Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα blue headed girl. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα blue headed girl. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

"Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή"

"Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή" . Μια φράση ορόσημο από μια ταινία που ακόμα δεν είχε βρει το χρόνο να παρακολουθήσει. Μα τη φράση την είχε εμπεδώσει καλά, στην πράξη. Κάθε πρωί ένιωθε λες κι ήθελε να επιστρέψει στο προηγούμενο. Κάθε Σάββατο βράδυ συνειδητοποιούσε πως άλλη μια βδομάδα είχε περάσει, είχε εξαφανιστεί, κι ήταν ίδια κι απαράλλαχτη με τις υπόλοιπες. Συνειδητοποιούσε ότι σχεδόν ξανάρθε το καλοκαίρι ενώ το προηγούμενο έμοιαζε ακόμα τόσο κοντά-μα και τόσο μακριά μαζί. "Αυτό είναι το φυσιολογικό. Να σου φαίνεται σαν να'ναι χτες και ταυτόχρονα κάμποσους αιώνες πριν. Έτσι κυλάει φυσιολογικά ο χρόνος" Ήταν σαν να άκουγε τη φωνή της Σ* μέσα στο κεφάλι της. Κοίταξε την οθόνη του κινητού της κι όπως ήταν σίγουρη δεν υπήρχε κανένα νέο μήνυμα, καμιά αναπάντητη κλήση. Το πέταξε λίγα μέτρα μακριά στον καναπέ και βγήκε στο μπαλκόνι. Ήταν έξι η ώρα το πρωί κι εκείνη δεν είχε κλείσει μάτι όλο το βράδυ. Ούτε ο καφές έφταιγε ούτε ο αναποφάσιστος νυχτερινός καιρός. Σκέψεις, συναισθήματα, προφανώς. Αυτή δεν είναι η συνηθέστερη αιτία εξάλλου; Εισέπνευσε βαθιά ρουφώντας την πρωινή συννεφιασμένη δροσιά. Κράτησε τον αέρα μέσα της κι έκλεισε τα μάτια της ενώ προσπαθούσε να φανταστεί τα χέρια του γύρω από τη μέση της. Ύστερα εξέπνευσε αργά κι άνοιξε τα μάτια της. Δεν απογοητεύτηκε από την απουσία του, την είχε συνηθίσει πλέον. Υπό άλλες συνθήκες θα έφτιαχνε καφέ και θα έβαζε μουσική. Ή θα προσπαθούσε να κοιμηθεί. Τώρα απλά έμεινε στο μπαλκόνι κοιτάζοντας το δρόμο από κάτω. Εκείνος τη συνόδευε κάθε βράδυ μέχρι το σπίτι της στην αρχή. Μετά ξεκίνησε να ανεβαίνει μέχρι πάνω, στην αρχή για να δανειστεί κανένα βιβλίο ή να της δώσει πίσως κάποιο. Έπειτα σχεδόν εγκαταστάθηκε τόσο στο σπίτι όσο και στη ζωή της. Και μια μέρα απλά δεν ήταν πια εκεί. Δηλαδή σωματικά ήταν, αλλά ψυχικά είχε χαθεί. Ήταν ένα άτομο διαφορετικό, ένας άνθρωπος που ενώ νόμιζε πως ήξερε πολύ καλά συνειδητοποιούσε ότι δε γνώριζε στο ελάχιστο. Ενώ λάτρευε τη μαγειρική της, ξαφνικά έτρωγε όλο και πιο συχνά ντιλίβερι. Ενώ ήθελε να κάνουν σεξ κάθε βράδυ ξεκίνησε να κοιμάται όλο και πιο νωρίς, να ξυπνάει όλο και πιο νωρίς, και συχνά να μη συναντιούνται ούτε για ν'ανταλλάξουν καλημέρα. Μέχρι που κάποια στιγμή σταμάτησε να είναι και σωματικά εκεί. Από τότε τον είχε δει μια-δυο φορές να περνάει με τη μηχανή από εκείνον το δρόμο, να σταματάει στην απέναντι πλευρά του πεζοδρομίου για λίγα δευτερόλεπτα. Εκείνες τις στιγμές χαμογελούσε όπως όταν γνωρίστηκαν και το πρόσωπό του φωτιζόταν όπως κάθε φορά που την έβλεπε. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος που ερωτεύτηκε, για λίγα δευτερόλεπτα μονάχα. Ύστερα ανέβαινε στη μηχανή του και γινόταν καπνός. Εκείνη κρυβόταν πίσω από τη μπαλκονόπορτα για να μην τη δει, όμως το πρόσωπό της χαμογελούσε, το είναι της χαμογελούσε, όπως όταν τον πρωτογνώρισε.
"Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή" ψιθύρισε ενώ έβλεπε μια γνώριμη μηχανή να περνάει από το δρόμο λίγα μέτρα κάτω από το μπαλκόνι της. Ο αναβάτης δεν κοίταξε ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Συνέχισε ακάθεκτος την πορεία του πατώντας δυνατά το γκάζι.



