Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Day_Delete: Το αίτημά σας βρίσκεται σε εξέλιξη.

  Γιατί σχεδόν πάντα οι άνθρωποι τα παρατούν; Γιατί δεν επειδιώκουν αυτό που θέλουν με οποιοδήποτε κόστος; Επειδή ίσως δεν το θέλουν αρκετά. Ή επειδή δεν έχουν μάθει να το κάνουν. Αντιθέτως, έχουν μάθει να υπακούν, να συμβιβάζονται. Είναι εγωιστές απέναντι σε όλα αυτά που δεν πρέπει να είναι, και υποχωρούν μπροστά σε αυτά που δε θα έπρεπε. (εκτός κι αν δε θέλουν να προσπαθήσουν αρκετά).
  Είχα πει πως θα προσπαθούσα να μην ελπίζω, να μην ξαναπέσω σ'αυτήν την παγίδα που λέγεται "προσδοκίες". Μάταιος κόπος. Είναι στη φύση του ανθρώπου να ελπίζει. Είναι στη φύση τη δική μου να μυρίζω το άρωμά σου στον αέρα και να νομίζω ότι έφτασες ενώ εσύ δεν έχεις ξεκινήσει ακόμη. Και δε σκοπεύεις να ξεκινήσεις και ποτέ. 




*Πού να σε βρω;

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Εσύ πού χάθηκες, όμως;

Όταν χάνεσαι στην πόλη μελαγχολείς.
Όταν χάνεσαι στις σκέψεις σου μελαγχολείς.
Όταν χάνεσαι στην καθημερινότητα μελαγχολείς.
Δε μπορείς να χαθείς αλλού.
Τα όνειρά σου έχουν χαθεί.
Οι ελπίδες και οι στόχοι σου το ίδιο. 
Πώς λοιπόν θα τα βρεις και θα χαθείς μέσα σε αυτά;
~
 Χάνομαι στα μαθήματα και τα βιβλία, μια χρονιά είναι, λένε όλοι, θα περάσει. Σαφώς..αλλά μέχρι τότε; Το θέμα είναι να περάσει και να βγούμε αλώβητοι, όχι να μας αφήσει πληγές.
~
Εκείνη χάνεται σε παραλίες κάπου μακριά. Ζει ελεύθερη και μας ξεχνάει πιο πολύ μέρα με τη μέρα.
Ποια;
Η ηλικία μας. Είμαστε όλοι τόσο νέοι κι όμως έχουμε πειστεί πως γεράσαμε απότομα έχοντας μείνει ανώριμοι για πάντα ταυτόχρονα.
Και μόνο στα όνειρά μας, κάπου μακριά, χανόμαστε ελεύθεροι. Μαζί.
~
Κάποτε χανόμουν στο γέλιο και τα μάτια σου*
~
Τα Σαββατόβραδα χανόμαστε χωριστά και μαζί. Σε παρέες, μουσικές, και δρόμους που θα θέλαμε να έχουμε ο ένας τον άλλο δίπλα του. Σε τσιγάρα που θα θέλαμε να καπνίζουμε μαζί. Να ξέρεις όμως, ποτέ δεν τελειώνω το τσιγάρο μόνη μου, αφήνω πάντα το μερίδιο το δικό σου. Παρατάω κάπου το μισοτελειωμένο τσιγάρο και φεύγω, ελπίζοντας πως θα περάσεις λίγο μετά από μένα και θα το καπνίσεις. Κι έτσι χάνομαι ελπίζοντας.
~
Κι ο άνθρωπος τελικά αυτό που πάντα θα θέλει είναι να χάνεται στο χρόνο. Κάποιοι θέλουν να πάνε μπροστά, βιάζονται να μεγαλώσουν, να διασχίσουν τα γεγονότα χωρίς να τραυματιστούν, να στιγματιστούν. Άλλοι πάλι θέλουν να χαθούν κάπου στο παρελθόν. Σε καλοκαίρια ανέμελα, φιλιά μέσα στη θάλασσα, νύχτες με παρέα, μπύρες και παιχνίδια στην παραλία, σχολικές γιορτές και γέλια να αντηχούν παντού σε έναν παραλιακό δρόμο. Αυτό αποζητάμε τελικά οι πιο πολλοί, να χαθούμε κάπου πίσω, σε μυρωδιές και χρώματα και μουσικές που έχουμε ξαναβιώσει, που δε θέλουμε να ξεθωριάσουν. Μας αρέσει το παλιό, το γνώριμο και ασφαλές παρελθόν μας. Φοβόμαστε να ρισκάρουμε και να χαθούμε στη ζωή και το παρόν μας.

