ τις είχα μειώσει αρκετά ξέρεις, εσύ είχες το θέμα.
-Το θέμα δεν είναι να μοιράζουμε ευθύνες.. μου λες...Ίσως να μην είχες επειδή κάποιος προσπαθούσε να τις καλύψει..
Φτάσαμε στην υπόλοιπη παρέα. Το υπόλοιπο βράδυ κύλησε ομαλά και χωρίς απρόοπτα. Ωστόσο είναι τόσο στενάχωρο να συναντιέσαι με άτομα που κάποτε σήμαιναν υπερβολικά πολλά για σένα, κι ακόμα θα μπορούσαν να σημαίνουν αν δεν υπήρχε αυτή η καταλυτική δράση εξωτερικών παραγόντων. Και τώρα δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω. Αν πρέπει να σε πάρω τηλέφωνο, αν θέλω να σε ξαναδώ χωρίς τους άλλους μπροστά. Δεν ξέρω. Θέλω. Αλλά φοβάμαι ότι θα απογοητευτώ γιατί θα συγκρίνω συνέχεια εμάς με τους παλιότερους εαυτούς μας όταν βρίσκονταν μαζί. Γαμώτο.

Αν και δε νομίζω ότι υπάρχει αποτέλεσμα. Αυτές οι ανασφάλειες μας διαλύουν όλους. Γι αυτές τις ανασφάλειες ξεχνάμε να ζήσουμε, ή βάζουμε περιορισμούς στα θέλω μας. Προτιμάμε να αναρωτιόμαστε ζωές ολόκληρες παρά να προσπαθούμε. Πιστεύουμε ότι δε θα τα καταφέρουμε, ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί, αρκετά έξυπνοι, αρκετά όμορφοι, αρκετά ερωτευμένοι. Μα η οξύνοια είναι διαφορετική για τον καθένα, η καλοσύνη φαίνεται υπό διαφορετικές συνθήκες σε κάθε άτομο, η ομορφιά είναι υποκειμενική -τόσο η εξωτερική όσο και η εσωτερική- κι ο έρωτας εξελίσσεται αν υπάρχουν σπόροι και δεχτούν λίπασμα.  Εγώ πάντως θα επιλέξω να κρατήσω τη φράση εκείνη, της κοπέλας."-Το θέμα είναι ότι ίσως κάποιοι προσπαθούν να καλύψουν τις ανασφάλειες των άλλων προκειμένου να δείξουν στους άλλους ότι χρειάζεται να τους βοηθήσουν να καλύψουν τις δικές τους."

 




Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Κύκλοι, εν τέλει.

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012.
Είμαι πλεόν σίγουρη ότι δεν έχω ξανανιώσει τόσο έντονη έλξη για κάποιον. Ότι δε με έχει ξανατραβήξει ποτέ τόσο ένας άνθρωπος σαν σύνολο, να θέλω να τον γνωρίσω, να μάθω την κάθε λεπτομέρεια για τη ζωή του, να είμαι μέρος αυτής, να με σκέφτεται όταν ξυπνάει, πριν πάει για ύπνο. Να με σκέφτεται και να χαμογελάει, να είναι χαρούμενος εξαιτίας μου. Δεν έχω ξανανιώσει τόσο έντονη ανάγκη να αγκαλιάσω κάποιον, να τον προφυλάξω, να τον αποκόψω για λίγο από το υπόλοιπο περιβάλλον, να τον ηρεμήσω. Δεν ξανάθελα ποτέ τόσο πολύ να νιώσω την καρδιά του να χτυπάει τόσο κοντά μου. Σήμερα ήμουν μαζί του, και μπορώ να πω ότι ήταν τόσο μοναδική η αίσθηση της αναπνοής του κοντά μου, η παρουσία του δίπλα μου.Η Σ* λέει ότι είμαι ερωτευμένη. Εμένα πάλι δε μου αρέσει να βάζω ταμπέλες στα συναισθήματα. Πάντως σίγουρα είναι ότι περισσότερο έχω νιώσει μέχρι τώρα.