Υ.Γ. Δε θα σας δώσω τραγούδι, αλλά μια ιστοσελίδα όπου υπάρχουν καταπληκτικές ελληνικές και ξένες playlists για κάθε διάθεση. http://www.kasetophono.com/

Καλό απόγευμα!

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Χρυσόψαρα

Σεπτέμβρης του '11
"Γεια είμαι μεθυσμένη" είπε η κοπέλα καθώς πλησίζε τον νεαρό. Τον αγκάλιασε υπό τον γνώριμο ήχο από ανόητες αγάπες κι ύστερα τον φίλησε. "Δεν ξέρω αν είσαι εσύ αλλά δεν έχασα κάτι. Εξάλλου φιλάς ωραία" του είπε ενώ γελούσε. "Πέρνα του χρόνου τέτοια μέρα κι ώρα από τη Λότζια, αν το θυμηθώ θα περάσω κι εγώ να σου πω συγγνώμη." Εκείνη έφυγε την ώρα που τα πλοία σκόνταυταν στο φάρο. Εκείνος έμεινε εκεί. Ασάλευτος. Έκπληκτος.

Σεπτέμβρης του '12.

Είχε κουραστεί από το περπάτημα -τρέξιμο καλύτερα- πάνω κάτω. Από την ακρόαση τόσων διαφορετικών ιστοριών, από την αναζήτηση τόσων λύσεων σε προβλήματα διαφορετικής φύσεως. Είχε κουραστεί και πονούσε. Κάθισε στο πρώτο παγκάκι που βρήκε λαχανιασμένη. Η σωματική της κούραση μπερδευόταν με αυτή του μυαλού. Όχι πνευματική ακριβώς, την κούραση που νιώθεις μετά από το πολύωρο κι ίσως χωρίς αποτέλεσμα στίψιμο του μυαλού σου. Τα ξύλα στο παγκάκι ήταν σκληρά, τώρα πονούσε περισσότερο. Ένας περαστικός κάθισε δίπλα της. Έμοιαζε να περιμένει για κάποιον/κάτι γιατί κάθε δύο λεπτά κοιτούσε ανυπόμονα την ώρα από την οθόνη του κινητού του. "Έχεις κανένα ντεπόν μήπως;" τον ρώτησε εκείνη με προσμονή, ή ίσως απλά ήθελε να του πιάσει τη συζήτηση για να ξεχαστεί. Έπρεπε να μαζέψει δυνάμεις για να φτάσει σπίτι. Ίσως να μην ήθελε να φτάσει σπίτι και να ξανακλειστεί στο μοναχικό κελί της."Εεε όχι. Ίσως να έχει στο περίπτερο απέναντι" της απάντησε εκείνος κοφτά και αδιάφορα. Εκείνη έκανε πως δεν τον είχε ακούσει. Τρεις ματιές στην οθόνη του κινητού του για να σιγουρευτεί ότι πράγματι η ένδειξη που έβλεπε ήταν η σωστή. Σηκώθηκε βιαστικά και ένα λεπτό μετά στεκόταν μπροστά της με ένα μπουκάλι νερό. "Τα περίπτερα δεν είναι φαρμακεία, συγγνώμη ήμουν αφηρημένος. Ίσως αυτό σας βοηθήσει" της είπε με φιλικότερο τόνο από πριν. Ξανακάθισε στο παγκάκι, πιο κοντά της τώρα. Εκείνη