~
Κι όμως πάλι σε ζητώ σε μια πόλη γύφτισσα εσύ χάθηκες ξανά και έμεινες αλήτισσα κι όμως πάλι σε ζητώ σε μια πόλη γύφτισσα εσύ έφυγες μακριά και χάθηκες αλήτισσα , που λέει κι ο Μπάμπης.
~
Μου λείπεις. Θέλω μόνο να χαθώ μέσα στην αγκαλιά σου, και μετά να χαθούμε κάπου μαζί. Δε με νοιάζει το που, ή το πως, με νοιάζει το να χαθώ με(σα σε) εσένα.


Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

-Εσύ τι κάνεις όταν πιέζεσαι;

-Εσύ τι κάνεις όταν πιέζεσαι;  τους ρώτησα..Έναν έναν χωριστά, για να μην ξέρουν ο ένας την απάντηση του άλλου.

- Κλείνομαι στον εαυτό μου, απάντησε μια κοπέλα.
-Ξεσπάω στους άλλους, είπε μια άλλη.
-Δεν δίνω σημασία κι έτσι δε φτάνω στο σημείο να πιεστώ.
-Τίποτα είπε με έναν ερωτηματικό τόνο η τέταρτη.
-Κλαίω ή ξεσπάω στον εαυτό μου, είπε η τελευταία κοπέλα.
-Μελαγχολώ, ζητάω διάφορες γνώμες για το τι να κάνω, μου απάντησε το ένα αγόρι.
-Προσπαθώ να βρω μια λύση σε αυτό που με πιέζει, είπε το δεύτερο αγόρι.

Το τρίτο αγόρι δε θα χρειαστεί να το ρωτήσω.
Ξέρω από πριν πως η απάντησή του θα είναι πανομοιότυπη με τη δική μου.
Όπως οτιδήποτε δικό το μοιάζει με κάτι δικό μου, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να είναι και τελείως διαφορετικά. Αλλά αυτό με ελκύει σε αυτόν, η αρμονία μεταξύ μας, που ακόμα κι οι αναταραχές της είναι αρμονικές.


 -Εσύ τι κάνεις όταν πιέζεσαι;
-Φεύγω. Θα λέγαμε εγώ κι εκείνος με μια φωνή και μετά θα γυρίζαμε αλλού τα βλέμματά μας και θα αποχωρούσαμε προς τις αντίθετες κατευθύνσεις.