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013.
Πέρισυ τέτοια μέρα ήμουν σε ένα ουζερί κοντά στο πάρκο Θεοτοκόπουλου. Φέτος πέρασα από ένα ουζερί, ήπια ένα ποτήρι κρασί-ίσα για να μείνω λίγο με κάποια αγαπημένα άτομα και κάποια άγνωστα- κι έφυγα. Προέκυψα να φύγω. Πέρισυ δεν ήθελα να φύγω από το αντίστοιχο ουζερί. Φέτος ήθελα μόνο να φύγω. Πέρισυ παρατηρούσα επί δύο ώρες τα μάτια του προσπαθώντας να μην καταλάβει ότι κοίταζα μόνο εκείνον. Φέτος τα μάτια του ήταν μέσα στα δικά μου από όταν έφυγα από το ουζερί και μετά. Πέρισυ απέφευγα να μιλάω γιατί δεν ήθελα να φανεί η αδυναμία στη φωνή μου, δεν ήθελα να καταλάβει ότι ντρεπόμουν λίγο. Φέτος ένιωθα ότι μιλούσα κι ήθελα να βασιστεί στα λόγια μου, ήθελα να νιώσει ασφαλής στην αγκαλιά που πέρισυ δε φανταζόμουν ότι θα μοιραζόμασταν ποτέ.

Πέρισυ ερωτεύτηκα τη φωνή του και τώρα είναι ένα μέρος της καθημερινότητάς μου που με κάνει να χαμογελάω.
Ονειρεύτηκα ότι τον ήξερα, ότι μιλούσαμε λες κι ήμασταν ο ένας το κοντινότερο πρόσωπο που έχει ο άλλος, και φέτος είναι καλύτερα από τις προσδοκίες μου.
Εκείνη τη μέρα ένα χρόνο πριν φωνάζαμε μπροστά από μια βιτρίνα με πλέυμομπιλ, ενώ φέτος τσίριζα μπροστά από τη δική του συλλογή.
Πέρισυ ήταν η πρώτη φορά που τον είδα να κάνει κεφάλι και φέτος έζησα το πρώτο Σάββατο που βγήκαμε σε τέτοιο μέρος κι εκείνος δεν ήπιε καθόλου.
Πέρισυ δεν τον ήξερα. Σκεφτόμουν πόσο ταίριαζε με το κόκκινο χρώμα του κρασιού που πίναμε. Φέτος τον ξέρω. Σκέφτομαι πόσο ταιριάζει με το σκούρο μπλε του νυχτερινού ουρανού, που έχει πιο ανοιχτόχρωμα μπαλώματα όταν τον καλύπτουν τα σύννεφα.
Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην έχει προσδοκίες. Έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου, δε θα έχω προσδοκίες, δεν έχω προσδοκίες. Όμως λίγο πριν φύγω για την εκδρομή διάβαζα παλιά κείμενά μου, όπως αυτό (που είχε γραφτεί για εκείνη τη μερα,ένα χρόνο πριν) και σκεφτόμουν ότι η ίδια ημερομηνία φέτος θα ήταν τελείως διαφορετική, όμως θα ήσουν δίπλα μου, πάλι. Γι αυτό κι όταν έφτασα πριν από εσένα φρόντισα να σου κρατήσω μια θέση δίπλα μου. 
Γενικά ο άνθρωπος τείνει να αφήνει τις καταστάσεις στην τύχη, στο ένστικτό του ή απλά να τις παρατάει και να φεύγει.Θα έπρεπε όμως να καταλάβει ότι κάποιες φορές χρειάζεται να συμβιβαστεί με κάποιες καταστάσεις, να επαναπροσδιορίσει τα δεδομένα και τα ζητούμενά του και όταν θέλει κάτι πολύ, να το κυνηγήσει. Όπως εγώ επιδίωξα να είμαι δίπλα του.

Ένα χρόνο πριν έγραφα κείμενα που σε συνάρπαζαν κι ήμουν μια γνωστή σου που συμπαθούσες αρκετά. Φέτος υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι θα καταφέρω να γράψω κάποια στιγμή ένα κείμενο που θα σε κάνει να νιώσεις το συναίσθημα που προσπθώ να βγάλω στο ηλεκτρονικό ή πραγματικό χαρτί. Φέτος είμαι τόσο χαρούμενη που υπάρχεις στη ζωή μου.