μπορούσε να μυρίσει καθαρά το αλκοόλ γύρω του. "Ίσως τελικά τζάμπα προσπάθησες να χαλαρώσεις με το κρασί. Από ότι φαίνεται δε θα έρθει" του είπε απότομα παίρνοντας από το χέρι του το μπουκάλι με το νερό. Δεν ήθελε να είναι άλλο καλή, δεν ήθελε να ψάξει άλλες λύσεις για τα προβλήματα του κόσμου, δεν ήθελε να ζει άλλο μέσα από τις περιπετειώδεις ζωές των γύρω τις, και να προσπαθεί να τις βελτιώσει. Ξεσπούσε σ'έναν άγνωστο, εκείνος δεν την ήξερε. Θα την έκρινε, μα δε θα ξαναβρίσκονταν. Θα την έβριζε, μα σε δυο βδομάδες δε θα μπορούσε καν να θυμηθεί τη στιγμή εκείνη. "Ίσως και να έχεις δίκιο." της απάντησε εκείνος καθώς φορούσε τα ακουστικά του, δηλώνοντας πως επιθυμούσε η συζήτηση να λάβει τέλος. Της άρεσε που δε διαφώνησε μαζί της, που δε σηκώθηκε να φύγει και που δεν την έβρισε -τουλάχιστον όχι δυνατά. Δεν πονούσε όσο στην αρχή, είχε χαλαρώσει και ξεκουραστεί λίγο με το νερό. Έβαλε το ένα ακουστικό του στο αυτί της και ένα ρίγος τη διαπέρασε. Την ίδια στιγμή χτύπησε το κινητό της με ήχο ίδιο με αυτόν που ερχόταν από τα ακουστικά. Κοιτάχτηκαν πριν εκείνη προλάβει να απορρίψει την εισερχόμενη κλήση. "Είσαι το παιδί από τη συναυλία, έτσι; Γι αυτό δεν έφυγες όταν έγινα αγενής ως απάντηση στη δική μου αγένεια!" Είπε εκείνη ενώ κοκκίνιζε. Τώρα είχε τύψεις. Εκείνος χαμογέλασε αφήνοντας να φανούν τα ίσια λευκά δόντια του. Είχε γοητευτικό χαμόγελο. "Ίσως τελικά να μην πήγε τόσο τζάμπα το κρασί" απάντησε εκείνος κλείνοντάς της το μάτι. Σηκώθηκαν και περπάτησαν μέχρι τη θάλασσα. Μίλησαν για ώρες, ύστερα εκείνη τον φίλησε."Κανονικά εδώ πρέπει να σου πω συγγνώμη" του είπε κοιτάζοντας κάτω. Ύστερα ανέβασε το βλέμμα της στα γαλάζια του μάτια. "Όμως δε θα το κάνω. Δε μετανιώνω για μια από τις καλύτερες αυθόρμητες κινήσεις που έκανα σε μια από τις χειρότερες για μένα ώρες." του είπε. Εκείνος την αγκάλιασε και ξεκίνησαν να ανηφορίζουν. " Αν και από ότι βλέπω ξεκουράστηκες και περπατάς άνετα...Επειδή είμαι με το αυτοκίνητο..Μήπως θέλεις να σε πετάξω μέχρι το σπίτι σου; " Τη ρώτησε δισταχτικά, κι ύστερα πέταξε ένα από εκείνα τα υπέροχα χαμόγελά του.



