Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα tout noir.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα tout noir.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Εσύ, τι φοβάσαι;

Είναι που εγώ φοβάμαι να φεύγω ενώ εσύ θέλεις μόνο να φεύγεις
Είναι που κανείς μας δεν ξέρει τι θέλει
Είναι που οι μέρες αυτές είναι παράξενες
Λίγο γλυκές, σε στιγμές
Πολύ μοναχικές, από επιλογή
Ξέρω ότι αν βγω, εκείνοι θα είναι εκεί
Ακόμη ξέρω ότι εγώ δε θα'μαι εκεί
Θα ταξιδεύω σε σένα κι ας μην ξέρω ποιος είσαι
Θα σε έχω ανάγκη αλλά θα σε κοιτάω και θα βλέπω το κενό
Γιατί θα σε ψάχνω παντού
Θα γνωρίζω ανθρώπους λίγο ή πολύ
Και θα ψάχνω εσένα, θα προσπαθώ να βγάλω εσένα από μέσα τους
Κι ας μην ξέρω ποιος είσαι, μωρό μου
Ας μην ξέρω πως είσαι
Ξέρω μόνο ότι μου λείπεις
Νιώθω μόνο την απουσία σου, κι ας μη σ'έχω γνωρίσει ακόμη
Θα σου γράφω και θα σε αγκαλιάζω κι ας μην έρθεις ποτέ
Μπορεί να έρθεις και να μη σε γνωρίσω γιατί.
Θα σε ρουφήξει το κενό μου
Είναι τόσο μεγάλο που καταπίνει ό,τι κάνω
Έτσι νιώθω για πολλή ώρα τη γεύση της τροφής στον ουρανίσκο
Αλλά μετά κι αυτή ξεθωριάζει
Μετά όλα ξεθωριάζουν
Κι εσύ, μωρό μου,
αφού σε έχει ρουφήξει το κενό μου
Αφού,
αυτή τη φορά θα έχω φύγει εγώ.
Κι ας φοβάμαι να φεύγω.

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015

Αντανακλάσεις

Νομίζω για μένα λειτουργείς σαν καθρέφτης.
Και μόνο το βλέμμα σου, ή έστω η φωνή σου, μου υπενθυμίζουν όσα έχω κάνει από την τελευταία μας επαφή μέχρι σήμερα.
Κι ενώ μπορεί πριν να ένιωθα υπέροχα για όλα, είναι σαν να μου υπενθυμίζεται ξαφνικά ότι κατά βάθος δεν είναι έτσι.
Ότι προσπαθώ να γίνω κάτι που δεν είμαι για να νιώσω καλύτερα.
Και πίστεψέ με, το καταφέρνω.
Μέχρι να ξαναμιλήσουμε, να ξανακοιταχτώ σε αυτόν τον ιδιότυπο καθρέφτη και να δω μέσα μου.
Να δω το βάλτο στο στομάχι μου, τη θαμπάδα στα μάτια μου και τα κλαδιά στο κεφάλι μου.
Ειδικά εκείνα τα κλαδιά είναι σαν να έχουν διαμελίσει τις μνήμες και να τις έχουν ανακατασκευάσει όπως θέλουν, εξιδανικεύοντας ορισμένες στιγμές και εξαλείφοντας άλλες.
Και δυστυχώς τα κλαδιά κάθε μέρα μεγαλώνουν και μπλέκονται όλο και πιο πολύ.
Κι εγώ είμαι ανήμπορη να αντιδράσω. 
Θα μπορούσα να γυρίσω απ'την άλλη, να μην κοιτάζω τον καθρέφτη.
Αλλά η σχέση μου μαζί του είναι μια εξάρτηση βαθιά και αυτοκαταστροφική.

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Αμύγδαλα

Πρέπει λέει να πίνω ζεστά για το λαιμό μου.
Ξέρεις, έχει πρηστεί η μία αμυγδαλή. 
Είναι σαν να έχει φυτρώσει ένα αμύγδαλο. 
Ή και δύο.
Στη μια αμυγδαλή.
Όμορφο δεν ακούγεται;
Οπότε μπήκα στη μπανιέρα κι άφησα το νερό να κάψει.
Μετά μπήκα κάτω από τη βρύση κι άρχισα να πίνω καυτό νερό.
Έκαψα τελείως το λαιμό μου τώρα.
Εξάλλου τα αμύγδαλα ψημένα είναι πιο νόστιμα.
Τώρα έχω και δικαιολογία για τις στιγμές που δε μιλάω και δε γελάω.
Θα με ρωτάς τι σκέφτομαι .
Και δε θα χρειάζεται να σου απαντάω καν.
Αφού πια δε μπορείς να διαβάσεις τη σκέψη μου.
Μα κι όταν μπορούσες ανάγνωση έκανες.
Έβλεπες τα αμύγδαλα σαν εικόνα, τα θαύμαζες και τα έτρωγες.
Αμάσητα.
Γι αυτό πάντα τελειώνεις το φαγητό σου πριν από μένα.
Κι εγώ μένω μόνη μου στο τραπέζι.
Μαζεύεις όλα τα πιάτα εκτός από το δικό μου.
Και μετά φεύγεις.
Εγώ μένω.
Συνεχίζω να μασάω αργά το φαγητό μου, μέχρι την τελευταία μπουκιά.
Μα αυτές τις μέρες ξέρεις τι κάνω;
Αφήνω την τελευταία μπουκιά στο πιάτο.
Δεν θέλω να ξέρω τη γεύση της.
Δε θέλω να ξέρω τη γεύση της τελευταίας σκέψης σου.
Περιμένω να μου την πεις εσύ, όχι να τη μαντέψω.
Μα εσύ έχεις από ώρα φύγει.
Κι εγώ περιμένω.
Να έρθει η άνοιξη μάλλον.
Για να ανθίσουν οι αμυγδαλιές και να βγάζω λουλούδια από το στόμα μου.





Στατιστικά, εάν το δεις οι μέρες που ξεκινούν υπερβολικά ευχάριστα καταλήγουν υπερβολικά δυσάρεστα.

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

Ταξίδια (και τα ξύδια)



Καλημέρα.

Μου λείπει η ανάσα σου στο λαιμό μου όταν με αγκαλιάζεις.
Μου λείπουν εκείνα που δε μου έλεγες αλλά ήξερα ότι ήθελες να μου πεις.
Μου λείπει η φωνή σου να μου τραγουδάει για κάποιον ακροβάτη.
Μου λείπει το χέρι σου γύρω απ'το δικό μου.
Μου λείπουν τα βράδια στην ταράτσα σου τα καλοκαίρια.
Μου λείπει η φωνή σου, όταν λέει συγκεκριμένες λέξεις, και κυρίως το όνομά μου, με εκείνο το μοναδικά δικό σου τρόπο.

Κι άλλα τόσα συναισθήματα, εικόνες και γεγονότα.
Που δεν έχει κανένα νόημα να αραδιάζω από τη στιγμή που έχουν χαθεί.
Από τη στιγμή που εμείς έχουμε χαθεί.

Μακάρι να μπορούσαμε να φεύγουμε λίγο πιο συχνά. Κι ας μην πηγαίναμε τόσο μακριά όσο είναι η Ρώμη. Ας πηγαίναμε μέχρι τον επόμενο δρόμο.
Ας πηγαίναμε μέχρι το λιμενοβραχίονα ή την πλατεία.
Ξέροντας ότι πηγαίνουμε μαζί.
Όχι ο καθένας μόνος του κι απλά δίπλα στον άλλο.

Καληνύχτα.

Σάββατο 18 Ιουλίου 2015

one week to go.

