Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα that light in the dark. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα that light in the dark. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

"Μην ακουμπάς τα έπιπλα, το λευκό είναι ευαίσθητο χρώμα, στιγματίζεται εύκολα"

Πλέον δεν κοιτάς καθρέφτες. Σου δείχνουν πολύ καθαρά τις σκιές που θέλεις να αποφεύγεις.
Βλέπεις τον εαυτό σου μόνο σε λασπόνερα στο δρόμο. Ίσως και να ήταν καθαρό νερό δηλαδή, αλλά να θόλωσε μόλις κοιτάχτηκες. Μόλις η γκρίζα αδιαφορία σου για τη ζωή αντίκρισε το νερό, την ίδια τη ζωή, η ζωή βάφτηκε γκρίζα. 
Σε περίμενα σ'ένα λευκό δωμάτιο. Είχα ετοιμάσει ένα δώρο, ήξερα πως σου άρεσαν οι εκπλήξεις. Μόλις μπήκες στο δωμάτιο κατέβασα το λευκό σεντόνι κι άφησα τον καθρέφτη να γεμίσει το δωμάτιο με τη λάμψη του. Εσύ έκλεισες βιαστικά τα μάτια σου κι έμεινες ακίνητος. 
Σε πλησίασα μα σε ένιωσα να απομακρύνεσαι ψυχικά κι ας ήσουν ακόμα εκεί σωματικά.
Δεν ήθελες να πλησιάσεις τον καθρέφτη. Δεν ήθελες να δεις τις σκιές ξανά.
Έφερα τον καθρέφτη κοντά σου. Ήταν δύσκολο να μετακινήσω το βαρύ κι ογκώδες έπιπλο, όμως το ήθελα. Έπρεπε να δεις τις σκιές, να τις αντιμετωπίσεις, να τις διώξεις, να τις απορροφήσει το λευκό δωμάτιο, κι εσύ να απορροφήσεις το λευκό χρώμα του δωματίου.
Για μένα αυτά τα χρώματα έχει η ζωή. Το τρομαχτικό λευκό κενό και το ατέλειωτο μονότονο μελαγχολικό γκρι.
Έφερα τον καθρέφτη δίπλα σου μα εσύ δεν έλεγες να ανοίξεις τα μάτια σου. Έτσι ήρθα εγώ μπροστά του. Αντίκρισα την κάθε σκιά και πληγή του εαυτού μου. Το κάθε κομμάτι μου που δεξιοτεχνικά είχα αποφύγει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και είδα τις δικές μου σκιές να φεύγουν, να καταλαμβάνουν το δωμάτιο την ώρα που εγώ γέμιζα φως.
Πήρα το χέρι σου και βγήκαμε από το δωμάτιο. Περπατούσαμε και σιγά σιγά άνοιγες τα μάτια σου, σιγά σιγά το γκρίζο πέπλο που τα κάλυπτε άρχισε να υποχωρεί από το φως που προσπαθούσα να σου μεταδώσω. Από το φως που φόρεσα μόνο για σένα, από το φως που με τύλιξε μόνο για να διώξω τις δικές σου σκιές. 
Ένιωσα κάθε δική σου αντίδραση να σπάει.
Τα γκρίζα πέπλα σου άρχισαν να φλέγονται. 
Λίγο μετά τυλίχτηκες κι εσύ στις λευκές φλόγες που προχώρησαν στο χέρι σου, αυτό που κρατούσα.
Τώρα πια μας έχουν καταπιεί και καιγόμαστε νυχθημερόν σ'ένα αέναο λευκό κενό.
Καιγόμαστε τόσο πολύ που έχει πάψει να μας ενοχλεί η φλόγα.
Έχουμε πάψει να αντιδράμε.
Μόνο συμβιβαζόμαστε,
αγκαλιαζόμαστε,
και προχωράμε.
http://24.media.tumblr.com/e741162bef1058b881940af84d5c159a/tumblr_mgiipx2LRi1ricgg0o1_500.gif

