Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sunday morning. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sunday morning. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Αμύγδαλα

Πρέπει λέει να πίνω ζεστά για το λαιμό μου.
Ξέρεις, έχει πρηστεί η μία αμυγδαλή. 
Είναι σαν να έχει φυτρώσει ένα αμύγδαλο. 
Ή και δύο.
Στη μια αμυγδαλή.
Όμορφο δεν ακούγεται;
Οπότε μπήκα στη μπανιέρα κι άφησα το νερό να κάψει.
Μετά μπήκα κάτω από τη βρύση κι άρχισα να πίνω καυτό νερό.
Έκαψα τελείως το λαιμό μου τώρα.
Εξάλλου τα αμύγδαλα ψημένα είναι πιο νόστιμα.
Τώρα έχω και δικαιολογία για τις στιγμές που δε μιλάω και δε γελάω.
Θα με ρωτάς τι σκέφτομαι .
Και δε θα χρειάζεται να σου απαντάω καν.
Αφού πια δε μπορείς να διαβάσεις τη σκέψη μου.
Μα κι όταν μπορούσες ανάγνωση έκανες.
Έβλεπες τα αμύγδαλα σαν εικόνα, τα θαύμαζες και τα έτρωγες.
Αμάσητα.
Γι αυτό πάντα τελειώνεις το φαγητό σου πριν από μένα.
Κι εγώ μένω μόνη μου στο τραπέζι.
Μαζεύεις όλα τα πιάτα εκτός από το δικό μου.
Και μετά φεύγεις.
Εγώ μένω.
Συνεχίζω να μασάω αργά το φαγητό μου, μέχρι την τελευταία μπουκιά.
Μα αυτές τις μέρες ξέρεις τι κάνω;
Αφήνω την τελευταία μπουκιά στο πιάτο.
Δεν θέλω να ξέρω τη γεύση της.
Δε θέλω να ξέρω τη γεύση της τελευταίας σκέψης σου.
Περιμένω να μου την πεις εσύ, όχι να τη μαντέψω.
Μα εσύ έχεις από ώρα φύγει.
Κι εγώ περιμένω.
Να έρθει η άνοιξη μάλλον.
Για να ανθίσουν οι αμυγδαλιές και να βγάζω λουλούδια από το στόμα μου.





Στατιστικά, εάν το δεις οι μέρες που ξεκινούν υπερβολικά ευχάριστα καταλήγουν υπερβολικά δυσάρεστα.

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Σανγκρια

Τρίβω λίγο τα βλέφαρά μου και μένουν κομματάκια από μάσκαρα στο δάκτυλό μου. Συνήθως δε βάφομαι. Χτες όμως χρειαζόμουν δικαιλογίες για να ετοιμάζομαι πολλή ώρα, χρειαζόταν να ασχολούμαι με λεπτομέρειες που συνήθως μου διαφεύγουν για να κερδίσω χρόνο για να σκεφτώ. Σκεφτόμουν, ζύγιζα προσεκτικά τα υπέρ και τα κατά.
Και κατέληξα στο ότι τα δικά σου και τα δικά μου κατά, τα δικά σου και τα δικά μου χάλια και άσχημα και απαίσια και αραχνιασμένα και μαύρα,μοναχικά,υποτονικά μονοπάτια μπορούν να μετατραπούν σε ολόφωτες λεωφόρους όταν ο ένας είναι δίπλα στον άλλο. Κι ακούω τη φωνή σου στο μυαλό μου "ναι αλλά η απόσταση;" Ναι, η απόσταση είναι αυτό που μας καταβάλει ψυχικά τόσο καιρό, όσο η ρουτίνα μας καταβάλει σωματικά και πνευματικά. Και πραγματικά ξέρω ότι μπορούμε να έχουμε την τέλεια επικοινωνία, και το ξέρω γιατί το έχω βιώσει. Όμως κάθε φορά που φεύγεις και εγώ περιμένω αντιλαμβάνομαι ότι η δύναμη των στιγμών που ζούμε κάποια στιγμεί εξασθενεί. Κάποια στιγμή χρειαζόμαστε μια ακόμα δόση, μια μικρή έστω βόλτα, μια συζήτηση στην αγκαλιά σου, σαν ναρκομανείς, ίσα για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε για μερικό καιρό ακόμα. Δηλαδή παρομοιάζω εμένα για σένα ως ναρκωτικό και εσένα για μένα το ίδιο. Κι αυτή τη φορά ήταν χειρότερα από όλες, κι ο καιρός περισσότερος από όλες, κι ο καθένας βάδιζε στα δικά του μαύρα μονοπάτια τα οποία σχημάτιζαν μαιάνδρους και διακλαδώσεις καθυστερόντας την επικείμενη διαστάυρωση. Κι όταν βρεθήκαμε στη διασταύρωση ένιωθα πραγματικά καταβεβλημένη. Ένιωθα να σπάω εσωτερικά σε χιλιάδες κομματάκια, δε μπορώ να σου εξηγήσω το συναίσθημα. Σαν να εξαφανίστηκε το οξυγόνο μου. Και τώρα καταλαβαίνω τους ποιητές με τις υπερβολικές εκφράσεις τους, γιατί πέρα από την υπερβολή εγώ το έζησα αυτό.
Όμως δεν είναι ανάγκη όταν γυρίζουμε σελίδες στη ζωή μας να αλλάζουμε και τους ανθρώπους που υπήρχαν στα προηγούμενα κεφάλαια. Μπορούμε να κάνουμε αυτές τις περιβόητες "νέες αρχές" μαζί τους. Το ότι θέλουμε να προσπαθήσουμε με κάνει να πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε, εξάλλου εμείς πάντα δεν τα καταφέρνουμε; Και δεν πειράζει αν εσύ δε νιώθεις ερωτευμένος κι αν εγώ νιώθω κενή, γιατί τώρα βαδίζουμε μαζί και το φως ήδη φαίνεται. Όταν ψάχνεις κάτι τόσο έντονα το βρίσκεις...εξάλλου το φως δεν κρύβεται.
Και πέρα από όλα τα αληγορικά,χτες ήταν εκπληκτικά. Γι αυτό είμαι τόσο σίγουρη ότι όλα θα είναι καλύτερα, επειδή όταν γελάς πλησιάζουμε στο φως.
Ας μην ήταν κι αυτές οι πανελλήνιες που έχω...5 μήνες ακόμα..:)
Παίξε με στα χέρια σου σαν σφαίρα, πέτα με ψηλά στον αέρα, δώσε μου πνοή απ' την πνοή σου, να ξαναγεννηθώ μαζί σου...

 και μ'αρέσει που μου αφήνεις όλο το καλαμπόκι και σου αφήνω όλο το ρύζι και μοιραζόμαστε εντσιλάδα και είσαι υπέροχος.

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Εσύ πού χάθηκες, όμως;

Όταν χάνεσαι στην πόλη μελαγχολείς.
Όταν χάνεσαι στις σκέψεις σου μελαγχολείς.
Όταν χάνεσαι στην καθημερινότητα μελαγχολείς.
Δε μπορείς να χαθείς αλλού.
Τα όνειρά σου έχουν χαθεί.
Οι ελπίδες και οι στόχοι σου το ίδιο. 
Πώς λοιπόν θα τα βρεις και θα χαθείς μέσα σε αυτά;
~
 Χάνομαι στα μαθήματα και τα βιβλία, μια χρονιά είναι, λένε όλοι, θα περάσει. Σαφώς..αλλά μέχρι τότε; Το θέμα είναι να περάσει και να βγούμε αλώβητοι, όχι να μας αφήσει πληγές.
~
Εκείνη χάνεται σε παραλίες κάπου μακριά. Ζει ελεύθερη και μας ξεχνάει πιο πολύ μέρα με τη μέρα.
Ποια;
Η ηλικία μας. Είμαστε όλοι τόσο νέοι κι όμως έχουμε πειστεί πως γεράσαμε απότομα έχοντας μείνει ανώριμοι για πάντα ταυτόχρονα.
Και μόνο στα όνειρά μας, κάπου μακριά, χανόμαστε ελεύθεροι. Μαζί.
~
Κάποτε χανόμουν στο γέλιο και τα μάτια σου*
~
Τα Σαββατόβραδα χανόμαστε χωριστά και μαζί. Σε παρέες, μουσικές, και δρόμους που θα θέλαμε να έχουμε ο ένας τον άλλο δίπλα του. Σε τσιγάρα που θα θέλαμε να καπνίζουμε μαζί. Να ξέρεις όμως, ποτέ δεν τελειώνω το τσιγάρο μόνη μου, αφήνω πάντα το μερίδιο το δικό σου. Παρατάω κάπου το μισοτελειωμένο τσιγάρο και φεύγω, ελπίζοντας πως θα περάσεις λίγο μετά από μένα και θα το καπνίσεις. Κι έτσι χάνομαι ελπίζοντας.
~
Κι ο άνθρωπος τελικά αυτό που πάντα θα θέλει είναι να χάνεται στο χρόνο. Κάποιοι θέλουν να πάνε μπροστά, βιάζονται να μεγαλώσουν, να διασχίσουν τα γεγονότα χωρίς να τραυματιστούν, να στιγματιστούν. Άλλοι πάλι θέλουν να χαθούν κάπου στο παρελθόν. Σε καλοκαίρια ανέμελα, φιλιά μέσα στη θάλασσα, νύχτες με παρέα, μπύρες και παιχνίδια στην παραλία, σχολικές γιορτές και γέλια να αντηχούν παντού σε έναν παραλιακό δρόμο. Αυτό αποζητάμε τελικά οι πιο πολλοί, να χαθούμε κάπου πίσω, σε μυρωδιές και χρώματα και μουσικές που έχουμε ξαναβιώσει, που δε θέλουμε να ξεθωριάσουν. Μας αρέσει το παλιό, το γνώριμο και ασφαλές παρελθόν μας. Φοβόμαστε να ρισκάρουμε και να χαθούμε στη ζωή και το παρόν μας.

