Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα the night. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα the night. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

A cry for love

Ένα από τα πρώτα μαθήματα στη σχολή ήταν σχετικά με "το φόβο του λευκού χαρτιού". Αυτό το συναίσθημα που κοιτάζαμε το χαρτί και δεν ξέραμε τι να βάλουμε μέσα. Δε μπορούσαμε να σκιτσάρουμε τίποτα. Ενώ αν το χαρτί είχε πάνω μια μουτζούρα μπορούσαμε με ευκολία να προσθέσουμε και τη δική μας.
Πλέον το παθαίνω αυτό με τις λέξεις. Δεν ξέρω από που να ξεκινήσω. Φοβάμαι το λευκό χαρτί. Δεν ξέρω πως να συνεχίσω τις ιστορίες μου. Μένουν συνέχεια μισές. Φτιάχνω πρόσωπα στο μυαλό μου κι όταν αρχίσω να γράφω γι αυτά, φτάνουν όλα σε συναισθηματικό τέλμα και μένουν εκεί. Γιατί εκεί είμαι κι εγώ. Και για να βγουν χρειάζονται αγάπη. Απλά φοβάμαι να το συνειδητοποιήσω γιατί τότε ίσως και να μη βγουν ποτέ. 
Η αγάπη είναι στις πιο μικρές στιγμές- εκεί την καταλαβαίνουμε. Στις μεγάλες εκφάνσεις της δε μπορούμε να τη δεχτούμε γιατί δε μπορούμε να την καταλάβουμε.
Ή εναλλακτικά:
Βασικά έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε πότε προσφέρουμε αγάπη. Αλλά είμαστε τόσο αφοσιωμένοι σε αυτό που δε μπορούμε να αναγνωρίσουμε πότε μας προσφέρουν. Που περιμένουμε ότι κάποιος μας αγαπάει μόνο όταν το γράψει σε ένα πανό και μας το κολλήσει στο πρόσωπο, ή το βροντοφωνάξει μπροστά σε εκατό ανθρώπους. Κι ίσως ούτε τότε να μην τον πιστέψουμε.
Είμαστε όμως σίγουροι ότι ο άλλος καταλαβαίνει την αγάπη μας από το φλιτζάνι καφέ που θα του προσφέρουμε, ή από το άγγιγμα ή το βλέμμα μας και μόνο. Γιατί δε μπορούμε να δεχτούμε την αγάπη; Ίσως γιατί δεν προσπαθούμε να τη βρούμε γύρω μας. Ή μπορεί επειδή οι ίδιοι δεν προσφέρουμε αρκετή κι έτσι δεν αναγνωρίζουμε τις μορφές της.
Δεν ξέρω τι γράφω. Είναι γιατί αφού ξεπέρασα τον αρχικό φόβο του λευκού χαρτιού ξέφυγα πάλι.
Νιώθω ότι διοχετεύω τον εγωισμό μου σε λάθος καταστάσεις.
Νιώθω ότι αναλώνομαι για ανθρώπους που δεν αξίζει και δε θα το μάθουν και ποτέ, επειδή δε θέλω.
Νιώθω εξαντλημένη.
Νιώθω ότι όλοι γύρω μου βαριούνται να κουνήσουν το δάχτυλό τους κι εγώ τρέχω μαραθώνιους αν όχι με το σώμα τότε σίγουρα με τη σκέψη μου.
Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει επικοινωνία.
Επειδή σίγουρα υπάρχουν αναρίθμητοι άνθρωποι που νιώθουν σαν κι εμένα και που ποτέ δε θα έχουμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε ή να κάνουμε μαζί όλα εκείνα που οι άλλοι βαριούνται ή απαξιώνουν.
Όσο είμαι στην Αθήνα δεν έχω πάει ποτέ βραδινή βόλτα σε παραλία.
Κι ήταν τόσο όμορφα στην Κρήτη όταν περπατούσαμε στο λιμενοβραχίονα παρέα ή μόνη με τα ακουστικά μου.
Κι ας μη μου λείπει η Κρήτη τόσο. Μόνο σε στιγμές. Και σε ανθρώπους.
Μου λείπει σίγουρα αυτό, η θάλασσα. Να τη βλέπω, να την ακούω. Να περπατάω στην άμμο ξυπόλυτη κι ας φοράω μπουφάν, κι ας κάνει κρύο, κι ας είναι Μάρτιος μόλις.
Μου λείπει το σχολείο, κι η ξεγνοιασιά.
Και η εποχή που δεν είχα ευθύνες, μόνο λίγο διάβασμα και πολύ χρόνο και πολλές φωνές μέσα στο σπίτι και μερικά γαβγίσματα.
Είναι όμορφη η Αθήνα, αλλά μοναχική. Κι αυτή κι εγώ. Όχι ότι δε θα βγω, ή ότι δεν έχω φίλους ή ότι δε μ'αρέσει. Αλλά έχω εθιστεί σε εκείνες τις μοναχικές βόλτες που κάθε φορά με γαμάνε συναισθηματικά με όλα αυτά που σκέφτομαι και που παράλληλα μου δίνουν ζωή.
Πάλι για την Αθήνα κατέληξα να λέω.

Μου λείπει η θάλασσα.
Κι η αγάπη.

Μεγαλώνω και φοβάμαι.
Φοβάμαι επειδή μεγαλώνω.
Μεγαλώνω επειδή φοβάμαι.


Βοήθεια. Ή εναλλακτικά, αγάπη.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Όρια

Δεν υπάρχουν όρια στους εαυτούς μας απλά διότι κάθε μέρα τα ξεπερνάμε. 

Χάος.
Επόμενη στάση Νέος Κόσμος. Η κοπέλα στο πάτωμα του βαγονιού του συρμού αναπνέει με δυσκολία. Τα μάτια της δακρύζουν κι όλα γύρω της θολώνουν. Ο κύριος απέναντι διαβάζει ήρεμος την εφημερίδα του. Η κυρία προσπαθεί να ταΐσει με το ζόρι το παιδάκι που κρατάει από το χέρι. Οι κοπέλες σιγογελούν κι ο νεαρός είναι απορροφημένος σε ό,τι ακούει εκείνη τη στιγμή στα ακουστικά του -πιστεύω ελληνικό χιπ χοπ κρίνοντας επιφανειακά από τα ρούχα του. Επόμενη Στάση Συγγρού-Φιξ. Εκείνη βγαίνει βιαστικά έξω, χτυπώντας αδέξια έναν προσεχή επιβάτη του συρμού, σωριάζεται σε μια καρέκλα και μετά ακούω μόνο το βουητό του συρμού που ξεκινά και εκείνη τη φωνή που τόσο πια έχω συνηθίσει να λέει επόμενη στάση Ακρόπολη.

Προσπάθεια, ίσως.
1.Μια κοπέλα διστάζει μερικά δευτερόλεπτα. Έπειτα ρίχνει νερό στο χέρι της και βρέχει το μέτωπο ενός αγοριού. Στοπ, λάθος.
Μια κοπέλα βγάζει αέρα από την τσέπη της ενώ θεωρητικά μιλάει στο κινητό. Στοπ.λάθος.
Μέσα της αμύνεται.
Επίθεση.
Αμύνεται στον ίδιο τον εαυτό της.
Επίθεση;
Αρνείται να συγκεντρωθεί.
Αρνείται να προσπαθήσει όσο μπορεί.
Ίσως να μη μπορεί. 
Αλλά ξέρει ότι μπορεί κι άλλο.
Ότι θέλει να προσπαθήσει κι άλλο.
Ότι θα τα καταφέρει;

Τάξη.
Η κατάσταση που έρχεται το μυαλό μου μετά την κατανάλωση συγκεκριμένης μικροποσότητας συγκέντρωσης σε συνδυασμό με μισή κουταλιά αγαπημένης μουσικής ανακατεμένης με ξύλα κανέλας. 

Και τελικά τι μένει;

Δύο σώματα αγκομαχούν το ένα πάνω στο άλλο. 
Εκείνοι νιώθουν το χάος.
Εσύ απ'έξω βλέπεις την τάξη,
τον κόσμο να μπαίνει σε τάξη.


Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015

Αντανακλάσεις

Νομίζω για μένα λειτουργείς σαν καθρέφτης.
Και μόνο το βλέμμα σου, ή έστω η φωνή σου, μου υπενθυμίζουν όσα έχω κάνει από την τελευταία μας επαφή μέχρι σήμερα.
Κι ενώ μπορεί πριν να ένιωθα υπέροχα για όλα, είναι σαν να μου υπενθυμίζεται ξαφνικά ότι κατά βάθος δεν είναι έτσι.
Ότι προσπαθώ να γίνω κάτι που δεν είμαι για να νιώσω καλύτερα.
Και πίστεψέ με, το καταφέρνω.
Μέχρι να ξαναμιλήσουμε, να ξανακοιταχτώ σε αυτόν τον ιδιότυπο καθρέφτη και να δω μέσα μου.
Να δω το βάλτο στο στομάχι μου, τη θαμπάδα στα μάτια μου και τα κλαδιά στο κεφάλι μου.
Ειδικά εκείνα τα κλαδιά είναι σαν να έχουν διαμελίσει τις μνήμες και να τις έχουν ανακατασκευάσει όπως θέλουν, εξιδανικεύοντας ορισμένες στιγμές και εξαλείφοντας άλλες.
Και δυστυχώς τα κλαδιά κάθε μέρα μεγαλώνουν και μπλέκονται όλο και πιο πολύ.
Κι εγώ είμαι ανήμπορη να αντιδράσω. 
Θα μπορούσα να γυρίσω απ'την άλλη, να μην κοιτάζω τον καθρέφτη.
Αλλά η σχέση μου μαζί του είναι μια εξάρτηση βαθιά και αυτοκαταστροφική.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Θα πείτε, τ'άστρα είναι μακριά, κι η γη μας τόσο δα μικρή*

ΙΣΤΟΡΙΑ Α'

Ανοίγεις τα μάτια σου.
1...2...3.
Το ξυπνητήρι χτυπά.
1...2...3.
Σηκώνεσαι και στρώνεις το κρεβάτι προσεκτικά.
Βάζεις μηχανικά την καφετιέρα σε λειτουργία όσο ετοιμάζεσαι.
Πας να βάλεις καφέ στο φλιτζάνι και συνειδητοποιείς ότι τρέχει σκέτο νερό.
Πάλι ξέχασες να βάλεις καφέ στο φίλτρο. 
Πάλι κάτι σου χαλάει τη ρουτίνα που έχεις ετοιμάσει για τον εαυτό σου.
 
ΙΣΤΟΡΙΑ Β'

Ανοίγεις τα μάτια σου.
1...2...3.
Το ξυπνητήρι χτυπά.
1...2...3.
Σηκώνεσαι και στρώνεις το κρεβάτι προσεκτικά.
Βάζεις μηχανικά την καφετιέρα σε λειτουργία όσο ετοιμάζεσαι.
Πας να βάλεις καφέ στο φλιτζάνι και συνειδητοποιείς ότι τρέχει σκέτο νερό.
Πάλι ξέχασες να βάλεις καφέ στο φίλτρο. 
Γαμώτο, χτες το βράδυ κοιμήθηκες αργά και ξέχασες να κάνεις αυτά που θέλεις να βρίσκεις έτοιμα το πρωί.
Το σπίτι είναι άνω κάτω χωρίς να είναι βρώμικο.
Κι η ζωή σου είναι άνω κάτω χωρίς να είναι αποκρουστική.
Ίσα ίσα. Επιτέλους έχεις βρει αυτήν την ισορροπία.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ Α'

Έτσι είναι η φοιτητική ζωή. Στον καθένα παίρνει κάποιο χρόνο να προσαρμοστεί. Ο χρόνος αυτός ποικίλει ανάλογα με τον άνθρωπο και τις συνθήκες. Κι επιτέλους η σχολή σου σου αρέσει, τα μαθήματα εξειδικεύονται κάπως κι αρχίζουν να σε ενδιαφέρουν περισσότερο-μάλλον όχι, εσύ ενδιαφέρεσαι και ψάχνεσαι περισσότερο, και συνεπώς αγαπάς αυτό που κάνεις όλο και περισσότερο. Κι έτσι η ψυχολογία σου επιτέλους επανέρχεται στην προ πανελληνίων κατάσταση. 
Εντάξει, ας μην τα παραλέμε, και το πρώτο έτος τις καλές του στιγμές τις είχε, ειδικά προς το τέλος. Γενικά, όσο συνηθίζουμε μια κατάσταση τόσο αρχίζει να μας αρέσει και τόσο τείνουμε να τη βελτιώνουμε προκειμένου να μας αρέσει.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ Β'

Επί του προσωπικού τώρα.
Επιτέλους συνειδητοποίησα ότι ζω στην πόλη των ευκαιριών-σε πολλούς τομείς. 
Επιτέλους εκτίμησα την επιλογή μου, και κυρίως τον κόπο που κατέβαλα για να μπορώ να έχω αυτήν την επιλογή. Γιατί η Αθήνα έχει τις ευκαιρίες. Κι εγώ έχω τα όνειρα και τους στόχους. Και κυρίως, τη διάθεση, και πλέον την παρέα. Και πλέον παρακολουθώ όλες τις συναυλίες και τις ταινίες και τα σεμινάρια και τις ξεναγήσεις και τις δραστηριότητες που ήλπιζα παλιότερα. Κι η πόλη αυτή είναι τόσο όμορφη. Έχει τόσες κρυφές γωνιές για να ανακαλύψεις και να ερωτευτείς. Τόσα δρομάκια να περπατήσεις και τόσους ανθρώπους να χαμογελάσεις, κι ίσως να σου χαμογελάσουν κι εκείνοι. 

-Μ'αρέσει πολύ το θέατρο ρε, θέλω να το δοκιμάσω...αλλά φοβάμαι.
-Εγώ πιστεύω σε εσένα. Πιστεύω ότι θα τα καταφέρεις.
-Πού το βασίζεις αυτό;
-Έχεις μια έμφυτη θεατρικότητα.
-Με λες κι υποκρίτρια τώρα;
(γέλιο.το δικό σου γέλιο).






Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

Ταξίδια (και τα ξύδια)



Καλημέρα.

Μου λείπει η ανάσα σου στο λαιμό μου όταν με αγκαλιάζεις.
Μου λείπουν εκείνα που δε μου έλεγες αλλά ήξερα ότι ήθελες να μου πεις.
Μου λείπει η φωνή σου να μου τραγουδάει για κάποιον ακροβάτη.
Μου λείπει το χέρι σου γύρω απ'το δικό μου.
Μου λείπουν τα βράδια στην ταράτσα σου τα καλοκαίρια.
Μου λείπει η φωνή σου, όταν λέει συγκεκριμένες λέξεις, και κυρίως το όνομά μου, με εκείνο το μοναδικά δικό σου τρόπο.

Κι άλλα τόσα συναισθήματα, εικόνες και γεγονότα.
Που δεν έχει κανένα νόημα να αραδιάζω από τη στιγμή που έχουν χαθεί.
Από τη στιγμή που εμείς έχουμε χαθεί.

Μακάρι να μπορούσαμε να φεύγουμε λίγο πιο συχνά. Κι ας μην πηγαίναμε τόσο μακριά όσο είναι η Ρώμη. Ας πηγαίναμε μέχρι τον επόμενο δρόμο.
Ας πηγαίναμε μέχρι το λιμενοβραχίονα ή την πλατεία.
Ξέροντας ότι πηγαίνουμε μαζί.
Όχι ο καθένας μόνος του κι απλά δίπλα στον άλλο.

Καληνύχτα.

Σάββατο 18 Ιουλίου 2015

one week to go.

Το αναπάντητο ερώτημα θα είναι πάντα ένα, "πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος χωρίς να το καταλαβαίνουμε;" Κι άλλο ένα καλοκαίρι έχει φτάσει στη μέση του, κι εμείς εδώ, κολλημένοι στην Αθήνα. Κι αυτό δεν είναι κακό από μόνο του. Γίνεται κακό αν συνυπολογίσεις την εξεταστική. Κι ακόμα χειρότερο αν σκεφτείς πως τέτοια μέρα, τέτοια ώρα όλος ο κόσμος είναι έξω και περνάει καλά. Ή μέσα και κοιμάται. Ή τέλος πάντων ζει οτιδήποτε χωρίς το άγχος των μαθημάτων και της ζωής που δε ζει, λιώνοντας στη ζέστη. Και θα μου πεις, ο κόσμος έχει τόσα προβλήματα, κι εσένα σε νοιάζει που θα είσαι εγκλωβισμένη στην Αθήνα μέχρι να φύγει αυτός ο απαίσιος μήνας; Ε, ναι. Και που παρ'όλα αυτά δε θα περάσεις τίποτα γιατί δε μπορείς να συγκεντρωθείς λόγω ζέστης και εκνευρισμού για αυτά που χάνεις; Ε, ναι. Και φυσικά το πακέτο μπορεί να γίνει ακόμα χειρότερο στην περίπτωση που είσαι νησιώτης/-ισα όπως εγώ. Γιατί τα καλοκαίρια στα νησιά εμείς οι ντόπιοι τα ζούμε αλλιώς. Αλλά ας μην αρχίσω να σκέφτομαι παραδείγματα (συναυλίες, ποτά, ξενύχτια και συναφείς κρεπάλες) γιατί θα με πάρουν τα ζουμιά. Και ντάξει, μας φτάνει ο ιδρώτας, δε θέλουμε και δάκρυα, φτάνει πια.
Κι επανέρχομαι, αν ο χρόνος κυλάει τόσο γρήγορα που είσαι δεκαεννιά χρονών και έχεις αυτό το μπλογκ από τα δεκαπέντε σου (ουάου) γιατί έχω αυτό το συναίσθημα ότι τούτη η βασανιστική εβδομάδα δε θα τελειώσει ποτέ;