Το αναπάντητο ερώτημα θα είναι πάντα ένα, "πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος χωρίς να το καταλαβαίνουμε;" Κι άλλο ένα καλοκαίρι έχει φτάσει στη μέση του, κι εμείς εδώ, κολλημένοι στην Αθήνα. Κι αυτό δεν είναι κακό από μόνο του. Γίνεται κακό αν συνυπολογίσεις την εξεταστική. Κι ακόμα χειρότερο αν σκεφτείς πως τέτοια μέρα, τέτοια ώρα όλος ο κόσμος είναι έξω και περνάει καλά. Ή μέσα και κοιμάται. Ή τέλος πάντων ζει οτιδήποτε χωρίς το άγχος των μαθημάτων και της ζωής που δε ζει, λιώνοντας στη ζέστη. Και θα μου πεις, ο κόσμος έχει τόσα προβλήματα, κι εσένα σε νοιάζει που θα είσαι εγκλωβισμένη στην Αθήνα μέχρι να φύγει αυτός ο απαίσιος μήνας; Ε, ναι. Και που παρ'όλα αυτά δε θα περάσεις τίποτα γιατί δε μπορείς να συγκεντρωθείς λόγω ζέστης και εκνευρισμού για αυτά που χάνεις; Ε, ναι. Και φυσικά το πακέτο μπορεί να γίνει ακόμα χειρότερο στην περίπτωση που είσαι νησιώτης/-ισα όπως εγώ. Γιατί τα καλοκαίρια στα νησιά εμείς οι ντόπιοι τα ζούμε αλλιώς. Αλλά ας μην αρχίσω να σκέφτομαι παραδείγματα (συναυλίες, ποτά, ξενύχτια και συναφείς κρεπάλες) γιατί θα με πάρουν τα ζουμιά. Και ντάξει, μας φτάνει ο ιδρώτας, δε θέλουμε και δάκρυα, φτάνει πια.
Κι επανέρχομαι, αν ο χρόνος κυλάει τόσο γρήγορα που είσαι δεκαεννιά χρονών και έχεις αυτό το μπλογκ από τα δεκαπέντε σου (ουάου) γιατί έχω αυτό το συναίσθημα ότι τούτη η βασανιστική εβδομάδα δε θα τελειώσει ποτέ;


Και το χειρότερο μέσα σε όλα αυτά είναι που λείπεις εσύ απ'τη ζωή μου

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Ίσως

Είναι ξαφνικά σαν να άδειασε η ζωή μου. Να μην έχει νόημα.
Ήθελα τόσο πολύ να περάσω σ'αυτή τη σχολή Πέρασα.
Δεν είναι ότι δε μου αρέσει.
Απλά νιώθω ότι δεν έχω ζωή πέρα από τη σχολή.
Μου ταιριάζει το αντικείμενο. Αλλά όχι έτσι.
Όχι τόσο πιεστικά. Όχι με τόσες προθεσμίες και τόση αυστηρότητα.
Όμορφες κι ενδιαφέρουσες εργασίες. Όμορφη ενασχόληση να δημιουργείς και να μεταμορφώνεις χώρους. Αλλά μετά μένεις με χώρους άδειους.
Πού είναι οι άνθρωποι που θα τους δώσουν ζωή;
Πού είναι οι άνθρωποι που θα μου δώσουν ζωή..
Πλέον η ζωή μου είναι κενή.
Φοβάμαι πολύ. Ποτέ δεν ήμουν έτσι.
Λένε πως το πρώτο έτος είναι το πιο δύσκολο σε κάθε σχολή-πόσο μάλλον αν είσαι μόνος σε μια άγνωστη τεράστια χαοτική πόλη.
Ωστόσο, βλέπω τους παλιούς μου φίλους να είναι ευτυχισμένοι, ο καθένας με τα μικροπροβλήματά του. Εγώ όμως δεν είμαι και δεν ξέρω πως να γίνω. Δε μπορώ να αφιερώνω λιγότερο χρόνο στη σχολή μου, δε γίνεται... 
Υπάρχει η δυνατότητα να αλλάξω σχολή. Όμως.. αυτό μου αρέσει και τίποτα άλλο (αλλά όχι έτσι !)
Και καταλήγω στο κενό.
Αποκτώ φοβίες.
Ελέγχω είκοσι φορές ότι έχω κλειδώσει πριν κοιμηθώ.
Αν μπορέσω να κοιμηθώ.
Γίνομαι ανασφαλής.
Η κοινωνικότητά μου φεύγει. Σταματάω να βρίσκω ενδιαφέρον ακόμα και στους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους.
Βαριέμαι τα πάντα.
Είμαι συνεχώς κουρασμένη.
Ίσως περνάω πολύ χρόνο στον υπολογιστή.
Δεν ξέρω γιατί η ζωή μου έχει πάρει αυτήν την τροπή.
Πλέον δε γράφω καν. Κάτι που πριν δύο χρόνια χρειαζόμουν πολύ.
Ίσως όμως τώρα να κάνω την αρχή...
Να, ίσως τώρα που ξαναεκφράζω τις σκέψεις μου, που τις βλέπω γραμμένες να τις συνειδητοποιώ κι όλας... Κι ίσως τώρα μπορέσω να βελτιώσω τη ζωή μου. Να ξαναβρώ λίγο τον εαυτό μου...
Τουλάχιστον αν σ'έβλεπα κι εσένα πιο συχνά...Αλλά είμαστε και πάλι μακριά..


Μου λείπουν οι πανελλήνιες και η υπέροχα τακτοποιημένη ζωή μου. 

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Αποχωρισμός από ένα πάντα.

"Είστε σίγουροι ότι θέλετε να οριστικοποιήσετε το μηχανογραφικό σας;" ..Αποδοχή...Εκτύπωση...
>Επιλογή ένα, αρχιτεκτόνων μηχανικών ΕΜΠ

-Ναι το οριστικοποίησα...Αθήνα έβαλα πρώτη επιλογή και λογικά περνάω..Ναι, οι γονείς και οι λοιποί συγγενείς και φίλοι πιέζουν πολύ, θεωρούν πως είναι καλύτερα..είναι και λιγότερα τα έξοδα λένε, και μεγάλη η Αθήνα με συναυλίες και εκθέσεις κι από όλα αυτά που μ'αρέσουν λένε...
-Ξέρεις ότι θα είναι δύσκολο
-Ναι κι άλλη χρονιά από απόσταση ή όσο καιρό κρατήσει τέλος πάντων...γενικά μας διαλύει η απόσταση...
-Και οι σχολές και των δύο είναι δύσκολες δε θα έχουμε χρόνο για πηγαινε-έλα...εργασίες,διάβασμα...που καιρός για σχέσεις μακρινές τώρα.
-Δηλαδή δεν πιστεύεις σ'εμάς;
-Θα είναι δύσκολο
-Έχουμε καταφέρει και πιο δύσκολα..πιστέυεις ; Σε παρακαλώ πες μου ότι πιστεύεις, ότι μ'αγαπάς, ότι θα κάνεις τα πάντα για να είμαστε μαζί, ότι με θέλεις μαζί σου και θα έρχεσαι να με βλέπεις πολύ συχνά και θα'ρχομαι κι εγώ...
-Δεν ξέρω, αλήθεια, δεν ξέρω..