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Καινές/Κενές σελίδες

"..."Κι έμοιαζαν τόσο χαρούμενοι. Θα στοιχημάτιζα πως ήταν. Θα στοιχημάτιζα πολλά γι αυτούς.Για τον καθένα χωριστά, για όλους μαζί. Θα στοιχημάτιζα ότι θα μπορούσα να κάνω τουλάχιστον έναν τους ευτυχισμένο. Θα στοιχημάτιζα ότι θα μπορούσα να βοηθήσω τις περισσότερες από τις κοπέλες εκείνες, όπως ο καθένας μας νομίζει ότι μπορεί να βοηθήσει εξωτερικά. Μα εγώ δεν τους ζούσα εξωτερικά. Τους ζούσα δίπλα μου, ζούσαν μαζί μου, συμβιώναμε ρε παιδί μου, πως το λένε. Κάναμε σχέδια μαζί, μιλούσαμε, γελούσαμε και τσακωνόμασταν. Όλα σε υπερβολικό βαθμό μπορώ να πω."
-Τι γράφεις; Συνέχισε σε παρακαλώ τη δουλειά σου κοπέλα μου. Πρέπει να τελειώσεις τα σχέδια για να τα παραδώσεις το μεσημέρι, κι έτσι δεν σε βλέπω να προλαβαίνεις.
Εκείνη δεν απάντησε. Έκανε πως κλείνει τον κειμενογράφο, μα μόλις εκείνος χάθηκε από το οπτικό της πεδίο συνέχισε να γράφει. Δηλαδή ξανάνοιξε τον κειμενογράφο αλλά είχε ήδη χάσει τον ειρμό της. Διέγραψε τις πρόχειρες σκέψεις της και προσπάθησε να συνεχίσει το σχέδιο, όμως το μυαλό της έμοιαζε να έχει κολλήσει, να επαναλαμβάνει τα ίδια μοτίβα εδώ και αρκετό καιρό. Χρειαζόταν κάτι διαφορετικό, χρειαζόταν μια αλλαγή, μια σπίθα για να ξαναζωντανέψει η φλόγα μέσα της. Να δελεαστεί ο εαυτός της από τη φωτιά της, μιας και είχε κρυφτεί κάπου στο βάθος λόγω του κρύου παντού μέσα της. Και γύρω της μη σου πω.
-Καλημέρααα, δε δουλεύουμε τέτοια ώρα; είπε κεφάτα ο υπάλληλος της καφετέρειας.
-Ένα νες σκέτο και γρήγορα. 
Ναι, ήταν ψυχρή και εξωτερικά σίγουρα. Λίγα λεπτά μετά περπατούσε προς το μεγάλο πάρκο. Προσπάθησε να βάλει μουσική όμως τα ακουστικά της είχαν χαλάσει-ατυχία της στιγμής. Κοίταζε τη μικρή τεχνητή λίμνη ακουμπισμένη στο κάγκελο κι έπινε τον καφέ της που είχε κρυώσει αισθητά.
"Τι ειρωνία, ακόμα κι ο καφές με μιμείται..." σκέφτηκε. "Αυτός όμως δεν το κάνει συνειδητά, ούτε από άμυνα..Το κάνει γιατί έτσι πρέπει. Γιατί έτσι είναι η φύση. Ίσως όμως έτσι να είναι και η δική μου φύση. Ποιος ξέρει.."
Συνέχισε να περπατάει. Χαμογελούσε με τις ευτυχισμένες οικογένειες που έκαναν πικνίκ στο γκαζόν το μεσημέρι του Σαββάτου, θαύμαζε τα ηλικιωμένα ζευγάρια που περπατούσαν αργά αλλά μαζί, και χαιρόταν που ο έρωτας δε χάνεται τόσο εύκολα από τον κόσμο καθώς παρατηρούσε τα ζευγαρια παντού γύρω της. Προχώρησε κι άλλο. Τώρα έβλεπε άστεγους σε μια απόμερη γωνιά του πάρκου, εκεί που οι περισσότεροι άνθρωποι απέφευγαν να πηγαίνουν. Άστεγους ή πρεζάκια που τάιζαν αδέσποτους σκύλους ή περιστέρια. Ζητιάνους κουρασμένους κι ανθρώπους διαλυμένους. Κι άλλους που κρύβονταν. Ζευγάρια παράνομα ή συνέταιροι με δοσοληψίες παράνομες. Έφυγε τρέχοντας από αυτή την πλευρά του πάρκου. Έφυγε τρέχοντας από το πάρκο, εν τέλει. Δε φοβήθηκε τους ανθρώπους. Φοβόταντο γεγονός ότι οι περισσότεροι είχαν ζωές. Είτε εξαθλιωμένες ζωές τις οποίες είχαν αποδεχτεί κι έτσι δε νοιάζονταν για συνέπειες, είτε ζωές όμορφες και ταχτοποιημένες μα γεμάτες μικρές καθημερινές χαρές. 
Πέρασε απέναντι στη διαστάυρωση χωρίς να περιμένει να ανάψει το πράσινο ανθρωπάκι στο φανάρι. Ένα αυτοκίνητο της κόρναρε μανιασμένα κι ένα ποδήλατο φρέναρε απότομα αλλά ευτυχώς την κατάλληλη στιγμή για να μην τη χτυπήσει. "Συγγνώμη" φ'ωναξε εκείνη, χωρίς να το πολυεννοεί.  Συνέχισε να τρέχει μέχρι το διαμέρισμά της, μα όταν έφτασε απ'έξω σταμάτησε απότομα. Από τη μια εκεί ήταν το καταφύγιό της, εκεί βρίσκονταν όλα τα αγαπημένα της αντικείμενα. Από την άλλη..από την άλλη εκεί βρισκόταν κι αυτό από το οποίο προσπαθούσε να ξεφύγει, η μοναξιά της.
Κάθισε στο πεζοδρόμιο μπροστά από την πολυκατοικία της κι ακούμπησε δίπλα το από ώρα άδειο φελιζολένιο κουτί του καφέ.Έβαλε το πρόσωπο ανάμεσα στις παλάμες της και προσπάθησε να χαθεί σε μια κενή εικόνα στο μυαλό της. Μια Καινή σελίδα, αυτό χρειαζόταν. Ένα γεγονός. Να ξεκινήσει να γράφει γι αυτό, να ζει γι αυτό, να ξεκινήσει να ξυπνάει. Γύρισε να πιάσει το κουτί του καφέ κι εκείνος ήταν δίπλα της. Πρέπει να ήταν οπτασία όμως, γιατί εκείνος δεν ήταν εδώ, δηλαδή αποκλείεται να ήταν εκείνος."

