Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Υπάρχουν πολλά είδη τρολλ, φίλοι μου

Ο Γιώργος ξεμπλέκει τα δίχτυα του καθισμένος χάμω, στο πάτωμα του καϊκιού. 
Εσύ ξεμπλέκεις σαν ταινία το μυαλό σου καθισμένος στο πάτωμα.
Ο Γιώργος μειδιά. Βγάζει μια πεταλίδα και την πετά στο σωρό από όστρακα.
Εσύ τεντώνεσαι νωχελικά, φτάνεις με το αριστερό σου χέρι τον καφέ σου και νιώθεις το πικρό υγρό να κατεβαίνει στο λαρύγγι σου.
Ο Γιώργος σφυρίζει ένα δικό του αόριστο σκοπό. Έπειτα ο σκοπός γίνεται συγκεκριμένος γεμίζει το σαλόνι σου και δε σ'αρέσει, προτιμούσες το Γιώργο σιωπηλό. Έτσι, απλώνεις το δεξί σου χέρι και πιάνεις το τηλεκοντρόλ. Πατάς το μεγάλο κόκκινο κουμπί και η οθόνη σβήνει. Ο Γιώργος εξαφανίζεται. Εκείνη τη στιγμή συμβαίνουν πολλές παράλληλες δράσεις. Από τον πέμπτο αρχίζει να ακούγεται στο τέρμα σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα βάλε στα ρούχα σου φωτιά. Ακόμη, γίνεται διακοπή ρεύματος αλλά η μουσική εξακολουθεί να ακούγεται.  Παράλληλα, κάποιος χτυπάει τη δρύινη πόρτα με τους δύο ταμπλάδες ακριβώς στη μεσαία τραβέρσα. Καταριέσαι τη διακοπή κι εύχεσαι να μην ξεβιδωθεί η τραβέρσα από την πόρτα, την είχες βιδώσει μόλις χτες. Η γυναίκα απ'έξω παρατηρεί το ξύλο που μόλις χτύπησε. Μυρίζει θάλασσα ενώ η Μπέλλου ακόμα τραγουδά. Εσύ ίσα που προλαβαίνεις να μαζέψεις το μυαλό σου από το πάτωμα και να το κρύψεις στη ντουλάπα πριν ανοίξεις την πόρτα.

Πατάω pause και σηκώνομαι βιαστικά να προλάβω το κινητό που φορτίζει παραδίπλα. Δεν προλαβαίνω να μαζέψω τις σκέψεις μου από το δωμάτιο."Ναι ρε συ τώρα θα ετοιμαστώ,...ε ντάξει καλά, δεν υπάρχει κάτι νεότερο...ναι, έντεκα λιοντάρια, θα πάρω εγώ σοφία κι εύη, πάρε ειρήνη και ηλέκτρα". Έτσι, βγαίνω έξω χωρίς σκέψεις, χωρίς έγνοιες -νομίζω-. Στο δρόμο συναντάω τον Γιώργο. Είναι γυμνός και τυλιγμένος με ένα δίχτυ, δεν νομίζω ότι νιώθει πολύ όμορφα έτσι. Τον αγνοώ. Έπειτα, συναντάω μια κοπέλα με ένα ξύλο στο χέρι, μοιάζει με τραβέρσα πόρτας ή με πανωκάσι. Εκείνη δε με βλέπει. Εγώ συνεχίζω να προχωρώ αλλά δε σε βρίσκω. Αναρωτιέμαι τι πάει λάθος. Ψάχνω στην τσέπη μου τον αναπτήρα και αρχίζω να καίω τα ρούχα μου. Ακόμη δε σε βλέπω. Τι λείπει για να σε δω;