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Υπομονή στο +∞

Δεν πρόλαβε να φύγει το καλοκαίρι κι εγώ νιώθω λες και μπήκε χειμώνας και μάλιστα πολύ απότομα. Όχι ότι άλλαξε ο καιρός. Ούτε φταίει τόσο το σχολείο που ξανάρχισε, ή τα μαθήματα που θυμίζουν βροχή στο ξέσπασμά της, έτσι απότομα που έρχονται κατά πάνω μου. Φταίει μάλλον η διαφορά ανάμεσα στο "τώρα" και στο "πριν". Στη μελαγχολία που φέρνει το φθινόπωρο με το όνομά του και μόνο. Ενώ το καλοκαίρι -ακόμα κι όταν είναι μελαγχολικό- σε κάνει να χαμογελάς και να νιώθεις πως οποιοδήποτε πρόβλημα είναι προσωρινό, θα περάσει και θα φύγει. Τώρα είναι λες και ανύπαρκτα και υπαρκτά προβλήματα σωριάζονται το ένα πάνω στο άλλο και όλα μαζί πάνω σου. Δεν ξέρεις τι έχεις. Θέλεις να φύγεις. Θέλεις να τελειώσει πριν καν αρχίσει. Να τρέξεις κάπου μακριά. Σε μια παραλία μερικά μόνο χιλιόμετρα μακριά.
Μια παραλία που από άποψη τοπίου δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο. Ούτε έχεις κάποια τόσο διαφορετική ανάμνηση. Όταν τη σκέφτεσαι όμως σου φέρνει στο μυαλό δεκάδες διαφορετικές μικρές στιγμές, που όλες μαζί υφαίνουν ένα παζλ από χαμόγελα. Ένα χρόνο πριν έφυγες για πρώτη φορά και είπαμε πως όταν ξαναγυρίσεις θα ξαναπάμε σ'αυτή την ακτή. Μετά ξαναήρθες, ξαναέφυγες, ξαναήρθες, ξαναέφυγες, ξαναήρθες, ξαναέφυγες, ξαναήρθες...και τώρα ετοιμάζεσαι να φύγεις. Και κάθε φορά που έρχεσαι και φεύγεις εμείς αναναιώνουμε την υπόσχεσή μας, αναβάλουμε την επίσκεψή μας εκεί για την επόμενη φορά που θα έρθεις. Ίσως πράγματι η επόμενη φορά που θα έρθεις να είναι κι αυτή που τελικά θα πραγματοποιήσουμε την εκδρομή αυτή, οι δυο μας. Ίσως όμως και να μην ξαναπάμε ποτέ μαζί. Το σίγουρο είναι πως αυτή η αναβολή είναι λες και σου δίνει μια δύναμη. Κάτι να ελπίζεις. Έστω και τόσο ασήμαντο. Κάτι να περιμένεις... κι ο χρόνος να φεύγει λίγο πιο ευχάριστα.




*Θέλω να με κρατάς για πάντα
Να χάνομαι μες στα δυο σου μάτια*



*είσαι.χαζό.*

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Σεπτέμβριος -όμως σίγουρα δεν είναι ο φετινός-