Κι έτσι αυτή η ιστορία είχε το χαρούμενο τέλος που μακάρι να έχουν οι ζωές μας.
Κι έτσι η κοπέλα είχε ένα λόγο να ξυπνάει το πρωί.
Είχε κάτι να της δίνει έμπνευση.
Εμείς τι έχουμε;
-Κι αν σ'ερωτευτώ δεν ξέρω τι θα γίνει, αλήθεια. Δεν ξέρω τι πιθανότητες θα μου έδινα, ξέρεις, για να συμβεί αυτό. Ίσως όχι πολλές επειδή το περιόρισα αρκετά. Ούτε αν εσύ νιώσεις κάτι για μένα ξέρω τι θα είναι, μα δε νομίζω πως υπάρχουν πιθανότητες για την εκδοχή αυτή. Ξέρω όμως ότι πρέπει να σταματήσουμε να νοιαζόμαστε τόσο πολύ για τις λεπτομέρειες, πρέπει να σταματήσουμε να προσχεδιάζουμε τόσο πολύ τις ζωές μας. Είναι ήδη μπλεγμένες αρκετά, τις αφήνουμε λοιπόν να πάρουν μόνες τους κάποιο δρόμο. Στην πιθανότητα να αλληλοερωτευτούμε δεν ξέρω πόσο θα πόνταρα. Δε μπορώ να ξέρω όμως, νομίζω.
"Η επιχείρηση συνδέεται με το στοιχείο του κινδύνου καθώς κάθε επιχειρούμενος συνδυασμός συντελεστών παραγωγής μπορεί να αποτύχει στο σκοπό του".
Ε αυτή η επιχείρηση δε θα αποτύχει, έχω ξαναπεί ότι θα μπορούσαμε να έχουμε πολύ καλές επαγγελματικές συνεργασίες εμείς.
 
Και πρόσφατα διάβασα κάπου 
"-Σ'αγαπώ
-Σ'αγαπήγαινε!"

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Εκεί στο πουθενά

Ένα λάθος δικό της σηματοδότησε την αρχή του τέλους του. Εκείνη έφταιγε, εκείνη κι ο εγωισμός της. Δε μπορούσε να δεχτεί ότι ήταν απλά αδιάφορη σε κάποιους ανθρώπους. Προτιμούσε να τη μισούν, να τη ζηλεύουν...επειδή τότε ασχολούνταν πραγματικά μαζί της.Οδηγούσε και σκεφτόταν. Ένα λάθος δικό της, η ματαιοδοξία, ο εγωισμός της. Δε μπορούσε να δεχτεί ότι ίσως εκείνος κάποια μέρα δεν την ήθελε πια, ότι ίσως εκείνος την παρατούσε. Κι έτσι έφυγε εκείνη, σηματοδοτώντας το δικό του τέλος, γιατί απλά τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως φαίνονταν. "Στις σχέσεις πρέπει οι δύο να είναι ίσοι. Έλα όμως που ποτέ δεν είναι. Πρέπει να είναι και αλληλοσυμπληρωματικοί. Αυτό ίσως να είναι..Γιατί συχνά αναρωτιόμαστε αν τελικά αν μας τραβάει το όμοιο ή το διαφορετικό, αλλά αυτό που μας τραβάει, αυτό που μας κάνει να το θέλουμε όσο τίποτα είναι εκείνο που δε μπορούμε να έχουμε. Είναι ο δικός μας τελειοποιημένος εαυτός ή αυτοί που θα θέλαμε να είμαστε. Είναι ένα "όμοιο" με εμάς, μα τόσο διαφορετικό. Όμως συνήθως εμείς βλέπουμε μόνο μια από τις δυο πλευρές..ή το όμοιο ή το διαφορετικό. Κι έτσι οι σχέσεις τελειώνουν γιατί όταν βλέπουμε το όμοιο λείπει το διαφορετικό κι αντίστροφα..." Σκεφτόταν ενώ οδηγούσε. Κι εκείνη νόμιζε ότι αυτός ήταν τόσο ίδιος μ'αυτήν. Νόμιζε ότι δε θα δίσταζε να την εγκαταλείψει, ότι ίσως την πλήγωνε, επειδή εκείνη αυτό συνήθιζε να κάνει. Κι όμως στο τέλος ανακάλυψε ότι εκείνος είχε ότι της έλειπε, ότι εκείνος δεν πρόκειται να την άφηνε πρώτος. Και φοβήθηκε. Φοβήθηκε το άγνωστο, κι ας ήταν αυτό που έψαχνε, το αλληλοσυμπληρωματικό. "Βλακείες" ψιθύρισε σαν απάντηση στις σκέψεις της, προσπαθώντας να διαλύσει τον ειρμό τους. Έψαξε στην τσάντα της για τον αναπτήρα με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο κρατούσε το τιμόνι. Ένα δευτερόλεπτο ήταν αρκετό..Ίσως να ήταν και κλάσμα του. Εξάλλου ο δρόμος γλιστρούσε, κι η ομίχλη την είχε σχεδόν καταπιεί. Ίσως και να 'ταν η ομίχλη της καρδιάς της, βέβαια..