 I think last night you were driving circles around me.
Β*

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Drink, honey, drink.

Ξέρεις τι γίνεται; Οι σχέσεις μας δεν είναι ποτέ ικανοποιητικές απλά γιατί ποτέ δεν αποδεχόμαστε ο ένας τον άλλο όπως είναι και προσπαθούμε να αλλάξουμε τους άλλους για να ταιριάξουν στα πρότυπά μας. Έτσι αλλοιώνονται οι σχέσεις. Και μετά καταλήγουμε να αναρωτιόμαστε τι πήγε στραβά χωρίς να σκεφτόμαστε ποτέ ότι όλα ξεκινούν από τις υποσυνείδητες ανάγκες μας. Κι έτσι αρχικά πιστεύουμε ότι εμείς δεν είμαστε αρκετά καλοί, μετά ίσως μας πείσουν ότι οι άλλοι μας έπεφταν λίγοι ή δεν ήταν για μας κι έτσι καταλήγουμε να προσπαθούμε να βρούμε αυτούς που είναι για μας, περιμένοντας κάποιον που θα ταιριάξει επακριβώς στις ιδανικές μας αναλογίες και αλλοτριώνοντας όλους τους υπόλοιπους υποσυνείδητα προκειμένου να τους φέρουμε στις αναλογίες αυτές. Κι όταν απογοητευτούμε από την προσπάθεια κι αναρωτιόμαστε τι κάνουμε λάθος ή γιατί πάντα οι καταστάσεις είναι εναντίον μας, το μυαλό μας δεν πάει ποτέ εκεί.



=)