Και το χειρότερο μέσα σε όλα αυτά είναι που λείπεις εσύ απ'τη ζωή μου

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Ίσως

Είναι ξαφνικά σαν να άδειασε η ζωή μου. Να μην έχει νόημα.
Ήθελα τόσο πολύ να περάσω σ'αυτή τη σχολή Πέρασα.
Δεν είναι ότι δε μου αρέσει.
Απλά νιώθω ότι δεν έχω ζωή πέρα από τη σχολή.
Μου ταιριάζει το αντικείμενο. Αλλά όχι έτσι.
Όχι τόσο πιεστικά. Όχι με τόσες προθεσμίες και τόση αυστηρότητα.
Όμορφες κι ενδιαφέρουσες εργασίες. Όμορφη ενασχόληση να δημιουργείς και να μεταμορφώνεις χώρους. Αλλά μετά μένεις με χώρους άδειους.
Πού είναι οι άνθρωποι που θα τους δώσουν ζωή;
Πού είναι οι άνθρωποι που θα μου δώσουν ζωή..
Πλέον η ζωή μου είναι κενή.
Φοβάμαι πολύ. Ποτέ δεν ήμουν έτσι.
Λένε πως το πρώτο έτος είναι το πιο δύσκολο σε κάθε σχολή-πόσο μάλλον αν είσαι μόνος σε μια άγνωστη τεράστια χαοτική πόλη.
Ωστόσο, βλέπω τους παλιούς μου φίλους να είναι ευτυχισμένοι, ο καθένας με τα μικροπροβλήματά του. Εγώ όμως δεν είμαι και δεν ξέρω πως να γίνω. Δε μπορώ να αφιερώνω λιγότερο χρόνο στη σχολή μου, δε γίνεται... 
Υπάρχει η δυνατότητα να αλλάξω σχολή. Όμως.. αυτό μου αρέσει και τίποτα άλλο (αλλά όχι έτσι !)
Και καταλήγω στο κενό.
Αποκτώ φοβίες.
Ελέγχω είκοσι φορές ότι έχω κλειδώσει πριν κοιμηθώ.
Αν μπορέσω να κοιμηθώ.
Γίνομαι ανασφαλής.
Η κοινωνικότητά μου φεύγει. Σταματάω να βρίσκω ενδιαφέρον ακόμα και στους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους.
Βαριέμαι τα πάντα.
Είμαι συνεχώς κουρασμένη.
Ίσως περνάω πολύ χρόνο στον υπολογιστή.
Δεν ξέρω γιατί η ζωή μου έχει πάρει αυτήν την τροπή.
Πλέον δε γράφω καν. Κάτι που πριν δύο χρόνια χρειαζόμουν πολύ.
Ίσως όμως τώρα να κάνω την αρχή...
Να, ίσως τώρα που ξαναεκφράζω τις σκέψεις μου, που τις βλέπω γραμμένες να τις συνειδητοποιώ κι όλας... Κι ίσως τώρα μπορέσω να βελτιώσω τη ζωή μου. Να ξαναβρώ λίγο τον εαυτό μου...
Τουλάχιστον αν σ'έβλεπα κι εσένα πιο συχνά...Αλλά είμαστε και πάλι μακριά..


Μου λείπουν οι πανελλήνιες και η υπέροχα τακτοποιημένη ζωή μου. 

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Επιστροφή

Δε μπορώ να δω καθαρά
Σκόνη και κομματάκια από χαρτόνι οντουλέ
Κυματιστό σημαίνει οντουλέ θαρρώ -ίσως να κάνω και λάθος, όπως σχεδόν πάντα-
Σαν τα κυματάκια στις δικές μου θάλασσες
Αυτές που με ταξιδεύουν για ώρες 
Χωρίς ποτέ να με κουράζουν..
Μου δίνουν τις καλύτερες μνήμες
χωρίς τίποτα να ζητούν από μένα,
γιατί αυτό που πραγματικά θέλουν, το παίρνουν έτσι κι αλλιώς..
Με κάνουν κτήμα τους.
Κι όταν τις χάσω
τις αποζητώ μαζί με τ'οξυγόνο.
Ακόμα κι οι φουρτούνες τους -που δεν είναι καθόλου σπάνιες-
εμένα πιο πολύ με τραβάνε, να χαθώ μέσα τους και να παλέψω μαζί τους
παρά μ'αποδιώχνουν.
Και τελικά εγώ γι αυτές πασχίζω 
κι έτσι αργά, μεθοδικά, γινόμαστε ένα
κι εγώ δεν ξεχωρίζω πια απ'τη φουρτούνα ή τη μπονάτσα τους,
καθώς πνίγηκα εντός τους.

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Αναλγησία

Είναι φορές που η μυρωδιά της πόλης αυτής είναι αποκρουστική.
Μυρίζει ιδρώτα. Κάποιος δεν έχει λεφτά (πόσο απαίσια λέξη τα λεφτά, πόσο πιο απαίσια σημασία..) να πλυθεί. Μυρίζει κρεμμύδια, το στιφάδο κάποιας γυναίκας που σιγοτραγουδά έντεχνο και μετανιώνει που δεν έγινε τραγουδίστρια, που βλέπει τα βράδια στην τηλεόραση τα τάλεντ σόουζ κι εύχεται να 'ταν νέα. Μυρίζει, ακόμη, υπόνομος, κι οι άνθρωποι κλείνουν μύτες, μάτια, και μυαλά για να περάσουν...όμως δε μπορούν να μυρίσουν τη σάπια ψυχή τους.
Χτύπησε το τηλέφωνο..
-Καλησπέρα είναι εκεί η κ.Π.;
-Από που τηλεφωνείτε;
-Για μια οφειλή σας..
-Και δε σκεφτήκατε ότι είναι μεσημέρι; Ότι ίσως ξεκουράζεται;
-...
- Ότι ίσως είναι άκομψο να τηλεφωνείτε τέτοια ώρα; 
Η γυναίκα στην άλλη άκρη της γραμμής είχε σιωπήσει...και μετά σαν ο τόνος της να έγινε πιο σκληρός μου αποκρίθηκε
-Εσείς έχετε δουλειά ;
-Ναι και σίγουρα πιο δύσκολη από τη δική σας.
(Κι ακόμη πιστεύω, το να είσαι μαθήτρια που δίνει πανελλήνιες σε δύο μήνες είναι πιο δύσκολο από το να καλείς τηλέφωνα)
-Τότε θα ξέρετε ότι δεν ευθύνεστε πάντα εσείς για ό,τι κάνετε για τη δουλειά σας. Έτσι κι εγώ αν δεν είχα αυτή τη δουλειά δε θα μπορούσα να ζήσω. Ίσως η μαμά σας έχει πιο πολλά χρήματα γι αυτό κοιμάται το μεσημέρι.
τουτ..τουτ...τουτ...
Η κρίση που μας οδηγεί στο ξεπούλημα του εαυτού μας. Η ηθική αναλγησία της κρίσης. Βέβαια, αλυσίδα είναι όλα, εργάζεσαι όπου τύχει μιας και πρέπει να θρέψεις την οικογένειά σου. Όσο κι αν αντιπαθείς τη δουλεία-δουλειά σου. Κι έπειτα, σαφώς και δε μπορείς να υποκρίνεσαι, ξεσπάς. Χωρίς να ξέρεις με ποιον μιλάς. Τη λες στον άλλο, ο οποίος θα σε λυπηθεί. Επιζητείς τη λύπησή του χωρίς να ξέρεις καν με ποιον έχεις να κάνεις, κρύβεσαι στην ανωνυμία του τηλεφώνου και δε σε απασχολεί να μάθεις ότι ίσως ο άνθρωπος στον οποίο προσπαθείς να τη βγεις ζει χειρότερα από εσένα. Εξάλλου είπαμε, αναλγησία ηθική, όχι και ψυχολογική...
 Και μέσα σε όλα αυτά εσύ. Τα μαθήματα και οι σάπιες εικόνες της άλλοτε υπέροχης πόλης, τα μεσημεριανά τηλεφωνήματα από εκείνους που "κάνουν τη δουλειά τους", ο καφές και τα νεύρα κι η προσμονή. Θέλω να υπερπηδήσω αυτούς τους δυόμισι μήνες, να τελειώνει αυτή η κατάσταση.
Και πάνω που ξέρω ότι τουλάχιστον εσύ καταλαβαίνεις, όχι δεν είναι έτσι.
The sky above
Umbrellas, sculpture by Georgios Zongolopoulos.
Available for purchase as fine art print on Redbubble.Κανείς δεν καταλαβαίνει κανέναν πια, όλοι μόνο για τον εαυτούλη μας νοιαζόμαστε, και κρυβόμαστε στη μιζέρια, τη στεναχώρια, τη μοναξιά. Ή θεοποιούμε τους εαυτούς μας, μιας κι "εμείς είμαστε διαφορετικοί" και έτσι εφησυχαζόμαστε, επαναπαυόμαστε στη μοναδικότητα και στην υπεροχή μας.
Με ενοχλεί να σου ξεφεύγουν λόγια που εύχεσαι να μην είχες πει, με ενοχλεί να μετανιώνεις για ό,τι μου λες, με ενοχλεί που περνάς χρόνο με εκείνη κι όχι με εμένα και που έχω πανελλήνιες, κι εγώ είμαι εδώ κι εσύ εκεί κι αυτή μπορεί να σου χαϊδεύει τα μαλλιά ενώ εμένα δε με αφήνεις ούτε να τα ακουμπήσω, ακόμα και σε εκείνες τις στιγμές τις πολύ δικές μας, που δεν ξεχωρίζει το 'εσύ' απ'το 'εγώ' αυτό που ξεχωρίζει είναι ότι τα μαλλιά σου είναι δικά σου, όπως και ο λαιμός σου όπως κι όλα εκείνα που αρνείσαι να μοιραστείς. Αλλά εγώ πρέπει και θέλω να αφήνομαι ολοκληρωτικά, κι έτσι πάντοτε φτάνουμε σε αυτά τα αδιέξοδα, που εγώ μοιράζομαι κι εσύ κρατάς, που εγώ έχω ανάγκη να δίνω κι εσύ να παίρνεις, που περιμένω πάλι τις καταστάσεις, τα λόγια και τις πράξεις που ποτέ δεν έρχονται. Που περιμένω πάλι εσένα, αλλά... 