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

Εκείνη πίνει υπερβολικά αργά τη μπίρα της.
Εκείνος την κατεβάζει γρήγορα. Θαρρείς κι η κάθε γουλιά του δίνει κουράγιο.
"Αν είχαμε γνωριστεί σε άλλη φάση τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά". 
Εκείνη τρομάζει. Εκείνος συνεχίζει "Θα σε έβλεπα πιο πολύ. Δεν είναι ότι δε θέλω να σε βλέπω, είναι η σχολή". Εκείνη ανακουφίζεται. Τον φιλάει απαλά. Εκείνος γέρνει πάνω της.
Του λέει ένα αστείο που δεν είναι αστείο, αλλά εκείνος το καταλαβαίνει και γελάει.
Του λύνει τα μαλλιά και τα αφήνει να πέσουν γύρω από το πρόσωπό του. 
Εκείνος τη σφίγγει πάνω στο σώμα του κι εκείνη χάνεται.
Χάνεται τόσο που κλωτσάει το μπουκάλι με τη μπίρα και τη ρίχνει στο πάτωμα.
Εκείνος πεθαίνει από τα γέλια. Εκείνη πεθαίνει από τα γέλια του.
~
Μου είναι δύσκολο να ισορροπήσω τελευταία. Νιώθω σαν γριά ακροβάτης που ζει με μνήμες ικανοτήτων. Σαν γριά πόρννη που ζει με μνήμες αγγιγμάτων. Σαν γριά μάνα που πρέπει να απαρνηθεί κάτι για να ζήσουν τα παιδιά της, για να είσαι καλά εσύ. 
Δε θέλω να χειροτερεύσεις, αλήθεια. Δε θέλω να σε βλέπω έτσι. Δε θέλω να πάθεις κάτι ακόμα χειρότερο. Σε βλέπω να με κοιτάς με αυτό το άδειο βλέμμα και να περιπλανιέσαι μέσα στο σπίτι σαν φάντασμα και σπαράζει το είναι μου. Σε ακούω να τσακώνεσαι και χαίρομαι που βγαίνει κάτι από μέσα σου κι ας είναι οργή, κι ας είναι σε μένα, κι ας είναι χωρίς λόγο, κι ας είμαι δίπλα σου, κι ας μην το ξέρεις. Νομίζω θα σπάσεις σε λίγο.
Κοιτάζω το στομάχι σου και βλέπω μια τρύπα, βλέπω μέσα από σένα, βλέπω τα σύννεφά σου. Ακόμη, τα βράδυα που γυρνάω αργά κι έχω πιει, νομίζω πως είσαι πούπουλο, πως αιωρείσαι κάπου μεταξύ του εαυτού σου και του πουθενά, νομίζω πως το κρεβάτι έχει αδειάσει και τα σεντόνια σου δεν πρέπει να τα αγγίξω γιατί είναι γεμάτα στάχτες. Μα ελπίζω πως ίσως μια μέρα ανασυντεθείς μέσα από εκεί, ίσως να'σαι φοίνικας, δεν ξέρω.
~
Γνώρισα ένα αγόρι πριν κάποιο καιρό. Το αγόρι εκείνο είχε πολλές ανασφάλειες. Οι ανασφάλειες μεγάλωναν μέσα του τόσο που άνθιζαν κι ήταν πλέον φανερές. Άνοιγε το στόμα του να μιλήσει κι από μέσα ανέβλυζε ανασφάλεια. Μου λεγε πως δε θέλει να ναι μαζί μου μα στ'αυτιά μου προσέκρουαν σαν κλαγγές λεπίδων οι ανασφάλειές του. Δεν είναι όμως ούτε χωριστά μου. Είναι μέσα μου, γιατί την ανασφάλειά του για καιρό την είχα όλη εγώ, ένιωθα πως δεν είμαι αρκετή. Όχι αρκετά ωραία, όχι αρκετά έξυπνη, όχι αρκετά ψαγμένη. Μα νικητής είναι αυτός που καταφέρνει να ζήσει αποδεχόμενος τον εαυτό του όχι αυτός που εγκαταλείπει από ανασφάλεια. Εκείνος που προσπαθεί να προσφέρει, όχι εκείνος που ψάχνει μόνο να πάρει. Επιβεβαίωση. Επιβεβαίωση μέσα από το χλευασμό, μέσα από το να νιώθει ανώτερος, μέσα από την υπεροχή του μπροστά στον άλλο. Μα στο τέλος της μέρας, μπροστά στον καθρέφτη που λέγεται εαυτός, πάλι δεν καταφέρνει να σταθεί όρθιος, από το βάρος των ανασφαλειών του. Κάνε μου τη χάρη και μην ξαναδιαβάσεις αυτά που γράφω, όχι αν το μόνο που θέλεις είναι να γελάσεις. Έχει περάσει η εποχή που είχα κάτι να σου πω, άμεσα ή έμμεσα. Δε μας συνδέει τίποτα, οπότε βρες άλλο τρόπο διασκέδασης. Δες φιλαράκια ή μπινγκ μπανγκ θίορυ. Είναι πολύ εποικοδομητικότερος κι αποτελεσματικότερος τρόπος διασκέδασης από τις σκέψεις και τη φαντασία μιας πρώην σου. 