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

(Α)προσαρμογή

"Κάποιες φορές απλά αναρωτιόμαστε γιατί "άλλαξες", "άλλαξα","αλλάξαμε"...Προφανώς επειδή αλλάζουν οι συνθήκες, επέρχονται γεγονότα, εκπλήξεις ή απλά στιγμές. Κάποιες είναι όμορφες, κάποιες όχι και κάποιες είναι απλά περίεργες. Όμως μας επιρεάζουν, μας καθορίζουν. Έτσι, καταλήγουμε να αποζητάμε τους παλιούς "άλλους", τους παλιούς εαυτούς μας ή τις σχέσεις μας όπως κάποτε ήταν. Όμως δεν μπορείς ποτέ να ξαναπάρεις κάτι ίδιο. Επιστρέφεις ένα δώρο σ'ένα κατάστημα για να πάρεις κάτι άλλο. Ένα νούμερο μικρότερο, ένα νούμερο μεγαλύτερο ή απλά κάτι τελείως διαφορετικού είδους. Έτσι, κάθε μέρα που περνά αφήνει τα ίχνη της πάνω μας και πάνω στις σχέσεις μας. Άλλες φορές τις φθείρει, άλλες φορές τις κάνει πιο έντονες, πιο ζωντανές, κι άλλες απλά τις μεταβάλει αργά, έτσι ώστε να μην αντιληφθούμε την αλλαγή. Κι όταν κάποια γεγονότα εξαρτώνται από εμάς; Όταν εμείς κάνουμε κάποιες επιλογές που καθορίζουν κάποιες καταστάσεις; Τότε είναι αυτό που θέλουμε, ή τουλάχιστον αυτό ακριβώς που θέλαμε τη δεδομένη χρονική στιγμή. Κι αν δεν έρθουν όλα όπως τα είχαμε φανταστεί κάποτε τότε απλά επαναλαμβάνω ότι πρέπει να αποβάλουμε όλες μας τις προσδοκίες. Όλες. Όλες. Όλες. Ε και εντάξει. Πάντα υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης και καλύτερης συνεργασίας. Και για να συνεχίσω λίγο την υπερανάλυση καταστάσεων, κάποια γεγονότα είναι σαν τα μακαρόνια. Κάθε φορά θα τους λείπει ένα κάτι, ένα κλικ (ή και περισσότερα). Υπάρχουν κάποια είδη μακαρονιών που βράζουν στα δεκαπέντε λεπτά, ενώ τα περισσότερα μακαρόνια βράζουν στα δέκα. Εκεί χρειάζεται να δεις τι φταίει και δε σου βγαίνουν τα μακαρόνια όπως τα θέλεις. Τι φταίει κι είναι πότε λιωμένα, πότε σκληρά και πότε λείπει το αλάτι. Κάποια στιγμή θα τα πετύχεις μετά από πολλές φορές που δε θα σου αρέσουν, αυτό είναι σίγουρο. Το θέμα είναι ότι δε θα έχεις πάντα όρεξη για μακαρόνια ή ίσως να μην ξανααγοράσεις ποτέ τα συγκεκριμένα. Κι έτσι ίσως δεν καταφέρεις να τα ψήσεις σωστά ποτέ. " Σταμάτησε να γράφει, έσκισε τη σελίδα και την τσαλάκωσε. Ένας διάλογος ήρθε στο μυαλό της, αλλά δεν ήξερε αν ήταν πραγματικός ή φανταστικός. Δεν ήξερε σε ποιο σημείο είχε σταματήσει η φράση που ήθελε να πει. Σηκώθηκε και τον πήρε τηλέφωνο. "Τι ώρα φεύγεις;" τον ρώτησε απότομα. Η φωνή δεν αργησε. "Δώδεκα, αύριο το μεσημέρι...Γιατί;" απάντησε εκείνος."Οκτώ και δέκα, έξω από τον κινηματογράφο" είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν ήξερε αν έπρεπε να είναι τόσο απόλυτη, αν έπρεπε να επιμένει τόσο. Όμως αν δεν προσπαθούσε θα το έριχνε στον εαυτό της.
...
Η ταινία είχε μόλις τελειώσει κι εκείνοι κατευθύνονταν προς την παραλία απέναντι από τον κινηματογράφο. Ήταν χειμώνας κι έκανε πραγματικά κρύο εκείνη τη μέρα.
-Πώς νιώθεις που φεύγεις; ρώτησε εκείνη.
-Περίεργα. Δε θέλω. Πρέπει. Θα'θελα να 'χα λίγο περισσότερο χρόνο εδώ.
-Πότε θα ξανακατέβεις; τον ξαναρώτησε.
-Μάλλον Καθαρά Δευτέρα θα είμαι εδώ.
-Εγώ πάλι μάλλον θα είμαι Θεσσαλονίκη την Παρασκευή, πριν το τριήμερο. Οπότε μάλλον δε θα με ξεναγήσεις πάνω αν έχεις φύγει.
-Δεν ξέρω..Είπα μάλλον έτσι κι αλλιώς. Εσύ καλά είσαι;
-Όχι και τόσο. Έχω αρχίσει να αγχώνομαι, να πίνω πολύ καφέ και να πρέπει κάθε μέρα να αναπροσδιορίζω το πρόγραμμα για την επόμενη βδομάδα. Ξέρεις, να κανονίζω διαγωνίσματα ή πότε θα διαβάσω γι αυτά. Μου ήρθε λίγο κάπως που χώρισα κι όλας... Απάντησε εκείνη.
-Νόμιζα ότι ήθελες να χωρίσεις κι ότι ήταν αρχικά επιλογή σου.
-Δεν είπα ότι δεν ήθελα, απλά και πάλι είναι λίγο όλα μαζί. Φεύγουν άνθρωποι, έρχεται πίεση. Φεύγει χρόνος, έρχονται μέρες που πρέπει υποτίθεται να είναι ισορροπημένες γενικά. Πρέπει να μειώσω και το γυμναστήριο και να αρχίσω να ξεκουράζομαι λίγο, λένε.
-Ότι πρέπει να το κάνεις αυτό πρέπει. Σκέψου ότι σε ενάμισι χρόνο θα έχουν περάσει όλα. Λιγότερο από αυτό. Και υπάρχει πάντα το καλοκαίρι, που θα περάσουμε καλά. Και γενικά εσύ ξέρεις να κάνεις πρόγραμμα οπότε μην αγχώνεσαι. Κι όσο για τις σχέσεις φεύγουν κι έρχονται...Το ξέρεις αυτό.
-Θα περάσουμε; το καλοκαίρι εννοώ. Θα είμαστε ακόμα όλοι μαζί, έτσι; 
-Έχουμε βάλει κι ένα στοίχημα αν θυμάσαι.. απάντησε εκείνος.
-Κι υποτίθεται ότι αυτές τις μέρες θα λέγαμε ο ένας στον άλλο τι θέλουμε αν κερδίσουμε το στοίχημα...
-Ναι εγώ σου είχα πει τι ήθελα.
-Και το έκανα ήδη, ανεξαρτήτως στοιχήματος σου γνώρισα εκείνη την κοπέλα... είπε εκείνη κλείνοντάς του το μάτι. 
-Σκέφτηκες τι θέλεις εσύ αν νικήσεις; Ρώτησε εκείνος.
-Όταν νικήσω εννοείς...Ίσως απλά μια μέρα μαζί σου, το καλοκαίρι που θα έχεις χρόνο. Μια μέρα που θα φροντίσω να έχω κι εγώ χρόνο. Ίσως μια προσπάθεια να βελτιώσω κάτι που δε μπορώ να χωνέψω, ξέρεις...
-Τι έγινε σε χτύπησε στον εγωισμό; Γέλασε εκείνος.
-Όπως και να το κάνουμε, ήταν περίεργο! φώναξε εκείνη.
-Ήταν απαίσιο! είπε εκείνος και γέλασαν και οι δύο. 
-Ναι αυτό εννοώ. Απλά δεν ήθελα να πληγώσω και το δικό σου εγωισμό!
-Εμμ συγγνώμη που δεν έβρισκα τα χείλη σου! είπε πάλι εκείνος.
-Συγγνώμη που ήταν μέσα στα δικά σου και δε μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω. Και συγγνώμη που δε βολεύομαι προς τα αριστερά! Φώναξε εκείνη. 
-Λοιπόν, πρέπει να γυρίσουμε νομίζω. 
-Πράγματι είναι αργά. Καλό ταξίδι αύριο. Και θα μιλήσουμε.
-Ναι, αν και πρέπει να μειώσουμε την ώρα που μιλάμε κάθε μέρα, ξέρεις τι εννοώ..
-Ναι, ισχύει..Καληνύχτα! είπε εκείνη ενώ έφευγαν και οι δυο προς διαφορετικές κατευθύνσεις.