Με κοιτάς στα μάτια κι ακόμα και τόσο καιρό μετά νιώθω αυτή την ένταση, αυτή τη φλόγα. Είναι σαν να ξεγυμνώνεις το σώμα και την ψυχή μου με το βλέμμα σου. Ύστερα γυρίζεις το βλέμμα στο βιβλίο σου. Τελευταία διαβάζεις βιβλία. Δεν το συνήθιζες. Φτιάχνω καφέ. Ξεχνιέμαι και βάζω ζάχαρη, πολλή. Προσθέτω και γάλα. Έτσι πίνεις τον καφέ σου, γλυκό με γάλα. Τον αφήνω μπροστά σου στο τραπεζάκι που ακουμπάς το βιβλίο σου. Φτιάχνω ένα δεύτερο καφέ προσπαθώντας να συγκεντρωθώ και να μη βαλω ζάχαρη, εξάλλου πάντα σκέτος είναι ο δικός μου καφές. Τα καταφέρνω. Πατάω το κουμπί του κασετόφωνου κι εσύ γελάς καθώς σκέφτεσαι τη μανία μου με τις κασέτες στην εποχή της ψηφιακής μουσικής, ενώ ο jim morrison υμνεί τους παράξενους ανθρώπους. Μου ζητάς να αλλάξω κασέτα και βάζω Τρύπες. Αυτή τη φορά δε διαμαρτύρεσαι. Παίρνω το βιβλίο σου και το ακουμπάω στο τραπεζάκι δίπλα στο φλιτζάνι με τον νες, ενώ σου σιγοτραγουδάω "ο καφές σου έχει κρυώσει και το ράδιο κλειστό τώρα για μέρες" κι εσύ λες πως κάνω λάθος αφού το ράδιο μόνο κλειστό που δεν είναι στο δικό μας σπίτι. Βγάζεις το πουλόβερ μου και μένω με το φανελάκι. Παραπονιέμαι ότι κρυώνω και με τραβάς μέχρι το κρεβάτι. Πετάς πάνω μου το πάπλωμα, μπαίνεις κάτω από αυτό και με γαργαλάς μέχρι να τσιρίξω τόσο που θα ξυπνήσει όλη η πολυκατοικία. Το δαλματίας σκυλάκι της από κάτω γαβγίζει για συμπαράσταση. Με φιλάς ενώ βγάζω το πουκάμισό σου. Κι έπειτα νιώθω τα πυροτεχνήματα να διέπουν το σώμα μου, όπως στο sims 2. Σκέφτομαι ότι μας έφτιαχνα καφέ για να διαβάσουμε για την εξεταστική κι εσύ θέλεις να με παρασύρεις και να κοιμηθώ. Σε σφίγγω πάνω μου ενώ βάζεις ξυπνητήρι για να προλάβουμε την ανατολή, όπως κάθε ξημέρωμα Κυριακής. Παραπονιέμαι ότι θέλω να αλλάξουμε πλευρές για να μπορώ να σε βλέπω όσο κοιμάσαι και μου λες ότι δεν έχουν νόημα τα λόγια μου αφού θα κοιμηθώ πάλι πρώτη.
-Όταν κοιμάσαι χαμογελάς, κοριτσάκι. λες.
Σε αγγαλιάζω και με τα πολλά δέχεσαι να αλλάξουμε πλευρές. Σε αγκαλιάζω ξανά. Πιο σφιχτά. Παραπονιέσαι και γελάω.
-Το πρωί έχει διάβασμα όμως, εξεταστική δεν έχουμε;
-Το πρωί βλέπουμε, κοριτσάκι. Για τώρα, καληνύχτα!
-Καληνύχτα καρχαριάκι μου. σου λέω, κι εσύ μου δαγκώνεις το μάγουλο δείχνοντας ότι επάξια κέρδισες τον τίτλο σου.