~
Κι όμως πάλι σε ζητώ σε μια πόλη γύφτισσα εσύ χάθηκες ξανά και έμεινες αλήτισσα κι όμως πάλι σε ζητώ σε μια πόλη γύφτισσα εσύ έφυγες μακριά και χάθηκες αλήτισσα , που λέει κι ο Μπάμπης.
~
Μου λείπεις. Θέλω μόνο να χαθώ μέσα στην αγκαλιά σου, και μετά να χαθούμε κάπου μαζί. Δε με νοιάζει το που, ή το πως, με νοιάζει το να χαθώ με(σα σε) εσένα.


Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Δρόμοι

(Και μια πρόταση, διαβάστε το μαζί με αυτό )
  Είναι όμορφη  η πόλη τις μικρές ώρες της νύχτας. Είναι όμορφη η πόλη όταν κοιμάται. Κι ειδικά όταν νιώθεις πως πρέπει να είσαι ήρεμος για να μην την ξυπνήσεις. Πως πρέπει να είσαι σιωπηλός, να περπατάς μ'ένα ρυθμό σταθερό, όχι βιαστικό μα ούτε κι αργό. Μ'ένα ρυθμό κατάλληλο ώστε να μπορείς να νιώθεις τον παλμό της. Να ακούς τις κόρνες των ταξί -των μόνων σχεδόν οχημάτων που κυκλοφορούν- να ηχούν όλες μαζί απευθυνόμενες προς το πρώτο εξ'αυτών, του οποίου ο οδηγός έχει μάλλον αποκοιμηθεί. Να βλέπεις το αυτόματο πότισμα του γκαζόν να πιτσιλίζει το πεζοδρόμιο κάτω από το φως του διπλανού στύλου. Να παρατηρείς τη ρόδα του λούνα παρκ, κάπου μακριά, να συνεχίζει μόνη της κι άδεια τον αέναο κύκλο της.
  -Τι σκέφτεσαι; Μου λες και με κοιτάς στα μάτια. Νιώθω ότι κόβεις λίγο ταχύτητα. Μόλις πλησιάσαμε στην πλατεία το βήμα σου έγινε λίγο πιο αργό. Αφήνομαι τόσο πολύ να νιώσω τα δάχτυλά μου να μπλέκονται με τα δικά σου που ξεχνώ την ερώτηση που έκανες, ξεχνώ την πόλη και τα φώτα, τους ήχους ή τα μυστικά της, ξεχνώ οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μου.
  Σκύβεις κι ακουμπάς το μέτωπό σου στο δικό μου κι είναι σαν να με χτυπάει ένα κύμα συναισθημάτων που αρνούμουν να νιώσω. Αρνούμουν να σκεφτώ πόσο υπέροχες ήταν οι δύο τελευταίες εβδομάδες, πόσο συνήθισα το βλέμμα σου πάνω μου, πόσο περισσότερο λάτρεψα τη φωνή σου και πόσο απαραίτητη μου είναι πια η αγκαλιά σου.
  Εσύ μιλάς. Μου λες να προσέχω, να διαβάζω, να κάνω υπομονή και να επιμένω, πως όλα θα πάνε καλά, δεν ξέρω τι άλλο. Χάνομαι στη φωνή σου και χιλιάδες εικόνες κατακλύζουν το μυαλό μου.   
Παρασκευή. Έξω τον Α.Μ. θυμήθηκα πόσο μου είχες λείψει. 
Σάββατο. Τελικά το πουκάμισό σου, εκείνο το γκρι, δείχνει ξίσου ωραίο και σε εμένα.
Κυριακή. Εικοστής πέμπτης Αυγούστου, τα γέλια όλων μας.. κι εσύ λίγες μέρες μετά να μου λες "θυμήσου την Κυριακή που σε άφησα στα Λιοντάρια πόσο κοντά ήμασταν και μη μου λες πως έχω πρόβλημα να μας βλέπουν μαζί"
Μ.Δευτέρα. Μερικές ατυχίες με γεύση βότκας και μυρωδιά καπνού, μια διαλυμένη διάθεση. Από ύπνο τίποτα. Όμως πέρασα τόσες ώρες στην αγκαλιά σου, αρκεί.
Μ.Τρίτη. "Χαζή γι αυτό σου λέω πόσο θα ήθελα να μείνουμε στην ίδια πόλη. Είναι τόσο υπέροχο να νιώθω πως ξυπνάω μαζί σου, κι ας μην έχουμε κοιμηθεί καθόλου".
Μ.Παρασκευή. Δεν ξέρω. Απλά μας βλέπω από μακριά, όλους μαζί, και νιώθω πως κολλάμε. Και μετά παρατηρώ εσένα κι εμένα και το όλο επίσημο στυλ και θυμάμαι τη θέα του λιμανιού δίπλα από το κλαμπ που είχαμε πάει την πρωτοχρονιά και χαμογελάω.
Μ.Σάββατο. Η αλήθεια είναι πως αν δεν πηγαίναμε στις βαρκούλες, ξέρεις κάτω από το ΚΤΕΛ κάτι θα έλειπε.
Κυριακή του Πάσχα. Το ιγκλού ξανά.
Τετάρτη. "Μ'αρέσει που είσαι όπως στο σπίτι σου. Που δε σε νοιάζει πως θα ντυθείς κλπ, αλλά είσαι απλή, το λατρεύω αυτό"
Πέμπτη. Μια ταινία που θέλαμε καιρό να δούμε. Αστέρια λίγο έξω από το Ηράκλειο, κι εσύ προσπαθείς ξανά κι ανεπιτυχώς να μου μάθεις να χορεύω, στο γρασίδι.
Παρασκευή. Τα χρωματιστά φωτάκια και τα μάτια σου κάτω από αυτά. Μια ανάσα. Έσβησαν σχεδόν όλα τα κεράκια. Βασικά, όλα εκτός από ένα. Αλλά δε με νιάζει το κεράκι που δεν έσβησε. Μου αρκεί που είμαστε όλοι μαζί.
Σάββατο. -Αλήθεια, είσαι τόσο καταπληκτικός.
-Με κακομαθαίνεις χαζό.
-Μαρία. Δεν πρέπει να αργήσεις άλλο.
-Ναι, καλό ταξίδι..
Μπαίνω στο ταξί. Σ'ένα από αυτά που ο οδηγός δεν κοιμάται. Φεύγω. Σε βλέπω από το τζάμι που περιμένεις να φύγω. Σημειώνεις τον αριθμό της πινακίδας που μπήκα, και λίγο μετά χάνεσαι από το οπτικό μου πεδίο.

Κυριακή. Κενό
 

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

"Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή"

"Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή" . Μια φράση ορόσημο από μια ταινία που ακόμα δεν είχε βρει το χρόνο να παρακολουθήσει. Μα τη φράση την είχε εμπεδώσει καλά, στην πράξη. Κάθε πρωί ένιωθε λες κι ήθελε να επιστρέψει στο προηγούμενο. Κάθε Σάββατο βράδυ συνειδητοποιούσε πως άλλη μια βδομάδα είχε περάσει, είχε εξαφανιστεί, κι ήταν ίδια κι απαράλλαχτη με τις υπόλοιπες. Συνειδητοποιούσε ότι σχεδόν ξανάρθε το καλοκαίρι ενώ το προηγούμενο έμοιαζε ακόμα τόσο κοντά-μα και τόσο μακριά μαζί. "Αυτό είναι το φυσιολογικό. Να σου φαίνεται σαν να'ναι χτες και ταυτόχρονα κάμποσους αιώνες πριν. Έτσι κυλάει φυσιολογικά ο χρόνος" Ήταν σαν να άκουγε τη φωνή της Σ* μέσα στο κεφάλι της. Κοίταξε την οθόνη του κινητού της κι όπως ήταν σίγουρη δεν υπήρχε κανένα νέο μήνυμα, καμιά αναπάντητη κλήση. Το πέταξε λίγα μέτρα μακριά στον καναπέ και βγήκε στο μπαλκόνι. Ήταν έξι η ώρα το πρωί κι εκείνη δεν είχε κλείσει μάτι όλο το βράδυ. Ούτε ο καφές έφταιγε ούτε ο αναποφάσιστος νυχτερινός καιρός. Σκέψεις, συναισθήματα, προφανώς. Αυτή δεν είναι η συνηθέστερη αιτία εξάλλου; Εισέπνευσε βαθιά ρουφώντας την πρωινή συννεφιασμένη δροσιά. Κράτησε τον αέρα μέσα της κι έκλεισε τα μάτια της ενώ προσπαθούσε να φανταστεί τα χέρια του γύρω από τη μέση της. Ύστερα εξέπνευσε αργά κι άνοιξε τα μάτια της. Δεν απογοητεύτηκε από την απουσία του, την είχε συνηθίσει πλέον. Υπό άλλες συνθήκες θα έφτιαχνε καφέ και θα έβαζε μουσική. Ή θα προσπαθούσε να κοιμηθεί. Τώρα απλά έμεινε στο μπαλκόνι κοιτάζοντας το δρόμο από κάτω. Εκείνος τη συνόδευε κάθε βράδυ μέχρι το σπίτι της στην αρχή. Μετά ξεκίνησε να ανεβαίνει μέχρι πάνω, στην αρχή για να δανειστεί κανένα βιβλίο ή να της δώσει πίσως κάποιο. Έπειτα σχεδόν εγκαταστάθηκε τόσο στο σπίτι όσο και στη ζωή της. Και μια μέρα απλά δεν ήταν πια εκεί. Δηλαδή σωματικά ήταν, αλλά ψυχικά είχε χαθεί. Ήταν ένα άτομο διαφορετικό, ένας άνθρωπος που ενώ νόμιζε πως ήξερε πολύ καλά συνειδητοποιούσε ότι δε γνώριζε στο ελάχιστο. Ενώ λάτρευε τη μαγειρική της, ξαφνικά έτρωγε όλο και πιο συχνά ντιλίβερι. Ενώ ήθελε να κάνουν σεξ κάθε βράδυ ξεκίνησε να κοιμάται όλο και πιο νωρίς, να ξυπνάει όλο και πιο νωρίς, και συχνά να μη συναντιούνται ούτε για ν'ανταλλάξουν καλημέρα. Μέχρι που κάποια στιγμή σταμάτησε να είναι και σωματικά εκεί. Από τότε τον είχε δει μια-δυο φορές να περνάει με τη μηχανή από εκείνον το δρόμο, να σταματάει στην απέναντι πλευρά του πεζοδρομίου για λίγα δευτερόλεπτα. Εκείνες τις στιγμές χαμογελούσε όπως όταν γνωρίστηκαν και το πρόσωπό του φωτιζόταν όπως κάθε φορά που την έβλεπε. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος που ερωτεύτηκε, για λίγα δευτερόλεπτα μονάχα. Ύστερα ανέβαινε στη μηχανή του και γινόταν καπνός. Εκείνη κρυβόταν πίσω από τη μπαλκονόπορτα για να μην τη δει, όμως το πρόσωπό της χαμογελούσε, το είναι της χαμογελούσε, όπως όταν τον πρωτογνώρισε.
"Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή" ψιθύρισε ενώ έβλεπε μια γνώριμη μηχανή να περνάει από το δρόμο λίγα μέτρα κάτω από το μπαλκόνι της. Ο αναβάτης δεν κοίταξε ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Συνέχισε ακάθεκτος την πορεία του πατώντας δυνατά το γκάζι.



Υ.Γ. Δε θα σας δώσω τραγούδι, αλλά μια ιστοσελίδα όπου υπάρχουν καταπληκτικές ελληνικές και ξένες playlists για κάθε διάθεση. http://www.kasetophono.com/

Καλό απόγευμα!

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Χρονο-φοβία λοιπόν.

Λέξεις, παντού. Τις διαβάζεις, τις ακούς, τις προφέρεις, τις σκέφτεσαι. Μετατρέπεις τα πάντα σε σκέψεις. Τις εικόνες τις περιγράφεις με λέξεις. Τα συναισθήματα τα εκφράζεις με λέξεις. Τους ήχους τους αναλύεις σε λέξεις και οι φόβοι σου δεν είναι ιδέες, είναι λέξεις. Φοβάσαι τον εαυτό σου, το σκοτάδι, τη μοναξιά, τον κόσμο, τους ανθρώπους. Μα όχι τις έννοιες, αλλά τις λέξεις. Δεν πιστεύεις στον εαυτό σου γιατί δεν τον ξέρεις αρκετά καλά κι έτσι τον φοβάσαι. Φοβάσαι το σκοτάδι επειδή φοβάσαι να κινηθείς με το ένστικτό σου, δεν έχεις μάθει να πιστεύεις σ'όσα νιώθεις αλλά μόνο σ'όσα βλέπεις. Φοβάσαι τη μοναξιά και τους ανθρώπους κι όταν έχεις το ένα θέλεις το άλλο, κι όμως τίποτα από τα δύο δε φοβάσαι πραγματικά, χρειάζεσαι μόνο ένα λόγο να παραπονιέσαι. Φοβάσαι τη σκιά σου μα δεν την παρατήρησες ποτέ. Φοβάσαι το χρόνο. Κυρίως αυτό. Γιατί ο χρόνος είναι η μοναδική λέξη με τόση δύναμη. Επειδή δε μπορίσεις να τον ορίσεις. Επειδή περικλύει, εξαφανίζει, καταστρέφει και ξαναδημιουργεί όλες τις άλλες ένοιες. Εσένα τον ίδιο, το σκοτάδι, τη μοναξιά, τους ανθρώπους, τα συναισθήματα. Φοβάσαι το χρόνο γιατί είναι η λέξη που έχει την εξουσία, που ελέγχει όλες τις υπόλοιπες. Άργησες να καταλάβεις πως άξιζες να προσπαθήσεις, καθυστέρησα να αντιληφθώ τη σοβαρότητα μιας κατάστασης, δεν πρόλαβε να της πει πως την αγαπάει,δεν πρόλαβε να επιστρέψει...Εξάλλου, το πλήθος ή το είδος των λέξεων που θα χρησιμοποιήσουμε εξαρτάται από το χρόνο. Τα πάντα εξαρτώνται από αυτών. Το ξέρουμε, το βιώνουμε αλλά δεν το συνειδητοποιούμε. Ίσως είναι καλύτερα έτσι. Αλλιώς αγχωνόμαστε, στεναχωριόμαστε, αλλά και πάλι δεν καταλήγουμε παρά στο σημείο από το οποίο ξεκινήσαμε.

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Εικόνα του χειμώνα.

-Ξέρεις τίποτα από αστέρια;
-Τίποτα απολύτως. Μου φαίνονται όλα τα ίδια.Εσύ;
-Ούτε εγώ. Κρυώνεις;
-Όχι!
-Μα αφού κρυώνεις!
-Σοβαρά, δεν κρυώνω.
-Μου αρέσει όταν γελάς.
-Τις περισσότερες φορές που γελάω πραγματικά τον τελευταίο καιρό είναι εξαιτίας σου.
-Δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό βέβαια.
-Τι σκέφτεσαι;
-Ότι δεν ξέρω αν θέλω να γίνει κάτι.
-...
-Βασικά φοβάμαι ότι θα είναι διαφορετικά μετά.
-Ότι ίσως χαθεί ό,τι έχουμε τώρα. Ναι κι εγώ φοβάμαι.

Η Ρουμανία μπορώ να πω ότι ήταν υπέροχη-όσο την είδα. Λεπτομέρειες και φωτογραφίες έπονται:)
Καλό απόγευμα!