Δάκρυα που κανείς δεν έτρεξε να σκουπίσει, πόσο μάλλον να προλάβει πριν κυλήσουν
Φωνές ραγισμένες και κενό, μεγάλο κενό
Ανασφάλειες, φόβοι και ζήλειες
Ένα συναίσθημα πρωτόγνωρο, όλο μου το σώμα να φωνάζει, να με ρωτάει πώς μπορώ να είμαι με κάποιον μη ερωτευμένο, με κάποιον που δεν...δε με θέλει όσο θα 'θελα κι όσο τον λατρεύω εγώ, που δεν είναι το καλύτερο για μένα, που δεν επιδιώκει το καλύτερο για μένα, αλλά εξακολουθώ να τον λατρεύω κι ας είναι εγωιστής κι οξύθυμος και τσιγκούνης..έχει τόσα άλλα προτερήματα που δείχνει σε εμένα που ξεχνάω τα ελαττώματα... Αλλά τα προτερήματα δεν είναι ικανά να καλύψουν φόβους, ανασφάλειες, οι προτεραιότητες δεν είναι ικανοποιητικές, και το κενό κυριαρχεί συνεχώς μέσα μου και όχι, πρέπει να υπάρξει κάθαρση, ένα τέλος στην ψυχική οδύνη, στους συμβιβασμούς και τον υποβιβασμό των εαυτών μας σε μια μη ικανοποιητική πλέον σχέση για την οποία κανείς πλέον δεν παλεύει, δεν αγαπά και δεν δίνει το είναι του.

>Επιλογή δύο, αρχιτεκτόνων μηχανικών ΑΠΘ

-Ναι το οριστικοποίησα...Θεσσαλονίκη έβαλα πρώτη επιλογή και λογικά περνάω..Δεν είναι υπέροχο; Από του χρόνου θα τελειώσει επιτέλους η απόσταση, θα είμαστε μαζί μωρό μου, θα κοιμόμαστε και θα ξυπνάμε μαζί, θα διαβάζουμε και θα ανακαλύπτουμε μέρη...Θα σου μαγειρεύω και θα κάθομαι στον υπέροχο καναπέ του μαγικού σπιτιού σου με το λάπτοπ σου διαλέγοντας μουσική που μας αρέσει για να ακούσουμε και να τραγουδήσουμε έπειτα μαζί στο μπάνιο..Θα μπορείς να έρχεσαι να με αγκαλιάζεις και να με φιλάς όποτε θέλεις, θα με βοηθήσεις να φτιάξουμε το σπίτι μου και θα χορεύουμε μαζί σε κάποιο μπαλκόνι με θέα την υπέροχη πόλη.Θα σου δείχνω μέρη που θα ανακαλύπτω και θα με γειώνεις λέγοντας πως τα ξέρει ο καθένας κι εγώ θα νευριάζω στ'αστεία μόνο για να μου περάσουν τα νεύρα μ'ένα σου φιλί.
-Πολλή φόρα πήρες μικρή..Αν και με τόση διαφορά που έχεις από τις προηγούμενες βάσεις λογικά θα περάσεις..και θα μπορούμε να ζήσουμε όλα αυτά κι ακόμη περισσότερα, μαζί...επιτέλους μαζί. Όμως, τώρα ίσως θα 'πρεπε να ασχοληθούμε με κάτι πιο κοντικό όπως το να βρούμε που θα πάμε το Σαββατοκύριακο εδώ κοντά μιας κι όλοι οι υπόλοιποι θα είναι διακοπές στην Πάρο..

Αγκαλιές, φιλιά, μυρωδιές υπέροχες, βόλτες ατέλειωτες κι ένα καλοκαίρι που ξεκινά μαγικά κι ίσως οδηγήσει σ'ένα φθινόπωρο ακόμα πιο εξαιρετικό...

Δεν είναι όλες οι επιλογές στη ζωή μας εύκολες, πόσο μάλλον όταν σχετίζονται με το επαγγελματικό μας μέλλον, κι ειδικά αν εκείνο διαπλέκεται με ποικίλες διαπροσωπικές σχέσεις. Κι ίσως τελικά οι επιλογές μας αποτελέσουν την αφορμή για να εκδηλωθούν οι προυπάρχουσες επίπονες αιτίες, κι ίσως τελικά δεν είναι όλα όπως θα θέλαμε κι όπως θα περιμέναμε. Ο καθένας μπορεί να διαλέξει το σενάριο που του αρέσει. Ο καθένας εκτός από μένα που πρέπει να διαλέξω αυτό που μου επιβάλουν οι συνθήκες.

Καληνύχτα..

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Αναλγησία

Είναι φορές που η μυρωδιά της πόλης αυτής είναι αποκρουστική.
Μυρίζει ιδρώτα. Κάποιος δεν έχει λεφτά (πόσο απαίσια λέξη τα λεφτά, πόσο πιο απαίσια σημασία..) να πλυθεί. Μυρίζει κρεμμύδια, το στιφάδο κάποιας γυναίκας που σιγοτραγουδά έντεχνο και μετανιώνει που δεν έγινε τραγουδίστρια, που βλέπει τα βράδια στην τηλεόραση τα τάλεντ σόουζ κι εύχεται να 'ταν νέα. Μυρίζει, ακόμη, υπόνομος, κι οι άνθρωποι κλείνουν μύτες, μάτια, και μυαλά για να περάσουν...όμως δε μπορούν να μυρίσουν τη σάπια ψυχή τους.
Χτύπησε το τηλέφωνο..
-Καλησπέρα είναι εκεί η κ.Π.;
-Από που τηλεφωνείτε;
-Για μια οφειλή σας..
-Και δε σκεφτήκατε ότι είναι μεσημέρι; Ότι ίσως ξεκουράζεται;
-...
- Ότι ίσως είναι άκομψο να τηλεφωνείτε τέτοια ώρα; 
Η γυναίκα στην άλλη άκρη της γραμμής είχε σιωπήσει...και μετά σαν ο τόνος της να έγινε πιο σκληρός μου αποκρίθηκε
-Εσείς έχετε δουλειά ;
-Ναι και σίγουρα πιο δύσκολη από τη δική σας.
(Κι ακόμη πιστεύω, το να είσαι μαθήτρια που δίνει πανελλήνιες σε δύο μήνες είναι πιο δύσκολο από το να καλείς τηλέφωνα)
-Τότε θα ξέρετε ότι δεν ευθύνεστε πάντα εσείς για ό,τι κάνετε για τη δουλειά σας. Έτσι κι εγώ αν δεν είχα αυτή τη δουλειά δε θα μπορούσα να ζήσω. Ίσως η μαμά σας έχει πιο πολλά χρήματα γι αυτό κοιμάται το μεσημέρι.
τουτ..τουτ...τουτ...
Η κρίση που μας οδηγεί στο ξεπούλημα του εαυτού μας. Η ηθική αναλγησία της κρίσης. Βέβαια, αλυσίδα είναι όλα, εργάζεσαι όπου τύχει μιας και πρέπει να θρέψεις την οικογένειά σου. Όσο κι αν αντιπαθείς τη δουλεία-δουλειά σου. Κι έπειτα, σαφώς και δε μπορείς να υποκρίνεσαι, ξεσπάς. Χωρίς να ξέρεις με ποιον μιλάς. Τη λες στον άλλο, ο οποίος θα σε λυπηθεί. Επιζητείς τη λύπησή του χωρίς να ξέρεις καν με ποιον έχεις να κάνεις, κρύβεσαι στην ανωνυμία του τηλεφώνου και δε σε απασχολεί να μάθεις ότι ίσως ο άνθρωπος στον οποίο προσπαθείς να τη βγεις ζει χειρότερα από εσένα. Εξάλλου είπαμε, αναλγησία ηθική, όχι και ψυχολογική...
 Και μέσα σε όλα αυτά εσύ. Τα μαθήματα και οι σάπιες εικόνες της άλλοτε υπέροχης πόλης, τα μεσημεριανά τηλεφωνήματα από εκείνους που "κάνουν τη δουλειά τους", ο καφές και τα νεύρα κι η προσμονή. Θέλω να υπερπηδήσω αυτούς τους δυόμισι μήνες, να τελειώνει αυτή η κατάσταση.
Και πάνω που ξέρω ότι τουλάχιστον εσύ καταλαβαίνεις, όχι δεν είναι έτσι.
The sky above
Umbrellas, sculpture by Georgios Zongolopoulos.
Available for purchase as fine art print on Redbubble.Κανείς δεν καταλαβαίνει κανέναν πια, όλοι μόνο για τον εαυτούλη μας νοιαζόμαστε, και κρυβόμαστε στη μιζέρια, τη στεναχώρια, τη μοναξιά. Ή θεοποιούμε τους εαυτούς μας, μιας κι "εμείς είμαστε διαφορετικοί" και έτσι εφησυχαζόμαστε, επαναπαυόμαστε στη μοναδικότητα και στην υπεροχή μας.
Με ενοχλεί να σου ξεφεύγουν λόγια που εύχεσαι να μην είχες πει, με ενοχλεί να μετανιώνεις για ό,τι μου λες, με ενοχλεί που περνάς χρόνο με εκείνη κι όχι με εμένα και που έχω πανελλήνιες, κι εγώ είμαι εδώ κι εσύ εκεί κι αυτή μπορεί να σου χαϊδεύει τα μαλλιά ενώ εμένα δε με αφήνεις ούτε να τα ακουμπήσω, ακόμα και σε εκείνες τις στιγμές τις πολύ δικές μας, που δεν ξεχωρίζει το 'εσύ' απ'το 'εγώ' αυτό που ξεχωρίζει είναι ότι τα μαλλιά σου είναι δικά σου, όπως και ο λαιμός σου όπως κι όλα εκείνα που αρνείσαι να μοιραστείς. Αλλά εγώ πρέπει και θέλω να αφήνομαι ολοκληρωτικά, κι έτσι πάντοτε φτάνουμε σε αυτά τα αδιέξοδα, που εγώ μοιράζομαι κι εσύ κρατάς, που εγώ έχω ανάγκη να δίνω κι εσύ να παίρνεις, που περιμένω πάλι τις καταστάσεις, τα λόγια και τις πράξεις που ποτέ δεν έρχονται. Που περιμένω πάλι εσένα, αλλά... 