*Τα χρυσόψαρα μου θυμίζουν το τέλος του καλοκαιριού, και τη μέρα που είχαμε πάει θάλασσα τελευταία φορά -μέσα Σεπτέμβρη κάπου...-

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

Ζωές σε φακέλους.

"....Εξάλλου τα πάντα τελειώνουν, λες. Κι εγώ διαφωνώ, η ύλη δεν τελειώνει, ούτε κι ενέργεια. Και το ηλεκτρικό φορτίο διατηρείται κι οι αριθμοί φτάνουν στο άπειρο, που είναι όμως όριο νοητό. Κι εσύ συμπληρώνεις ότι δε μιλάς για ύλη, δε μιλάς για έννοιες αόριστες, περαστικές. Μιλάς για κάτι ανθρώπινο, μα ο άνθρωπος τελειώνει και τότε μόνο παίρνει καθετί μαζί του...ή και τίποτα. Τελειώνει κι αφήνει πίσω του την ύλη, κι ότι αγαπούσε ή ότι αγαπούσαν οι άλλοι σ'αυτόν. Στη ζωή όλοι σκεφτόμαστε και κρίνουμε με τα μάτια, στο θάνατο όμως με την καρδιά. Ποτέ δε λες "τι κρίμα που πέθανε μια τόσο όμορφη κοπέλα" και να εννοείς ωραία. Θα στεναχωρηθείς, θα νιώσεις τον πόνο μόνο όταν φύγει ένα όμορφο άτομo, ένα άτομο μοναδικό για σένα. Θα λυπηθείς γιατί αγάπησες την προσωπικότητα, τις κινήσεις, τις λέξεις του, θα σου λείψει η παρέα του κι όχι τα πράσινα μάτια του επειδή ήταν πράσινα. Θα σου λείψουν γιατί τα κοίταζες και έσταζαν αγάπη." Ήταν σ'ένα λευκό φάκελο που βρήκα σ'ένα παγκάκι, κάτω προς το λιμάνι. Κατά καιρούς μαζεύω τέτοια γράμματα, απ'αυτά που γράφουν οι άνθρωποι κι αφήνουν σε μέρη με συναισθηματική αξία. Έτσι ξεσπούν. Τα γράμματα αυτά συχνά δεν τα βρίσκει κανείς και καταλήγουν στους υπονόμους, στους κάδους ή -τα πιο τυχερά- στη θάλασσα. Ένα άλλο όμορφο γράμμα που είχα βρει ήταν και πάλι σ'ένα παγκάκι, αυτή τη φορά έξω από την "Όαση", δίπλα στο κηποθέατρο.Τα γράμματα ήταν προσεγμένα, καλλιγραφικά σχεδόν, αν και λίγο βιαστικά, σαν να'σουν νευρικός κι ανήσυχος όσο έγραφες, μα ήθελες να το κρύψεις..."Ένα Σάββατο,πάνω από ένα μήνα πριν, βρέθηκα εδώ κοντά, λίγο πιο πάνω, λίγο πιο κάτω. Ξεκίνησα από αλλού και κατέληξα εδώ, πάντα καταλήγω σε διαφορετικό σημείο από εκείνο θέλω. Κάτι πάντα στραβώνει στη διαδρομή. Δεν ξέρω τι με έπιασε, νομίζω είχα πιει..Σίγουρα είχα πιει, αρκετά απ'όσο μου είπαν μετά. Ήταν πολλά άτομα, όμως εγώ ένιωθα μόνη, συχνά νιώθω μόνη ανάμεσα σε πολλά άτομα. Σε λίγο καιρό ίσως ξαναβρεθώ στο ίδιο σημείο με τα ίδια άτομα. Δεν είναι ότι δε θέλω. Έχω καιρό να τους δω, μου έχουν λείψει σίγουρα, μου έχει λείψει το γέλιο τους, το γέλιο όλων μας, οι συζητήσεις όλων μας κι οι αγκαλιές τους. Όμως φοβάμαι. Γιατί εκείνο το περασμένο Σάββατο συνέβη κάτι τόσο περίεργο. Κατάλαβα ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα που δεν τελειώνουν, όχι μόνο η ύλη, η ενέργεια, οι αριθμοί και το ηλεκτρικό φορτίο. Για να είμαι ακριβής, "που δεν τελειώνουν εύκολα" μιας και ποτέ δεν υφίσταται πρακτικά, είναι μια εντελώς θεωρητική κι αφελής έννοια. Ούτε η αγάπη φεύγει εύκολα, ούτε η πραγματική φιλία διαλύεται μέσα από βλακείες. Εδώ, λοιπόν, στο παγκάκι αυτό που γράφω τώρα συνέβη αυτό το δυσάρεστο για μένα γεγονός. Όμως συνειδητοποίησα κάποια πράγματα. Η συγχώρεση είναι κάτι όμορφο. Κι ο χειμώνας είναι κάτι όμορφο, αν και τα χέρια μου έχουν ξυλιάσει όσο γράφω...Το πιο σημαντικό απ'όλα όμως είναι ότι δε διαλέγουμε εμείς σε ποιους θα αρέσουμε και σε ποιους όχι, αυτό συμβαίνει από μόνο του. Και κάποιες φορές απλά πρέπει να δεχόμαστε τις καταστάσεις και να προχωράμε. Να μη δείχνουμε ότι πονάμε, κι ίσως καλύτερα να προσπαθούμε να ξεχνάμε. Κι εσύ περαστικέ που θα βρεις το γράμμα μιας άγνωστης που βρήκε την ελπίδα μες στη μοναξιά της φρόντισε να συγχωρείς, γιατί μόνο έτσι γίνεσαι καλύτερο άτομο." . Σκεφτόμουν να γράψω κι εγώ ένα τέτοιο γράμμα, να το αφήσω έξω από μια μεγάλη εκκλησία με ημικυκλικά σκαλιά και να σηκωθώ να φύγω. Μέσα όμως θα έχει μια κενή λευκή κάρτα. Έτσι θα διαλύσω τις ελπίδες κάποιου ανθρώπου και θα τον ωθήσω να γράψει κι εκείνος ένα τέτοιο γράμμα, πραγματικό όμως, να βγάλει από μέσα του ότι τον καίει και να νιώσει καλύτερα. Έτσι θα γίνω κι εγώ καλύτερος άνθρωπος."