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Καινές/Κενές σελίδες

"..."Κι έμοιαζαν τόσο χαρούμενοι. Θα στοιχημάτιζα πως ήταν. Θα στοιχημάτιζα πολλά γι αυτούς.Για τον καθένα χωριστά, για όλους μαζί. Θα στοιχημάτιζα ότι θα μπορούσα να κάνω τουλάχιστον έναν τους ευτυχισμένο. Θα στοιχημάτιζα ότι θα μπορούσα να βοηθήσω τις περισσότερες από τις κοπέλες εκείνες, όπως ο καθένας μας νομίζει ότι μπορεί να βοηθήσει εξωτερικά. Μα εγώ δεν τους ζούσα εξωτερικά. Τους ζούσα δίπλα μου, ζούσαν μαζί μου, συμβιώναμε ρε παιδί μου, πως το λένε. Κάναμε σχέδια μαζί, μιλούσαμε, γελούσαμε και τσακωνόμασταν. Όλα σε υπερβολικό βαθμό μπορώ να πω."
-Τι γράφεις; Συνέχισε σε παρακαλώ τη δουλειά σου κοπέλα μου. Πρέπει να τελειώσεις τα σχέδια για να τα παραδώσεις το μεσημέρι, κι έτσι δεν σε βλέπω να προλαβαίνεις.
Εκείνη δεν απάντησε. Έκανε πως κλείνει τον κειμενογράφο, μα μόλις εκείνος χάθηκε από το οπτικό της πεδίο συνέχισε να γράφει. Δηλαδή ξανάνοιξε τον κειμενογράφο αλλά είχε ήδη χάσει τον ειρμό της. Διέγραψε τις πρόχειρες σκέψεις της και προσπάθησε να συνεχίσει το σχέδιο, όμως το μυαλό της έμοιαζε να έχει κολλήσει, να επαναλαμβάνει τα ίδια μοτίβα εδώ και αρκετό καιρό. Χρειαζόταν κάτι διαφορετικό, χρειαζόταν μια αλλαγή, μια σπίθα για να ξαναζωντανέψει η φλόγα μέσα της. Να δελεαστεί ο εαυτός της από τη φωτιά της, μιας και είχε κρυφτεί κάπου στο βάθος λόγω του κρύου παντού μέσα της. Και γύρω της μη σου πω.
-Καλημέρααα, δε δουλεύουμε τέτοια ώρα; είπε κεφάτα ο υπάλληλος της καφετέρειας.
-Ένα νες σκέτο και γρήγορα. 
Ναι, ήταν ψυχρή και εξωτερικά σίγουρα. Λίγα λεπτά μετά περπατούσε προς το μεγάλο πάρκο. Προσπάθησε να βάλει μουσική όμως τα ακουστικά της είχαν χαλάσει-ατυχία της στιγμής. Κοίταζε τη μικρή τεχνητή λίμνη ακουμπισμένη στο κάγκελο κι έπινε τον καφέ της που είχε κρυώσει αισθητά.
"Τι ειρωνία, ακόμα κι ο καφές με μιμείται..." σκέφτηκε. "Αυτός όμως δεν το κάνει συνειδητά, ούτε από άμυνα..Το κάνει γιατί έτσι πρέπει. Γιατί έτσι είναι η φύση. Ίσως όμως έτσι να είναι και η δική μου φύση. Ποιος ξέρει.."
Συνέχισε να περπατάει. Χαμογελούσε με τις ευτυχισμένες οικογένειες που έκαναν πικνίκ στο γκαζόν το μεσημέρι του Σαββάτου, θαύμαζε τα ηλικιωμένα ζευγάρια που περπατούσαν αργά αλλά μαζί, και χαιρόταν που ο έρωτας δε χάνεται τόσο εύκολα από τον κόσμο καθώς παρατηρούσε τα ζευγαρια παντού γύρω της. Προχώρησε κι άλλο. Τώρα έβλεπε άστεγους σε μια απόμερη γωνιά του πάρκου, εκεί που οι περισσότεροι άνθρωποι απέφευγαν να πηγαίνουν. Άστεγους ή πρεζάκια που τάιζαν αδέσποτους σκύλους ή περιστέρια. Ζητιάνους κουρασμένους κι ανθρώπους διαλυμένους. Κι άλλους που κρύβονταν. Ζευγάρια παράνομα ή συνέταιροι με δοσοληψίες παράνομες. Έφυγε τρέχοντας από αυτή την πλευρά του πάρκου. Έφυγε τρέχοντας από το πάρκο, εν τέλει. Δε φοβήθηκε τους ανθρώπους. Φοβόταντο γεγονός ότι οι περισσότεροι είχαν ζωές. Είτε εξαθλιωμένες ζωές τις οποίες είχαν αποδεχτεί κι έτσι δε νοιάζονταν για συνέπειες, είτε ζωές όμορφες και ταχτοποιημένες μα γεμάτες μικρές καθημερινές χαρές. 
Πέρασε απέναντι στη διαστάυρωση χωρίς να περιμένει να ανάψει το πράσινο ανθρωπάκι στο φανάρι. Ένα αυτοκίνητο της κόρναρε μανιασμένα κι ένα ποδήλατο φρέναρε απότομα αλλά ευτυχώς την κατάλληλη στιγμή για να μην τη χτυπήσει. "Συγγνώμη" φ'ωναξε εκείνη, χωρίς να το πολυεννοεί.  Συνέχισε να τρέχει μέχρι το διαμέρισμά της, μα όταν έφτασε απ'έξω σταμάτησε απότομα. Από τη μια εκεί ήταν το καταφύγιό της, εκεί βρίσκονταν όλα τα αγαπημένα της αντικείμενα. Από την άλλη..από την άλλη εκεί βρισκόταν κι αυτό από το οποίο προσπαθούσε να ξεφύγει, η μοναξιά της.
Κάθισε στο πεζοδρόμιο μπροστά από την πολυκατοικία της κι ακούμπησε δίπλα το από ώρα άδειο φελιζολένιο κουτί του καφέ.Έβαλε το πρόσωπο ανάμεσα στις παλάμες της και προσπάθησε να χαθεί σε μια κενή εικόνα στο μυαλό της. Μια Καινή σελίδα, αυτό χρειαζόταν. Ένα γεγονός. Να ξεκινήσει να γράφει γι αυτό, να ζει γι αυτό, να ξεκινήσει να ξυπνάει. Γύρισε να πιάσει το κουτί του καφέ κι εκείνος ήταν δίπλα της. Πρέπει να ήταν οπτασία όμως, γιατί εκείνος δεν ήταν εδώ, δηλαδή αποκλείεται να ήταν εκείνος."

Κι έτσι αυτή η ιστορία είχε το χαρούμενο τέλος που μακάρι να έχουν οι ζωές μας.
Κι έτσι η κοπέλα είχε ένα λόγο να ξυπνάει το πρωί.
Είχε κάτι να της δίνει έμπνευση.
Εμείς τι έχουμε;
-Κι αν σ'ερωτευτώ δεν ξέρω τι θα γίνει, αλήθεια. Δεν ξέρω τι πιθανότητες θα μου έδινα, ξέρεις, για να συμβεί αυτό. Ίσως όχι πολλές επειδή το περιόρισα αρκετά. Ούτε αν εσύ νιώσεις κάτι για μένα ξέρω τι θα είναι, μα δε νομίζω πως υπάρχουν πιθανότητες για την εκδοχή αυτή. Ξέρω όμως ότι πρέπει να σταματήσουμε να νοιαζόμαστε τόσο πολύ για τις λεπτομέρειες, πρέπει να σταματήσουμε να προσχεδιάζουμε τόσο πολύ τις ζωές μας. Είναι ήδη μπλεγμένες αρκετά, τις αφήνουμε λοιπόν να πάρουν μόνες τους κάποιο δρόμο. Στην πιθανότητα να αλληλοερωτευτούμε δεν ξέρω πόσο θα πόνταρα. Δε μπορώ να ξέρω όμως, νομίζω.
"Η επιχείρηση συνδέεται με το στοιχείο του κινδύνου καθώς κάθε επιχειρούμενος συνδυασμός συντελεστών παραγωγής μπορεί να αποτύχει στο σκοπό του".
Ε αυτή η επιχείρηση δε θα αποτύχει, έχω ξαναπεί ότι θα μπορούσαμε να έχουμε πολύ καλές επαγγελματικές συνεργασίες εμείς.
 
Και πρόσφατα διάβασα κάπου 
"-Σ'αγαπώ
-Σ'αγαπήγαινε!"

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Είσαι εδώ μα απέχεις

Scenario 1.
Η κοπέλα φορούσε χρωματιστά ρούχα, είχε μαλλιά ελεύθερα, σγουρά, κι έτρεχε στο λιμενοβραχίονα. Ήταν καλοκαίρι κι είχε ήλιο. Το αγόρι της κρατούσε το χέρι. Ανέβηκαν πάνω στο μικρό τειχάκι που έκρυβε τη θάλασσα. Η κοπέλα ένιωθε το ερασιτεχνικό εκείνο φιλί και δε σκεφτόταν τίποτα άλλο. Ήταν χαρούμενη. Πριν βραδυάσει αποχαιρετάει το αγόρι και περπατάει προς την πλατεία. Τα πόδια της είναι λες και φορούν φτερά. Το χρωματιστό φαρδύ παντελόνι της παρασύρεται από τον ανάλαφρο καλοκαιρινό αέρα. Τα κουδουνάκια στα χέρια της ηχούν ευχάριστα καθώς εκείνη πετάει.

Scenario 2.
Η κοπέλα ήταν ντυμένη στα μαύρα κι είχε μαλλιά ίσια, επιμελημένα.Η παραμικρή λεπτομέρεια πάνω της ήταν φροντισμένη. Ήταν απόκριες κι εκείνη είχε επιλέξει να ντυθεί η σκιά του εαυτού της, ή ο εαυτός της ο ίδιος, ποιος ξέρει; Κατηφόριζε το δρόμο κρατώντας προσεκτικά την ομπρέλλα της. Είχε καταφέρει να αποφύγει κάθε επίθεση με αφρούς και χρωματιστές σερπαντίνες μέχρι που έφτασε στη μέρση περίπου της Χάνδακος. Έστριψε αριστερά και χώθηκε σε μια καφετέρεια με πολλές χάρλευ απ'έξω. Είδα ένα αγόρι να τη φιλάει, ουδέτερα λίγο, μα με πάθος. Λίγο μετά η κοπέλα ανέβαινε τον ίδιο δρόμο πίσω, προσπαθούσε ακόμα να προστατευτεί από τα χαρούμενα παιδιά που έτρεχαν γύρω της ντυμένα με φανταχτερές στολές.