...και ταλαντεύομαι στα βάθη και στα ύψη...



Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Εκεί στο πουθενά

Ένα λάθος δικό της σηματοδότησε την αρχή του τέλους του. Εκείνη έφταιγε, εκείνη κι ο εγωισμός της. Δε μπορούσε να δεχτεί ότι ήταν απλά αδιάφορη σε κάποιους ανθρώπους. Προτιμούσε να τη μισούν, να τη ζηλεύουν...επειδή τότε ασχολούνταν πραγματικά μαζί της.Οδηγούσε και σκεφτόταν. Ένα λάθος δικό της, η ματαιοδοξία, ο εγωισμός της. Δε μπορούσε να δεχτεί ότι ίσως εκείνος κάποια μέρα δεν την ήθελε πια, ότι ίσως εκείνος την παρατούσε. Κι έτσι έφυγε εκείνη, σηματοδοτώντας το δικό του τέλος, γιατί απλά τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως φαίνονταν. "Στις σχέσεις πρέπει οι δύο να είναι ίσοι. Έλα όμως που ποτέ δεν είναι. Πρέπει να είναι και αλληλοσυμπληρωματικοί. Αυτό ίσως να είναι..Γιατί συχνά αναρωτιόμαστε αν τελικά αν μας τραβάει το όμοιο ή το διαφορετικό, αλλά αυτό που μας τραβάει, αυτό που μας κάνει να το θέλουμε όσο τίποτα είναι εκείνο που δε μπορούμε να έχουμε. Είναι ο δικός μας τελειοποιημένος εαυτός ή αυτοί που θα θέλαμε να είμαστε. Είναι ένα "όμοιο" με εμάς, μα τόσο διαφορετικό. Όμως συνήθως εμείς βλέπουμε μόνο μια από τις δυο πλευρές..ή το όμοιο ή το διαφορετικό. Κι έτσι οι σχέσεις τελειώνουν γιατί όταν βλέπουμε το όμοιο λείπει το διαφορετικό κι αντίστροφα..." Σκεφτόταν ενώ οδηγούσε. Κι εκείνη νόμιζε ότι αυτός ήταν τόσο ίδιος μ'αυτήν. Νόμιζε ότι δε θα δίσταζε να την εγκαταλείψει, ότι ίσως την πλήγωνε, επειδή εκείνη αυτό συνήθιζε να κάνει. Κι όμως στο τέλος ανακάλυψε ότι εκείνος είχε ότι της έλειπε, ότι εκείνος δεν πρόκειται να την άφηνε πρώτος. Και φοβήθηκε. Φοβήθηκε το άγνωστο, κι ας ήταν αυτό που έψαχνε, το αλληλοσυμπληρωματικό. "Βλακείες" ψιθύρισε σαν απάντηση στις σκέψεις της, προσπαθώντας να διαλύσει τον ειρμό τους. Έψαξε στην τσάντα της για τον αναπτήρα με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο κρατούσε το τιμόνι. Ένα δευτερόλεπτο ήταν αρκετό..Ίσως να ήταν και κλάσμα του. Εξάλλου ο δρόμος γλιστρούσε, κι η ομίχλη την είχε σχεδόν καταπιεί. Ίσως και να 'ταν η ομίχλη της καρδιάς της, βέβαια..