Καλό μήνα.


Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Δεσμοί [x= (2Ν+1)*λ/4] και Δεσμά.

  Είναι δύσκολη η χρονιά, αγάπη μου. Τα χρήματα όλο και λιγοστεύουν για όλους. Όμως αντί αυτό να μας κάνει πιο ανθρώπινους, αντί να μας καλλιεργεί τη συμπόνια, να μας ευαισθητοποιεί, έχει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Μας κάνει ολοένα και πιο απάνθρωπους. Δολοφονούμε ανθρώπους γιατί είναι διαφορετικοί, αδιαφορούμε για εκείνους που μας έχουν ανάγκη, καταστρέφουμε τους ίδιους τους εαυτούς μας.
  Με ενοχλεί που περνούν οι μέρες τόσο γρήγορα. Φεύγουν κι εγώ βρίσκω τόσες πολλές ομοιότητες μεταξύ τους που πλέον δε μπορώ να ξεχωρίσω πότε έχει έρθει η επόμενη μέρα. Λένε πως η τελευταία χρονιά στο σχολείο πρέπει να είναι διασκεδαστική, να σου αφήσει αναμνήσεις ανεξίτηλες που θα θυμάσαι σε σαράντα χρόνια και θα χαμογελάς. Θα αποζητάς τις χαρούμενες λυκειακές μέρες που έκανες βόλτες, χόρευες και γελούσες χωρίς μέτρο. Λένε. Λένε ότι έτσι θα πρέπει να είναι. Όμως εμείς τι θα θυμόμαστε; Τις ατέλειωτες ώρες ρουτίνας; Ξυπνάω, ντύνομαι, πάω στο σχολείο. Φεύγω από εκεί και το κεφάλι μου πονάει. Σπίτι, λίγο διάβασμα -όσο προλαβαίνω δηλαδή πριν τα προπαρασκευαστικά μαθήματα- μαθήματα, διάβασμα και πάλι, και ξαφνικά πήγε δώδεκα και μισή. Μπαίνω στο μπάνιο κι όσο νιώθω το νερό να τρέχει πάνω μου προσποιούμαι πως ξεπλένω τη ρουτίνα, πως διώχνω τη λάσπη του εκπαιδευτικού συστήματος που κατακάθεται πάνω μου καθημερινά, αποστειρώνομαι από την περίφημη στείρα αποστήθιση κι απομνημόνευση. Παλιότερα πριν με πάρει ο ύπνος σκεφτόμουν καταστάσεις που ήδη έχουν συμβεί ή θα ήθελα να συμβούν. Καταστάσεις ευχάριστες, πολύχρωμες. Δεν είναι ότι τώρα είναι γκρίζες οι καταστάσεις, απλά ανύπαρκες είναι. Δεν προλαβαίνω να σκεφτώ πριν κοιμηθώ. Ονειρεύομαι ότι ψάχνω τεκμήρια στα κείμενα και βρίσκω μόνο εποπτεία των αισθήσεων..νιώθω...ονειρεύομαι ότι νιώθω. Όμως μετά αλλάζει η διδακτική ώρα και ψάχνω παραγώγους και ίσως βρω κάποια λύση στον ύπνο μου, όμως συνήθως έχει φτάσει η ώρα να ξυπνήσω πριν τελειώσει η άσκηση. Κι η ρουτίνα συνεχίζεται, κι είναι ακόμα αρχή.
  Και μέσα σε όλα αυτά γίνομαι πιο συναισθηματική και πιο ευέξαπτη και πιο εγωίστρια. Θέλω να είσαι εδώ για μένα όποτε εγώ έχω χρόνο, αλλά δε μπορώ να σου το πω ευτυχώς. Ευτυχώς κρύβω ότι έχω γίνει πιο εγωίστρια και πιο ευέξαπτη. Κρύβω ότι έχω γίνει λίγο πιο συναισθηματική και μου λείπει να μου λες "Υπομονή, μωρό μου. Είμαι δίπλα σου και θέλω μόνο να χαμογελάς και να είσαι καλά. Θα περάσουν οι μέρες αυτές, όλα θα πάνε καλά και μετά θα υπάρχει χρόνος." Και τις μέρες που ήσουν εδώ με αγκάλιαζες κι ήταν σαν να έλεγες αυτά κι ακόμα περισσότερα. Μα αυτό το τετραήμερο ήταν ένα όνειρο που πέρασε, ξυπνήσαμε. Και ξυπνήσαμε σε διαφορετικές πόλεις. Εσύ δίπλα στο λευκό πύργο και εγώ στον κούλε. 
  Νιώθω τύψεις γιατί σκέφτομαι εσένα αντί για τα στάσιμα κύματα και τις εξαναγκασμένες ταλαντώσεις (πιο εξαναγκασμένες όμως από τη δική μου ταλάντωση 'διάβασμα-ύπνος-διάβασμα'  δεν νομίζω ότι υφίστανται) που γράφω διαγώνισμα αύριο. 

(Σε εδίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική. , που λέει και ο Παύλος.)
Καλό σαββατόβραδο σ'εσάς που βγαίνετε και σ'εμάς που διαβάζουμε.
Καλή υπμονή:)
 

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Day_Delete: Το αίτημά σας βρίσκεται σε εξέλιξη.