Scenario 3.
Η κοπέλα ήταν απλή, φυσική. Περαστική από το κέντρο, δε σκόπευε να μείνει πολύ, βρισκόταν μεταξύ μαθημάτων. Μπήκε αποφασιστικά στην καφετέρεια με τα τζάμια και τον ξύλινο τοίχο και ζήτησε ένα νες σκέτο. Κάθε φορά έπινε τον καφέ της αλλιώς, ήθελε η ζωή της να έχει ποικιλία. Λίγο μετά είδα έκπληκτη κάποιον να κάθεται απέναντί της. Μίλησαν αρκετή ώρα, εκείνος έμοιαζε στοργικός. Τη φίλησε, στοργικά, και με πάθος ταυτόχρονα. Η κοπέλα έμοιαζε να ανταποκρίνεται. Ύστερα έφυγε, είχε να προλάβει το μάθημα.

Την παρακολουθώ απ'όταν γεννήθηκε, την ξέρω καλύτερα από τον καθένα μα με ξαφνιάζει τόσο συχνά που με κάνει να πιστεύω ότι δεν την έχω ξαναδεί ποτέ. Ξέρω πράγματα γι αυτήν που δεν τα ξέρει κανείς, προσπαθώ να την ελέγξω, να την περιορίσω, μ'ανακαλύπτω ότι δεν μπορώ. Ξέρω ότι κάνει συλλογή από φουλάρια, ότι πίνει διαφορετικά τον καφέ της κάθε φορά, ότι της αρέσει να κοιτάζει τη βροχή από το τζάμι, να φοράει μάλλινα και να σχεδιάζει. Ξέρω ότι της αρέσει να διαβάζει και να τραγουδάει, να μιλάει και να γράφει, να επικοινωνεί και να βοηθάει, να χαμογελάει και να φωτογραφίζει με τη μνήμη της. Είναι από τα άτομα με την πιο καταπληκτική μνήμη που έχω συναντήσει ποτέ. Όμως χτες δέχτηκα μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις.

Scenario 4. 
Η κοπέλα είχε δακρύσει και σκεφτόταν. Τα μάτια της ήταν λες κι είχαν μείνει κενά, μα κόκκινα και κενά. Η κοπέλα ήταν παθητικός δέκτης των καταστάσεων, δεν την είχα ξαναδεί έτσι. Η κοπέλα συλλογιζόταν ένα άλλο φιλί. Η κοπέλα ένιωθε χαμένη, μπερδεμένη, αποπροσανατολισμένη. Μα το φιλί που συλλογιζόταν ούτε είχε υπάρξει ούτε και θα υπήρχε ποτέ. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να συνυπάρξει έστω και για μόνο στιγμή ο ένας της εαυτός με τον άλλο; Πώς θα μπορούσε να συμφιλιωθεί με τις διαφορετικές εικόνες και τους διαφορετικούς εαυτούς της; 

Εγώ όμως ήξερα. Οι άνθρωποι που τα καταφέρνουν, που βρίσκουν τους εαυτούς τους, τους πραγματικούς, και τους διαχωρίζουν από τις χίλιες δυο πλαστές παροδικές εικόνες, είναι αυτοί που τα καταφέρνουν. Αυτοί που δέχονται τελικά αυτό το φιλί, το φιλί που τους βαφτίζει ολοκληρωμένους, που τους λυτρώνει.


Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Οπτασίες (κι ένα μπλογκ δύο χρόνων!)

Έτρεχε σ'ένα λευκό διάδρομο. Οι τοίχοι ήταν λευκοί, τα πλακάκια και το ταβάνι το ίδιο. Εκείνη φορούσε ένα φόρεμα κόκκινο, μέχρι το γόνατο, αέρινο, και τα μάτια της ήταν δεμένα με μια κορδέλα μαύρη. Δεν έβλεπε, μα και να τα άνοιγε δε θα'βλεπε μέσα στη λαμπερή μονοτονία του λευκού. Διένυε χιλιόμετρα λευκής έκτασης καθημερινά. Ήξερε ότι απ'την ανατολή έως τη δύση θα προλάβαινε να διανύσει το λευκό διάδρομο. Απ'την ανατολή έως τη δύση του ήλιου. Απ'την αρχή ως το τέλος του διαδρόμου. Και την νύχτα η αντίθετη πορεία. Απ'το πέρας πάλι πίσω στην αρχή. Απ'τη δύση στην ανατολή, ξημέρωσε. Όμως ο διάδρομος δε μαύριζε τη νύχτα, παρέμενε λευκός. Γι αυτό προτιμούσε να διανύει διαδρόμους αντί για δρόμους, να αγγίζει τοίχους αντί για ανθρώπους, να 'ναι όλα γύρω της λευκά κι αυτή να βλέπει μαύρα αντί να 'ναι όλα κατάμαυρα κι αυτή να τα νομίζει ως άσπρα. Χίλιες φορές ντυμένη κατακόκκινα -να αντιτίθεται και να ξεχωρίζει- απ'ότι να 'ταν στα μαύρα ή στα λευκά. Δεν υπήρχαν άλλα χρώματα, μόνο το λευκό, το δέρμα της, το μαύρο, τα μαλλιά της, το κόκκινο τα ρούχα της. Πάντα αυτά τα χρώματα υπήρχαν, μόνο που να, κάποτε άσπρα ήταν τα όνειρά της, μαύρη η ζωή της, και κόκκινη η ίδια, ματωμένη, πληγωμένη. Κι όμως, μπόρεσε να σηκωθεί ξανά.Ίσως να'ταν καλύτερα να μην είχε σηκωθεί ποτέ αν ήταν να φοβάται. Τώρα τριγυρνάει μόνη σε ένα λευκό διάδρομο κάθε μέρα για να νιώθει ζωντανή. Ξαφνικά το λευκό θάμπωνε. το μαύρο στα μάτια της θάμπωνε. Ένιωθε το φόρεμα να θαμπώνει κι αυτό να γίνεται ροζ, ύστερα πιο απαλό, κι ακόμα πιο απαλό και τέλος πάλλευκό, κι εκείνη να χάνεται, να απορροφάται από το άσπρο όπως και κάθετι άλλο.

-Δε θα καταφέρει να βγάλει το βράδυ, πρέπει να αποφασίσετε αν θα δωρίσετε τα όργανά της.
-Πάρτε ότι θέλετε. Μόνο τα όνειρά της αφήστε μου, μόνο τις σκέψεις και τις αναμνήσεις της, τα συναισθήματά της. Εγώ αυτά θέλω. Κλείστε τα σ'ένα από εκείνα τα λευκά κουτιά με τους κόκκινους σταυρούς και μεταφέρτε τα επειγόντως εκεί που οι άνθρωποι έχουν χάσει κάθε ελπίδα, κάθε ίχνος καλοσύνης κι ονείρου. Τα δικά της θα φτάσουν για όλους.

 

Κι αν θες να δεις τ'αληθινά να καίνε πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν'ανέβεις!

Το μπλογκ έκλεισε αισίως δύο χρόνια, δίπλα μου ή μάλλον μαζί μου, ή μάλλον μέσα μου και παντού στη ζωή μου. Τις τελευταίες ημέρες σκεφτόμουν σοβαρά να το κλείσω, όπως με πιάνει ανά περιόδους, αλλά να'ναι καλά ο Β*. Ευχαριστώ όσους διαβάζουν τα κείμενά μου γιατί όπως και να το κάνουμε με κάνει να χαμογελώ το γεγονός ότι σε κάποιους αρέσει ο τρόπος που εκφράζομαι. Ωστόσο σκοπός μου παραμένει να είναι να εκφραστώ και μόνο, και να ξεσπάσω. Γι αυτό μπορεί να μην απαντάω στα σχόλιά σας τελευταία, ωστόσο θα φροντίσω να το διορθώσω αυτό. Καθυστερημένα καλό μήνα, και καληνύχτα. Βροχοποιός.


Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Θα'χει βροχή αστεριών την Κυριακή

When your day is long and the night
νιώθεις ότι οι μέρες δεν περνούν, ανυπομονείς να βρεθείς μακριά από όλους, να κλειστείς στον εαυτό σου
The night is yours alone
κι όταν επιτέλους το πετύχεις είσαι πιο δυστυχισμένος από ποτέ.
When you're sure you've had enough of this life, well hang on
Γιατί η ζωή ποτέ δεν ικανοποιείται όσο κι αν σε βασανίσει, όσα διλήμματα κι αν σου δώσει
Don't let yourself go
Εσύ όμως δεν πρέπει να μείνεις στάσιμος ή να απελπιστείς τόσο ώστε να τα παρατήσεις
Everybody cries and everybody hurts sometimes

Sometimes everything is wrong
Και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να αλλάξεις την κατάσταση όσο και να το θέλεις
Now it's time to sing along
πρέπει να μάθεις να ζεις με τα νέα δεδομένα, αλλά
When your day is night alone (hold on, hold on)
αλλά έχεις εκείνο το περίεργο συναίσθημα, θέλεις να είσαι μόνος και να έχεις κάποιον δίπλα σου την ίδια στιγμή
If you feel like letting go (hold on)
Χωρίς ίσως να λέτε τίποτα, ίσα να νιώσεις πιο ασφαλής
When you think you've had too much of this life, well hang on




Έχει βροχή αστεριών την Κυριακή, βγες στο μπαλκόνι.
Ακόμα κι αν τα φώτα είναι υπερβολικά κι ενοχλητικά,
ακόμα κι αν δε δεις κανένα πραγματικό αστέρι εκεί
θα είναι εξαιτίας του πέπλου αυτού της πόλης.
Τ'αστέρια όμως θα'ναι εκεί,
θα'ναι οι άνθρωποι που χάσαμε χωρίς να αποχαιρετήσουμε,
εκείνοι που αποχαιρετήσαμε κι ίσως να μην ξαναδούμε ποτέ,
όλες οι αντιθέσεις της ζωής μας μαζεμένες,
όλα αυτά που μας λείπουν, -κι εκείνοι που μας λείπουν-
οι στιγμές που ξέρουμε ότι θα ξαναζούμε μόνο στο μυαλό μας,
οι φωνές που θέλουμε να κρατήσουμε στη μνήμη μας,
τα προβλήματά μας που φαντάζουν μικροσκοπικά μπροστά σ'εκείνα άλλων,
κάποιες μελωδίες που κατακτούν το μυαλό μας,
πράγματα που πάντα θέλαμε να κάνουμε
κι όμως συνεχίζουμε να αναβάλουμε
μέχρι που θα καταλάβουμε ότι δεν τα θελήσαμε ποτέ αρκετά.
Θα'χει βροχή αστεριών, μου είπες.
Μα εγώ δε θα βγω στο μπαλκόνι ακόμα κι αν είμαι σίγουρη ότι τ'αστέρια φαίνονται απ'τη δική μου μεριά της πόλης, απ'τη δική μου σκοτεινή γειτονιά.
Δε θα βγω στο μπαλκόνι γιατί δε θα έχω χρόνο.
Βγες και για μένα και για όλους αυτούς που ήταν υπερβολικά επαναπαυμένοι στη ρουτίνα τους, υπερβολικά βολεμένοι στα "δεν έχω χρόνο", "δε μπορώ".
Και προσπάθησε να μη γίνεις ποτέ σαν κι αυτούς,
ευχήσου και γι αυτούς όταν θα βλέπεις πεφταστέρια
 When you think you've had too much of this life, well hang on
Everybody hurts
Take comfort in your friends.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Φωτοσκιάσεις.

Άνοιξε τα μάτια της απότομα νομίζοντας ότι είχε παρακοιμηθεί. Κι όμως, το ρολόι έδειχνε ακόμη τέσσερις.. Θα αργούσε ακόμα να ξημερώσει κι ήξερε ότι δεν πρόκειται να ξανακοιμόταν. Σηκώθηκε προσεχτικά, προσπαθώντας να μην κάνει φασαρία για να μην ξυπνήσει το Χρήστο δίπλα της. Εκείνος κοιμόταν βαθιά, παίρνοντας ρυθμικές ανάσες. Η Μαριάννα κατέβηκε την ξύλινη σκάλα και βγήκε στη μεγάλη βεράντα. Ο ουρανός ήταν κατασκότεινος, μόνο εκεί πάνω από το λόφο απέναντί της έμοιαζε να μωβίζει λίγο. Ήθελε τόσο πολύ να καθίσει κάτω, στο γρασίδι του κήπου, λίγα μέτρα πιο πέρα... Όμως όχι, δεν έπρεπε να πατάει το γρασίδι. Μετά θα έμπαινε στο σπίτι που ήταν τόσο καθαρό και θα το γέμιζε λάσπες. Δεν έπρεπε... Χρόνια τώρα καταπίεζε οποιαδήποτε επιθυμία της δεν ήταν μέσα στα όρια... Οποιαδήποτε επιθυμία της θα την έβγαζε σε συμπεριφορές απρεπείς... Αυθόρμητες δηλαδή. Κοίταζε τις φωτεινές κουκίδες στον ουρανό κι αντιστεκόταν στον πειρασμό να τις μετρήσει. Βγάζουμε ελιές , λέει, όταν μετράμε τ'αστέρια. Θυμήθηκε τη μοναδική στιγμή στη ζωή της που είχε μετρήσει αστέρια. Ζούσε ακόμη στην όμορφη αυτή παραλιακή πόλη κι είχε βγει με μια παρέα φίλων ένα συνηθισμένο καλοκαιρινό Σάββατο βράδυ. Περπατούσαν στο λιμενοβραχίονα και ξαφνικά παρατήρησαν την αυγουστιάτικη πανσέληνο, τη στιγμή που ανέτειλε, στρογγυλή κι ασπροκίτρινη, μα φωτεινή όσο τίποτα. Εκείνο το βράδυ γυρνώντας σπίτι της έμεινε στο μπαλκόνι μέχρι αργά μετρώντας τ'αστέρια. Παρομοίαζε κάθε αστέρι με κάποιο άτομο της ζωής της. Κάποια απ'τα αστέρια αυτά ήταν μεγάλα, φωτεινά, ζεστά, άλλα τρεμόπαιζαν, νόμιζε πως από λεπτό σε λεπτό θα έπεφταν. Ξαφνικά κατάλαβε πως είχε δακρύσει. Από όταν έφυγε από την πόλη της για σπουδές δεν ξαναπάτησε ποτέ. Δεν ξαναμέτρησε αστέρια, δεν ξανααναρωτήθηκε σχετικά με τα άτομα που βρίσκονταν δίπλα της. Και τώρα κατάλαβε ότι αυτά που πριν πέρασε για αστέρια ήταν μοναχά βεγγαλικά! Τα οποία έσκασαν σε εκατομμύρια κομματάκια, μικρές φλογίτσες που αιωρήθηκαν για λίγο  στον ουρανό της κι ύστερα χάθηκαν. Τώρα ο ουρανός της ήταν άδειος, επειδή εκείνη δεν ήθελε να τον γεμίσει...Γιατί τα αστέρια τα πραγματικά ήταν αυθόρμητα, δεν τα ένοιαζε να γεμίσουν με λάσπες το σπίτι μιας κι όλα μαζί μετά θα το καθάριζαν.Οι άνθρωποι οι πραγματικοί δε θα κρύβονταν πίσω από κοινωνικές επιταγές, δε θα υπάκουγαν συνεχώς στους κανονισμούς. Η ζωή εξάλλου ένα παιχνίδι είναι, αν δε χάσεις δε θα μάθεις. Κι αν δεν ξεφύγεις και λίγο απ'τους κανονισμούς, απ'τα πρέπει, δε θα κερδίσεις, ή τουλάχιστον θα κερδίσεις έχοντας καταφέρει μια νίκη που κανένας δε θα θυμάται, ούτε καν εσύ ο ίδιος. Αστραπιαία πέρασε μια άλλη σκηνή απ'το μυαλό της, τα ίδια παιδιά κάμποσα καλοκαίρια πριν να παίζουν χαρτιά..Δε θυμόταν νικητές ή χαμένους, θυμόταν μόνο εκείνες τις μικρές στιγμές παρατυπίας, που έβγαιναν απ'τους κανονισμούς προσπαθούσαν να συνεννοηθούν ανά δύο ή ανά τρεις ή να δει ο ένας τα φύλα του άλλου. Ξαφνικά έτρεξε μέσα στο σπίτι, έβαλε μουσική, δυνάμωσε το στερεοφωνικό στο τέρμα και βγήκε έξω. Ξεκίνησε να χορεύει μόνη της κάτω από ένα κατασκότεινο ουρανό ελπίζοντας να εμφανιστεί κάποιο αστέρι. Ήλπιζε. Περίμενε από τους άλλους. Δεν πέρασε ούτε μια στιγμή απ'το μυαλό της ότι έπρεπε η ίδια να ψάξει τα αστέρια, να τα ανακαλύψει από την αρχή ένα ένα, μόνη της. Άκουσε τα βαριά βήματα του Χρήστου κι ύστερα τη φωνή του. Λίγο μετά είδε το έντρομο βλέμμα του.. "Μαριάννα μου τι κάνεις μόνη σου έξω τέσσερις η ώρα; Έλα μέσα πριν σε δει κανένας γείτονας και σε περάσει για καμιά τρελή μάγισσα που χορεύει μές στα σκοτάδια!" Άρα κι ο δικός του ουρανός ήταν σκοτεινός...Ίσως το δικό του σκοτάδι τη ρούφηξε μέσα του...Ίσως οι επιλογές της να έφταιγαν απ'την αρχή. Και τότε αποφάσισε να αλλάξει την πορεία της ιστορίας, κάνοντας μια νέα επιλογή. Δεν πήρε τίποτα μαζί της, απλά άνοιξε την πόρτα κι έφυγε, όπως έφυγε κι ο Χρήστος προς τα πάνω με σκοπό να ξανακοιμηθεί, να ξαναξυπνήσει, να ξαναπάει στη δουλειά του, να επαναλάβει την ίδια βαρετή ρουτίνα του(ς).


