Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Βάτος

"Είναι οι λέξεις, οι στιγμές είναι οι φίλοι που θα δεις,
είν` οι γνωστοί και θα χορτάσεις
μικρές χαρές και λύπες θα περάσεις.

Κι είν` οι εικόνες, οι μαμάδες, οι μπαμπάδες, τα πτυχία, τα λουλούδια
τα παιδιά στα χειρουργεία
τα φύλλα που μυρίζουν στην αυλή κι ένα φιλί.

Κι όπως είναι οι κρύες νύχτες που δεν έχουν τελειωμό
σαν τα σεντόνια που μας πνίγουν
σαν τα τσιγάρα που μας ρίχνουν.

Είναι οι σκέψεις που πια μόνες τους γελάνε
και που μας βλέπουν στην αρένα
κι όμως δε μας ακουμπάνε...
Γιατί...;"



Είναι η ζωή, με το φόβο, τη λύπη, τις αναζητήσεις, τους αγώνες τους καθημερινούς μα και τους πιο μεγάλους μας, τις φιλίες, τις αγκαλιές.
Κάτι παρέες που τραγουδούν και παίζουν και μιλούν μέχρι το πρωί.
Κάτι παρέες που ποτέ δεν περίμενες να έχεις.
Είναι αυτό που γνωρίζεις άτομα και δεν περιμένεις ποτέ τις στιγμές που θα ζήσεις μαζί τους.
Κι αυτό είναι το απίστευτο. 
Τα απίστευτα συμβαίνουν όταν δεν έχεις προσδοκίες.
Πυροσβεστήρες,λαδάδικα,κολντπλέει,ανοικτά μικρόφωνα, αρχιδάκια, λευκές μποφίλιου, αεροπλάνα και βαπόρια,  ένα αερικό που μειδιά κάπου μακριά, ο γάτος ο τούρκος και άλλες φωνές, δυο κιθάρες με ήχο γνώριμο πια, αλκίνοος πολύς, κι ένα παλτό.
Μα και το τραγούδι αυτό. πολύ αυτό.
Πολύ αυτό η ζωή.

Ένας βάτος γεμάτος αγάπη οι ζωές μας.

Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Γκρίζες εκπνοές

Κι αν έχεις αδειάσει και καταπίνεις χρώματα
να θυμάσαι.
υπάρχει ένας μηχανισμός περίπου στο λαιμό σου
που ξεβάφει τα χρώματα και τα κάνει όλα γκρι
Και τα χρωματιστά νερά τα βγάζεις
από τα μάτια κι είναι λυτρωτικά αλμυρά
κι από τη μύτη, είναι πυκνός λευκός καπνός
κι από το στόμα, κι είναι ένα φτύσιμο στην κοινωνία που μισείς.

Γιατί κι αυτό μηχανισμός είναι.
Συμβαίνει ασυναίσθητα, όπως όλα.
Τίποτα δεν ελέγχεις πια σχεδόν~
Ελέγχεις τη βαρετή μικροαστική ζωή σου,
τη ρουτινούλα σου.

Πήγα σινεμά μόνη μου σε κάποιο όνειρο.
Έκανα κούνια στα οκτώ μου πάνω σε μια πάπια που δεν υπάρχει πια, τετραγωνίστηκε, κανονικίστηκε.
Μετά, πήγα σε πολλά σχολεία, με πολλά άλλα ρομποτάκια, που όμως το καθένα είχε ένα χρώμα κι όλοι μαζί παίζαμε τη γκουέρνικα, που όμως είναι ασπρόμαυρη και παιδική καθόλου.
Άλλοτε διέσχιζα την Πατησίων με κόκκινο και μετά η μαμά μου είπε να σταματήσω να το κάνω για να μην πεθάνω, ε και σταμάτησα για να μην πεθάνει η μαμά μου.
Μετά το μπλε σου ξεθώριασε αγάπη μου γαλάζια γιατί μας χώρισαν οι ρουτινούλες.
Μετά ξεθώριασε και το κόκκινο, μωρό μου. γιατί η κοινωνία αυτή είναι ταξική κι εσύ δεν ξέρεις άλλο τίποτα πέρα από ιδεολογίες-μα δε θέλεις και να μάθεις.
Μετά ξεθώριασε και μια άλλη γιατί νόμιζα ότι με ήξερε, μα καθόλου δε με ήξερε (x+άπειρο;)
Μετά ξεθώριασε και το γκρι μου, κάπου, σε κάποια αρχιτεκτονική εργασία του φώτοσοπ.