Η κοπέλα προχώρησε αργά προς το παράθυρο. Ήταν ειδικά διαμορφωμένο ώστε να ξεκινάει από το πάτωμα για να της επιτρέπει να βλέπει την πόλη να κινείται. Είχε περάσει δύο χρόνια σ'αυτήν την καρέκλα με τις αλουμινένιες ρόδες. Δεν είχε περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να σκεφτεί να ανοίξει το παράθυρο κι απλά να σηκώσει τον εαυτό της. Να προσπαθήσει να κάνει ένα βήμα, ένα βήμα προς την ελευθερία. Όμως δίσταζε. Ήταν ωραία η ζωή, είναι ωραία η ζωή. Κι εκείνη ήλπιζε μετανιώνοντας...Το λάθος .. Εκείνο το λάθος, το μεγαλύτερο της ζωής της. Κι όχι για τη σωματική ακεραιότητά της, αυτό ήταν το λιγότερο...Ήταν λάθος για την ψυχική ακεραιότητά της..Ήταν λάθος να δειλιάσει, να φύγει..."Όταν δοκιμάσεις έστω μια τζούρα από την ευτυχία και τη θυσιάσεις από επιλογή θα είσαι καταραμένος να μετανιώνεις..." ψυθίρισε. 
"Έλλη τι είπες;" ψυθίρισε κάποιος κι εκείνη κατάλαβε ότι το παράθυρο υπήρχε μόνο στη σκέψη της...Κατάλαβε ότι πάλι άνοιγε παράθυρα στις σκέψεις της προσπαθώντας να ξεφύγει...
"Έλλη με ακούς;" Πάλι άκουγε φωνές να έρχονται από εκείνα τα καταραμένα παράθυρα. Με όλη της τη δύναμη τράβηξε τις κουρτίνες...Εξάλλου εκείνος δε θα περνούσε απ'έξω...Εκείνος θα έμπαινε από την πόρτα, είχε κλειδιά..Μόνο εκείνος είχε κλειδιά...Έσφιξε τις γροθιές της τραβώντας τα παράθυρα για να κλείσουν.

"Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε...Είστε τόσες ώρες εδώ καθημερινά, δύο χρόνια τώρα. Αν κάποια στιγμή ξυπνήσει θα είστε ο πρώτος που θα ενημερωθείτε."
"Νομίζω ότι με άκουγε πριν..Νομίζω ότι με ένιωθε όταν έσφιγγα τα δάχτυλά της..."
"Βρίσκεται σε κώμα τόσο καιρό...Ξέρετε ότι η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη ωστόσο προσπαθήστε να μην κατασκευάζετε σενάρια εξωπραγματικά.."
Μα εκείνος ήταν τόσο σίγουρος...