Η κοπέλα προχώρησε αργά προς το παράθυρο. Ήταν ειδικά διαμορφωμένο ώστε να ξεκινάει από το πάτωμα για να της επιτρέπει να βλέπει την πόλη να κινείται. Είχε περάσει δύο χρόνια σ'αυτήν την καρέκλα με τις αλουμινένιες ρόδες. Δεν είχε περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να σκεφτεί να ανοίξει το παράθυρο κι απλά να σηκώσει τον εαυτό της. Να προσπαθήσει να κάνει ένα βήμα, ένα βήμα προς την ελευθερία. Όμως δίσταζε. Ήταν ωραία η ζωή, είναι ωραία η ζωή. Κι εκείνη ήλπιζε μετανιώνοντας...Το λάθος .. Εκείνο το λάθος, το μεγαλύτερο της ζωής της. Κι όχι για τη σωματική ακεραιότητά της, αυτό ήταν το λιγότερο...Ήταν λάθος για την ψυχική ακεραιότητά της..Ήταν λάθος να δειλιάσει, να φύγει..."Όταν δοκιμάσεις έστω μια τζούρα από την ευτυχία και τη θυσιάσεις από επιλογή θα είσαι καταραμένος να μετανιώνεις..." ψυθίρισε. 
"Έλλη τι είπες;" ψυθίρισε κάποιος κι εκείνη κατάλαβε ότι το παράθυρο υπήρχε μόνο στη σκέψη της...Κατάλαβε ότι πάλι άνοιγε παράθυρα στις σκέψεις της προσπαθώντας να ξεφύγει...
"Έλλη με ακούς;" Πάλι άκουγε φωνές να έρχονται από εκείνα τα καταραμένα παράθυρα. Με όλη της τη δύναμη τράβηξε τις κουρτίνες...Εξάλλου εκείνος δε θα περνούσε απ'έξω...Εκείνος θα έμπαινε από την πόρτα, είχε κλειδιά..Μόνο εκείνος είχε κλειδιά...Έσφιξε τις γροθιές της τραβώντας τα παράθυρα για να κλείσουν.

"Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε...Είστε τόσες ώρες εδώ καθημερινά, δύο χρόνια τώρα. Αν κάποια στιγμή ξυπνήσει θα είστε ο πρώτος που θα ενημερωθείτε."
"Νομίζω ότι με άκουγε πριν..Νομίζω ότι με ένιωθε όταν έσφιγγα τα δάχτυλά της..."
"Βρίσκεται σε κώμα τόσο καιρό...Ξέρετε ότι η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη ωστόσο προσπαθήστε να μην κατασκευάζετε σενάρια εξωπραγματικά.."
Μα εκείνος ήταν τόσο σίγουρος...