  Γιατί σχεδόν πάντα οι άνθρωποι τα παρατούν; Γιατί δεν επειδιώκουν αυτό που θέλουν με οποιοδήποτε κόστος; Επειδή ίσως δεν το θέλουν αρκετά. Ή επειδή δεν έχουν μάθει να το κάνουν. Αντιθέτως, έχουν μάθει να υπακούν, να συμβιβάζονται. Είναι εγωιστές απέναντι σε όλα αυτά που δεν πρέπει να είναι, και υποχωρούν μπροστά σε αυτά που δε θα έπρεπε. (εκτός κι αν δε θέλουν να προσπαθήσουν αρκετά).
  Είχα πει πως θα προσπαθούσα να μην ελπίζω, να μην ξαναπέσω σ'αυτήν την παγίδα που λέγεται "προσδοκίες". Μάταιος κόπος. Είναι στη φύση του ανθρώπου να ελπίζει. Είναι στη φύση τη δική μου να μυρίζω το άρωμά σου στον αέρα και να νομίζω ότι έφτασες ενώ εσύ δεν έχεις ξεκινήσει ακόμη. Και δε σκοπεύεις να ξεκινήσεις και ποτέ. 




*Πού να σε βρω;

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

-Εσύ τι κάνεις όταν πιέζεσαι;

-Εσύ τι κάνεις όταν πιέζεσαι;  τους ρώτησα..Έναν έναν χωριστά, για να μην ξέρουν ο ένας την απάντηση του άλλου.

- Κλείνομαι στον εαυτό μου, απάντησε μια κοπέλα.
-Ξεσπάω στους άλλους, είπε μια άλλη.
-Δεν δίνω σημασία κι έτσι δε φτάνω στο σημείο να πιεστώ.
-Τίποτα είπε με έναν ερωτηματικό τόνο η τέταρτη.
-Κλαίω ή ξεσπάω στον εαυτό μου, είπε η τελευταία κοπέλα.
-Μελαγχολώ, ζητάω διάφορες γνώμες για το τι να κάνω, μου απάντησε το ένα αγόρι.
-Προσπαθώ να βρω μια λύση σε αυτό που με πιέζει, είπε το δεύτερο αγόρι.

Το τρίτο αγόρι δε θα χρειαστεί να το ρωτήσω.
Ξέρω από πριν πως η απάντησή του θα είναι πανομοιότυπη με τη δική μου.
Όπως οτιδήποτε δικό το μοιάζει με κάτι δικό μου, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να είναι και τελείως διαφορετικά. Αλλά αυτό με ελκύει σε αυτόν, η αρμονία μεταξύ μας, που ακόμα κι οι αναταραχές της είναι αρμονικές.


 -Εσύ τι κάνεις όταν πιέζεσαι;
-Φεύγω. Θα λέγαμε εγώ κι εκείνος με μια φωνή και μετά θα γυρίζαμε αλλού τα βλέμματά μας και θα αποχωρούσαμε προς τις αντίθετες κατευθύνσεις.

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Χρυσόψαρα, πάλι.

-Ήξερες πως ήμουν. 
  Λες. Και το επόμενο πράγμα που ακούω είναι το τουτ της γραμμής που κλείνει. Πολύ πιο ενοχλητικός ήχος από την οποιαδήποτε σιωπή. Ήξερα πως ήσουν, ξέρω πως είσαι. 
Με ενοχλεί όμως να περιμένεις να γίνω κάποια που δεν είμαι. Να περιμένεις να σε βλέπω με τους δικούς σου όρους, να κάνω οτιδήποτε με τους δικούς σου όρους, να σε κυνηγάω κι εσύ να φεύγεις όλο και πιο μακριά. 
  Το θέμα είναι ακριβώς το ότι ήξερα πώς είσαι. Ήξερα πόσο νοιαζόσουν για μένα, ήξερα πόσο λάτρευες το χαμόγελό μου-σχεδόν όσο λατρεύω εγώ τα μάτια σου-, και ήξερα όχι επειδή μου τα έλεγες όλα αυτά, αλλά επειδή τα έδειχνες. Επειδή αν περνούσε κάποιο βράδυ χωρίς να μιλήσουμε ένιωθες την απουσία μου, μισούσες την απουσία μου. Επειδή προσπαθούσες να βρεις χρόνο για μένα. Προσπαθούσες να βρεις χρόνο για να ακούσεις ακόμα και τα παράπονά μου, έψαχνες την κατάλληλη βλακεία που θα με έκανε να γελάσω.
  Και δεν ξέρεις πόσο σε λάτρεψα μέσα από όλα αυτά. 
Γιατί κάπου ανάμεσα στις μεταμεσονύκτιες συνομιλίες μας στο σκάιπ και στα βράδια που πέρασα στην αγκαλιά σου σε μια ξαπλώστρα νομίζω ότι σε ερωτεύτηκα. Ξανά. Από την αρχή. Πιο δυνατά και τελείως διαφορετικά.
Και κάθε λεπτό που εγώ σε ερωτευόμουν πιο πολύ εσύ γλιστρούσες όλο και πιο πολύ σε μια άβυσσο που μόνος σου έφτιαξες. Κι εγώ προσπαθούσα να σε τραβήξω και κάποιες φορές τα κατάφερνα, όμως μετά πάλι χανόσουν ακόμα πιο βαθιά. Κι έτσι, προκειμένου κάθε φορά να σε τραβήξω για λίγα λεπτά στο φως χανόμουν μερικές ώρες στην άβυσσό σου. Και δε με πείραζε, ακόμα δε με πειράζει. Είναι φορές που θα ήθελα να σου δώσω τη ζωή μου γιατί ξέρω πως εσύ θα την εκτιμούσες πιο πολύ από μένα όπως θα εκτιμούσα εγώ τη δική σου πιο πολύ από εσένα.
  Κι οι στιγμές που ήξερα περισσότερο από ποτέ πως είσαι είναι αυτές που μου έλεγες πως σου λείπω, γιατί ήταν σπάνιες. Μα όταν το έλεγες ήταν σαν η φωνή σου να ζεσταινόταν ξαφνικά, όπως όταν με είπες "μωρό μου", κι ας ήταν δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Κι ας είπες εκείνη τη φράση κάποια στιγμή που δεν έλεγχες τον εαυτό σου, γιατί αν τον έλεγχες δε θα το είχες ξεστομίσει ποτέ.  Όπως και τη φορά που μου είπες ότι με αγαπάς, ήταν η πρώτη φορά που σε είδα χωρίς να έχεις συναίσθηση των πράξεών σου. 
  Ήξερα πως ήσουν, απλά ίσως υπερεκτιμώ τις δυνατότητές μου να εμφανίζω μαγικά μια υπέροχη εικόνα του κάθε ανθρώπου. Ίσως τη δική σου μπορώ να την κάνω ορατή στους άλλους και σε εσένα τον ίδιο πολύ σπάνια. Όμως εγώ την έχω δει τόσες φορές, όσες είναι κι οι φορέ που με έχεις πει χαζή. Ξέρεις όταν σε σκέφτομαι να μου μιλάς πάντα απευθύνεσαι σε μένα ως "χαζή" με εκείνο τον ψιλοειρωνικό σου τόνο, είναι λες και απεχθάνεσαι το όνομά μου ή το κρατάς μόνο για τις περιπτώσεις που είσαι πολύ θυμωμένος μαζί μου.
  Και μπορεί τον θυμό σου να τον αντέχω, αυτή την αδιαφορία σου όμως όχι. Αυτή η ουδέτερη στάση σου με σκοτώνει κάθε φορά. Κι είναι φορές που πιάνω τον εαυτό μου να βλέπει λίγο τις καταστάσεις ως τρίτος, δηλαδή πραγματικά γιατί συνεχίζω να προσπαθώ, γιατί απλά δε σηκώνομαι να φύγω; Επειδή έχω μάθει να νιώθω έντονα, και κάποιες φορές να δίνομαι υπερβολικά. Το κακό στην ιστορία είναι ότι περιμένω να δοθείς λίγο περισσότερο κι εσύ.Επειδή πρέπει να προσπαθήσω υπερβολικά πολύ για να βρω εκείνες τις στιγμές που ξέρω πως είσαι δικός μου, που ξέρω πως είσαι σίγουρος, πως είσαι εσύ.
  Κι ακόμα κι αυτή η κατάσταση θα ήταν πιο υποφερτή αν δεν υπήρχαν οι δικές μου ανασφάλειες. Τις οποίες ξέρεις ότι μπορείς να διαλύσεις με δύο λέξεις σου, αλλά επιλέγεις να μην το κάνεις. Επειδή πιστεύεις πως όταν μου μιλάς για το πως νιώθεις μαζί μου, για το πως με βλέπεις γίνεσαι πιο ευάλωτος, και δε θέλεις κι ο ίδιος να δεχτείς ότι σε επηρεάζω.