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013



                                                                                                                                                                                                                     Β

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Υπομονή λίγο ακόμα:)

Μία βδομάδα μαθήματα ακόμα και μετά καλοκαίρι και για μας τους υποψήφιους (πόσο περίεργα ακούγεται αυτή η λέξη όμως...)   :)



Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Ανάφλεξη στο Βλέμμα σου μωρό μου

Νιώσε το ρίγος να σε διαπερνάει όταν σου ψιθυρίζω τις λέξεις που φοβάσαι.
Δεν είναι παγωμένο όπως αυτό που αφήνει η ανάσα σου στο λαιμό μου.
Είναι πύρινο, σε καίει σε κάθε σημείο, είτε σε ακουμπάω είτε όχι. Σε ακουμπούν οι λέξεις μου, οι κραυγές μου, τα συναισθήματα και τα βλέμματά μου, το γέλιο μου.
Ακόμα δεν ξέρω αν εγώ είμαι η φωτιά κι εσύ ο πάγος ή εσύ η φωτιά μου κι εγώ το νερό.
Ακόμα κι αν δεν είμαστε τίποτα από αυτά σίγουρα υπάρχουν κάπου ανάμεσα στη γαλήνη μου και στο δάκρυ σου ή στην ηρεμία σου και στις δικές μου νευρικές εξάψεις.
Ήθελα καιρό να σου πω αυτό που ανέφερα χτες. Είναι στιγμές που μιλάω ακατάπαυστα και ξαφνικά με κοιτάς, χωρίς να πεις τίποτα συχνά, απλά με κοιτάς και ξεχνάω τα λόγια μου. Δεν ξέρω που βρίσκομαι, τι έλεγα ή τι θέλω να πω, τι ρόλο έχω σε αυτόν τον κόσμο και που πρέπει να πάω μετά. Μετά θυμάμαι ότι πρέπει να αναπνεύσω και είναι συγκλονιστικό, γιατί μετά είσαι ακόμα εκεί, και με κοιτάς με αυτό το βλέμμα και τελικά, τελικά..
Μάλλον θέλω να πατήσω το κουμπάκι του αναπτήρα και να βάλω φωτιά σ'όλες τις χάρτινες σκέψεις γύρω μας γιατί ξέρω ότι εσύ θα σβήσεις τη φωτιά μου πριν μας κάψει..





Υ.Γ.Δες στα μάτια μου φωτιές που κυματίζουν θάλασσες.


Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

"Άσε τον εαυτό σου πιο ελεύθερο, κοριτσάκι."