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Κόρδοβα
Θέλω να φύγω
Μεξικό
Ψάχνω προγράμματα οποιουδήποτε είδους
Περού
Δεν έχω λεφτά
Σαν Φρανσίσκο
Ίσως θέλω να φύγω μόνο από τον εαυτό μου
Τσιάπας
Όχι, θέλω να πάρω τον εαυτό μου και να φύγουμε μαζί από τη ζωή μου

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

They cant touch you now

Ο καλός θεούλης ξέχασε τα παιδιά του
και τα παιδιά του κλαίνε τρομαγμένα
κι έπειτα θυμώνουν
και πετάνε πέτρες στα ιερά 
-όχι σε αυτά που βλέπουν-
στα άλλα ιερά
σε αυτά που από μικρά μαθαίνουν στα σχολεία
στα ίδια σχολεία που μαθαίνουν για τον καλό θεούλη
που όλους μας αγαπάει και μας προστατεύει
που δε θυμώνει και συγχωρεί
κι αφού όλα τα συγχωρεί ο καλός θεούλης αρκεί να μετανιώσεις,
εσύ γιατί δε μετανιώνεις;

Τα ιερά, τα ιερά, οι αξίες, οι αρετές.
Κι η ελευθερία, κι η ισότητα, και όλες αυτές οι λέξεις που ακούγονται όμορφες, που κάνουν πουλάκια να κελαηδούν στα αυτιά σου, ελπίδες και γαλάζια πούπουλα να γεμίζουν το κεφάλι σου, αυτά είναι τα ιερά. Μα είναι μόνο λέξεις.

Γιατί η ηθική είναι υποκειμενική ή μάλλον, καθόλου δεν υπάρχει.
Ηθικό είναι τα όρια που βάζεις στον εαυτό σου.
Μα τα όρια δεν είναι γραμμές, αλλά επιφάνειες, ποτάμια. 
Κι αν εσύ φυσήξεις τα ποτάμια θα γίνουν χείμαρροι και με μιας θα σε παρασύρουν και τότε δε θα ξεπεράσεις την ηθική σου δηλαδή, απλά θα την αλλάξεις λίγο, ώστε να σε βολεύει και πάλι, αφού είναι δική σου,  η δική ΣΟΥ ηθική.


Θεούλη, παράτησες τα παιδάκια σου στη γη και τα καημένα χάθηκαν, τυφλώθηκαν, έχασαν το δρόμο τους. Γι αυτό τώρα καίνε τα ιερά σου, γι αυτό διαμορφώνουν μόνα τους την ηθική σου. Την κάνουν ό,τι θέλουν, την πλάθουν, την ψήνουν στο φούρνο σαν πλαστελίνη, την κυλάνε στο χώμα, τη μαζεύουν και τη ρίχνουν στη θάλασσα να καθαρίσει κι έπειτα τη γαμάνε, κι έπειτα ξυπνάνε.

Κι όλα αυτά δε συνέβησαν ποτέ. 
Επειδή τα όρια είναι ποτάμια.
Κι όσο κι αν θες να γίνεις χείμαρρος, έχεις μάθει να σταματάς τον εαυτό σου.
Φυσάς λίγο, όχι πολύ.
Φοβάσαι.
Μένεις στη μετριότητά σου, στο λίγο (σαν κι αυτό το κείμενο που τέλειωσε αλλιώς, όχι όπως αρμόζει).
Στην ηθική του θεούλη σου, 
και τελικά, 
ζεις;



Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

note to self no2934

Ε ναι ρε ηλίθια ασφαλώς και φαίνεσαι ψωνισμένη.
Αφού τα θες και τα λες.
Και γίνεσαι αυτά που κράζεις.
Επιδειξιομανής; Έτσι όπως το πας, ναι.
Και μετά για τι σύνδρομο κατωτερότητας κι έλλειψη αυτοπεποίθησης μου λες;
Αφού μια χαρά νιώθεις.
Έβαλες μερικούς στόχους, τους πέτυχες.
Βάζεις κι άλλους, κάποιους πετυχαίνεις κάποιους όχι.
Όμως με όλους τους ανθρώπους έτσι είναι.
Όταν ο άλλος κάθεται και μιλάει όμως συνέχεια για ό,τι κάνει ασφαλώς και προκύπτει το γαμωερώτημα, για ποιον τα κάνει αυτά;
Για τον ίδιο ή για την εικόνα;
Κι εγώ για ποιον το κάνω.
Ε, για μένα αυτό είναι σίγουρο.
Είναι;
Ε είναι ρε μαλάκα..
Τότε κόψε την επίδειξη. Πήγαινε όπου θες, κάνε παρέα με όποιον θες, ή σάπισε όσο θες.
Χεστήκαμε.
Μη μας τα πρήζεις όμως με ό,τι κάνεις κωλοποζεράκι.
Και τώρα ξύπνα και ξεκίνα να φέρεσαι σαν άνθρωπος.

Και τώρα που το θυμήθηκα, πότε αντιστράφηκαν οι ρόλοι ρε;
Πότε έγινες εσύ αυτή που κράζεις; Κανονικότατα όμως.
Ηλίθια.
Ξύπνα λίγο.
Λες για δικαιώματα, διαφορετικότητες, ισότητες, ελευθεριακότητες και άλλες εντυπωσιακές ότητες που ακούγονται πολύ όμορφες. Και τις πιστεύεις κι όλας, δεν αντιλέγω.
Αλλά δεν υιοθετούμε συμπεριφορές που καταδικάζουμε, ηλίθια.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

default

Να θυμάμαι ότι το μπετόν στην Ελλάδα ξόφλησε.
Μεταλλικές και ξύλινες κατασκευές είναι λέει το μέλλον.
Ήξερες εσύ ότι το ξύλο έχει τεράστια αντοχή στη φωτιά;
Κι όμως.
Αρπάζει εύκολα, αλλά δε γίνεται αμέσως στάχτη.
Μπορεί να καίγεται για ώρες πολλές.
Και κάποιοι άνθρωποι έτσι είναι.
Όταν αρπάξουν για τα καλά, καίγονται και συνεχίζουν να είναι μέσα στη φωτιά.
Σαν πάσσαλοι καρφωμένοι στη γη.
Βέβαια, το ξύλο ρίζες δεν ξαναβγάζει στη γη.
Ενώ εμείς μετά τη φωτιά κάποια στιγμή ξαναριζώνουμε.
Η πιο ουσιαστική διαφορά μας βέβαια δεν είναι αυτή.
Είναι ότι εμείς οι ηλίθιοι μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα και να βγούμε από τη φωτιά.
( Έτσι λες; Κι αν είναι έτσι εσύ γιατί δε βγαίνεις;)