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

θέλω τη μέρα που θα φύγεις,

Ήταν λες και το πόδι του είχε κολλήσει αποφασιστικά στο γκάζι. Οι πινακίδες διαδέχονταν ακατάπαυστα η μια την άλλη, όμως εκείνος δε σταματούσε, δεν έστριβε. Προχωρούσε ευθεία. Ώρες πίσω του η Λυόν. Μέχρι που έφτασε στο τέλος του εθνικού, έπρεπε να διαλέξει. Δεξιά για Μονπελιέ κι αριστερά για Μασσαλία. Έκλεισε τα μάτια για κλάσματα του δευτερολέπτου. Άφησε τον εαυτό του ελεύθερο. Το τιμόνι έστριψε σχεδόν μόνο του δεξιά. Μονπελιέ. Δεν είχε ξαναπάει εκεί. Είχε δει όμως πολλές φορές αγώνες της ομώνυμης ομάδας στην τηλεόραση. Είχε δει πολλά στην τηλεόραση, κι άλλα τόσα στο δρόμο. Το πόδι του παρέμενε κολλημένο στο γκάζι. Η γύρω περιοχή ήταν απογυμνωμένη από δάση, έτσι ήταν γενικά ο γαλλικός νότος. Νότος. Το μυαλό του έκανε δυο συνειρμούς ταυτόχρονα. Έτσι δαιδαλώδες ήταν πάντα το μυαλό του. Νότος.καλοκαίρι,αναμνήσεις,παρέα,φίλοι,νεότητα,ανεμελιά,συναυλίες,διάβασμα,διακοπές,ταξίδια,γέλια,γέλια πολλά,κρασί και τάβλι και καφές μέτριος...Ήταν λες κι εστίαζε ολοένα και πιο συγκεκριμένα. Νότος. Όπως νόστος. Όχι δεν ήθελε να γυρίσει πίσω, δε μπορούσε να γυρίσει πίσω. Είχει υποσχεθεί στον εαυτό του καινούρια αρχή. Μόνο δυο τρία πράγματα είχε κρατήσει από την παλιά του ζωή, κι αυτά δεν ήταν πράγματα. Ήταν αναμνήσεις απ'αυτές που χαράσσονται βαθιά, επιθυμίες ανικανοποίητες,απωθημένα, και τύψεις. Προς τι οι τύψεις; ρωτούσε ο άλλος του εαυτός...Μα εκείνος απέστρεφε το βλέμμα, δεν είχε όρεξη για εσωτερικούς μονολόγους. Ήταν εξαντλητικοί, κι εκείνος είχε δρόμο πολύ ακόμα μπροστά του. Προς τι οι τύψεις; ρώτησε ξανά ο άλλος του εαυτός. Εκείνος πάτησε το πλήκτρο της αναπαραγωγής στο σιντί. Δεν είχε όρεξη για γαλλική μουσική τώρα. Ήθελε κάτι δικό του...δικό του. Προς τι οι τύψεις; τώρα άκουγε τη φωνή της στο αυτί του, να ψιθυρίζει, με ένα τόνο ειρωνικό,πληγωμένο και γλυκό ταυτόχρονα. Προς τι οι τύψεις αγάπη μου; 
Σταμάτα. Ήθελε να φωνάξει εκείνος. Σταμάτα. Οι τύψεις..οι τύψεις, κοριτσάκι, είναι γιατί δε μπόρεσα να κρατήσω τον εαυτό μου. Γιατί δεν ήθελα να είσαι δική του ή του οποιοδήποτε. Γιατί σε ήθελα για μένα και μόνο. Και τόλμησα, σε διεκδίκησα, σε κατέκτησα, μέχρι που μου παραδόθηκες ολοκληρωτικά. Μέχρι που κατείχα το σώμα, την ψυχή, το πνεύμα και τη σκέψη σου. Μέχρι που κατέκτησα το είναι σου. Αλλά μετά με φόβησε. Με φόβησες. Με φόβησε το να ξέρω ότι θα μπορούσα να σε πληγώσω όποτε ήθελα. Ήξερα ότι κι εσύ το ίδιο θα μπορούσες να κάνεις. Όμως..Όμως εσύ δε θα το έκανες. Γι αυτό ένιωσα ότι δε θα χάσω τίποτα αν δοκίμαζα τη δύναμή μου. Κι έτσι σε πλήγωσα, χειρότερα απ'τον καθένα. Εγώ, πρώτα σε κατάκτησα ολοκληρωτικά, ύστερα σ'αγαπησα πραγματικά και τέλος σε έκαψα, αγάπη μου, η φωτιά της αγάπης σου έκαψε τον κόσμο μου, ολοσχερώς. Γι αυτό έφυγα. Ίσως κι η φυγή μου να ήταν αυτή που σε κατέστρεψε. Δεν ξέρω πότε έριξα το πρώτο σπίρτο. Τώρα φεύγω. Έφυγα. Σ'άφησα. Δε σε δοκιμάζω. Ξέρω ότι οι μεγάλοι έρωτες σαν τον δικό μας δεν είναι για δοκιμές. Είναι για τα άκρα. Κι επειδή έφυγα εσύ θα θυμώσεις, θα ξεσπάσεις, θα κλάψεις και θα το ξεπεράσεις. Εσύ θα αναγεννηθείς απ'τις στάχτες σου κι εγώ θα ξαναφυτέψω την καμμένη πλαγιά μου.
Το αυτοκίνητο κατάπινε τα χιλιόμετρα κι η μουσική κατάπινε το ατοκίνητο, κι ύστερα όλα μαζί κατάπιναν εμένα. Ήμουν στο Μονπελιέ. Δυο ώρες μετά έβγαινα από το δωμάτιο του ξενοδοχείου. Είχα ξεμείνει από καπνό. Κι εσωτερικός μονόλογος χωρίς καπνό δεν υφίσταται. Έπεσα πάνω της στο διάδρομο. Βγήκε από την απέναντι πόρτα. -Ποια είσαι; τη ρώτησα κοκαλωμένος. -Αυτή που δε θα σε αφήσει να τη διαλύσεις. Αυτή που λάτρεψε τη φωτιά αντί να την πολεμήσει..Αυτή που έκανε τη φωτιά ένα με το είναι της, μου απάντησε κι ύστερα έσπρωξε την πόρτα του δωματίου μου. Έκλεισε δυνατά την πόρτα πίσω της καθώς με έριχνε στο κρεβάτι. Έβγαζε τα ρούχα μου κι ήταν σαν να πετούσαν πάνω μου σπίρτα αναμένα κι εγώ να ήμουν αλειμένος με πετρέλαιο. Άναβα, όλο και πιο πολύ. Κι εκείνη χαιρόταν, ήταν λες και τα μάτια της πετούσαν τις φλόγες που με κατέκλυζαν. Ήταν λες και τα χείλη της όταν ακουμπούσαν τα δικά μου μετέδιδαν αέρα καυτό που δε μ'άφηνε ν'αναπνεύσω, έπαιρνε όλο μου το οξυγόνο εκείνη για να συνεχίσει να παράγει τη φωτιά της. Έπειτα ήμουν μέσα της. Μέσα στο σώμα, στο μυαλό, στην ψυχή της ξανά. Κατέκλυζα κάθε μόριό της κι εκείνη κάθε δικό μου, μα εκείνη μ'έκαιγε. Διψάω, ψιθύρισε σιγανά δίπλα στ'αυτί μου, κι ήταν λες και έκαιγα ακόμα περισσότερο εγώ. Μα βέβαια, με τόση φλόγα που τροφοδοτούσε και πετούσε σ'εμένα πώς να μη διψάσει; Έτσι κι εγώ της πρόσφερα το μοναδικό πράγμα που μπορούσα. Αφού την κατέστρεψα, αφού την έκαψα κι εκείνη μπόρεσε κι έσβησε τον εαυτό της, κι ύστερα κατάφερε να κάψει εμένα, έπρεπε να σβήσω και τους δυο μας, έπρεπε. Μπορούσαμε να λυτρωθούμε, το ήξερε, γι αυτό ήρθε, γι αυτό τα κατάφερε. Κι έτσι την ξεδίψασα, έτσι έσβησα όλοι τη φωτιά της, έτσι μας έσβησα και τους δυο κι εκείνη ούρλιαζε καθώς το δικό μου νερό έσβηνε τη φωτιά της. Κι όταν οι θερμοκρασίες μας εξισώθηκαν κι εγώ βγήκα απ'το σώμα της, ήξερα ότι δεν είχα βγει από την ίδια. Ήξερα ότι ήμουν, είμαι και θα είμαι τα πάντα. Όμως τώρα πια πιο πολύ θα είναι εκείνη η φωτιά κι η καταστροφή μου κι εγώ θα είμαι το νερό της. Ίσως και να τα καταφέραμε, πού ξέρεις..Ίσως και να'μαστε κι οι δυο πια ίσοι ... Πάντως συμπληρωμένοι είμαστε σίγουρα.


Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Φοβίες

"Όταν πιέζεις τον εαυτό σου τα καταφέρνεις. Τότε  είναι που τα καταφέρνεις καλύτερα από κάθε φορά". Η φωνή του ηχούσε ακόμα στ'αυτιά της όσο εκείνη περίμενε το ασανσέρ. Δεν ήξερε αν ήθελε να πάει. Η χάλκινη πλάκα στην είσοδο της πολυόροφης πολυκατοικίας, που η ίδια είχε σχεδιάσει, είχε πάνω χαραγμένο το όνομά του. Το ασανσέρ ήταν στο δεύτερ, όμως φαίνεται πως το ξανακάλεσαν γιατί άρχισε να ανεβαίνει και πάλι. Η υπομονή της κόντευε να εξαντληθεί. Η ανασφάλειά της και η αβεβαιότητά της για το αν ήθελε να επισκεφτεί εκείνο το οίκημα, στο οποίο είχε ξαναμπεί πριν λίγα χρόνια -όσο αυτό ακόμα χτιζόταν- της προκαλούσαν νεύρα. Ωστόσο ήξερε ότι δεν ήταν αυτή η πραγματική αιτία που την ωθούσε να κουμπώνει και να ξεκουμπώνει βιαστικά τα κουμπιά του μοντγκόμερύ της. Το συγκεκριμένο γραφείο ήταν. Που απ'έξω θα είχε μια χάλκινη πλάκα πανομοιότυπη μ'εκείνη της εισόδου. "Μηχανολόγος Μηχανικός" , έτσι έγραφε κάτω από το όνομά του. Αλλά δε θα μπορούσε να ξέρει. Μέχρι πριν φτάσει στην είσοδο δεν ήξερε ποιος ήταν ο μηχανολόγος στον οποίο την έστειλαν από την κατασκευαστική εταιρία που δούλευε.
Η ψηλή ξανθιά γραμματέας της είπε να περιμένει. Αρχικά δεν αναγνώρισαν η μια την άλλη. Έπειτα η κοπέλα πρόσεξε το όνομα της υπαλλήλου  μπροστά στο γραφείο της. "Ζένια;" τη φώναξε ξαφνιασμένη. "Βιολέττα;" της απάντησε το ίδιο ξαφνιασμένη και η γραμματέας. Μια κοφτή και βαθιά φωνή διέκοψε την ανάλαφρη συζήτησή τους. "Ζένια πες στον αντιπρόσωπο της κατασκευαστικής να περάσει". Η Βιολέττα κοκάλωσε. Μόνο τα πόδια της κινούνταν, μα προς τη λάθος κατεύθυνση. Έπρεπε να φύγει, να τρέξει προς τις σκάλες, να αναπνεύσει. Άκουσε τη Ζένια να τη ρωτάει αν είναι καλά και κατάλαβε ότι είχε αφαιρεθεί. Μπήκε βιαστικά στο γραφείο του και έκλεισε την πόρτα. Εκείνος ήταν σκυμένος πάνω από μία τεράστια στοίβα χαρτιών. "Κάθισε. Σε λίγα λεπτά τα χαρτιά θα έχουν τυπωθεί και θα τα υπογράψω" είπε, χωρίς να την κοιτάξει καν. Εκείνη δεν απάντησε, το βλέμμα της είχε καρφωθεί στις φωτογραφίες πάνω στο γραφείο του. Ο ίδιος, και δύο άντρες που γνώριζε πολύ καλά, ο γιατρός και ο δικηγόρος της συγκεκριμένα. Και οι τρεις πολύ κομψά ντυμένοι και χαμογελαστοί. Δεύτερη φωτογραφία. Οι ίδιοι τρεις άντρες ανάμεσα σ'άλλους πολλούς, μα αυτοί ξεχώριζαν, στέκονταν δίπλα δίπλα και χαμογελούσαν σε μια φωτογραφία γεμάτη σοβαρούς, μουντούς, κουστουμαρισμένους τύπους. Εκείνος ήταν άκομα πάνω από τα χαρτιά του. Κάθε λίγο γύριζε να κοιτάξει την οθόνη του υπολογιστή. Γύρισε ξαφνικά να πιάσει τα ζεστά αντίτυπα που έβγαιναν από τον εκτυπωτή. "Δεν έχεις καμιά φωτογραφία μαζί της;" τον ρώτησε εκείνη. Τα αντίτυπα σκόρπισαν στο πάτωμα ενώ εκείνος γύρισε να την κοιτάξει. Είχε ξεχάσει τις λεπτομέρειες του προσώπου της, είχε ξεχάσει το βλέμμα της, σχεδόν τελείως. "Με τη Ζένια εννοώ, που είναι έξω ως γραμματέας σου" συμπλήρωσε εκείνη. "Είναι παντρεμένη κι έχει παιδιά. Όχι μαζί μου. Είδες όμως, τα κατάφερα τελικά. Την αγόρασα. Τώρα εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από μένα" της απάντησε. "Ναι το βλέπω. Όλα τα αγόρασες, και το γραφείο, και τη γυναίκα,και το σπίτι και το αυτοκίνητο. Όσο για τις κοιωνικές επαφές ας μη θίξουμε το θέμα καλύτερα. Αποτελείς πια ένα από τα πιο δημοφιλή κοσμικά πρόσωπα της πόλης. Οπότε τα κατάφερες" και με μια μικρή παύση, χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της συμπλήρωσε "κατάφερες να αγοράσεις την ευτυχία. Πώς σου φαίνεται λοιπόν;". Εκείνος την κοίταξε απευθείας στα μάτια "Ξέρεις πολύ καλά πως είναι η κατάσταση που αγόρασα. Κι εγώ ήξερα απ'την αρχή ότι έτσι θα είναι η ευτυχία".
"Κι εξακολουθείς,λοιπόν, να πιστεύεις ότι αυτή είναι η πραγματική ευτυχία; Αυτή είναι η ευτυχία που αξίζεις; Ή έχεις βολευτεί απλά σε αυτή; Δε θέλω να πιστέψω ότι είσαι τόσο αφελής για να πιστέψεις ότι αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να έχεις, τα χρήματα. Δε θέλω να πιστέψω ότι είσαι επιφανειακός, ότι νοιάζεσαι μόνο για την εικόνα σου." δήλωσε εκείνη πεισματικά, ενώ σημάδια έξαψης εμφανίστηκαν στο πρόσωπό της.