Καλό μήνα.


Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Δεσμοί [x= (2Ν+1)*λ/4] και Δεσμά.

  Είναι δύσκολη η χρονιά, αγάπη μου. Τα χρήματα όλο και λιγοστεύουν για όλους. Όμως αντί αυτό να μας κάνει πιο ανθρώπινους, αντί να μας καλλιεργεί τη συμπόνια, να μας ευαισθητοποιεί, έχει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Μας κάνει ολοένα και πιο απάνθρωπους. Δολοφονούμε ανθρώπους γιατί είναι διαφορετικοί, αδιαφορούμε για εκείνους που μας έχουν ανάγκη, καταστρέφουμε τους ίδιους τους εαυτούς μας.
  Με ενοχλεί που περνούν οι μέρες τόσο γρήγορα. Φεύγουν κι εγώ βρίσκω τόσες πολλές ομοιότητες μεταξύ τους που πλέον δε μπορώ να ξεχωρίσω πότε έχει έρθει η επόμενη μέρα. Λένε πως η τελευταία χρονιά στο σχολείο πρέπει να είναι διασκεδαστική, να σου αφήσει αναμνήσεις ανεξίτηλες που θα θυμάσαι σε σαράντα χρόνια και θα χαμογελάς. Θα αποζητάς τις χαρούμενες λυκειακές μέρες που έκανες βόλτες, χόρευες και γελούσες χωρίς μέτρο. Λένε. Λένε ότι έτσι θα πρέπει να είναι. Όμως εμείς τι θα θυμόμαστε; Τις ατέλειωτες ώρες ρουτίνας; Ξυπνάω, ντύνομαι, πάω στο σχολείο. Φεύγω από εκεί και το κεφάλι μου πονάει. Σπίτι, λίγο διάβασμα -όσο προλαβαίνω δηλαδή πριν τα προπαρασκευαστικά μαθήματα- μαθήματα, διάβασμα και πάλι, και ξαφνικά πήγε δώδεκα και μισή. Μπαίνω στο μπάνιο κι όσο νιώθω το νερό να τρέχει πάνω μου προσποιούμαι πως ξεπλένω τη ρουτίνα, πως διώχνω τη λάσπη του εκπαιδευτικού συστήματος που κατακάθεται πάνω μου καθημερινά, αποστειρώνομαι από την περίφημη στείρα αποστήθιση κι απομνημόνευση. Παλιότερα πριν με πάρει ο ύπνος σκεφτόμουν καταστάσεις που ήδη έχουν συμβεί ή θα ήθελα να συμβούν. Καταστάσεις ευχάριστες, πολύχρωμες. Δεν είναι ότι τώρα είναι γκρίζες οι καταστάσεις, απλά ανύπαρκες είναι. Δεν προλαβαίνω να σκεφτώ πριν κοιμηθώ. Ονειρεύομαι ότι ψάχνω τεκμήρια στα κείμενα και βρίσκω μόνο εποπτεία των αισθήσεων..νιώθω...ονειρεύομαι ότι νιώθω. Όμως μετά αλλάζει η διδακτική ώρα και ψάχνω παραγώγους και ίσως βρω κάποια λύση στον ύπνο μου, όμως συνήθως έχει φτάσει η ώρα να ξυπνήσω πριν τελειώσει η άσκηση. Κι η ρουτίνα συνεχίζεται, κι είναι ακόμα αρχή.
  Και μέσα σε όλα αυτά γίνομαι πιο συναισθηματική και πιο ευέξαπτη και πιο εγωίστρια. Θέλω να είσαι εδώ για μένα όποτε εγώ έχω χρόνο, αλλά δε μπορώ να σου το πω ευτυχώς. Ευτυχώς κρύβω ότι έχω γίνει πιο εγωίστρια και πιο ευέξαπτη. Κρύβω ότι έχω γίνει λίγο πιο συναισθηματική και μου λείπει να μου λες "Υπομονή, μωρό μου. Είμαι δίπλα σου και θέλω μόνο να χαμογελάς και να είσαι καλά. Θα περάσουν οι μέρες αυτές, όλα θα πάνε καλά και μετά θα υπάρχει χρόνος." Και τις μέρες που ήσουν εδώ με αγκάλιαζες κι ήταν σαν να έλεγες αυτά κι ακόμα περισσότερα. Μα αυτό το τετραήμερο ήταν ένα όνειρο που πέρασε, ξυπνήσαμε. Και ξυπνήσαμε σε διαφορετικές πόλεις. Εσύ δίπλα στο λευκό πύργο και εγώ στον κούλε. 
  Νιώθω τύψεις γιατί σκέφτομαι εσένα αντί για τα στάσιμα κύματα και τις εξαναγκασμένες ταλαντώσεις (πιο εξαναγκασμένες όμως από τη δική μου ταλάντωση 'διάβασμα-ύπνος-διάβασμα'  δεν νομίζω ότι υφίστανται) που γράφω διαγώνισμα αύριο. 

(Σε εδίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική. , που λέει και ο Παύλος.)
Καλό σαββατόβραδο σ'εσάς που βγαίνετε και σ'εμάς που διαβάζουμε.
Καλή υπμονή:)
 

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Εσύ πού χάθηκες, όμως;

Όταν χάνεσαι στην πόλη μελαγχολείς.
Όταν χάνεσαι στις σκέψεις σου μελαγχολείς.
Όταν χάνεσαι στην καθημερινότητα μελαγχολείς.
Δε μπορείς να χαθείς αλλού.
Τα όνειρά σου έχουν χαθεί.
Οι ελπίδες και οι στόχοι σου το ίδιο. 
Πώς λοιπόν θα τα βρεις και θα χαθείς μέσα σε αυτά;
~
 Χάνομαι στα μαθήματα και τα βιβλία, μια χρονιά είναι, λένε όλοι, θα περάσει. Σαφώς..αλλά μέχρι τότε; Το θέμα είναι να περάσει και να βγούμε αλώβητοι, όχι να μας αφήσει πληγές.
~
Εκείνη χάνεται σε παραλίες κάπου μακριά. Ζει ελεύθερη και μας ξεχνάει πιο πολύ μέρα με τη μέρα.
Ποια;
Η ηλικία μας. Είμαστε όλοι τόσο νέοι κι όμως έχουμε πειστεί πως γεράσαμε απότομα έχοντας μείνει ανώριμοι για πάντα ταυτόχρονα.
Και μόνο στα όνειρά μας, κάπου μακριά, χανόμαστε ελεύθεροι. Μαζί.
~
Κάποτε χανόμουν στο γέλιο και τα μάτια σου*
~
Τα Σαββατόβραδα χανόμαστε χωριστά και μαζί. Σε παρέες, μουσικές, και δρόμους που θα θέλαμε να έχουμε ο ένας τον άλλο δίπλα του. Σε τσιγάρα που θα θέλαμε να καπνίζουμε μαζί. Να ξέρεις όμως, ποτέ δεν τελειώνω το τσιγάρο μόνη μου, αφήνω πάντα το μερίδιο το δικό σου. Παρατάω κάπου το μισοτελειωμένο τσιγάρο και φεύγω, ελπίζοντας πως θα περάσεις λίγο μετά από μένα και θα το καπνίσεις. Κι έτσι χάνομαι ελπίζοντας.
~
Κι ο άνθρωπος τελικά αυτό που πάντα θα θέλει είναι να χάνεται στο χρόνο. Κάποιοι θέλουν να πάνε μπροστά, βιάζονται να μεγαλώσουν, να διασχίσουν τα γεγονότα χωρίς να τραυματιστούν, να στιγματιστούν. Άλλοι πάλι θέλουν να χαθούν κάπου στο παρελθόν. Σε καλοκαίρια ανέμελα, φιλιά μέσα στη θάλασσα, νύχτες με παρέα, μπύρες και παιχνίδια στην παραλία, σχολικές γιορτές και γέλια να αντηχούν παντού σε έναν παραλιακό δρόμο. Αυτό αποζητάμε τελικά οι πιο πολλοί, να χαθούμε κάπου πίσω, σε μυρωδιές και χρώματα και μουσικές που έχουμε ξαναβιώσει, που δε θέλουμε να ξεθωριάσουν. Μας αρέσει το παλιό, το γνώριμο και ασφαλές παρελθόν μας. Φοβόμαστε να ρισκάρουμε και να χαθούμε στη ζωή και το παρόν μας.

~
Κι όμως πάλι σε ζητώ σε μια πόλη γύφτισσα εσύ χάθηκες ξανά και έμεινες αλήτισσα κι όμως πάλι σε ζητώ σε μια πόλη γύφτισσα εσύ έφυγες μακριά και χάθηκες αλήτισσα , που λέει κι ο Μπάμπης.
~
Μου λείπεις. Θέλω μόνο να χαθώ μέσα στην αγκαλιά σου, και μετά να χαθούμε κάπου μαζί. Δε με νοιάζει το που, ή το πως, με νοιάζει το να χαθώ με(σα σε) εσένα.


Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Υπομονή στο +∞

Δεν πρόλαβε να φύγει το καλοκαίρι κι εγώ νιώθω λες και μπήκε χειμώνας και μάλιστα πολύ απότομα. Όχι ότι άλλαξε ο καιρός. Ούτε φταίει τόσο το σχολείο που ξανάρχισε, ή τα μαθήματα που θυμίζουν βροχή στο ξέσπασμά της, έτσι απότομα που έρχονται κατά πάνω μου. Φταίει μάλλον η διαφορά ανάμεσα στο "τώρα" και στο "πριν". Στη μελαγχολία που φέρνει το φθινόπωρο με το όνομά του και μόνο. Ενώ το καλοκαίρι -ακόμα κι όταν είναι μελαγχολικό- σε κάνει να χαμογελάς και να νιώθεις πως οποιοδήποτε πρόβλημα είναι προσωρινό, θα περάσει και θα φύγει. Τώρα είναι λες και ανύπαρκτα και υπαρκτά προβλήματα σωριάζονται το ένα πάνω στο άλλο και όλα μαζί πάνω σου. Δεν ξέρεις τι έχεις. Θέλεις να φύγεις. Θέλεις να τελειώσει πριν καν αρχίσει. Να τρέξεις κάπου μακριά. Σε μια παραλία μερικά μόνο χιλιόμετρα μακριά.
Μια παραλία που από άποψη τοπίου δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο. Ούτε έχεις κάποια τόσο διαφορετική ανάμνηση. Όταν τη σκέφτεσαι όμως σου φέρνει στο μυαλό δεκάδες διαφορετικές μικρές στιγμές, που όλες μαζί υφαίνουν ένα παζλ από χαμόγελα. Ένα χρόνο πριν έφυγες για πρώτη φορά και είπαμε πως όταν ξαναγυρίσεις θα ξαναπάμε σ'αυτή την ακτή. Μετά ξαναήρθες, ξαναέφυγες, ξαναήρθες, ξαναέφυγες, ξαναήρθες, ξαναέφυγες, ξαναήρθες...και τώρα ετοιμάζεσαι να φύγεις. Και κάθε φορά που έρχεσαι και φεύγεις εμείς αναναιώνουμε την υπόσχεσή μας, αναβάλουμε την επίσκεψή μας εκεί για την επόμενη φορά που θα έρθεις. Ίσως πράγματι η επόμενη φορά που θα έρθεις να είναι κι αυτή που τελικά θα πραγματοποιήσουμε την εκδρομή αυτή, οι δυο μας. Ίσως όμως και να μην ξαναπάμε ποτέ μαζί. Το σίγουρο είναι πως αυτή η αναβολή είναι λες και σου δίνει μια δύναμη. Κάτι να ελπίζεις. Έστω και τόσο ασήμαντο. Κάτι να περιμένεις... κι ο χρόνος να φεύγει λίγο πιο ευχάριστα.




*Θέλω να με κρατάς για πάντα
Να χάνομαι μες στα δυο σου μάτια*



*είσαι.χαζό.*

Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

Σημείωση#1 (Καλοκαίρι;)


#Να θυμηθώ κάποια στιγμή ότι είναι καλοκαίρι.
Κι ότι δε θα είναι για πολύ ακόμα καλοκαίρι.
Και να εκτιμήσω αυτά τα βράδια μετά το διάβασμα που περπατάμε μαζί στο λιμάνι.
Γιατί το χειμώνα κάτι τέτοια βράδια θα μου λείπουν πολύ.
Γιατί τότε η πίεση θα πολλαπλασιαστεί και το γέλιο σου δε θα έχω το χρόνο να το προκαλώ τόσο συχνά.#

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Χρυσόψαρα, πάλι.

-Ήξερες πως ήμουν. 
  Λες. Και το επόμενο πράγμα που ακούω είναι το τουτ της γραμμής που κλείνει. Πολύ πιο ενοχλητικός ήχος από την οποιαδήποτε σιωπή. Ήξερα πως ήσουν, ξέρω πως είσαι. 
Με ενοχλεί όμως να περιμένεις να γίνω κάποια που δεν είμαι. Να περιμένεις να σε βλέπω με τους δικούς σου όρους, να κάνω οτιδήποτε με τους δικούς σου όρους, να σε κυνηγάω κι εσύ να φεύγεις όλο και πιο μακριά. 
  Το θέμα είναι ακριβώς το ότι ήξερα πώς είσαι. Ήξερα πόσο νοιαζόσουν για μένα, ήξερα πόσο λάτρευες το χαμόγελό μου-σχεδόν όσο λατρεύω εγώ τα μάτια σου-, και ήξερα όχι επειδή μου τα έλεγες όλα αυτά, αλλά επειδή τα έδειχνες. Επειδή αν περνούσε κάποιο βράδυ χωρίς να μιλήσουμε ένιωθες την απουσία μου, μισούσες την απουσία μου. Επειδή προσπαθούσες να βρεις χρόνο για μένα. Προσπαθούσες να βρεις χρόνο για να ακούσεις ακόμα και τα παράπονά μου, έψαχνες την κατάλληλη βλακεία που θα με έκανε να γελάσω.
  Και δεν ξέρεις πόσο σε λάτρεψα μέσα από όλα αυτά. 
Γιατί κάπου ανάμεσα στις μεταμεσονύκτιες συνομιλίες μας στο σκάιπ και στα βράδια που πέρασα στην αγκαλιά σου σε μια ξαπλώστρα νομίζω ότι σε ερωτεύτηκα. Ξανά. Από την αρχή. Πιο δυνατά και τελείως διαφορετικά.
Και κάθε λεπτό που εγώ σε ερωτευόμουν πιο πολύ εσύ γλιστρούσες όλο και πιο πολύ σε μια άβυσσο που μόνος σου έφτιαξες. Κι εγώ προσπαθούσα να σε τραβήξω και κάποιες φορές τα κατάφερνα, όμως μετά πάλι χανόσουν ακόμα πιο βαθιά. Κι έτσι, προκειμένου κάθε φορά να σε τραβήξω για λίγα λεπτά στο φως χανόμουν μερικές ώρες στην άβυσσό σου. Και δε με πείραζε, ακόμα δε με πειράζει. Είναι φορές που θα ήθελα να σου δώσω τη ζωή μου γιατί ξέρω πως εσύ θα την εκτιμούσες πιο πολύ από μένα όπως θα εκτιμούσα εγώ τη δική σου πιο πολύ από εσένα.
  Κι οι στιγμές που ήξερα περισσότερο από ποτέ πως είσαι είναι αυτές που μου έλεγες πως σου λείπω, γιατί ήταν σπάνιες. Μα όταν το έλεγες ήταν σαν η φωνή σου να ζεσταινόταν ξαφνικά, όπως όταν με είπες "μωρό μου", κι ας ήταν δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Κι ας είπες εκείνη τη φράση κάποια στιγμή που δεν έλεγχες τον εαυτό σου, γιατί αν τον έλεγχες δε θα το είχες ξεστομίσει ποτέ.  Όπως και τη φορά που μου είπες ότι με αγαπάς, ήταν η πρώτη φορά που σε είδα χωρίς να έχεις συναίσθηση των πράξεών σου. 
  Ήξερα πως ήσουν, απλά ίσως υπερεκτιμώ τις δυνατότητές μου να εμφανίζω μαγικά μια υπέροχη εικόνα του κάθε ανθρώπου. Ίσως τη δική σου μπορώ να την κάνω ορατή στους άλλους και σε εσένα τον ίδιο πολύ σπάνια. Όμως εγώ την έχω δει τόσες φορές, όσες είναι κι οι φορέ που με έχεις πει χαζή. Ξέρεις όταν σε σκέφτομαι να μου μιλάς πάντα απευθύνεσαι σε μένα ως "χαζή" με εκείνο τον ψιλοειρωνικό σου τόνο, είναι λες και απεχθάνεσαι το όνομά μου ή το κρατάς μόνο για τις περιπτώσεις που είσαι πολύ θυμωμένος μαζί μου.
  Και μπορεί τον θυμό σου να τον αντέχω, αυτή την αδιαφορία σου όμως όχι. Αυτή η ουδέτερη στάση σου με σκοτώνει κάθε φορά. Κι είναι φορές που πιάνω τον εαυτό μου να βλέπει λίγο τις καταστάσεις ως τρίτος, δηλαδή πραγματικά γιατί συνεχίζω να προσπαθώ, γιατί απλά δε σηκώνομαι να φύγω; Επειδή έχω μάθει να νιώθω έντονα, και κάποιες φορές να δίνομαι υπερβολικά. Το κακό στην ιστορία είναι ότι περιμένω να δοθείς λίγο περισσότερο κι εσύ.Επειδή πρέπει να προσπαθήσω υπερβολικά πολύ για να βρω εκείνες τις στιγμές που ξέρω πως είσαι δικός μου, που ξέρω πως είσαι σίγουρος, πως είσαι εσύ.
  Κι ακόμα κι αυτή η κατάσταση θα ήταν πιο υποφερτή αν δεν υπήρχαν οι δικές μου ανασφάλειες. Τις οποίες ξέρεις ότι μπορείς να διαλύσεις με δύο λέξεις σου, αλλά επιλέγεις να μην το κάνεις. Επειδή πιστεύεις πως όταν μου μιλάς για το πως νιώθεις μαζί μου, για το πως με βλέπεις γίνεσαι πιο ευάλωτος, και δε θέλεις κι ο ίδιος να δεχτείς ότι σε επηρεάζω.