Δώδεκα ώρες μετά βρισκόταν εκεί. Χαμογελούσε καθώς ανέπνεε διαφορετικό αέρα και μόνο. Κι ήταν σαν ν'άκουγε από παντού εκείνη τη μελωδία καθώς σιγοτραγουδούσε συνεχώς τα λόγια. Περπατούσε και χαμογελούσε. Οι άνθρωποι θα την περνούσαν σίγουρα για τρελή, μα εκείνη ήξερε πως ήταν ήδη ευτυχισμένη. Και με λίγη προσπάθεια θα ξαναγέμιζε τον ουρανό της αστέρια, θα ξαναγέμιζε την αγκαλιά της ανθρώπους και τις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς της τώρα πια θα ζωγράφιζε και θα φωτογράφιζε την πόλη εκείνη που τη μπέρδευε, μα τη λάτρευε όσο τίποτα άλλο. 

Καληνύχτα!





Υ.Γ. μιας και το κείμενο γράφτηκε βιαστικά, οι φωτογραφίες δεν είναι δικές μου, βρέθηκαν στο tumblr.
Υ.Γ.2 "μην πεις τίποτα, μ'αρέσει ο τρόπος που επικοινωνούμε μέσα από τα κείμενα"    :)

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Venceremos

-Πες μου, τι βλέπεις όταν κλείνεις τα μάτια σου;
-Το απόλυτο σκοτάδι, ένα μαύρο κενό.
-Δεν εννοώ κυριολεκτικά, εννοώ τι σκέφτεσαι, τι είναι αυτό που θυμάσαι ή επιθυμείς, ποια εικόνα έχεις στο μυαλό σου;
-Καμία, όταν κλείνω τα μάτια μου βλέπω μια μαύρη μάζα, το σκοτάδι. Αφού είναι κλειστά, τι θες να δω;
-Δε θέλω να δεις, θέλω να φανταστείς....Λοιπόν;
-Λοιπόν, δεν έχω φαντασία. Καθόλου..
-Μα αυτό δε γίνεται. Όλοι έχουν φαντασία, ίσως να μην την εξασκούν ή να μην τη χρησιμοποιούν, αλλά διαθέτουν, γεννιούνται με αυτήν. 
-Ε, εγώ έτυχε να διαφέρω.
-Κι όταν είσαι μόνος σου, όταν δεν έχεις κάτι να κάνεις κάτι που να πρέπει να σκεφτείς, όταν είσαι ελεύθερος... τι κάνεις;
-Γιατί εσύ τι κάνεις τότε; 
-Εγώ σκέφτομαι καταστάσεις, σενάρια, πραγματικά και φανταστικά μαζί. Δεν το κάνω εσκεμμένα, απλά κατακλύζουν το μυαλό μου. Ξέρω όμως ότι όταν θέλω μπορώ να το ελέγξω, να κλειδώσω εκείνη την πόρτα και να πατήσω στην πραγματικότητα και μόνο. 
-Μήπως λειτουργεί εις βάρος σου αυτό;
-Όχι γιατί έχω μάθει να το ελέγχω. Στην αρχή είναι επικίνδυνο...πάντα είναι επικίνδυνος ο ανθρώπινος νους...Παίζει μαζί σου, μέσα απ'τα όνειρα που κατασκευάζει είτε όταν κοιμάσαι είτε όταν είσαι ξύπνιος, μπορεί να σου στείλει εικόνες που αδυνατείς να ερμηνεύσεις, σκέψεις που δεν ξέρεις πραγματικά από που πηγάζουν...Μέχρι κάποια στιγμή να τρελαθείς. Αυτά είναι τα αποτελέσματα της φαντασίας χωρίς μέτρο, είναι σαν ναρκωτικό, από τα πολύ ισχυρά. Φτιάχνεις μια πραγματικότητα δική σου, ζεις εκεί, κι ακόμα κι αν όλοι προσπαθούν να σε βγάλουν απ'αυτή εσύ αδυνατείς να ξυπνήσεις. 

Ανασήκωσε το κεφάλι του από το βιβλίο ξεφυσώντας. Όχι δε γινόταν να συγκεντρωθεί και να διαβάσει σήμερα. Ήταν λες κι άκουγε τη φωνή της συνέχεια, όχι μόνο στο κεφάλι του, μα και στο δρόμο, ακόμαι και μέσα στα ακουστικά του κάποιες φορές. Κι όμως προσπαθούσε να τον προειδοποιήσει, προσπαθούσε να του δείξει ότι δεν έπρεπε να προσκολληθεί σε εκείνη, δεν έπρεπε να χαθεί στις σκέψεις του, χρειαζόταν κάποιον να τον τραβήξει και γρήγορα μάλιστα, πριν η μαύρη εκείνη άβυσσος της φαντασίας του απέβαινε εις βάρος του κι από χάρισμα μετατρεπόταν σε κατάρα... Μα δεν ήταν ήδη κατάρα;

Ξύπνησε απ'τον ήχο του τηλεφώνου...
- Καλημέρα, από το φαρμακείο τηλεφωνώ... Τα φάρμακά σας έχουν φτάσει, όταν μπορέσετε ελάτε να τα παραλάβετε παρακαλώ..Πρέπει να συνεννοηθείτε και με τη γιατρό σας για τη δοσολογία...Χρειάζεται προσοχή με τα αντικαταθλιπτικά γενικά. 
-Ευχαριστώ. Καλημέρα σας...Απάντησε ψυχρά εκείνος καθώς έκλεινε το τηλέφωνο και άλλαζε πλευρό.

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Συμβιβάζεσαι, αυτό κάνεις όσο περνάει ο καιρός.

-Μα είναι πέντε το πρωί, ποιος ο λόγος να με ξυπνήσεις από τώρα; Και να απαιτείς και να σηκωθώ από το κρεβάτι μου!
-Πρώτον, είναι κρεβάτι μου, και δεύτερον σήκω αυτή τη στιγμή, πρέπει να δεις κάτι!
Σηκώθηκε βιαστικά παίρνοντας το γαλάζιο σεντόνι μαζί της και άνοιξε την πόρτα του μπάνιου.
-Δεν προλαβαίνουμε κοριτσάκι, έλα πρέπει να φύγουμε!
Εκείνη άρχισε να ψάχνει τα ρούχα της από το προηγούμενο βράδυ και ξαφνικά της φάνηκε γελοίο να πρέπει να πάει στο κάπου πρωινιάτικα με τακούνια κι ένα σέξυ μαύρο βραδινό φόρεμα, κι έτσι έβαλε απλά ένα λευκό κοντομάνικο μπλουζάκι και μια βερμούδα του, φορεμένα ήδη, ποτισμένα ιδρώτα.
-Βάζε κανένα πλυντήριο που και που! 
Τον ακολούθησε στο κλιμακοστάσιο κλείνοντας την πόρτα πίσω της και ξεκινώντας να ανεβαίνει τις σκάλες.
-Μα πού πάμε; Το καλό που σου θέλω μη με βάλεις να απλώνω ρούχα στην ταράτσα πρωινιάτικα, είπε τρίβοντας τα μάτια της.
Την τράβηξε από το χέρι και την έφερε κοντά του. Από την ταράτσα της πολυκατοικίας φαινόταν ένα τόσο μεγάλο μέρος της Αθήνας που ξυπνούσε. Κι εκεί, τη στιγμή που εμφανίστικε η πρώτη ακτίνα φωτός, το πήρε απόφαση, έπρεπε να της πει εκείνη την πρόταση που είχε κυριεύσει τόσο καιρό το μυαλό του, εκείνη την επιθυμία που δεν τον άφηνε να σκεφτεί τίποτα άλλο βδομάδες ολόκληρες!
-Θέλω να γυρίσω στο Ηράκλειο. Και θέλω να έρθεις μαζί μου. Σε λίγες μέρες παίρνεις πτυχίο, δεν υπάρχει λόγος να μείνουμε εδώ.
-Καλά και γιατί με έφερες εδώ πάνω πρωινιάτικα για να μου πεις αυτό ; Κατ'αρχάς θέλει συζήτηση και οργάνωση το όλο θέμα, επίσης δε μπορούμε να τα αφήσουμε όλα εδώ και απλά να φύγουμε και να γυρίσουμε στο Ηράκλ~
Την έκοψε καθώς τη σήκωνε στα χέρια του και άρχισε να στριφογυρνάει.
-Μπορούμε αρκεί να το θέλεις, κι αν δε θέλεις απλά θα σε πετάξω στο δρόμο.
Άρχισε να τη γαργαλάει κι εκείνη τσίριζε, τσίριζε, τσίριζε...
~
-Βιολέττα! Με ακούς ; Ηρέμησε! Ένας εφιάλτης ήταν, τώρα πέρασε. Όλα είναι εντάξει.
-Όχι δεν ήταν, ήταν ένα υπέροχο όνειρο, Μάρκο.
- Καλά εντάξει, πρέπει να φύγω για τη δουλειά γιατί μετά θα πιάσει κίνηση. Καλημέρα!
Είπε κλείνοντας την πόρτα πίσω του.