  Τουτ...τουτ...τουτ...
  Ή έτσι ήταν τα πράγματα μέχρι πριν λίγες μέρες.
Τώρα είναι λες και φωνάζω σ'ένα έρημο φωταγωγό κι ακούω μόνο την ηχό μου, ακουμπάω μόνο τοίχους με ρωγμές, βλέπω μόνο πυκνό σκοτάδι και η μόνη οσμή εδώ είναι καμμένα συναισθήματα.

  Γράφω ελπίζοντας να διαβάσεις, ελπίζοντας να με νιώσεις, ελπίζοντας να μην βιώσεις ακόμα κι αυτές τις λέξεις μου επιδερμικά.

  Κι αυτά τα τραγούδια των πυξ λαξ...Κάθε στίχος είναι εμποτισμένος με αμέτρητα νοήματα και συναισθήματα ή δάκρυα...

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Κλαδιά και χέρια μπλεγμένα




 Και κάπως έτσι κυλούν οι μέρες, γλιστράνε σαν τις στάλες της βροχής, κολλούν η μια πάνω στην άλλη σαν τις αναμνήσεις που τυλίγουμε τόσο προσεκτικά μέχρι που λυπόμαστε πια να χαλάσουμε το περιτύλιγμα και να τις ανοίξουμε, και χάνονται σαν τις εικόνες που φτιάχνω βλέποντας τα σύννεφα όταν μας σκέφτομαι. 

~ Τι σου λείπει πιο πολύ;
~Το χαμόγελο στα μάτια σου.

*Υ.Γ. Η φωτογραφία προφανώς εν ώρα διαβάσματος τραβήχτηκε..*

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Εξομολόγηση1

Φοβάμαι τον εαυτό μου γιατί είναι υπερβολικά αυθόρμητος και πραγματικός για τα δεδομένα μου. Φοβάμαι τη ζωή μου γιατί είναι υπερβολικά συνηθισμένη για τον εαυτό μου.Κι όμως, ...

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

strange days, strange feelings, strange us



Μου λες πως δεν έχεις λόγο να ξυπνάς το πρωί κι εγώ θέλω μόνο να μπορέσω να σου βρω το λόγο αυτόν. Με τα λόγια δε μπορώ νομίζω. Ίσως να είχα προσπαθήσει να είμαι ο λόγος αυτός, ίσως οι προσπάθειές μου να μην απέδωσαν. Ίσως πρέπει να προσπαθήσω να σου δείξω τη δύναμη μέσα σου για να μπορέσεις να βρεις το λόγο στις σκέψεις σου και στους στόχους σου. Δεν ξέρω..επειδή κι εγώ είμαι στην ίδια κατάσταση, το ξέρεις. Κι έτσι βρίσκουμε και οι δυο λόγους να συνεχίζουμε μέσα από την υποχρέωση, ξυπνάμε το πρωί εξαιτίας της ρουτίνας κι όχι εξαιτίας της ζωής ή της αγάπης. Ήθελα να σου πω ότι θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα δικό σου χαμόγελο μια μέρα, ένα χαμόγελο που κάνει κι εμένα να γελάω. Κι ήθελα να σου πω ότι θα φτιάξουν, όλα..Πάντα πρέπει να φτιάχνουν.


Καλησπέρα:)