Αυτά έλεγε το γράμμα που βρήκα στο παγκάκι της πλατείας, όμως εγώ δεν ξέρω τι να κάνω, ή τι να γράψω..

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Χρωματικά ημιτόνια

- Μια μέρα θέλω να μάθω να παίζω πιάνο, μην πεις "κι εγώ", πες μου ότι μισείς το πιάνο.
-Θα σου μάθω εγώ.
-Μα εσύ δεν ξέρεις πιάνο.
-Κι εσύ δεν ξέρεις εμένα όσο νομίζεις.
-Τι άλλο δεν ξέρω δηλαδή;
-Αυτό που θα μπορούσα να σου απαντήσω είναι το τι ξέρεις. Τα υπόλοιπα είναι αμέτρητα. Και χρόνια να μιλάμε δε θα μπορέσεις να με καταλάβεις, θα έρθουν στιγμές που δε θα μπορέσω να εκφραστώ με λόγια, θα θελήσω να σου δείξω κάτι, να ζωγραφίσω κάτι,και θα περιμένω να καταλάβεις, όχι να καταλάβεις με τον ίδιο τρόπο που καταλαβαίνω εγώ, αλλά να πιάσεις την άκρη του νήματος και μετά να αφήσεις ελεύθερη τη φαντασία σου. Κι όταν λέω ελεύθερη εννοώ να μην την οδηγήσεις σε κάτι cliché, να μην γίνει η ζωή μας άλλη μια υπόθεση μελό ταινίας, ρομαντικού ή και φανταστικού μυθιστορήματος. Να'ναι μια ιστορία που θα βγάζει νόημα όμως, όχι σαν αυτές τις "καλλιτεχνικές" εκείνων των πολύ ψαγμένων που δεν ερμηνεύονται και "αυτό είναι το ωραίο". Τι να το κάνω αυτό το ωραίο τους όταν περνάει άοσμο χωρίς να βγάζει συναίσθημα; Να'ναι μια ιστορία που θα βγάζει νόημα, απλά ίσως να'ναι διαφορετική για εμάς, διαφορετική για την κοπέλα με τα βιολετιά μάτια, διαφορετική για εκείνη με τα μπλε μαλλιά ή για το αγόρι που χαμογελάει σπάνια γιατί δε θέλει να φαίνεται όμορφο.
-Με μπερδεύεις, αλλά μου αρέσει να σε ακούω να μιλάς. Είναι γιατί διαθέτεις τη φαντασία και των δυο μας.
-Μα διαθέτω φαντασία επειδή μου τι δίνεις εσύ.
-Μα εγώ δεν έχω φαντασία, το βλέπεις. 
-Ξέρεις τι; Η φαντασία μου αντλείται ή εμπνέεται, πες το όπως θέλεις, από άτομα φανταστικά. Να, σαν κι εσένα.