Η Βιολέττα σηκώθηκε αργά, τύλιξε το γαλάζιο σεντόνι γύρω της και βγήκε στο μπαλκόνι κοιτάζοντας μόνη την ανατολή..

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

ειρωνία.

"Η Πέργαμος ωστόσο έγινε περισσότερο γνωστή για τον περίφημο ναό του Διός, μεγάλων διαστάσεων αρχιτεκτονικό οικοδόμημα που δημιουργήθηκε σε ανάμνηση της απόκρουσης των Γαλατών από τους Περγαμηνούς" και την ίδια στιγμή ακούω wake up, wake up, wake up and look around you, we're lost in space and the time is our own . Ναι, μόνο ως ειρωνία μπορεί να περιγραφεί.
 
5μαθήματα έμειναν-τελειώνουμε!

Καλημέρα

Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Είναι η πόλη της νύχτας

Η κάθε φωνή πατάει γερά στη νότα της και το κάθε σώμα γερά κι αποφασιστικά στο ξύλινο βάθρο.
Οι προβολείς γυρίζουν και νιώθεις τον ιδρώτα σου να τρέχει.
Ζέστη, πολυκοσμία, φασαρία. 
Και ξεκινάει ο γνώριμος ήχος, οι φωνές ξεκινούν συγχρονισμένες...
Oh light, the heart, that lingers in Merano, Merano, The Spano, connesseur of spas would miss-so healthy-is mental and physical bliss.
~
Μη μιλάς για πράγματα που δεν έχεις γνωρίσει, μηδενίζεις την αξία τους. Μη μου λες για αγάπη όταν έχεις νεύρα, ή για μοναξιά όταν εθελοτυφλείς. Μη μιλάς για δημοκρατία όταν μπαίνουν οι χρυσαυγίτες στη βουλή με τις ευλογίες σου και προπάντων μην υπερασπίζεται θέσεις που πρωτύτερα δε γνώριζες για να δείξεις πόσο ψαγμένος είσαι. Και τέλος, μην απαγορεύεις στους άλλους αυτά που επέλεξαν και μη στερείς αυτά για τα οποία πάλεψαν. Μη χρησιμοποιείς αυτές τις αρνητικές προστακτικές. Μόνο καταφάσεις από εδώ και πέρα, προστακτικές παντού. Ξύπνα, σκέψου, μίλα, πράξε, διάβασε, πάλεψε, κατάκτησε, βρες. Κανείς δε σε προειδοποιεί όμως για τις επακοόλουθες απόρροιες, τα παραπρο'ι'όντα, τους μέλλοντες εκείνους της οριστικής, που ηχούν συνοπτικοί κι αποδεικνύονται πιο διαρκείς κι απ'τη θύμηση του χρώματος με το οποίο έβαψες μια μέρα. Θα σε σταματήσουν, θα λησμονήσουν, θα σε αγνοήσουν, θα χάσεις. Και πάλι η προστακτική κάποιου άλλου, χάσε, χάσε, χάσε. Φύγε, τρέχα, γύρνα πίσω και πάλι φύγε.
~
Μου είχε λείψει η θάλασσα...Η μυρωδιά, ο ήχος της, η αίσθηση που σου προκαλεί. Χαλάλι κι η εικοσάλεπτη διαδρομή με το λεωφορείο, χαλάλι και το όλο overcrowded θέμα εκεί, σαν σαρδέλες πραγματικά, όπως και στην παραλία. Άσε που πήγαμε τη χειρότερη ώρα, γύρω στις μία. Και πάλι χαλάλι...Ακόμα κι η αναμονή για το λεωφορείο του γυρισμού με διάρκεια σαράντα λεπτών. Ήταν καταπληκτικά, έτσι όπως θα είναι και το καλοκαίρι*
~

Όλο και πλησιάζει αυτή η ημερομηνία, δέκα. 
Και μετά κι άλλος αριθμός, δεκαέξι.
Τρομάζω.
Καληνύχτα.


Κυριακή 22 Απριλίου 2012

ξεχαρβαλωμένες κιθάρες, ίσως.

Με αφορμή μια εργασία στο μάθημα των Κειμένων Νεοελληνικής λογοτεχνίας θα ήθελα να παραθέσω εδώ κάποια μελοποιημένα ποιήματα του Καρυωτάκη που αποτελούν γνωστά σύγχρονα τραγούδια και μου άρεσαν ιδιαίτερα.

Είμαστε κάτι- Θηβαίος   (είναι ωραία και η εκτέλεση της Μαρίζας Κωχ)

Θα ήθελα να προσθέσω πολλά τραγούδια ακόμα είναι η αλήθεια, αλλά λέω να μη σας κουράσω.
Κι από αύριο επιστροφή στο σχολείο, μετά τη δεκαπενθήμερη διακοπή για τον εορτασμό του Πάσχα.

Πολλή φιλοσοφία αυτές τις μέρες γενικά.

Θα κλείσω αυτή τη σύντομη ανάρτηση με ένα από τα αγαπημένα μου αποφθέγματα του Βίκτωρ Ουγκό. 

"Η ολοκληρωμένη ποίηση βρίσκεται στην αρμονία των αντιθέτων".

Νομίζω ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει και στη ζωή μας. Οποιοδήποτε συναίσθημα ανάμεσα σε δύο άτομα για να είναι ολοκληρωμένο, αν ορίζεται αυτό που λέω, πρέπει να έχει μία αντίθεση. Τα πάντα πρέπει να έχουν μία αντίθεση, εξάλλου αυτή δίνει όλο το χρώμα σε μία κατάσταση. Ακόμα και στην αντίθεση άσπρου-μαύρου υπάρχει χρώμα. Ενώ στο σκέτο άσπρο ή στο σκέτο μαύρο υπάρχει μόνο ένα χαώδες κενό.

Καλό απόγευμα:)

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Αυτοσχεδιασμός*

Ξαφνικά τα χέρια της ξεκίνησαν να τρέμουν.
Ήταν σίγουρη ότι δε θα της συνέβαινε αυτή τη φορά, είχε προετοιμαστεί καλά, κυρίως ψυχολογικά.
Τη στιγμή που άγγιξε τα τάστα το τρέμουλο έγινε ακόμα πιο ακανόνιστο.
Εντάξει έχεις φτάσει στη μέση του κομματιού χωρίς λάθος, ηρέμησε, δε θα σε φάει κανείς και να κάνεις λάθος, χαλάρωσε, δεν έχεις λόγο να νιώθεις έτσι.
Κι όμως, ένιωθε έτσι, περίεργα. Δεν ήταν αγχωμένη,ούτε ο χτύπος της καρδιάς της ήταν ακανόνιστος, ούτε ένιωθε το κεφάλι της να βουίζει. Όλα ήταν εντάξει, μόνο τα χέρια της.
Τα ένιωθε να έχουν φύγει από το σώμα της, να δρουν μόνα τους ανεξέλεγκτα.
Τουλάχιστον φαίνεται να επικοινωνούσαν μεταξύ τους.
Λίγο πριν το τέλος, έκανες λάθος, αλλά ευτυχώς έχεις μάθει, υπάρχει κι ο αυτοσχεδιασμός.
Φάνηκε? Εκείνοι είπαν πως όχι, δεν ακούστηκε ότι αυτοσχεδίαζες.
Απλά ο αυτοσχεδιασμός είναι τόσο ακανόνιστος, τόσο αυθόρμητος και προσωπικός.Κι απλά, ίσως να μην το αντιλαμβάνεσαι αλλά πονάει, πονάει η επίγνωση του ότι στιγμάτισες κάτι που δε σου ανήκει, ότι το καταχράστηκες κι ένα κομμάτι του έγινε δικό σου.

~Ακούς εκεί, ο Μέγας Αλέξανδρος έκανε "ένοπλη εξερεύνηση" τι άλλο θα γράψουν τα βιβλία μας... 
~ Την τρίτη 4-8 στα Ben and Jerry's δίνουν δωρεάν παγωτό, έρχεσαι?
~Η συναυλία κατά τα άλλα πήγε καλά ας πούμε:)
~Μία βδομάδα έμεινε, μετά άλλες δύο διακοπές, μετά άλλες δύο μάθημα, και μετά άλλες τέσσερις εξετάσεις, υπομονή.
Καλό μήνα:)