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

A cry for love

Ένα από τα πρώτα μαθήματα στη σχολή ήταν σχετικά με "το φόβο του λευκού χαρτιού". Αυτό το συναίσθημα που κοιτάζαμε το χαρτί και δεν ξέραμε τι να βάλουμε μέσα. Δε μπορούσαμε να σκιτσάρουμε τίποτα. Ενώ αν το χαρτί είχε πάνω μια μουτζούρα μπορούσαμε με ευκολία να προσθέσουμε και τη δική μας.
Πλέον το παθαίνω αυτό με τις λέξεις. Δεν ξέρω από που να ξεκινήσω. Φοβάμαι το λευκό χαρτί. Δεν ξέρω πως να συνεχίσω τις ιστορίες μου. Μένουν συνέχεια μισές. Φτιάχνω πρόσωπα στο μυαλό μου κι όταν αρχίσω να γράφω γι αυτά, φτάνουν όλα σε συναισθηματικό τέλμα και μένουν εκεί. Γιατί εκεί είμαι κι εγώ. Και για να βγουν χρειάζονται αγάπη. Απλά φοβάμαι να το συνειδητοποιήσω γιατί τότε ίσως και να μη βγουν ποτέ. 
Η αγάπη είναι στις πιο μικρές στιγμές- εκεί την καταλαβαίνουμε. Στις μεγάλες εκφάνσεις της δε μπορούμε να τη δεχτούμε γιατί δε μπορούμε να την καταλάβουμε.
Ή εναλλακτικά:
Βασικά έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε πότε προσφέρουμε αγάπη. Αλλά είμαστε τόσο αφοσιωμένοι σε αυτό που δε μπορούμε να αναγνωρίσουμε πότε μας προσφέρουν. Που περιμένουμε ότι κάποιος μας αγαπάει μόνο όταν το γράψει σε ένα πανό και μας το κολλήσει στο πρόσωπο, ή το βροντοφωνάξει μπροστά σε εκατό ανθρώπους. Κι ίσως ούτε τότε να μην τον πιστέψουμε.
Είμαστε όμως σίγουροι ότι ο άλλος καταλαβαίνει την αγάπη μας από το φλιτζάνι καφέ που θα του προσφέρουμε, ή από το άγγιγμα ή το βλέμμα μας και μόνο. Γιατί δε μπορούμε να δεχτούμε την αγάπη; Ίσως γιατί δεν προσπαθούμε να τη βρούμε γύρω μας. Ή μπορεί επειδή οι ίδιοι δεν προσφέρουμε αρκετή κι έτσι δεν αναγνωρίζουμε τις μορφές της.
Δεν ξέρω τι γράφω. Είναι γιατί αφού ξεπέρασα τον αρχικό φόβο του λευκού χαρτιού ξέφυγα πάλι.
Νιώθω ότι διοχετεύω τον εγωισμό μου σε λάθος καταστάσεις.
Νιώθω ότι αναλώνομαι για ανθρώπους που δεν αξίζει και δε θα το μάθουν και ποτέ, επειδή δε θέλω.
Νιώθω εξαντλημένη.
Νιώθω ότι όλοι γύρω μου βαριούνται να κουνήσουν το δάχτυλό τους κι εγώ τρέχω μαραθώνιους αν όχι με το σώμα τότε σίγουρα με τη σκέψη μου.
Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει επικοινωνία.
Επειδή σίγουρα υπάρχουν αναρίθμητοι άνθρωποι που νιώθουν σαν κι εμένα και που ποτέ δε θα έχουμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε ή να κάνουμε μαζί όλα εκείνα που οι άλλοι βαριούνται ή απαξιώνουν.
Όσο είμαι στην Αθήνα δεν έχω πάει ποτέ βραδινή βόλτα σε παραλία.
Κι ήταν τόσο όμορφα στην Κρήτη όταν περπατούσαμε στο λιμενοβραχίονα παρέα ή μόνη με τα ακουστικά μου.
Κι ας μη μου λείπει η Κρήτη τόσο. Μόνο σε στιγμές. Και σε ανθρώπους.
Μου λείπει σίγουρα αυτό, η θάλασσα. Να τη βλέπω, να την ακούω. Να περπατάω στην άμμο ξυπόλυτη κι ας φοράω μπουφάν, κι ας κάνει κρύο, κι ας είναι Μάρτιος μόλις.
Μου λείπει το σχολείο, κι η ξεγνοιασιά.
Και η εποχή που δεν είχα ευθύνες, μόνο λίγο διάβασμα και πολύ χρόνο και πολλές φωνές μέσα στο σπίτι και μερικά γαβγίσματα.
Είναι όμορφη η Αθήνα, αλλά μοναχική. Κι αυτή κι εγώ. Όχι ότι δε θα βγω, ή ότι δεν έχω φίλους ή ότι δε μ'αρέσει. Αλλά έχω εθιστεί σε εκείνες τις μοναχικές βόλτες που κάθε φορά με γαμάνε συναισθηματικά με όλα αυτά που σκέφτομαι και που παράλληλα μου δίνουν ζωή.
Πάλι για την Αθήνα κατέληξα να λέω.

Μου λείπει η θάλασσα.
Κι η αγάπη.

Μεγαλώνω και φοβάμαι.
Φοβάμαι επειδή μεγαλώνω.
Μεγαλώνω επειδή φοβάμαι.


Βοήθεια. Ή εναλλακτικά, αγάπη.