Το κεφάλι μου θέλει να σπάσει. Κάθομαι στη μαύρη καρέκλα του γραφείου μου και καταλαβαίνω πως το ποσοστό στο οποίο πιέζω τον εαυτό μου είναι μηδαμινό μπροστά σ'αυτό που θα ακολουθήσει. Φτιάχνω καφέ. Πότε συνήθισα εγώ στον καφέ; Δεύτερος για σήμερα. Κλείνω τα μάτια μου και δίνοντας φόρα στην καρέκλα με τα χέρια μου την αφήνω να γυρίζει γύρω από τον εαυτό της με εμένα πάνω. Ανοίγω τα μάτια μου σε τυχαία σημεία της διαδρομής και ξέρωαπό πριν τα ανοίξω σε ποιο κομμάτι του δωματίου θα μπορώ να δω. Άσε τον εαυτό σου πιο ελεύθερο, σου λέω συχνά. Τώρα χρειάζεται να το πω και στον εαυτό μου όμως. Κοριτσάκι σε παρακαλώ, χαλάρωσε. Ενώ η καρέκλα συνεχίζει να στροβιλίζεται εγώ ανοίγω απότομα τα μάτια μου και τα καρφώνω στο κατάλευκο ταβάνι. Ζαλίζομαι. Λίγα δευτερόλεπτα μετά παρατηρώ ότι τελικά είναι κι αυτό σημαδεμένο-εξάλλου τίποτα δεν είναι κατάλευκο ή κατάμαυρο στη ζωή. Γκρίζες σκιές, από το φωτιστικό και τα έπιπλα. Στροβιλίζομαι πιο γρήγορα προσπαθώντας να εξαφανίσω τις σκιές και να επιστρέψω στο λευκό. Θυμάμαι μικρή που ανέβαινα στο μύλο, στις παιδικές χαρές, ή που έτρεχα γύρω από αυτόν για να τον γυρίζω. Τώρα οι περισσότερες παιδικές χαρές δεν έχουν πια μύλους, ή γυρω-γύρω-όλοι, μόνο κάτι σκέτες μουντές ξύλινες κούνιες. Τεχνοκρατικές και γκρίζες. Άντε και καμιά τραμπάλα. Θα μου πεις δεν πάνε και πολλά παιδιά πια στις παιδικές χαρές για να φροντίζουμε για τη συντήρησή τους. Τώρα κλεινόμαστε όλο και από μικρότερη ηλικία στα διαμερίσματα και στις ηλεκτρονικές συσκευές μας, προσπαθώντας να αποφύγουμε τους εαυτούς μας. Κι όσο μεγαλώνουμε και αναγκαστικά βγαίνουμε στον κόσμο, ξεκινάμε να δίνουμε αξία στις λέξεις. Όμως ποτέ δε μάθαμε. Μιλάμε για ελευθερία με το να ανεβάσουμε σε κάποιο ιστότοπο μια φωτογραφία που γράφει πάνω "freedom". Μιλάμε για ειλικρίνια και μέρα με τη μέρα κορο'ι'δεύουμε όλο και πιο πολύ τους ίδιους τους εαυτούς μας. Μιλάμε για αγάπη και σκορπάμε λέξεις σε καταστάσεις κι άτομα με αξία μηδαμινή. Βιώνουμε έρωτες κενούς παντελώς, χωρίς όχι απλά περιεχόμενο, αλλά και χωρίς υπόσταση γενικώς. Κάποιες στιγμές βγαίνουμε από το λήθαργο. Ζούμε κάποιες στιγμές. Ένα όμορφο βράδυ σε μια ταράτσα με γέλια, ένα άλλο με αγκαλιές, μια βόλτα στο λιμάνι ή μια ολοήμερη εκδρομή κάπου κοντά, ίσα για το διαφορετικό. Κι όταν καταλαβαίνουμε ότι αυτές οι στιγμές αξίζουν αντί να το εκμεταλλευόμαστε και να τις πολλαπλασιάσουμε απογοητευόμαστε και σταματάμε. Νομίζουμε πως δε μπορούμε να το κάνουμε πια. Πως δε μπορούμε να είμαστε αρκετά ελεύθεροι, αρκετά αυθόρμητοι ή αρκετά αστείοι. Οι καταστάσεις μας αλλάζουν, κι εμείς αντί να αγαπάμε τον εαυτό μας νομίζουμε ότι τον έχουμε χάσει, ποσπαθούμε συνέχεια "να βρούμε τον εαυτό μας" γυρίζουμε στο παρελθόν και καταλήγουμε σε ακόμα περισσότερα αδιέξοδα.
Και σήμερα ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι ο Ιούλιος άλλης μιας χρονιάς τελειώνει. 
Είναι σαν να βλέπω ένα τραίνο να περνάει. Να περιμένω σε μια στάση αγκαλιά με ένα βιβλίο και να βλέπω τρένα να έρχονται και να φεύγουν. Το μόνο που αλλάζει στο σκηνικό είναι το βιβλίο. Τη μια το λένε μαθηματικά, την άλλη φυσική, την άλλη καλοκαίρι, την επόμενη γέλιο, χαρά, δάκρυα, χρώματα,μυρωδιές,σύννεφα,ταξίδια,ΑΟΔΕ,φωτογραφίες,τραγούδια δικά μας και άλλων,φιλιά, ζωή. Αυτό είναι τελικά το βιβλίο, η ζωή.
Και ο καθένας γράφει το δικό του.
Ίσως να νομίζει σαν κι εμένα πως κάθεται στο σταθμό και απλά περιγράφει ότι βλέπει να διαδραματίζεται μπροστά του. Ίσως να καταλάβει κάποια στιγμή πως πράγματι σ'όλα αυτά τα τρένα επιβιβάστηκε κι ο ίδιος, ταξίδεψε, αγάπησε. Απλά χρειάστηκε κάποιες φορές να γυρίσει στην αφετηρία. Ξέρεις τι πρέπει να κάνουμε; Να κρατάμε λίγο περισσότερο τις στιγμές από τα ταξίδια και λίγο λιγότερο αυτές από την αναμονή..Και κυρίως να ταξιδεύουμε πιο πολύ, πιο συχνά, πιο έντονα.
 



