Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Νοσταλγία

Περπατούσε κι ένιωθε το βάρος των σκέψεών του μεγαλύτερο από αυτό που κουβαλούσε στα χέρια του. Το σπίτι του δεν απείχε πολύ από τη στάση όπου κατέβηκε, ήταν σκοτεινά όμως, έκανε κρύο κι οι δρόμοι ήταν άδειοι. Έφτασε στην είσοδο της πολυκατοικίας και λίγο μετά περίμενε το ασανσέρ. Ήταν λες κι εκείνο είχε κολλήσει στο δεύτερο. Δέκα λεπτά. Αποφάσισε να ανέβει με τα πόδια αν και δεν είχε την απαιτούμενη αντοχή. Φτάνοντας στο δεύτερο διαπίστωσε ότι το ασανσέρ είχε φτάσει στο ισόγειο. Έβρισε ψιθυριστά και συνέχισε μέχρι τον τρίτο. Έκανε μπάνιο κι άνοιξε το άδειο σχεδόν ψυγείο. Πήρε το μπουκάλι με το γάλα και στη συνέχεια έτρεξε να προλάβει το τηλέφωνο που χτυπούσε.
-Ναι; είπε.
-Έλα, πώς είσαι;
-Ε εντάξει, εσύ;
-Γιατί μόνο εντάξει;
-Ρώτησα κάτι.
-Κι εγώ εντάξει είμαι. Δηλαδή, φυσιολογικά, ξέρεις όχι κάτι το ιδιαίτερο. Έχεις αναγνώριση κλήσης;
-Όχι. Γιατί;
-Εεεμ, άνοιξε την πόρτα, χρεώνομαι τόση ώρα.
Εκείνος προχώρησε προς την πόρτα ενώ άκουγε τον ήχο της γραμμής που έκλεινε. Λίγα δευτερόλεπτα μετά βρέθηκε μπροστά σε οκτώ άτομα (και μια πάπια) που γελούσαν, και λίγα ακόμη δευτερόλεπτα αργότερα ήταν χωμένος σε μια τεράστια αγκαλιά.
-Φέραμε φαγητό! είπε η Εύη.
-Οπότε πάμε στην κουζίνα σου να οργανώσουμε λίγο την όλη κατάσταση, συμπλήρωσε η Ηλέκτρα.
-Καλά, η πάπια τι κάνει εδώ;
-Το παιδί μας είναι πια τριών χρονών, μπορεί να έρχεται μαζί μας, είπε η Καλλιόπη διακόπτωντας τον Αλέξανδρο που είχε ξεκινήσει να αιτιολογεί την παρουσία της πάπιας.
 -Πώς κι έτσι, η όλη έκπληξη; ρώτησε εκείνος όντας ακόμη ξαφνιασμένος.
-Μη χαίρεσαι, η Θεσσαλονίκη μας έλειψε honey, όχι εσύ! του απάντησε η Βιολέττα προσπαθώντας να φανεί σοβαρή.
-Ρε δε θα χωρέσουμε όλοι εδώ μέσα! παραπονέθηκε ο Γιάννης.
-Κοίτα, τα παπάκια θα κοιμηθούν μαζί- ξεκίνησε να λέει η Ειρήνη
-ΜΗ ΛΕΣ "ΚΟΙΤΑ" την έκοψαν ταυτόχρονα τρία άτομα και όλοι γέλασαν δυνατά.
-Ρε είναι τόσο γαμάτες αυτές οι μέρες, μετά την εξεταστική και πριν τα αποτελέσματα, είπε η Σοφία ενώ έκοβε σαλάτα.
-Ναι, είναι σαν να είναι καλοκαίρι και να είμαστε στο εξοχικό του Γιάννη, συμπλήρωσε ο Αλέξανδρος.
-Σοβαρά τώρα, δεν παίζει να χωρέσουμε όλοι εδώ, ξαναείπε ο Γιάννης.
-Έλα μωρέ, αν υπάρχουν τίποτα κουβέρτες θα στρώσουμε κάτω για να κοιμηθείτε εσείς και εγώ θα πάω στο κρεβάτι, είπε η Βιολέττα με απόλυτη φυσικότητα.
-Ναι, θα'θελες την ειρωνεύτηκε εκείνος.