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

la solitude en bleu

Νομίζω της πάει το μπλε κι οι αποχρώσεις του.
Τιρκουάζ σαν τη θάλασσα, σκούρο φουρτουνιασμένο μπλε σαν την ίδια, ή απαλό γαλάζιο σαν τη ζωή όταν την εκτιμήσει.
Και το μπλε ελεκτρί; Δεν είναι απόχρωση του μπλε κι αυτή, ταιριαστή μαζί της;
Μα το μπλε ελεκτρί είναι για τις στιγμές της συναισθηματικής φόρτισης που σπανίζουν. Σπανίζουν πιο πολύ κι απ'το γαλάζιο στη ζωή της. 
Σπανίζουν όπως κι άνθρωποι που πραγματικά αξίζουν,
Όπως τα λουλούδια που στο χιόνι μέσα ανθίζουν,
Όπως τα όνειρα του ατμού που σταματούν κάποτε να σβουρίζουν,
που το κεφάλι σου κατακλύζουν,
μ'ένα μπλε σύννεφο ανάκατων αποχρώσεων το γεμίζουν, 
και τέλος σε χωρίζουν,
απ'όσα μέχρι τώρα θεωρούσες πως σαν άτομο σε καθορίζουν.

 Κι όμως, strange colour blue...


Τόσο αμφιλεγόμενος μήνας ο Μάης.
Λατρεμένος λόγω εποχής, κλίματος, διάθεσης, χρωμάτων, συνθηκών,γενεθλίων και πολλών πολλών ακόμα γενικών της αιτίας.
Μισητός εξαιτίας των εξετάσεων, υπάρχει άραγε κάτι χειρότερο απ'τη δυσάρεστη αυτή παρήχηση του ξ;

Καλό μήνα:)

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Ανοιξιάτικο*

-Γιατί φέυγεις;
-Με ενοχλούσε η μυρωδιά.
-Η δική μου μυρωδιά;
-Η μυρωδιά του τσιγάρου, δηλαδή ναι, η δική σου.
- Εμένα πάλι η δική σου με τρελαίνει.
-Ναι, οσμή σαν λασπωμένου χώματος και βρεγμένου γρασιδιού;
-Καλά το πας. Κάτι πολύ φθινοπωρινό σαν το βρεγμένο χώμα και τη μυρωδιά της γης που αναγεννιέται, αλλά και κάτι ανοιξιάτικο μαζί, σαν τη μυρωδιά των άσπρων τριανταφύλλων.
-Μα τα άσπρα τριαντάφυλλα ούτε μυρίζουν, ούτε είναι όμορφα σαν τα κόκκινα.Τα κόκκινα είναι τα λουλούδια του έρωτα, του πάθους.
-Μα τα άσπρα είναι για όσους μπορούν να δουν την ομορφιά σε κάθε τι, για όσους δεν νοιάζονται για το περιτύλιγμα, για όσους δεν είναι επιφανειακοί. Και κυρίως για όσους διαθέτουν αυτή την υπεροχή που σε καθηλώνει χωρίς να έχουν επίγνωση της επίδρασης που ασκούν πάνω σου. Θα μείνεις λίγο ακόμη;


Καληνύχτα.