Η καρέκλα σταμάτησε να γυρίζει και  επιστρέφω στο γραφείο και το διάβασμά μου.
Άσε τον εαυτό σου πιο ελεύθερο, κοριτσάκι.

 
Καλό μεσημέρι:)


Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

Σημείωση#1 (Καλοκαίρι;)


#Να θυμηθώ κάποια στιγμή ότι είναι καλοκαίρι.
Κι ότι δε θα είναι για πολύ ακόμα καλοκαίρι.
Και να εκτιμήσω αυτά τα βράδια μετά το διάβασμα που περπατάμε μαζί στο λιμάνι.
Γιατί το χειμώνα κάτι τέτοια βράδια θα μου λείπουν πολύ.
Γιατί τότε η πίεση θα πολλαπλασιαστεί και το γέλιο σου δε θα έχω το χρόνο να το προκαλώ τόσο συχνά.#

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Θα αργήσω στο μάθημα στις εννιά νομίζω..

Τρέχουμε και μου κρατάς το χέρι. Τα κολονάκια του δρόμου περνούν κάτω απ'τις ενωμένες παλάμες μας. Εσύ χαμογελάς όλο και πιο έντονα κι εγώ νιώθω ότι ξυπνάω. Προφανώς και ήταν όνειρο.
Γιατί εσύ δεν έχεις αντοχές να τρέχεις και εγώ δε σε παίρνω από το χέρι για να σε αναγκάσω γιατί φοβάμαι μη σε πιέσω και τότε μπορέσεις να τρέξεις για να φύγεις μακριά μου.
Γιατί εσύ δε χαμογελάς συχνά πια, για την ακρίβεια χαμογελάς πολύ σπάνια με εκείνο το όμορφο πραγματικό σου γέλιο, αυτό που φτάνει ως τα μάτια σου και τα κάνει να φαίνονται ακόμα πιο φωτεινά απ'ότι είναι.
Θέλω να σε πάρω τηλέφωνο να σου πω μόνο ένα καλημέρα, να ακούσω τη νυσταγμένη φωνή σου να μου λέει "καλημέρα χαζή", γιατί ξέρω ότι αυτό θα μου αρκεί για να βγάλω όλη τη μέρα με τα μαθήματα και το διάβασμα*. Κι όμως ξέρω ότι είναι άδικος κόπος. Ο συνδρομητής που καλέσατε έχει πιθανόν το τηλέφωνό του απενεργοποιημένο. Παρακαλώ καλέστε αργότερα.
Πιστεύω ότι θα είχε λίγο περισσότερο σασπένς αν κάπου κάπου με έψαχνες κι εσύ. 
Ίσως σε κάποιο όνειρό σου, μέσα στο φλυτζάνι του καφέ που δεν πίνεις, κάπου μπροστά στα κάγκελα της ταράτσας σου, ή ίσως και στις διάφορες στιγμές στο μυαλό σου.
Ίσως αυτό να έφερνε ξανά κάποιες στιγμές το χαμόγελο αυτό στα χείλη και τα μάτια σου, ίσως μετά να ήθελες να τρέχουμε και να μου κρατάς το χέρι και τα κολονάκια του δρόμου να περνούν κάτω απ'τις ενωμένες παλάμες μας. Εσύ τότε θα χαμογελάς όλο και πιο έντονα κι εγώ θα νιώθω ότι ξυπνάω, ότι νιώθω κάθε στιγμή και πιο ζωντανή.



*(ΠΠΠ σου λέει μετά..Περίοδος Προετοιμασίας Πανελληνίων).

Καλημέρα=)

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Χρυσόψαρα, πάλι.