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

as days went by
the girl continued to cry
and as nights were getting darker
she started feeling she's going crazy


Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

Μελτινγκ ντάουν φορ ρίαλ

Τα βράδια στριφογυρνάς απρόσεκτα. Η ζέστη λιώνει το κορμί σου και νιώθεις τον αυχένα σου μούσκεμα. Θέλεις να ξεριζώσεις τα μαλλιά από το κρανίο σου και να καταφέρεις να κοιμηθείς. Έχεις υπερένταση. Δε θέλεις να διαβάσεις άλλο, δεν αντέχεις, τα μάτια σου τσούζουν. Σηκώνεσαι, βάζεις ένα ποτήρι νερό και το κατεβάζεις με τη μία. Ο λαιμός σου καίγεται από τον πάγο. Είσαι ξυπόλυτος και νιώθεις τα πόδια σου να κολλάνε στα πλακάκια. Επιστρέφεις στο κρεβάτι, ξαπλώνεις στα σεντόνια και σκεπάζεσαι για να βράσεις σωστά, σαν κοτόπουλο χωρίς φτερά.Κυνική παρομοίωση, θα προτιμούσες "σαν άγγελος με σπασμένα φτερά". Αλλά τι να κάνουμε, είσαι κοτόπουλο. Λίγο πριν σε σφάξουν. Ωστόσο, ήδη σου έχουν βγάλει τα πούπουλα. Ήδη έχεις πονέσει. Άρα το σφαγείο θα'ναι μια λύτρωση για σε. Αυτά σκέφτεσαι και στριφογυρίζεις κι άλλο. Κοιτάς το ρολόι, έχει πάει 5.28. Υπολογίζεις πόσος ύπνος σου απομένει. Κοιτάς το ταβάνι, κι έπειτα τις χαραμάδες του παντζουριού. Ελάχιστο φως μπαίνει από τα κενά.Αγχώνεσαι, ξέρεις ότι πρέπει να κοιμηθείς έστω τρεις ώρες. Λες πως αύριο δε θα πιεις τρεις καφέδες...δε θα πιεις καθόλου καφέ. Το παίρνεις πίσω την ίδια στιγμή, αυτό δε γίνεται. Ας σταματήσεις επιτέλους να σκέφτεσαι. Κοιμήσου. Για δύο ώρες δε νιώθεις τίποτα. Κάπου κάπου ταξιδεύεις σε μια παραλία, πίνοντας μοχίτο και χορεύοντας ανάμεσα σε αγνώστους ενώ ακούγεται ο κηπουρός του π.π. σε ένα χορευτικό ρεμίξ. Χαλαρώνεις μελαγχολικά. Θέλεις να κλάψεις, να αποβάλεις κάθε υγρό από το σώμα σου, ξυπνάς, ιδρώτας είναι, ηρέμησε, πήγαινε να βάλεις νερό στην πράσινη κούπα, και τέσσερα παγάκια. Γαμωζέστη, και γαμώ τις παραισθήσεις προκαλείς. Λίγο έμεινε και σ'αποχωρίζομαι Αθήνα. Έρχονται βράδια που θα βράζουμε στις σκηνές κάτω στην παραλία. Που θα πίνουμε μοχίτο και το φως θα τρυπάει το ελαφρύ ύφασμα της σκηνής. Κι η ζωή θα περνάει κι εμείς πότε θα χορεύουμε σε ηλεκτρονικούς ήχους και πότε θα φωνάζουμε πως λιώνουμε όπως ο λέννον για τη γιόκο όνο.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Αδειάζω, μου λείπεις

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Απρόσμενο (ή, και τώρα τι θα κάνω με τη ζωή μου;)

Προσπαθώ να ξεκινήσω να γράφω για τα ξεχασμένα παπούτσια.
Αδυνατώ να εκφράσω τις στιγμές με τα ξεχασμένα παπούτσια.
Αδυνατώ να σκεφτώ το πως θα είμαι μετά τα ξεχασμένα παπούτσια.
Και αρνούμαι να δεχτώ ότι το "θα" έχει ήδη φτάσει.
Ότι περάσαμε εν μια νυκτί από το μαζί στο υπήρξε όντως;
Υπήρξε.