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Αϋπνία.

Ξύπνησε πριν καν ξημερώσει  με εκείνο το αίσθημα της πτώσης που σε τρομάζει όσο τίποτα άλλο καθώς σε βγάζει από το λήθαργο. Σηκώθηκε κατευθείαν νομίζοντας ότι είχε αργήσει, και δύο μόλις λεπτά μετά βρήκε τον εαυτό της να αναρωτιέται. Γιατί να έχει αργήσει? Αφού δεν είχε κάποια υποχρέωση αξημέρωτα. Παρ'όλο που ήταν αρκετά νωρίς ήξερε ότι δε θα κατάφερνε να ξανακοιμηθεί οπότε δεν προσπάθησε καν. Άνοιξε το ραδιόφωνο, αρκετά δυνατά για να είναι σίγουρη ότι θα ενοχλήσει το ζευγάρι του διπλανού διαμερίσματος κι η μουσική ξεχύθηκε στο χώρο δίνοντας ζωή στο σκοτεινιασμένο ακόμα διαμέρισμα. 
Όσο περίμενε να ζεσταθεί το νερό πριν φτιάξει καφέ το θέαμα έξω από το παράθυρο τράβηξε την προσοχή της. Εκείνη τη στιγμή άκουσε το χτύπημα στην πόρτα, δεν άνοιξε όμως, όντας σίγουρη ότι κάποιος από το διπλανό διαμέρισμα ήθελε να παραπονεθεί για τη μουσική που τον έβγαλε από την ύπνωση. Ο άγνωστος επισκέπτης επέμενε στην πόρτα, το νερό έβραζε κι εκείνη συνέχιζε να κοιτάζει από το παράθυρο τους αγνώστους σε αυτήν ανθρώπους να μαλώνουν. Κάνοντας μία αποφασιστική κίνηση άνοιξε το παράθυρο.
-Καλημέρα.Κι αν αύριο ένας από εσάς πέθαινε δε θα νιώθατε τύψεις που ανταλλάσετε αυτά τα πικρά λόγια τώρα, αξημέρωτα, χωρίς αιτία, απλά για να εκτονωθείτε?
Με τον ίδιο τρόπο ξανάκλεισε το παράθυρο χωρίς να περιμένει να ακούσει την απάντηση. Έκλεισε το μάτι της κουζίνας έχοντας χάσει κάθε ίχνος καλής διάθεσης, μιας και το χτύπημα στην πόρτα συνεχιζόταν.Άνοιξε απότομα έτοιμη να γρονθοκοπήσει το άτομο που θα έβλεπε έξω.
Κοίταξε δεξιά, αριστερά αλλά δεν είδε κανένα, παραμόνο ένα σημείωμα "Εσύ δε νιώθεις τύψεις για ό,τι έκανες ποτέ?" . Ξαναμπήκε φουριόζα στο διαμέρισμα κι έτρεξε στο παράθυρο. Οι άνθρωποι στο δρόμο ήταν αγκαλιασμένοι την ώρα που ένα τρίτο άτομο έβγαινε από την πολυκατοικία της κατευθυνόμενο σ'ένα τόσο γνώριμο ασημί wolkswagen.
 