-Ήξερες πως ήμουν. 
  Λες. Και το επόμενο πράγμα που ακούω είναι το τουτ της γραμμής που κλείνει. Πολύ πιο ενοχλητικός ήχος από την οποιαδήποτε σιωπή. Ήξερα πως ήσουν, ξέρω πως είσαι. 
Με ενοχλεί όμως να περιμένεις να γίνω κάποια που δεν είμαι. Να περιμένεις να σε βλέπω με τους δικούς σου όρους, να κάνω οτιδήποτε με τους δικούς σου όρους, να σε κυνηγάω κι εσύ να φεύγεις όλο και πιο μακριά. 
  Το θέμα είναι ακριβώς το ότι ήξερα πώς είσαι. Ήξερα πόσο νοιαζόσουν για μένα, ήξερα πόσο λάτρευες το χαμόγελό μου-σχεδόν όσο λατρεύω εγώ τα μάτια σου-, και ήξερα όχι επειδή μου τα έλεγες όλα αυτά, αλλά επειδή τα έδειχνες. Επειδή αν περνούσε κάποιο βράδυ χωρίς να μιλήσουμε ένιωθες την απουσία μου, μισούσες την απουσία μου. Επειδή προσπαθούσες να βρεις χρόνο για μένα. Προσπαθούσες να βρεις χρόνο για να ακούσεις ακόμα και τα παράπονά μου, έψαχνες την κατάλληλη βλακεία που θα με έκανε να γελάσω.
  Και δεν ξέρεις πόσο σε λάτρεψα μέσα από όλα αυτά. 
Γιατί κάπου ανάμεσα στις μεταμεσονύκτιες συνομιλίες μας στο σκάιπ και στα βράδια που πέρασα στην αγκαλιά σου σε μια ξαπλώστρα νομίζω ότι σε ερωτεύτηκα. Ξανά. Από την αρχή. Πιο δυνατά και τελείως διαφορετικά.
Και κάθε λεπτό που εγώ σε ερωτευόμουν πιο πολύ εσύ γλιστρούσες όλο και πιο πολύ σε μια άβυσσο που μόνος σου έφτιαξες. Κι εγώ προσπαθούσα να σε τραβήξω και κάποιες φορές τα κατάφερνα, όμως μετά πάλι χανόσουν ακόμα πιο βαθιά. Κι έτσι, προκειμένου κάθε φορά να σε τραβήξω για λίγα λεπτά στο φως χανόμουν μερικές ώρες στην άβυσσό σου. Και δε με πείραζε, ακόμα δε με πειράζει. Είναι φορές που θα ήθελα να σου δώσω τη ζωή μου γιατί ξέρω πως εσύ θα την εκτιμούσες πιο πολύ από μένα όπως θα εκτιμούσα εγώ τη δική σου πιο πολύ από εσένα.
  Κι οι στιγμές που ήξερα περισσότερο από ποτέ πως είσαι είναι αυτές που μου έλεγες πως σου λείπω, γιατί ήταν σπάνιες. Μα όταν το έλεγες ήταν σαν η φωνή σου να ζεσταινόταν ξαφνικά, όπως όταν με είπες "μωρό μου", κι ας ήταν δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Κι ας είπες εκείνη τη φράση κάποια στιγμή που δεν έλεγχες τον εαυτό σου, γιατί αν τον έλεγχες δε θα το είχες ξεστομίσει ποτέ.  Όπως και τη φορά που μου είπες ότι με αγαπάς, ήταν η πρώτη φορά που σε είδα χωρίς να έχεις συναίσθηση των πράξεών σου. 
  Ήξερα πως ήσουν, απλά ίσως υπερεκτιμώ τις δυνατότητές μου να εμφανίζω μαγικά μια υπέροχη εικόνα του κάθε ανθρώπου. Ίσως τη δική σου μπορώ να την κάνω ορατή στους άλλους και σε εσένα τον ίδιο πολύ σπάνια. Όμως εγώ την έχω δει τόσες φορές, όσες είναι κι οι φορέ που με έχεις πει χαζή. Ξέρεις όταν σε σκέφτομαι να μου μιλάς πάντα απευθύνεσαι σε μένα ως "χαζή" με εκείνο τον ψιλοειρωνικό σου τόνο, είναι λες και απεχθάνεσαι το όνομά μου ή το κρατάς μόνο για τις περιπτώσεις που είσαι πολύ θυμωμένος μαζί μου.
  Και μπορεί τον θυμό σου να τον αντέχω, αυτή την αδιαφορία σου όμως όχι. Αυτή η ουδέτερη στάση σου με σκοτώνει κάθε φορά. Κι είναι φορές που πιάνω τον εαυτό μου να βλέπει λίγο τις καταστάσεις ως τρίτος, δηλαδή πραγματικά γιατί συνεχίζω να προσπαθώ, γιατί απλά δε σηκώνομαι να φύγω; Επειδή έχω μάθει να νιώθω έντονα, και κάποιες φορές να δίνομαι υπερβολικά. Το κακό στην ιστορία είναι ότι περιμένω να δοθείς λίγο περισσότερο κι εσύ.Επειδή πρέπει να προσπαθήσω υπερβολικά πολύ για να βρω εκείνες τις στιγμές που ξέρω πως είσαι δικός μου, που ξέρω πως είσαι σίγουρος, πως είσαι εσύ.
  Κι ακόμα κι αυτή η κατάσταση θα ήταν πιο υποφερτή αν δεν υπήρχαν οι δικές μου ανασφάλειες. Τις οποίες ξέρεις ότι μπορείς να διαλύσεις με δύο λέξεις σου, αλλά επιλέγεις να μην το κάνεις. Επειδή πιστεύεις πως όταν μου μιλάς για το πως νιώθεις μαζί μου, για το πως με βλέπεις γίνεσαι πιο ευάλωτος, και δε θέλεις κι ο ίδιος να δεχτείς ότι σε επηρεάζω.

  Τουτ...τουτ...τουτ...
  Ή έτσι ήταν τα πράγματα μέχρι πριν λίγες μέρες.
Τώρα είναι λες και φωνάζω σ'ένα έρημο φωταγωγό κι ακούω μόνο την ηχό μου, ακουμπάω μόνο τοίχους με ρωγμές, βλέπω μόνο πυκνό σκοτάδι και η μόνη οσμή εδώ είναι καμμένα συναισθήματα.

  Γράφω ελπίζοντας να διαβάσεις, ελπίζοντας να με νιώσεις, ελπίζοντας να μην βιώσεις ακόμα κι αυτές τις λέξεις μου επιδερμικά.

  Κι αυτά τα τραγούδια των πυξ λαξ...Κάθε στίχος είναι εμποτισμένος με αμέτρητα νοήματα και συναισθήματα ή δάκρυα...