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

θέλω τη μέρα που θα φύγεις,

Ήταν λες και το πόδι του είχε κολλήσει αποφασιστικά στο γκάζι. Οι πινακίδες διαδέχονταν ακατάπαυστα η μια την άλλη, όμως εκείνος δε σταματούσε, δεν έστριβε. Προχωρούσε ευθεία. Ώρες πίσω του η Λυόν. Μέχρι που έφτασε στο τέλος του εθνικού, έπρεπε να διαλέξει. Δεξιά για Μονπελιέ κι αριστερά για Μασσαλία. Έκλεισε τα μάτια για κλάσματα του δευτερολέπτου. Άφησε τον εαυτό του ελεύθερο. Το τιμόνι έστριψε σχεδόν μόνο του δεξιά. Μονπελιέ. Δεν είχε ξαναπάει εκεί. Είχε δει όμως πολλές φορές αγώνες της ομώνυμης ομάδας στην τηλεόραση. Είχε δει πολλά στην τηλεόραση, κι άλλα τόσα στο δρόμο. Το πόδι του παρέμενε κολλημένο στο γκάζι. Η γύρω περιοχή ήταν απογυμνωμένη από δάση, έτσι ήταν γενικά ο γαλλικός νότος. Νότος. Το μυαλό του έκανε δυο συνειρμούς ταυτόχρονα. Έτσι δαιδαλώδες ήταν πάντα το μυαλό του. Νότος.καλοκαίρι,αναμνήσεις,παρέα,φίλοι,νεότητα,ανεμελιά,συναυλίες,διάβασμα,διακοπές,ταξίδια,γέλια,γέλια πολλά,κρασί και τάβλι και καφές μέτριος...Ήταν λες κι εστίαζε ολοένα και πιο συγκεκριμένα. Νότος. Όπως νόστος. Όχι δεν ήθελε να γυρίσει πίσω, δε μπορούσε να γυρίσει πίσω. Είχει υποσχεθεί στον εαυτό του καινούρια αρχή. Μόνο δυο τρία πράγματα είχε κρατήσει από την παλιά του ζωή, κι αυτά δεν ήταν πράγματα. Ήταν αναμνήσεις απ'αυτές που χαράσσονται βαθιά, επιθυμίες ανικανοποίητες,απωθημένα, και τύψεις. Προς τι οι τύψεις; ρωτούσε ο άλλος του εαυτός...Μα εκείνος απέστρεφε το βλέμμα, δεν είχε όρεξη για εσωτερικούς μονολόγους. Ήταν εξαντλητικοί, κι εκείνος είχε δρόμο πολύ ακόμα μπροστά του. Προς τι οι τύψεις; ρώτησε ξανά ο άλλος του εαυτός. Εκείνος πάτησε το πλήκτρο της αναπαραγωγής στο σιντί. Δεν είχε όρεξη για γαλλική μουσική τώρα. Ήθελε κάτι δικό του...δικό του. Προς τι οι τύψεις; τώρα άκουγε τη φωνή της στο αυτί του, να ψιθυρίζει, με ένα τόνο ειρωνικό,πληγωμένο και γλυκό ταυτόχρονα. Προς τι οι τύψεις αγάπη μου; 
Σταμάτα. Ήθελε να φωνάξει εκείνος. Σταμάτα. Οι τύψεις..οι τύψεις, κοριτσάκι, είναι γιατί δε μπόρεσα να κρατήσω τον εαυτό μου. Γιατί δεν ήθελα να είσαι δική του ή του οποιοδήποτε. Γιατί σε ήθελα για μένα και μόνο. Και τόλμησα, σε διεκδίκησα, σε κατέκτησα, μέχρι που μου παραδόθηκες ολοκληρωτικά. Μέχρι που κατείχα το σώμα, την ψυχή, το πνεύμα και τη σκέψη σου. Μέχρι που κατέκτησα το είναι σου. Αλλά μετά με φόβησε. Με φόβησες. Με φόβησε το να ξέρω ότι θα μπορούσα να σε πληγώσω όποτε ήθελα. Ήξερα ότι κι εσύ το ίδιο θα μπορούσες να κάνεις. Όμως..Όμως εσύ δε θα το έκανες. Γι αυτό ένιωσα ότι δε θα χάσω τίποτα αν δοκίμαζα τη δύναμή μου. Κι έτσι σε πλήγωσα, χειρότερα απ'τον καθένα. Εγώ, πρώτα σε κατάκτησα ολοκληρωτικά, ύστερα σ'αγαπησα πραγματικά και τέλος σε έκαψα, αγάπη μου, η φωτιά της αγάπης σου έκαψε τον κόσμο μου, ολοσχερώς. Γι αυτό έφυγα. Ίσως κι η φυγή μου να ήταν αυτή που σε κατέστρεψε. Δεν ξέρω πότε έριξα το πρώτο σπίρτο. Τώρα φεύγω. Έφυγα. Σ'άφησα. Δε σε δοκιμάζω. Ξέρω ότι οι μεγάλοι έρωτες σαν τον δικό μας δεν είναι για δοκιμές. Είναι για τα άκρα. Κι επειδή έφυγα εσύ θα θυμώσεις, θα ξεσπάσεις, θα κλάψεις και θα το ξεπεράσεις. Εσύ θα αναγεννηθείς απ'τις στάχτες σου κι εγώ θα ξαναφυτέψω την καμμένη πλαγιά μου.
Το αυτοκίνητο κατάπινε τα χιλιόμετρα κι η μουσική κατάπινε το ατοκίνητο, κι ύστερα όλα μαζί κατάπιναν εμένα. Ήμουν στο Μονπελιέ. Δυο ώρες μετά έβγαινα από το δωμάτιο του ξενοδοχείου. Είχα ξεμείνει από καπνό. Κι εσωτερικός μονόλογος χωρίς καπνό δεν υφίσταται. Έπεσα πάνω της στο διάδρομο. Βγήκε από την απέναντι πόρτα. -Ποια είσαι; τη ρώτησα κοκαλωμένος. -Αυτή που δε θα σε αφήσει να τη διαλύσεις. Αυτή που λάτρεψε τη φωτιά αντί να την πολεμήσει..Αυτή που έκανε τη φωτιά ένα με το είναι της, μου απάντησε κι ύστερα έσπρωξε την πόρτα του δωματίου μου. Έκλεισε δυνατά την πόρτα πίσω της καθώς με έριχνε στο κρεβάτι. Έβγαζε τα ρούχα μου κι ήταν σαν να πετούσαν πάνω μου σπίρτα αναμένα κι εγώ να ήμουν αλειμένος με πετρέλαιο. Άναβα, όλο και πιο πολύ. Κι εκείνη χαιρόταν, ήταν λες και τα μάτια της πετούσαν τις φλόγες που με κατέκλυζαν. Ήταν λες και τα χείλη της όταν ακουμπούσαν τα δικά μου μετέδιδαν αέρα καυτό που δε μ'άφηνε ν'αναπνεύσω, έπαιρνε όλο μου το οξυγόνο εκείνη για να συνεχίσει να παράγει τη φωτιά της. Έπειτα ήμουν μέσα της. Μέσα στο σώμα, στο μυαλό, στην ψυχή της ξανά. Κατέκλυζα κάθε μόριό της κι εκείνη κάθε δικό μου, μα εκείνη μ'έκαιγε. Διψάω, ψιθύρισε σιγανά δίπλα στ'αυτί μου, κι ήταν λες και έκαιγα ακόμα περισσότερο εγώ. Μα βέβαια, με τόση φλόγα που τροφοδοτούσε και πετούσε σ'εμένα πώς να μη διψάσει; Έτσι κι εγώ της πρόσφερα το μοναδικό πράγμα που μπορούσα. Αφού την κατέστρεψα, αφού την έκαψα κι εκείνη μπόρεσε κι έσβησε τον εαυτό της, κι ύστερα κατάφερε να κάψει εμένα, έπρεπε να σβήσω και τους δυο μας, έπρεπε. Μπορούσαμε να λυτρωθούμε, το ήξερε, γι αυτό ήρθε, γι αυτό τα κατάφερε. Κι έτσι την ξεδίψασα, έτσι έσβησα όλοι τη φωτιά της, έτσι μας έσβησα και τους δυο κι εκείνη ούρλιαζε καθώς το δικό μου νερό έσβηνε τη φωτιά της. Κι όταν οι θερμοκρασίες μας εξισώθηκαν κι εγώ βγήκα απ'το σώμα της, ήξερα ότι δεν είχα βγει από την ίδια. Ήξερα ότι ήμουν, είμαι και θα είμαι τα πάντα. Όμως τώρα πια πιο πολύ θα είναι εκείνη η φωτιά κι η καταστροφή μου κι εγώ θα είμαι το νερό της. Ίσως και να τα καταφέραμε, πού ξέρεις..Ίσως και να'μαστε κι οι δυο πια ίσοι ... Πάντως συμπληρωμένοι είμαστε σίγουρα.


Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Σιωπή.

Σήκωσε το τηλέφωνο βαριεστημένα όμως η φωνή στην άλλη άκρη του ακουστικού ακουγόταν νευρική, βιαστική κι έμοιαζε να πνίγεται σε κάθε συλλαβή. 
"Τι συμβαίνει;" ρώτησε η κοπέλα.
"Η γιαγιά..δε θα ξαναέρθει στο σπίτι. Ούτε θα ξαναφορέσει εκείνη την πράσινη ρόμπα, ούτε θα μας ξαναπεί ιστορίες..." είπε η φωνή κι ύστερα αναλύθηκε σ'ένα λυγμό βαθύ. 
"Εννοείς ότι έφυγε;" 
"Ναι. Για πολύ μακριά. Για τ'άστρο εκείνο το μεγάλο που βρίσκεται δίπλα σ'ένα άλλο μικρούλι. Θυμάσαι που μας έλεγε πως μια μέρα θα ζήσει μόνιμα εκεί;" 
Πάτησε απότομα το κόκκινο κουμπί της συσκευής κλείνοντας το τηλέφωνο. Δεν ήθελε να μιλήσει σε κανένα, δε μπορούσε να αφήσει κανένα να της θυμήσει τις στιγμές που ήξερε πως δε θα ξεχνούσε ποτέ. Το σπίτι της γιαγιάς της δεν απείχε πολύ απ'το δικό της. Όμως δεν άντεχε να πάει, δεν άντεχε να αντικρίσει τις μάσκες θλίψης όλων αυτών που αγαπούσε, και πάνω από όλα δεν ήθελε κανένας να δει τη δική της μάσκα. Έτσι πήρε μαζί της ένα κενό τετράδιο, με σελίδες χωρίς γραμμές, ένα μολύβι και τα ακουστικά της. Δεν πήρε γόμα μαζί της. Δε θα επέτρεπε στον εαυτό της κανένα λάθος. Κλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματος και κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες.
Σε λιγότερο από δέκα λεπτά βρισκόταν στο σταθμό του κτελ με τα ακουστικά στα αυτιά της. Ήταν φθινόπωρο κι υπήρχαν παντού κόκκινα ξερά φύλλα. Το γκαζόν χρειαζόταν κούρεμα. Τουρίστες ακόμα πηγαινοέρχονταν στις κοντινές παραλίες του νησιού. Δεν της έμενε παρά να διαλέξει προορισμό. Ήταν πολύ πιο απλό βέβαια να μπει σε ένα τυχαίο λεωφορείο και να εξαφανιστεί μόνο για όσο χρειαζόταν. Και ξαφνικά ήξερε. "Ένα εισητήριο για Γούβες" είπε κοφτά και πλήρωσε απευθείας με ψιλά, 2.80, πριν καν ο ταμίας της πει το ποσό. Κάθισε στη θέση δίπλα στο παράθυρο και ξεκίνησε να σκιτσάρει. Σε λίγο η ζωγραφιά της είχε πάρει μορφή. Μια κοπέλα να κάθεται μπροστά σ'ένα μεγάλο παράθυρο έχοντας δίπλα της μια συσκευή τηλεφώνου από τις παλιές με το γρανάζι που γυρνάει, που δεν έχουν κουμπιά. Το ύφος της κοπέλας ήταν τρομοκρατημένο, μα και γαλήνιο. Ήταν κοπέλα κι ηλικιωμένη μαζί, ήταν νεκρή και ζωντανή μαζί. Δεν ήξερε τι ήταν, μόνο περίμενε. Ένα τηλέφωνο να χτυπήσει, ένα παράθυρο να κλείσει, μια ζωή να σβήσει. Περίμενε.
Σε μισή ώρα κατέβαινε απ'το λεωφορείο νιώθοντας τα πόδια της μουδιασμένα. Η στάση με την ξύλινη σκεπούλα. Με το που πάτησε το πόδι της εκεί οι αναμνήσεις την κύκλωσαν. Δεν ήξερε αν έπρεπε να μετανιώσει για την επιλογή της. Άφησε το σκίτσο της στο πεζούλι της στάσης και ξεκίνησε να περπατάει προς την παραλία. 