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Ρε έχω πιει πολύ σήμερα
και σου έστειλα και με έγραψες μαλάκα
Γενικά με έχεις γράψει μαλάκα
Ξέρεις τι γίνεται
Εγώ δεν είχα κανένα λόγο να το δω έτσι
Τα Χριστούγεννα φταίνε
που μιλούσαμε συχνά
και το επιδίωκες εσύ
Και μετά που γύρισα απλά σταμάτησες να το επιδιώκεις μαλάκα
Μετά που γύρισα με έγραψες
Ε κι εγώ έφαγα σκάλωμα
Ε κι ακόμα να συνέλθω
θα μου περάσει
Σιγά μη σέρνομαι πολύ καιρό για σένα
Απλά ρε γαμώτο..
Ξέρεις ότι σε θέλω
πολύ
Και θέλω να είμαι μαζί σου
Να περπατάμε
Και να μιλάμε
Και να είσαι λίγο γλυκός και λίγο τρυφερός
που σπάνια ήσουν
Κι ακόμα πιο σπάνια μαζί μου
Αλλά δεν περνάει μέρα που να μη σε σκεφτώ την τύχη μου
Θέλω μόνο να βγεις από το μυαλό μου.
.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Κενό332

7.39
Νιώθω σαν να είναι 5 το πρωί.
Συνήθως έτσι νιώθω όταν είναι 5 το πρωί.
Κι έχω ξενυχτήσει με ρεμπέτικα και Θανάση.
Θέλω να πιω.
Πολύ.
Να μη νιώθω.
Ο καπνός μου έχει ξεραθεί.
Τον έχω ένα τρίμηνο τώρα.
Δε μπορώ να ισορροπήσω.
Δεν υπάρχει μέση κατάσταση.
Μέρες σε τάξη και μέρες στο χάος.
Κι εγώ ανάμεσα.
Κι έχω καιρό να γράψω για το εγώ.
Συνήθως είμαι στο εσύ, εσείς...εμείς ;
Το πολύ να είμαι στο εκείνη όταν πρόκειται για μένα.
Αλλά τώρα εγώ.
Εγώ θέλω να πιω μέχρι να μη νιώθω τίποτα.
Να αδειάσω κάθε συναίσθημα.
Να σταματήσω να νοιάζομαι.
Για όλα. 
Και σχολές και γκόμενους και ιδέες...
Α, οι ιδέες.
Ίσως υπάρχει κάτι ακόμα...

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

θυμάρι

Πρέπει να σταματήσεις να σκέφτεσαι τόσο, κοριτσάκι, θα το κάψεις-και δεν είναι ότι σου περισσεύει κιόλας.  Οι λέξεις είναι ένα μπερδεμένο σύννεφο στο κεφάλι μου, κι είναι ακόμα μόνο λέξεις.
γκρι.
Χτες μου είπες ότι δε γράφω πια για σένα.
Μα ούτε εσύ γράφεις για μένα. Ούτε εσύ σκέφτεσαι εμένα.
Προχωράς, προχωράω και έτσι συνεχίζεται η ζωή.
Δύο ευθείες έχουν είτε ένα, είτε άπειρα κοινά σημεία.
Εμάς νομίζω ότι ήταν ένα.
Μπορεί να φάνηκε ότι διήρκεσε σαν άπειρα, αλλά όχι. Ήταν ένα.

Το παρελθόν το κρατάμε, αυτό είναι ό,τι είμαστε.
Τι πάει να πει σ'αυτή τη γλώσσα τη βουβή βαστάω γερά κρατάω καλά
Και στο τέλος της μέρας εμείς είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να κάνουμε αυτοκριτική.

Για πες λοιπόν, είσαι εντάξει με τον εαυτό σου;
Κοιμάσαι ήσυχος τα βράδια γιατί είσαι ηθικός και δεν κλέβεις, δε χτυπάς και δεν απατάς την κοπέλα σου. 
Αλλά η ηθική σου σταματάει στα μικροπροβλήματα της καθημερινότητας.
Πόσο ηθικό είναι να θαλασσοπνίγονται άνθρωποι;
Πόσο ηθικό είναι να σε εκμεταλλεύονται;
Κάνε την εκμετάλλευση του άλλου δική σου κι ίσως νιώσεις.
Ίσως τα βράδια να μην κοιμάσαι τόσο ήσυχα.
Ίσως να σταματήσεις να νιώθεις ολοκληρωμένος ηθικά επειδή το μόνο που κάνεις είναι να μην κλέβεις, να μη χτυπάς, να μην προσπαθείς για τίποτα άλλο πέρα από τις δικές σου ιδιοτελείς ανάγκες.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