-Ζεις;
-Εεε τι ελεγες;
-Ότι έχω τόση πίεση με τα μαθήματα που νιώθω ότι θέλω να τα παρατήσω όλα και να φύγω. Μόνο για λίγο, ίσα να ξεσκάσω. Και μου τη σπάει που δεν είσαι κάτω, να φύγουμε μαζί, από το πρωί μέχρι το μεσημέρι μόνο, ίσα να νιώσουμε για λίγο την ξεγνοιασιά ή την ελευθερία...
-Που νιώθαμε το καλοκαίρι... συμπλήρωσε εκείνος.
-Τι σκέφτεσαι; τον ρώτησε η κοπέλα.
-Τίποτα.
-Πώς το κάνεις αυτό; Πραγματικά σε ζηλεύω που μπορείς να μη σκέφτεσαι τίποτα τόσο απλά. Το δικό μου μυαλό νιώθω ότι υπερφορτώνεται.
-Ίσως αυτό να είναι καλύτερο όμως. Όταν έχεις πράγματα να σκεφτείς, όταν κάτι σε απασχολεί -πόσο μάλλον όταν σε απασχολούν πολλές και διαφορετικές καταστάσεις- η ζωή σου παρουσιάζει ενδιαφέρον. Ας πούμε ότι η ρουτίνα σου είναι πιο ενδιαφέρουσα από τη δική μου.
-Το θέμα είναι να προσπαθήσεις εσύ να δώσεις λίγο χρώμα στη ρουτίνα σου. Κι όχι να περιμένεις τις καταστάσεις. Να τις πάρεις στα χέρια σου και να τις ελέγξεις. Ξέρω ότι είναι δύσκολο, ειδικά τώρα που έχεις εξεταστική. Προσπάθησε να απελευθερωθείς μέσα από εσένα, να εκφραστείς, να βγάλεις από μέσα σου αυτά που νιώθεις. Γιατί νιώθεις Κάτι. Όσο κι αν δεν προσδιορίσεις αυτό το κάτι, όσο κι αν αυτό εκφράζεται μ'ένα βάρος ή μια μόνιμη κόπωση, μια μόνιμη απουσία διάθεσης. Αν δεν δώσεις χρόνο στον εαυτό σου, αν δε συζητήσεις λίγο μαζί του για να βρεις τι από αυτά που είναι διαθέσιμα τώρα, τι από αυτά που μπορείς να αλλάξεις στη ζωή σου θα τη βελτιώσει πραγματικά, τότε θα μείνεις έτσι για πολύ πολύ καιρό ακόμα. Μπορώ να σε βοηθήσω, αν με αφήσεις. Προσπαθώ τόσο καιρό. Πρέπει όμως να συζητήσεις λίγο με τον εαυτό σου, ίσα να ανοίξεις μια είσοδο στο τείχος που σου έχει υψώσει ο εαυτός σου, ίσα να αφήσεις μετά κι εμένα ή οποιονδήποτε θέλεις να σου μιλήσει, λίγο περισσότερο.
-Αχά. απάντησε εκείνος.
-...
-...
-Εντάξει πάω για ύπνο. Ίσως πρέπει να σκεφτείς ό,τι σου είπα. Να ξέρεις ότι νοιάζομαι πραγματικά για σένα, κι ότι είμαι εδώ, θα είμαι εδώ, είπε εκείνη. Καληνύχτα...







...Με τσιγάρα βαριά
μια βουτιά στα βαθιά
κι επιπλέω,
κι ας μην είναι σωστό,
πάντα ό,τι σκεφτώ
θα το λέω...









 Καληνύχτα:)


Υ.Γ.Περίεργο συναίσθημα να ξέρεις, μα έχω ξαναπεί πως είσαι η πηγή έμπνευσής μου. Κι ίσως να είναι κακό που λέω ότι αισθάνομαι, ίσως να είναι κακό που δεν είμαι πιο κλειστή, μα δε θέλω να είμαι κλειστή μαζί σου, δε θέλω να είμαι νευρική μαζί σου ούτε να παραπονιέμαι συνέχεια. Θέλω να είμαι μια πολύ καλή εκδοχή του εαυτού μου. 

Υ.Γ.2. Γιάννη Β. (=Αλέξανδρε) συγγνώμη για την αλλαγή του ονόματος, ήταν απαραίτητη για να μην συγχέονται τα ονόματα.



4 σχόλια:

  1. διάβαζα, έβλεπα της λέξεις σου να κυλούν όπως η βροχή που πάνω τους πέφτει...

    είτε μακριά, είτε κοντά είναι όμορφο να έχεις πηγή έμπνευσης...
    το αντίθετό της πονάει πιο πολύ, πίστεψέ με!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Το ξέρω επειδή το έχω ζήσει κι εγώ δυστυχώς=/

      Διαγραφή
  2. θέλω φοιτητική ζωή,τώρα.
    πώς γίνεται να παραλείψουμε μερικά χρόνια;

    ο χρόνος κυλά πολύ γρήγορα,
    όταν περνάς όμορφα.
    φρόντισε να σκέφτεσαι μονάχα
    το στόχο.μονάχα το στόχο.



    τα φιλιά μου γλυκιά μ♥

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κι εγώ αυτό λέω καλή μου. Ένας χρόνος. Ακριβώς, για μένα...=)

      Διαγραφή