  Τουτ...τουτ...τουτ...
  Ή έτσι ήταν τα πράγματα μέχρι πριν λίγες μέρες.
Τώρα είναι λες και φωνάζω σ'ένα έρημο φωταγωγό κι ακούω μόνο την ηχό μου, ακουμπάω μόνο τοίχους με ρωγμές, βλέπω μόνο πυκνό σκοτάδι και η μόνη οσμή εδώ είναι καμμένα συναισθήματα.

  Γράφω ελπίζοντας να διαβάσεις, ελπίζοντας να με νιώσεις, ελπίζοντας να μην βιώσεις ακόμα κι αυτές τις λέξεις μου επιδερμικά.

  Κι αυτά τα τραγούδια των πυξ λαξ...Κάθε στίχος είναι εμποτισμένος με αμέτρητα νοήματα και συναισθήματα ή δάκρυα...

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Ευκαιρίες

  Βιάζομαι πολύ. Τα καταστήματα δε θα είναι ανοιχτά για πολλή ώρα ακόμα και εγώ πρέπει να προλάβω τα τελευταία Χριστουγεννιάτικα ψώνια. Επιταχύνω το βήμα μου και τη στιγμή που ελπίζω να μην ξεκινήσει να βρέχει νιώθω την πρώτη ψιχάλα στα φρεσκολουσμένα μαλλιά μου. Νευριάζω με τον καιρό, με την έλλειψη ελεύθερου χρόνου μου, με τους περαστικούς που χαμογελούν, καθώς κάνουν την βόλτα τους και κρατούν μαλλί της γριάς ή ψητά κάστανα. Νευριάζω με τα παιδάκια που μπαίνουν στο δρόμο μου και εισβάλλουν με τις φωνές τους στη μουσική από τα ακουστικά μου.
  Και ξαφνικά παγώνω. Όλα τα νεύρα μου για οτιδήποτε με περιτριγυρίζει έχουν αντικατασταθεί από έκπληξή. Βρίσκεσαι μπροστά μου. Μια λίγο διαφορετική έκδοση του "εσύ" από αυτή που θυμόμουν. Με πλησιάζεις και με χαιρετάς χαμογελώντας με ένα χαμόγελο που όμως δε φτάνει μέχρι τα μάτια σου, ούτε είναι ικανό να ζεστάνει τη φωνή σου. Τα γαλάζια μάτια σου με κοιτούν παγωμένα ενώ με ρωτάς πώς περνάω.
-Εντάξει, όλα φυσιολογικά. Βιώνω τη ρουτίνα μου στο μέγιστο βαθμό. Εσύ;
-Κι εγώ, τίποτα ιδιαίτερο. 
  Σε χαιρετάω και συνεχίζω το δρόμο μου μέχρι να χαθώ από το οπτικό σου πεδίο. Κάθομαι στο πρώτο βρεγμένο παγκάκι που βλέπω μπροστά μου και σταματάω τη μουσική στα ακουστικά μου. Πλέον βιώνω στο μέγιστο τη φασαρία από τους περαστικούς, τις φωνές και τα γέλια τους, τις κόρνες των αυτοκινήτων και τα γαβγίσματα των σκυλιών που περιφέρονται στους κρύους δρόμους. Χάνομαι στους ήχους και τις μυρωδιές και επιτρέπω στον εαυτό μου να γυρίσει μερικά Χριστούγεννα πίσω. Επιτρέπω στον εαυτό μου να χαθεί για λίγο στην εποχή που κι εγώ χανόμουν στην αγκαλιά σου τέτοιες μέρες και μαζί χανόμασταν μέσα σε αυτό το πλήθος των ανθρώπων.
  Είναι λες και σε νιώθω ακόμα και τώρα να με αγκαλιάζεις, να μου τραγουδάς και να γελάω, να ετοιμαζόμαστε μαζί για να συναντηθούμε με όλα εκείνα τα άτομα που θα πρέπει μόνη μου να συναντήσω σε μερικές ώρες σε κάποια ταβέρνα. Τότε επιστρέφαμε στην πόλη μας μόνο για αυτές τις γιορτινές μέρες και περνούσαμε κάθε βράδυ όλοι μαζί. Τώρα σχεδόν όλοι μένουμε μόνιμα εδώ όμως συνεχίζουμε να είμαστε πολύ κοντά μεταξύ μας. 
  Ξαφνικά μου λείπεις. Μου λείπουν τα χείλη σου στο λαιμό μου και τα χέρια μου στο πρόσωπό σου. Περπατάω. Τα καταστήματα έχουν κλείσει πια. Πρέπει να ψάξω κάποιο πρωί για τα δώρα που ήθελα. Περπατάω πιο γρήγορα. Πρέπει να ετοιμαστώ. Μου λείπεις. Πρέπει να πάρω τηλέφωνο την Καλλιόπη να δω αν μπορεί να μου δανείσει εκείνο το ωραίο μαύρο φόρεμα για απόψε. Ξέρω ότι σου αρέσουν τα μαύρα φορέματα, αν και δε θα είσαι εκεί απόψε για να με δεις να το φοράω, να περάσεις το χέρι σου γύρω από τη μέση μου, εκεί όπου το μαύρο φόρεμα εφαρμόζει τέλεια.
  Το χέρι μου βρίσκει αντανακλαστικά το κινητό μου στην τσέπη του παλτού μου. Προφανώς κι έχω ακόμα τον αριθμό σου. Όμως εγώ είχα προσπαθήσει τα πάντα, είχα θυσιάσει μέχρι και την τελευταία στάλα εγωισμού μου, σου είχα εξηγήσει ακριβώς πόσο σε ήθελα και πόσο πίστευα ότι μπορούσα να σε κάνω ευτυχισμένο. Οπότε πρέπει να είμαι καλά με τον εαυτό μου ξέροντας ότι έχω προσπαθήσει τα πάντα. Ξέροντας ότι ήταν αποκλειστικά δική σου η επιλογή που μας οδήγησε στην ανύπαρκτη σχέση που έχουμε τώρα. Το κινητό μου ξαφνικά δονείται πάνω στο χέρι μου. Το απαντάω απευθείας χωρίς να κοιτάξω ποιος με καλεί. 
-Έλα..μίλησα με το Γιάννη πριν λίγο και τον ρώτησα γι απόψε...Και μου είπε αν θελω να έρθω μαζί σας. Η αλήθεια είναι ότι μου έχετε λείψει..Όλοι. Έχεις πρόβλημα αν έρθω;
-Εμμ όχι βέβαια..Τα λέμε το βράδυ.
  Του κλείνω το τηλέφωνο χωρίς να μπορώ να πιστέψω αυτό που μόλις συνέβη. Έχω άλλη μια ευκαιρία. Και αυτή τη φορά δεν πρέπει να κάνω καμία λάθος κίνηση.



Υ.Γ. Υπάρχουν χρυσόψαρα εδώ; απάντησε μου... Ή παραμένει πάντα μαύρος ο βυθός;..

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

"Μην ακουμπάς τα έπιπλα, το λευκό είναι ευαίσθητο χρώμα, στιγματίζεται εύκολα"

Πλέον δεν κοιτάς καθρέφτες. Σου δείχνουν πολύ καθαρά τις σκιές που θέλεις να αποφεύγεις.
Βλέπεις τον εαυτό σου μόνο σε λασπόνερα στο δρόμο. Ίσως και να ήταν καθαρό νερό δηλαδή, αλλά να θόλωσε μόλις κοιτάχτηκες. Μόλις η γκρίζα αδιαφορία σου για τη ζωή αντίκρισε το νερό, την ίδια τη ζωή, η ζωή βάφτηκε γκρίζα. 
Σε περίμενα σ'ένα λευκό δωμάτιο. Είχα ετοιμάσει ένα δώρο, ήξερα πως σου άρεσαν οι εκπλήξεις. Μόλις μπήκες στο δωμάτιο κατέβασα το λευκό σεντόνι κι άφησα τον καθρέφτη να γεμίσει το δωμάτιο με τη λάμψη του. Εσύ έκλεισες βιαστικά τα μάτια σου κι έμεινες ακίνητος. 
Σε πλησίασα μα σε ένιωσα να απομακρύνεσαι ψυχικά κι ας ήσουν ακόμα εκεί σωματικά.
Δεν ήθελες να πλησιάσεις τον καθρέφτη. Δεν ήθελες να δεις τις σκιές ξανά.
Έφερα τον καθρέφτη κοντά σου. Ήταν δύσκολο να μετακινήσω το βαρύ κι ογκώδες έπιπλο, όμως το ήθελα. Έπρεπε να δεις τις σκιές, να τις αντιμετωπίσεις, να τις διώξεις, να τις απορροφήσει το λευκό δωμάτιο, κι εσύ να απορροφήσεις το λευκό χρώμα του δωματίου.
Για μένα αυτά τα χρώματα έχει η ζωή. Το τρομαχτικό λευκό κενό και το ατέλειωτο μονότονο μελαγχολικό γκρι.
Έφερα τον καθρέφτη δίπλα σου μα εσύ δεν έλεγες να ανοίξεις τα μάτια σου. Έτσι ήρθα εγώ μπροστά του. Αντίκρισα την κάθε σκιά και πληγή του εαυτού μου. Το κάθε κομμάτι μου που δεξιοτεχνικά είχα αποφύγει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και είδα τις δικές μου σκιές να φεύγουν, να καταλαμβάνουν το δωμάτιο την ώρα που εγώ γέμιζα φως.
Πήρα το χέρι σου και βγήκαμε από το δωμάτιο. Περπατούσαμε και σιγά σιγά άνοιγες τα μάτια σου, σιγά σιγά το γκρίζο πέπλο που τα κάλυπτε άρχισε να υποχωρεί από το φως που προσπαθούσα να σου μεταδώσω. Από το φως που φόρεσα μόνο για σένα, από το φως που με τύλιξε μόνο για να διώξω τις δικές σου σκιές. 
Ένιωσα κάθε δική σου αντίδραση να σπάει.
Τα γκρίζα πέπλα σου άρχισαν να φλέγονται. 
Λίγο μετά τυλίχτηκες κι εσύ στις λευκές φλόγες που προχώρησαν στο χέρι σου, αυτό που κρατούσα.
Τώρα πια μας έχουν καταπιεί και καιγόμαστε νυχθημερόν σ'ένα αέναο λευκό κενό.
Καιγόμαστε τόσο πολύ που έχει πάψει να μας ενοχλεί η φλόγα.
Έχουμε πάψει να αντιδράμε.
Μόνο συμβιβαζόμαστε,
αγκαλιαζόμαστε,
και προχωράμε.
http://24.media.tumblr.com/e741162bef1058b881940af84d5c159a/tumblr_mgiipx2LRi1ricgg0o1_500.gif