 Καλό μεσημέρι :)

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

the blue headed girl


Oh what a lie!
Όλοι νοιαζόμαστε ακόμα κι αν δεν το παραδεχόμαστε, κρυβόμαστε πάλι από τους εαυτούς μας.." Σκέφτηκε ακούγοντας το τραγούδι..
Η Charlotte έκλεισε το στερεοφωνικό που μέχρι τότε ακουγόταν αρκετά δυνατά για να αναταράξει ολόκληρη την πολυκατοικία. Δεν άντεχε να ακούσει άλλο μουσική, όσο κι αν τη λάτρευε.
Μάθαινε πιάνο από 5 χρονών, μέχρι τώρα στα 19 της..Δεν της άρεσε η ζωή της, ζητούσε πολλά από όλους , το ήξερε.
Δεν ήθελε να το αλλάξει,είχε έναν εγωισμό, δεν ήθελε να πέσει καθόλου χαμηλότερα.
Ήταν τελειομανής σε οτιδήποτε αφορούσε τη ζωή της, ήθελε να είναι πάντα πρώτη σε όλα και όπως -ίσως ήδη- παρατήρησες χρησιμοποίησα το ρήμα θέλω. 
Σε αυτό είχε βασιστεί ολόκληρη η φιλοσοφία και η ζωή της.
Συχνά τη χαρακτίριζαν ψυχρή, υπολογίστρια, που δε μπορούσε να νιώσει ή να γελάσει πραγματικά.
Δεν έλειπε τίποτα από τη ζωή της, ούτε είχε ψυχολογικά τραύματα.
Η μοναδική στιγμή που ένιωθε ότι ζει πραγματικά χωρίς να το αντιλαμβάνεται, ήταν μόνο όταν έπαιζε πιάνο.
Και τότε , χωρίς τίποτα ουσιαστικό να αλλάξει, συνάντησε στο δρόμο μία κοπέλα με μπλε φουντωτά μαλλιά και ένα ασημί κρίκο στη μύτη.
Δεν αντάλλαξαν κουβέντα, απλά έτυχε να μπουν στο ίδιο βαγόνι του μετρό στο Λονδίνο.
Όμως ήξερε.
Από το βλέμμα της κοπέλας εκείνης.
Κατάλαβε ότι είχε χάσει 15 ολόκληρα χρόνια από τη ζωή της, τα 15 χρόνια από τα οποία είχε αναμνήσεις.
Αντιλήφθηκε ότι δεν έχει καταφέρει τίποτα ουσιαστικό, τίποτα αξιέπαινο, πραγματικό.
Ότι το μόνο που την έκανε πραγματικά χαρούμενη ήταν το πιάνο της.
Κι όμως.
Δε γίνεται να συνέβη αυτό, κι εκείνη, η άτρωτη Charlotte, να αλλάξει τόσο εύκολα από το βλέμμα μίας άγνωστης κοπέλας.
Ανήκουστο.
Κι όμως ένιωσε να καθρεφτίζεται στα κατάμαυρα μάτια της άγνωστης, ένιωθε να βλέπει έναν εαυτό που θα ήθελε όσο τίποτα να έχει.
Κι όταν την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα περίμενε στην ίδια στάση του μετρό και δεν κατάφερε τίποτα, κατάλαβε ότι αυτό που χρειαζόταν δεν ήταν να κυνηγήσει την άγνωστη, εξάλλου αυτή δεν έκανε τίποτα εκουσίως.
Τον εαυτό της έπρεπε να κυνηγήσει, να τον βρει και να τον διαμορφώσει όπως πραγματικά ήθελε και για να το πετύχει αυτό ούτε τα μαλλιά της χρειαζόταν να βάψει μπλε, ούτε κρίκο επιβαλόταν να τοποθετήσει στη μύτη της.
Να ασχοληθεί με το πιάνο της και τίποτα άλλο για αρχή.
Και να διαμορφώσει τη ζωή της ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ψυχρή λογική ακολουθούσε μέχρι τότε, όπως εκείνη ήθελε.
Κι έτσι άνοιξε την πόρτα.

Και βρέθηκε αντιμέτωπη με την κοπέλα με τα μπλε μαλλιά που μόλις είχε βγει από το απέναντι διαμέρισμα.