Έχω βαρεθεί να κλείνουν κεφάλαια στη ζωή μου επειδή μου τα κλείνουν οι άλλοι.
Δε θέλω να αποδεχτώ ότι οι παρέες τελειώνουν σε μια στιγμή, ότι κάτι που σε γεμίζει δε θα μπορείς να το έχεις πια. Νιώθω ότι δε θέλω να ξαναασχοληθώ με το θέατρο γιατί δε θα είναι όπως ήταν εκεί και θα πέσω σε κατάθλιψη. Νιώθω πως ακόμα δεν έχω καταλάβει πόσο είχα δεθεί μαζί σας. Πόσο έχω δεθεί μαζί σας.
Και προέκταση.
Είναι οι άνθρωποι που φεύγουν κι εσύ μένεις να κοιτάς πλάτες να απομακρύνονται. Και την επόμενη μέρα, είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Την επόμενη μέρα σε ξεχνούν. Τον επόμενο μήνα τους ξεχνάς κι εσύ. 
Όχι, όχι, δεν το 'κανες. Κι όμως το'κανες.
Ήταν η άρνηση.
Θέλω να σου φωνάξω τόσο πολύ, έχω νευριάσει τόσο πολύ.
Ήταν ο θυμός.
Θέλω να σας αγκαλιάσω όλους μαζί γαμώτο.

α, και...

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Βάτος

"Είναι οι λέξεις, οι στιγμές είναι οι φίλοι που θα δεις,
είν` οι γνωστοί και θα χορτάσεις
μικρές χαρές και λύπες θα περάσεις.

Κι είν` οι εικόνες, οι μαμάδες, οι μπαμπάδες, τα πτυχία, τα λουλούδια
τα παιδιά στα χειρουργεία
τα φύλλα που μυρίζουν στην αυλή κι ένα φιλί.

Κι όπως είναι οι κρύες νύχτες που δεν έχουν τελειωμό
σαν τα σεντόνια που μας πνίγουν
σαν τα τσιγάρα που μας ρίχνουν.

Είναι οι σκέψεις που πια μόνες τους γελάνε
και που μας βλέπουν στην αρένα
κι όμως δε μας ακουμπάνε...
Γιατί...;"



Είναι η ζωή, με το φόβο, τη λύπη, τις αναζητήσεις, τους αγώνες τους καθημερινούς μα και τους πιο μεγάλους μας, τις φιλίες, τις αγκαλιές.
Κάτι παρέες που τραγουδούν και παίζουν και μιλούν μέχρι το πρωί.
Κάτι παρέες που ποτέ δεν περίμενες να έχεις.
Είναι αυτό που γνωρίζεις άτομα και δεν περιμένεις ποτέ τις στιγμές που θα ζήσεις μαζί τους.
Κι αυτό είναι το απίστευτο. 
Τα απίστευτα συμβαίνουν όταν δεν έχεις προσδοκίες.
Πυροσβεστήρες,λαδάδικα,κολντπλέει,ανοικτά μικρόφωνα, αρχιδάκια, λευκές μποφίλιου, αεροπλάνα και βαπόρια,  ένα αερικό που μειδιά κάπου μακριά, ο γάτος ο τούρκος και άλλες φωνές, δυο κιθάρες με ήχο γνώριμο πια, αλκίνοος πολύς, κι ένα παλτό.
Μα και το τραγούδι αυτό. πολύ αυτό.
Πολύ αυτό η ζωή.

Ένας βάτος γεμάτος αγάπη οι ζωές μας.

Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Γκρίζες εκπνοές

Κι αν έχεις αδειάσει και καταπίνεις χρώματα
να θυμάσαι.
υπάρχει ένας μηχανισμός περίπου στο λαιμό σου
που ξεβάφει τα χρώματα και τα κάνει όλα γκρι
Και τα χρωματιστά νερά τα βγάζεις
από τα μάτια κι είναι λυτρωτικά αλμυρά
κι από τη μύτη, είναι πυκνός λευκός καπνός
κι από το στόμα, κι είναι ένα φτύσιμο στην κοινωνία που μισείς.