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Αυτός ο νοτιάς μας διαλύει όμως..

Στεκόμουν, λέει, σ'ένα ξέφωτο. Ήμουν κάπου στο κέντρο και φώναζα, μα δε μ'άκουγε κανείς. Στην αρχή φώναζα ονόματα, γνωστά-μήπως και εμφανιζόταν κάποιο πρόσωπο που να ήξερα. Ύστερα, όταν είδα ότι κανείς δεν απαντούσε άρχιζα να φωνάζω το όνομά σου. Κι όταν κατάλαβα πως ούτε κι εσύ δε θα ερχόσουν ξεκίνησα να φωνάζω σκόρπιες φράσεις, να απαγγέλω δυνατά αποσπάσματα πραγματικών ή φανταστικών διαλόγων, και να αλλάζω τον τόνο της φωνής μου ανάλογα με τον ομιλιτή. Και πάλι κανείς δεν έδειξε να αντιδρά στα λόγια μου. Κι έπειτα άρχισα να τρέχω γύρω γύρω φωνάζοντας τα θέλω μου, κι όταν κατάλαβα ότι ήμουν απόλυτα μόνη, άρχισα να χορεύω με τη μουσική της φύσης και να φωνάζω Είμαι ελεύθερη. Κι εκείνη τη στιγμή ένιωσα τύψεις και σταμάτησα. Ένιωσα ότι δε θα έπρεπε να είμαι ελεύθερη, ότι δεν είχα μάθει να είμαι. Φοβήθηκα μη με μαλώσει κάποιος, ένιωσα ο χειρότερος παραβάτης του νόμου της ζωής. Κι εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκες εσύ, κι ένιωσα πως μ'είχες πιάσει στην πιο ιδιωτική στιγμή μου. 
-Τι κάνεις εδώ ολομόναχη;
-Σε περίμενα.
-Πώς ήξερες ότι θα έρθω;
-Εσύ πώς ήξερες ότι ήμουν εδώ;
-Μα δεν έψαχνα εσένα.
-Και τι ψάχνεις εδώ τότε;
-Την ελευθερία μου. Μα πρέπει να έφυγε. Μήπως της είπες κάτι;
-Νομίζω ότι σου την πήρα.
-Τώρα ήρθα, μπορείς να μου τη δώσεις.
-Μα δε θέλω, είναι όμορφη.
-Ναι αλλά μου ανήκει!
-Όχι πια αγάπη μου. Τώρα ανήκει σ'εμένα και μπορώ να τη διαχειριστώ όπως εγώ θέλω. Μπορώ να τη λατρέψω, να τη χρησιμοποιήσω, να τη μολύνω, να τη διαλύσω ή να την ερωτευτώ.
-Και τι από όλα αυτά θα κάνεις κοριτσάκι; Πιο πιθανό από όλα είναι να τη βαρεθείς και να την αφήσεις μόλις παίξεις μαζί της..
-Με άφησε να τη ζήσω για λίγα μόνο δευτερόλεπτα, νομίζω ότι την έχω ήδη ερωτευτεί ξέρεις...



Υ.Γ. Στη φωτογραφία απεικονίζεται το παλάτι του Δράκουλα των Καρπαθίων, του γνωστού Κόμη Δράκουλα, δηλαδή, το οποίο επισκέφτηκα μερικές βδομάδες πριν. :)

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Κλαδιά και χέρια μπλεγμένα




 Και κάπως έτσι κυλούν οι μέρες, γλιστράνε σαν τις στάλες της βροχής, κολλούν η μια πάνω στην άλλη σαν τις αναμνήσεις που τυλίγουμε τόσο προσεκτικά μέχρι που λυπόμαστε πια να χαλάσουμε το περιτύλιγμα και να τις ανοίξουμε, και χάνονται σαν τις εικόνες που φτιάχνω βλέποντας τα σύννεφα όταν μας σκέφτομαι. 

~ Τι σου λείπει πιο πολύ;
~Το χαμόγελο στα μάτια σου.

*Υ.Γ. Η φωτογραφία προφανώς εν ώρα διαβάσματος τραβήχτηκε..*

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Γεωμετρημένα Αισθήματα

Κι εσύ χάνεσαι και τρέχεις, περιμένεις εκείνον να τρέξει πίσω σου, περιμένεις να σε ακολουθήσει, να σ'αγαπήσει, να σε αποθεώσει. Περιμένεις και τρέχεις, τι ειρωνία. Πώς μπορεί κάποιος να τρέχει περιμένοντας κοριτσάκι; Πώς μπορεί κάποιος να περιμένει ενώ τρέχει; Τέτοιες όμορφες και μη πραγματοποιήσιμες αντιθέσεις τις βρίσκεις μόνο στα όνειρα. Γιατί ούτε να τρέξεις δεν τολμάς. Ονειρεύεσαι πως τρέχεις ενώ μόνο περιμένεις. Ονειρεύεσαι πως περιμένεις ενώ μόνο τρέχεις για να ξεφύγεις. Εν τέλει, ονειρεύεσαι πως τρέχεις για να τον προλάβεις ενώ μένεις στάσιμη, αόρατη, άχρωμη, άοσμη, εκείνος σε προσπερνά χωρίς να αντιληφθεί καν την παρουσία σου. Εκείνος είναι ο χρόνος ή ο έρωτας, τα καλοκαίρια που έφυγαν ή οι μυρωδιές που ξεθύμαναν, τα λόγια που έμειναν λέξεις όταν οι φωνές χάθηκαν...Μα χάνονται οι φωνές; Όχι βέβαια, εμείς επιλέγουμε να τις (ξε)χάσουμε. Εμείς επιλέγουμε να τις διαγράψουμε, είτε γιατί δεν τις θυμόμαστε αρκετά συχνά, είτε επειδή κρατήσαμε μόνο τις λέξεις και τίποτα άλλο. Κι έτσι τα βράδια είσαι μόνος και στα αυτιά σου αντηχούν σ'αγαπώ που έχουν ξεθυμάνει, στα μάτια σου αναβοσβήνουν εικόνες γενικευμένες, και τα γέλια αντηχούν όλα παρόμοια. Μα το γέλιο του καθένα είναι τόσο χαρακτηριστικό, πώς μπορείς να τα συγχέεις όλα μεταξύ τους; Δεν είπαμε; Γενικεύτηκαν. Είναι η ατέλειωτη προσπάθεια του ανθρώπου να παρομοιάσει τη ζωή του με τα μαθηματικά. Να υπολογίσει την κάθε πτυχή της, να μετρήσει την κάθε απώλεια ή το κάθε δευτερόλεπτο χαράς που του απομένει ακόμα, να προσθέσει όλες τις αναμνήσεις μαζί κι ύστερα να αφαιρέσει μια δόση εικόνων πολύ προσωπικών που θέλει να αφήσει ανέπαφες, να πολλαπλασιάσει τις στεναχώριες του- ή καλύτερα να τις μετατρέψει σε συνάρτηση εκθετική, κι ύστερα να αρχίσει να διαιρεί. Τις στιγμές και τα όνειρά του. Να αρχίσει να μοιράζει τον εαυτό του σε κομμάτια, να τον χαρίζει απλόχερα ή να τον πουλάει. Μα πάντα να κρατάει εκείνα τα υπόλοιπα της διαίρεσης, πάντα να του μένει μια γεύση του παραδείσου που δεν εκμεταλλεύτηκε. Όσο για τη γεωμετρία, καλύτερα να μην την ακουμπήσει καθόλου.  Έβαλα τα συναισθήματά μου σε τροχιές γύρω σου, κι από τότε προσπαθώ να τετραγωνίσω τον κύκλο.