λέξεις που διαβάζονται το ίδιο κι απ'τις δυο κατευθυνσεις

Γεια
έχεις κοιτάξει τον εαυτό σου στον καθρέφτη σήμερα;
πίσω σου θα δεις μια σκιά
χα, μαλάκα κοίταξες
ξέρω ότι φοβάσαι τις σκιές
μα αυτή πια όταν γύρισες να κοιτάξεις είχε φύγει απ'την πλάτη σου
Ήταν μέσα σου μαλάκα
Σε κατάπινε, κι εσύ δεν είχες πάρει χαμπάρι.

Έχεις κοιτάξει τον εαυτό σου στον καθρέφτη σήμερα;
Εγώ δεν ήθελα καθρέφτες στο σπίτι μου.
Όμως το μπάνιο έχει, κι έτσι κάθε πρωί παίρνω μια δόση απογοήτευσης
Σαν να έχω πλέον εθιστεί στην απογοήτευση
Σαν να μη μπορώ χωρίς αυτήν
Αντίδοτο είναι η αυτολύπηση,
όμως το κατάστημα 'καρδιά' δε διαθέτει από δαύτη.

Κάποιες φορές, όπως σηκώνω τα μάτια μου και με κοιτάζω,
πριν πλύνω το πρόσωπό μου,
τα φαντάζομαι να λάμπουν,
όπως έλαμπαν όταν σε κοίταζα- κι έπειτα χαμογελούσα.
Μα τώρα δε χαμογελάω γιατί φοβάμαι μη κάποιος ερωτευτεί το γέλιο μου
-όχι ότι είναι όμορφο-
Απλά φοβάμαι.
Γιατί μετά, αν δεν το ερωτευτεί ίσως το κάνω εγώ
Ίσως χαθώ μόνη μου μέσα μου
Κι αν αφαιρώ από τον εαυτό μου
μένω κενή




γαμώτο, είμαι ήδη.



Εσύ, τι φοβάσαι;

Είναι που εγώ φοβάμαι να φεύγω ενώ εσύ θέλεις μόνο να φεύγεις
Είναι που κανείς μας δεν ξέρει τι θέλει
Είναι που οι μέρες αυτές είναι παράξενες
Λίγο γλυκές, σε στιγμές
Πολύ μοναχικές, από επιλογή
Ξέρω ότι αν βγω, εκείνοι θα είναι εκεί
Ακόμη ξέρω ότι εγώ δε θα'μαι εκεί
Θα ταξιδεύω σε σένα κι ας μην ξέρω ποιος είσαι
Θα σε έχω ανάγκη αλλά θα σε κοιτάω και θα βλέπω το κενό
Γιατί θα σε ψάχνω παντού
Θα γνωρίζω ανθρώπους λίγο ή πολύ
Και θα ψάχνω εσένα, θα προσπαθώ να βγάλω εσένα από μέσα τους
Κι ας μην ξέρω ποιος είσαι, μωρό μου
Ας μην ξέρω πως είσαι
Ξέρω μόνο ότι μου λείπεις
Νιώθω μόνο την απουσία σου, κι ας μη σ'έχω γνωρίσει ακόμη
Θα σου γράφω και θα σε αγκαλιάζω κι ας μην έρθεις ποτέ
Μπορεί να έρθεις και να μη σε γνωρίσω γιατί.
Θα σε ρουφήξει το κενό μου
Είναι τόσο μεγάλο που καταπίνει ό,τι κάνω
Έτσι νιώθω για πολλή ώρα τη γεύση της τροφής στον ουρανίσκο
Αλλά μετά κι αυτή ξεθωριάζει
Μετά όλα ξεθωριάζουν
Κι εσύ, μωρό μου,
αφού σε έχει ρουφήξει το κενό μου
Αφού,
αυτή τη φορά θα έχω φύγει εγώ.
Κι ας φοβάμαι να φεύγω.