Γιατί κι αυτό μηχανισμός είναι.
Συμβαίνει ασυναίσθητα, όπως όλα.
Τίποτα δεν ελέγχεις πια σχεδόν~
Ελέγχεις τη βαρετή μικροαστική ζωή σου,
τη ρουτινούλα σου.

Πήγα σινεμά μόνη μου σε κάποιο όνειρο.
Έκανα κούνια στα οκτώ μου πάνω σε μια πάπια που δεν υπάρχει πια, τετραγωνίστηκε, κανονικίστηκε.
Μετά, πήγα σε πολλά σχολεία, με πολλά άλλα ρομποτάκια, που όμως το καθένα είχε ένα χρώμα κι όλοι μαζί παίζαμε τη γκουέρνικα, που όμως είναι ασπρόμαυρη και παιδική καθόλου.
Άλλοτε διέσχιζα την Πατησίων με κόκκινο και μετά η μαμά μου είπε να σταματήσω να το κάνω για να μην πεθάνω, ε και σταμάτησα για να μην πεθάνει η μαμά μου.
Μετά το μπλε σου ξεθώριασε αγάπη μου γαλάζια γιατί μας χώρισαν οι ρουτινούλες.
Μετά ξεθώριασε και το κόκκινο, μωρό μου. γιατί η κοινωνία αυτή είναι ταξική κι εσύ δεν ξέρεις άλλο τίποτα πέρα από ιδεολογίες-μα δε θέλεις και να μάθεις.
Μετά ξεθώριασε και μια άλλη γιατί νόμιζα ότι με ήξερε, μα καθόλου δε με ήξερε (x+άπειρο;)
Μετά ξεθώριασε και το γκρι μου, κάπου, σε κάποια αρχιτεκτονική εργασία του φώτοσοπ.

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Κόρδοβα
Θέλω να φύγω
Μεξικό
Ψάχνω προγράμματα οποιουδήποτε είδους
Περού
Δεν έχω λεφτά
Σαν Φρανσίσκο
Ίσως θέλω να φύγω μόνο από τον εαυτό μου
Τσιάπας
Όχι, θέλω να πάρω τον εαυτό μου και να φύγουμε μαζί από τη ζωή μου

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

They cant touch you now

Ο καλός θεούλης ξέχασε τα παιδιά του
και τα παιδιά του κλαίνε τρομαγμένα
κι έπειτα θυμώνουν
και πετάνε πέτρες στα ιερά 
-όχι σε αυτά που βλέπουν-
στα άλλα ιερά
σε αυτά που από μικρά μαθαίνουν στα σχολεία
στα ίδια σχολεία που μαθαίνουν για τον καλό θεούλη
που όλους μας αγαπάει και μας προστατεύει
που δε θυμώνει και συγχωρεί
κι αφού όλα τα συγχωρεί ο καλός θεούλης αρκεί να μετανιώσεις,
εσύ γιατί δε μετανιώνεις;

Τα ιερά, τα ιερά, οι αξίες, οι αρετές.
Κι η ελευθερία, κι η ισότητα, και όλες αυτές οι λέξεις που ακούγονται όμορφες, που κάνουν πουλάκια να κελαηδούν στα αυτιά σου, ελπίδες και γαλάζια πούπουλα να γεμίζουν το κεφάλι σου, αυτά είναι τα ιερά. Μα είναι μόνο λέξεις.

Γιατί η ηθική είναι υποκειμενική ή μάλλον, καθόλου δεν υπάρχει.
Ηθικό είναι τα όρια που βάζεις στον εαυτό σου.
Μα τα όρια δεν είναι γραμμές, αλλά επιφάνειες, ποτάμια. 
Κι αν εσύ φυσήξεις τα ποτάμια θα γίνουν χείμαρροι και με μιας θα σε παρασύρουν και τότε δε θα ξεπεράσεις την ηθική σου δηλαδή, απλά θα την αλλάξεις λίγο, ώστε να σε βολεύει και πάλι, αφού είναι δική σου,  η δική ΣΟΥ ηθική.