Υ.Γ. Η φωτογραφία τραβήχτηκε από ένα λατρεμένο άτομο, εκεί που -αν όλα πάνε καλά- θα βρεθώ για ένα βράδυ, σε λιγότερο από μήνα.

~Δεν ξέρω που πηγαίνω,
σινιάλα μακρινά.
Μπορεί να με κοιτάξεις ξανά,
με μάτια αληθινά.
Πέρασε ο καιρός και έχεις πια χαθεί.
Σύννεφα καπνού σε έχουν σκεπάσει.
Πέρασε ο καιρός μα είμαι ακόμα εκεί.
Ψάχνω για να βρω τι έχω χάσει.


Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Καινές/Κενές σελίδες

"..."Κι έμοιαζαν τόσο χαρούμενοι. Θα στοιχημάτιζα πως ήταν. Θα στοιχημάτιζα πολλά γι αυτούς.Για τον καθένα χωριστά, για όλους μαζί. Θα στοιχημάτιζα ότι θα μπορούσα να κάνω τουλάχιστον έναν τους ευτυχισμένο. Θα στοιχημάτιζα ότι θα μπορούσα να βοηθήσω τις περισσότερες από τις κοπέλες εκείνες, όπως ο καθένας μας νομίζει ότι μπορεί να βοηθήσει εξωτερικά. Μα εγώ δεν τους ζούσα εξωτερικά. Τους ζούσα δίπλα μου, ζούσαν μαζί μου, συμβιώναμε ρε παιδί μου, πως το λένε. Κάναμε σχέδια μαζί, μιλούσαμε, γελούσαμε και τσακωνόμασταν. Όλα σε υπερβολικό βαθμό μπορώ να πω."
-Τι γράφεις; Συνέχισε σε παρακαλώ τη δουλειά σου κοπέλα μου. Πρέπει να τελειώσεις τα σχέδια για να τα παραδώσεις το μεσημέρι, κι έτσι δεν σε βλέπω να προλαβαίνεις.
Εκείνη δεν απάντησε. Έκανε πως κλείνει τον κειμενογράφο, μα μόλις εκείνος χάθηκε από το οπτικό της πεδίο συνέχισε να γράφει. Δηλαδή ξανάνοιξε τον κειμενογράφο αλλά είχε ήδη χάσει τον ειρμό της. Διέγραψε τις πρόχειρες σκέψεις της και προσπάθησε να συνεχίσει το σχέδιο, όμως το μυαλό της έμοιαζε να έχει κολλήσει, να επαναλαμβάνει τα ίδια μοτίβα εδώ και αρκετό καιρό. Χρειαζόταν κάτι διαφορετικό, χρειαζόταν μια αλλαγή, μια σπίθα για να ξαναζωντανέψει η φλόγα μέσα της. Να δελεαστεί ο εαυτός της από τη φωτιά της, μιας και είχε κρυφτεί κάπου στο βάθος λόγω του κρύου παντού μέσα της. Και γύρω της μη σου πω.
-Καλημέρααα, δε δουλεύουμε τέτοια ώρα; είπε κεφάτα ο υπάλληλος της καφετέρειας.
-Ένα νες σκέτο και γρήγορα. 
Ναι, ήταν ψυχρή και εξωτερικά σίγουρα. Λίγα λεπτά μετά περπατούσε προς το μεγάλο πάρκο. Προσπάθησε να βάλει μουσική όμως τα ακουστικά της είχαν χαλάσει-ατυχία της στιγμής. Κοίταζε τη μικρή τεχνητή λίμνη ακουμπισμένη στο κάγκελο κι έπινε τον καφέ της που είχε κρυώσει αισθητά.
"Τι ειρωνία, ακόμα κι ο καφές με μιμείται..." σκέφτηκε. "Αυτός όμως δεν το κάνει συνειδητά, ούτε από άμυνα..Το κάνει γιατί έτσι πρέπει. Γιατί έτσι είναι η φύση. Ίσως όμως έτσι να είναι και η δική μου φύση. Ποιος ξέρει.."
Συνέχισε να περπατάει. Χαμογελούσε με τις ευτυχισμένες οικογένειες που έκαναν πικνίκ στο γκαζόν το μεσημέρι του Σαββάτου, θαύμαζε τα ηλικιωμένα ζευγάρια που περπατούσαν αργά αλλά μαζί, και χαιρόταν που ο έρωτας δε χάνεται τόσο εύκολα από τον κόσμο καθώς παρατηρούσε τα ζευγαρια παντού γύρω της. Προχώρησε κι άλλο. Τώρα έβλεπε άστεγους σε μια απόμερη γωνιά του πάρκου, εκεί που οι περισσότεροι άνθρωποι απέφευγαν να πηγαίνουν. Άστεγους ή πρεζάκια που τάιζαν αδέσποτους σκύλους ή περιστέρια. Ζητιάνους κουρασμένους κι ανθρώπους διαλυμένους. Κι άλλους που κρύβονταν. Ζευγάρια παράνομα ή συνέταιροι με δοσοληψίες παράνομες. Έφυγε τρέχοντας από αυτή την πλευρά του πάρκου. Έφυγε τρέχοντας από το πάρκο, εν τέλει. Δε φοβήθηκε τους ανθρώπους. Φοβόταντο γεγονός ότι οι περισσότεροι είχαν ζωές. Είτε εξαθλιωμένες ζωές τις οποίες είχαν αποδεχτεί κι έτσι δε νοιάζονταν για συνέπειες, είτε ζωές όμορφες και ταχτοποιημένες μα γεμάτες μικρές καθημερινές χαρές. 
Πέρασε απέναντι στη διαστάυρωση χωρίς να περιμένει να ανάψει το πράσινο ανθρωπάκι στο φανάρι. Ένα αυτοκίνητο της κόρναρε μανιασμένα κι ένα ποδήλατο φρέναρε απότομα αλλά ευτυχώς την κατάλληλη στιγμή για να μην τη χτυπήσει. "Συγγνώμη" φ'ωναξε εκείνη, χωρίς να το πολυεννοεί.  Συνέχισε να τρέχει μέχρι το διαμέρισμά της, μα όταν έφτασε απ'έξω σταμάτησε απότομα. Από τη μια εκεί ήταν το καταφύγιό της, εκεί βρίσκονταν όλα τα αγαπημένα της αντικείμενα. Από την άλλη..από την άλλη εκεί βρισκόταν κι αυτό από το οποίο προσπαθούσε να ξεφύγει, η μοναξιά της.
Κάθισε στο πεζοδρόμιο μπροστά από την πολυκατοικία της κι ακούμπησε δίπλα το από ώρα άδειο φελιζολένιο κουτί του καφέ.Έβαλε το πρόσωπο ανάμεσα στις παλάμες της και προσπάθησε να χαθεί σε μια κενή εικόνα στο μυαλό της. Μια Καινή σελίδα, αυτό χρειαζόταν. Ένα γεγονός. Να ξεκινήσει να γράφει γι αυτό, να ζει γι αυτό, να ξεκινήσει να ξυπνάει. Γύρισε να πιάσει το κουτί του καφέ κι εκείνος ήταν δίπλα της. Πρέπει να ήταν οπτασία όμως, γιατί εκείνος δεν ήταν εδώ, δηλαδή αποκλείεται να ήταν εκείνος."

Κι έτσι αυτή η ιστορία είχε το χαρούμενο τέλος που μακάρι να έχουν οι ζωές μας.
Κι έτσι η κοπέλα είχε ένα λόγο να ξυπνάει το πρωί.
Είχε κάτι να της δίνει έμπνευση.
Εμείς τι έχουμε;
-Κι αν σ'ερωτευτώ δεν ξέρω τι θα γίνει, αλήθεια. Δεν ξέρω τι πιθανότητες θα μου έδινα, ξέρεις, για να συμβεί αυτό. Ίσως όχι πολλές επειδή το περιόρισα αρκετά. Ούτε αν εσύ νιώσεις κάτι για μένα ξέρω τι θα είναι, μα δε νομίζω πως υπάρχουν πιθανότητες για την εκδοχή αυτή. Ξέρω όμως ότι πρέπει να σταματήσουμε να νοιαζόμαστε τόσο πολύ για τις λεπτομέρειες, πρέπει να σταματήσουμε να προσχεδιάζουμε τόσο πολύ τις ζωές μας. Είναι ήδη μπλεγμένες αρκετά, τις αφήνουμε λοιπόν να πάρουν μόνες τους κάποιο δρόμο. Στην πιθανότητα να αλληλοερωτευτούμε δεν ξέρω πόσο θα πόνταρα. Δε μπορώ να ξέρω όμως, νομίζω.
"Η επιχείρηση συνδέεται με το στοιχείο του κινδύνου καθώς κάθε επιχειρούμενος συνδυασμός συντελεστών παραγωγής μπορεί να αποτύχει στο σκοπό του".
Ε αυτή η επιχείρηση δε θα αποτύχει, έχω ξαναπεί ότι θα μπορούσαμε να έχουμε πολύ καλές επαγγελματικές συνεργασίες εμείς.
 
Και πρόσφατα διάβασα κάπου 
"-Σ'αγαπώ
-Σ'αγαπήγαινε!"