"Με ήξερες καλύτερα από τον καθένα, και ξέρεις ότι έτσι είμαι."
"Το θέμα δεν είναι αυτό. Είναι το αν είσαι ικανοποιημένος από τη ζωή σου ή αν προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι είσαι ικανοποιημένος." απάντησε εκείνη. "Οπότε απάντησέ μου σε παρακαλώ. Ελικρινά. Αν είσαι χαρούμενος με την πορεία σου, με τη ζωή σου, με όλα,...κι ύστερα μπορείς να μου δώσεις τα χαρτιά και να κάνουμε σαν αυτή η συζήτηση να μη συνέβη ποτέ."
"Αλλιώς;" ρώτησε εκείνος, ψάχνοντας κάτι στα συρτάρια του μεγάλου ξύλινου γραφείου του.
"Αλλιώς...αλλιώς ότι θέλεις. Τι θέλεις;"
Εκείνος επιτέλους βρήκε ό,τι έψαχνε στο συρτάρι. Άνοιξε ένα λευκό φάκελο κι έβγαλε από μέσα τέσσερις εικόνες. Η Βιολέττα γνώριζε τόσο καλά εκείνες τις εικόνες. Σε όσες δεν ήταν μέσα κατείχε το ρόλο του φωτογράφου.Αναγνώρισε και το γραφικό της χαρακτήρα στο εξώφυλλο του φακέλου, ακόμα. "Αυτό θέλω. Μπορείς να μου το δώσεις;" 
Εκείνη δίστασε. "Στέφανε, αυτό...αυτό...ήταν δεκαπέντε χρόνια πριν. Όλοι έχουμε αλλάξει από τότε. Όσοι ήταν να κρατήσουμε επαφή κρατήσαμε και αυτό το ξέρεις πολύ καλά."
"Όπως ξέρω πολύ καλά κι ότι οι μόνοι που δεν κράτησαν επαφή από εκείνη την παρέα ήμασταν εμείς...Γιατί Βιολέττα;"
"Επειδή πονάει. Πονάει να ξέρω ότι αποδέχεσαι μια ευτυχία που είναι κατώτερή σου. Πονάει να ψάχνεις στα λάθος μέρη και πονάει να βλέπω τις ανασφάλειές σου να πολλαπλασιάζονται. Για μένα πονούσε δυο φορές πιο πολύ. Μια επειδή πονούσες εσύ...ΕΣΥ. Και μια γιατί είχα αποτύχει, είχαμε αποτύχει, το ανθρώπινο είδος είχε αποτύχει. Και γιατί δεν ξέραμε τι θέλαμε.Θα σε ξαναρωτήσω μια και τελευταία φορά. Και μετά θα κάνω ότι μου πεις. Είτε θα φύγω, είτε θα μείνω-
"Για πόσο θα μείνεις;" την έκοψε εκείνος.
"Για όσο χρειαστεί. Η ερώτησή μου είναι η προηγούμενη. Δε θέλω να ξέρω αν είσαι ικανοποιημένος. Θέλω να ξέρω αν είσαι ευτυχισμένος", είπε εκείνη. Προχώρησε προς το μεγάλο παράθυρο του τέταρτου΄. Κοίταζε κάτω. Ήξερε ότι κι εκείνος κάθε μέρα κοίταζε κάτω. Το ένιωθε. Ένιωθε ότι κάθε μέρα που εκείνος κοιτούσε το γκρίζο -γκρίζος ο δρόμος κάτω,γκρίζα και τα κτίρια γύρω γύρω,γκρίζος κι ο ουρανός πάνω..- σκεφτόταν το τέλος. Το τέλος της ζωής του. Σκεφτόταν ότι δεν ήθελε να είναι γκρίζο, ότι δεν ήθελε να είναι όπως τώρα. Δεν είχε όμως τη δύναμη να προσπαθήσει, δεν ήταν σίγουρος. Ποτέ δεν ήταν σίγουρος για τίποτα. Αυτή η ανασφάλεια κατέκλυζε κάθε μόριο του χαρακτήρα του και τον εμπόδιζε να ανακαλύψει πόσο όμορφο άτομο ήταν. Έψαχνε στην τσάντα τα τσιγάρα της, ήθελε να τα πετάξει μέσα στο γκρίζο. Ήθελε να εξαλείψει κάθε ίχνος γκρίζου από τη ζωή της, από τη ζωή του, από τις ζωές τους, από τη ζωή τους.
"Να μείνεις θέλω. Για όσο χρειαστεί", είπε εκείνος και στα μάτια του φαινόταν ότι το εννοούσε.