Θεούλη, παράτησες τα παιδάκια σου στη γη και τα καημένα χάθηκαν, τυφλώθηκαν, έχασαν το δρόμο τους. Γι αυτό τώρα καίνε τα ιερά σου, γι αυτό διαμορφώνουν μόνα τους την ηθική σου. Την κάνουν ό,τι θέλουν, την πλάθουν, την ψήνουν στο φούρνο σαν πλαστελίνη, την κυλάνε στο χώμα, τη μαζεύουν και τη ρίχνουν στη θάλασσα να καθαρίσει κι έπειτα τη γαμάνε, κι έπειτα ξυπνάνε.

Κι όλα αυτά δε συνέβησαν ποτέ. 
Επειδή τα όρια είναι ποτάμια.
Κι όσο κι αν θες να γίνεις χείμαρρος, έχεις μάθει να σταματάς τον εαυτό σου.
Φυσάς λίγο, όχι πολύ.
Φοβάσαι.
Μένεις στη μετριότητά σου, στο λίγο (σαν κι αυτό το κείμενο που τέλειωσε αλλιώς, όχι όπως αρμόζει).
Στην ηθική του θεούλη σου, 
και τελικά, 
ζεις;



Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

note to self no2934

Ε ναι ρε ηλίθια ασφαλώς και φαίνεσαι ψωνισμένη.
Αφού τα θες και τα λες.
Και γίνεσαι αυτά που κράζεις.
Επιδειξιομανής; Έτσι όπως το πας, ναι.
Και μετά για τι σύνδρομο κατωτερότητας κι έλλειψη αυτοπεποίθησης μου λες;
Αφού μια χαρά νιώθεις.
Έβαλες μερικούς στόχους, τους πέτυχες.
Βάζεις κι άλλους, κάποιους πετυχαίνεις κάποιους όχι.
Όμως με όλους τους ανθρώπους έτσι είναι.
Όταν ο άλλος κάθεται και μιλάει όμως συνέχεια για ό,τι κάνει ασφαλώς και προκύπτει το γαμωερώτημα, για ποιον τα κάνει αυτά;
Για τον ίδιο ή για την εικόνα;
Κι εγώ για ποιον το κάνω.
Ε, για μένα αυτό είναι σίγουρο.
Είναι;
Ε είναι ρε μαλάκα..
Τότε κόψε την επίδειξη. Πήγαινε όπου θες, κάνε παρέα με όποιον θες, ή σάπισε όσο θες.
Χεστήκαμε.
Μη μας τα πρήζεις όμως με ό,τι κάνεις κωλοποζεράκι.
Και τώρα ξύπνα και ξεκίνα να φέρεσαι σαν άνθρωπος.

Και τώρα που το θυμήθηκα, πότε αντιστράφηκαν οι ρόλοι ρε;
Πότε έγινες εσύ αυτή που κράζεις; Κανονικότατα όμως.
Ηλίθια.
Ξύπνα λίγο.
Λες για δικαιώματα, διαφορετικότητες, ισότητες, ελευθεριακότητες και άλλες εντυπωσιακές ότητες που ακούγονται πολύ όμορφες. Και τις πιστεύεις κι όλας, δεν αντιλέγω.
Αλλά δεν υιοθετούμε συμπεριφορές που καταδικάζουμε, ηλίθια.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

default

Να θυμάμαι ότι το μπετόν στην Ελλάδα ξόφλησε.
Μεταλλικές και ξύλινες κατασκευές είναι λέει το μέλλον.
Ήξερες εσύ ότι το ξύλο έχει τεράστια αντοχή στη φωτιά;
Κι όμως.
Αρπάζει εύκολα, αλλά δε γίνεται αμέσως στάχτη.
Μπορεί να καίγεται για ώρες πολλές.
Και κάποιοι άνθρωποι έτσι είναι.
Όταν αρπάξουν για τα καλά, καίγονται και συνεχίζουν να είναι μέσα στη φωτιά.
Σαν πάσσαλοι καρφωμένοι στη γη.
Βέβαια, το ξύλο ρίζες δεν ξαναβγάζει στη γη.
Ενώ εμείς μετά τη φωτιά κάποια στιγμή ξαναριζώνουμε.
Η πιο ουσιαστική διαφορά μας βέβαια δεν είναι αυτή.
Είναι ότι εμείς οι ηλίθιοι μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα και να βγούμε από τη φωτιά.
( Έτσι λες; Κι αν είναι έτσι εσύ γιατί δε βγαίνεις;)