 

Καληνύχτα:)

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Μέσα από σένα

Προσπαθώ πάνω από έξι φορές μα ο αναπτήρας δεν ανάβει. Γυρνάω τη ροδέλα, απότομα. Μαυρίζει το δέρμα στον αντίχειρά μου μα η πολυπόθητη φλόγα δε λέει να εμφανιστεί.Τον παρατάω στην κουπαστή της σκάλας του μετρό και τον παρακολουθώ να ακολουθεί την κυλιόμενη λωρίδα. Χτυπάει τον αγκώνα ενός νεαρού. Φεύγω, εξαφανίζομαι.

Ο αναπτήρας χτύπησε ξαφνικά το χέρι μου, γύρισα να δω, μα όποιος τον άφησε είχε φύγει ή δεν έμοιαζε να νοιάζεται. Τον έβαλα στην τσέπη μου ασυναίσθητα. Δεν κάπνιζα ή τουλάχιστον δε θεωρούσα τον εαυτό μου καπνιστή όσο κι αν σε κάποιες περιπτώσεις ένιωθα εκείνη την όρεξη να ανάψω τσιγάρο. Βγαίνοντας από το σταθμό του μετρό εκείνο το απόγευμα με περίμενε η τότε κοπέλα μου στη στάση για να μου ζητήσει "χρόνο". Μαλακίες ρε, είχε βρει έναν τύπο εκεί πέρα και δεν είχε καν τα κότσια να είναι ειλικρινής. Μου είχε γαμήσει την ψυχολογία. Εκείνο το απόγευμα σηματοδότησε την περίοδο που ξεκίνησα να καπνίζω, και πάλι όχι φανατικά. Δε μου το επέτρεπε ο αναπτήρας, ήθελε πολλή δύναμη και συνήθως μέχρι να ανάψω το τσιγάρο μου είχε φύγει η όρεξη. Σε μια τέτοια γαμημένη φάση πάνω ο αναπτήρας μου έδωσε τόσο στα νεύρα που τον παράτησα στο παγκάκι στο Σύνταγμα κι έφυγα.

Κάθισα στο παγκάκι ζαλισμένη, έτοιμη να λιποθυμίσω από τη ζέστη της αποπνικτική Αθήνας. Κι εκεί με περίμενε η μεγαλύτερη έκπληξη! Ο αναπτήρας που μες στα νεύρα μου είχα πετάξει στο μετρό εκείνη τη μέρα που με απέλυσαν απ' τη διαφημιστική. Η Αθήνα δεν παλεύεται πραγματικά μέρες σαν κι αυτές. Έτσι αποφάσισα να κάνω μια τρέλα κι εγώ, εκεί στα εικοσιπέντε μου πια, λες κι ήμουν καμιά κοπελίτσα που μόλις τέλειωσε το σχολείο κι έψαχνε την ελευθερία της. Μα κι εγώ έτσι ήμουν, την ελευθερία μου έψαχνα, απλά δεν το ήξερα ακόμα.

Ξαναβρήκα τον αναπτήρα ξεχασμένο ανάμεσα στα καθίσματα του κτελ μόλις κι οι τελευταίοι επιβάτες αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη κουρασμένοι απ'το εξάωρο ταξίδι. Μου άρεσε να μένω τελευταίος, να κόβω βόλτες στο άδειο τραίνο πριν με κατεβάσει το προσωπικό. Ο αναπτήρας ήταν πανομοιότυπος με εκείνον που είχα βρει στο σταθμό του μετρό τη μέρα που με παράτησε η Έλενα τέσσερα χρόνια πριν. Τώρα πια σπούδαζα εδώ, ζούσα εδώ, μα πηγαινοερχόμουν τακτικά στην Αθήνα ίσα να παίρνω τάπερ με φαγητό απ'τη μάνα μου. Ο αναπτήρας εκείνος ήταν που με έκανε να αρχίσω το κάπνισμα τότε στα δεκαεφτά μου...Και δεν είχε και τίποτα ιδιαίτερο να φανταστείς, μόνο ημερομηνίες σκαλισμένες πάνω του. Κάθε φορά που με ξανάβρισκε είχε και μια καινούρια και κάθε φορά που νευρίαζα μαζί του, πριν τον ξεφορτωθώ χάραζα κι εγώ μια. Μα σήμερα όλες οι ημερομηνίες είχαν καλυφτεί από μια φράση μοναχά "Μην ψάχνεις αυτό που κάποτε θα έρθει σε εσένα, ζήσε εκείνο το διάστημα ελευθερίας πριν σε ξαναβρεί". Όχι ρε πούστη μου, τώρα δεν έχει χώρο για άλλες ημερομηνίες, σκέφτηκα νευριασμένος και παράτησα τον αναπτήρα πίσω στο κάθισμα μια για πάντα..