Εκείνος ένιωθε κουρασμένος. Απ'τη ζωή του, απ'τη δουλειά του -όσο κι αν του άρεσε- απ'τις σχέσεις του. Ένιωθε ότι δεν του αρκούσαν. Μετά από χρόνια που κυνηγούσε το ωραίο ήξερε ότι δεν του έφτανε μόνο αυτό πια. Χρειαζόταν το ουσιαστικό. Μα δεν ήταν διατεθειμένος να το διακινδυνεύσει. Δεν ήθελε να πληγωθεί, να απογοητευτεί. Είχε βολευτεί στη ζωή του όπως βολευόταν κάθε πρωί στη δερμάτινη πολυθρόνα στο γραφείο εκείνο απ'όπου έλεγχε τα οικονομικά της μεγάλης εταιρίας. Επικεφαλής του τμήματος πια. Μόλις στα τριάντα του. 

Το χτύπημα στην πόρτα διέκοψε τις σκέψεις του. Δε σκεφτόταν συχνά κάτι άλλο εκτός τη δουλειά ή τις επαγγελματικές σχέσεις του γενικά. 
"Το ραντεβού που είχατε σήμερα το απόγευμα μετακινήθηκε αύριο την ίδια ώρα, οπότε μπορείτε να φύγετε και να ξεκουραστείτε γιατί αύριο μας περιμένει πολύ δουλειά" είπε η κομψή γραμματέας χαμογελώντας. Εκείνος όμως δεν ήθελε να φύγει. Η ζωή του ήταν το γραφείο του. Ξαφνικά χτύπησε το κινητό του. Αλλά όχι με το γνωστό ουδέτερο ήχο κλήσης που χρησιμοποιούσε για όλους τους πελάτες ή τους γνωστούς του. Χτύπησε με εκείνο τον ήχο. Αρχικά τα έχασε. Είχε να ακούσει εκείνο τον ήχο πάνω από χρόνο. Ίσως πάνω από τρία χρόνια. Άλλαζε συχνά συσκευές. Αλλά σε όλες φρόντιζε να έχει τον ίδιο αυτό ήχο για τη συγκεκριμένη επαφή. Στη συνέχεια τα έχασε ακόμα περισσότερο. Η φωνή της έτρεμε. Η φωνή εκείνης δεν έπρεπε να τρέμει. Εκείνη ήταν δυνατή. Δεν έπρεπε να φοβάται ποτέ. "Τι συνέβη;" τη ρώτησε νιώθοντας μια τάση να λιποθυμίσει. "Έλα. Σε παρακαλώ. Στην παραλία", απάντησε εκείνη κι ύστερα έκλεισε το τηλέφωνο. Εκείνος έμεινε ασάλευτος μόνο για τρία δευτερόλεπτα. Έπειτα, μέσα σε ελάχιστα λεπτά είχε βρεθεί στο πάρκινγκ της εταιρίας με το κλειδί στη μίζα του ακριβού αυτοκινήτου του. Λίγα ακόμα λεπτά μετά έτρεχε ιλιγγιωδώς στην εθνική οδό. Πάτησε το πλήκτρο για να ξεκινήσει η μουσική απ'το σιντί. Είχε πάνω από χρόνο, ίσως πάνω από τρία χρόνια να ακούσει σιντί. Ήξερε όμως ποιο σιντί ήταν μέσα. Εκείνο που περιείχε τον ήχο κλήσης που προξένησε όλη αυτή την ξαφνική αναταραχή στη γνώριμη ρουτίνα του. Ένα τέταρτο αργότερα σταμάτησε μπροστά στη στάση για να βρει αυτό που περίμενε. Ένα σκίτσο, δικό της. Ένα υπέροχο σκίτσο, δικό της. Πάρκαρε πολύ πρόχειρα και ξεκίνησε να τρέχει προς την παραλία Είχε καιρό να τρέξει, αλλά δεν άντεχε να κάνει τη διαδρομή με το αυτοκίνητο. Πάντα την έκαναν με τα πόδια. Αυτός, εκείνη, κι εκείνοι.

Τη βρήκε καθισμένη στην ακροθαλασσιά. Έβγαλε τα παπούτσια του για να περπατήσει στην άμμο και μόλις έφτασε κοντά της τη σκέπασε με το σακάκι του. Εκείνη ήταν δακρυσμένη, κι έτρεμε από το κρύο. Αλλά δεν την ένοιαζε. Το βλέμμα της ήταν γεμάτο σκιές. Την αγκάλιασε κι έμειναν έτσι για λίγη ώρα.
"Η γιαγιά μου πέθανε" είπε η κοπέλα. 

"Εμένα πάλι έχει πεθάνει η ζωή μου εδώ και καιρό"
"Ξέρεις πολύ καλά ότι εσύ επέλεξες να ζήσεις έτσι. Και να μην αφήσεις και κανένα να είναι δίπλα σου. Με απομάκρυνες και κάθε φορά που προσπαθώ να σε πλησιάσω πια υψώνεις καινούρια τείχη. Γιατί;" τον ρώτησε.
"Επειδή δεν αξίζει." απάντησε εκείνος.
"Πρέπει να δώσεις αξία σε μια αρχική κατάσταση για να βρεις μια τελική που θα είναι πολύτιμη όσο τίποτα άλλο. Έτσι είναι η ζωή.", είπε ενώ σφιγγόταν πάνω του.



 
“Το έχουν αυτό οι άνθρωποι. Μοιάζουν πάντα πιο όμορφοι, την ώρα που φεύγουν.” 

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Venceremos

-Πες μου, τι βλέπεις όταν κλείνεις τα μάτια σου;
-Το απόλυτο σκοτάδι, ένα μαύρο κενό.
-Δεν εννοώ κυριολεκτικά, εννοώ τι σκέφτεσαι, τι είναι αυτό που θυμάσαι ή επιθυμείς, ποια εικόνα έχεις στο μυαλό σου;
-Καμία, όταν κλείνω τα μάτια μου βλέπω μια μαύρη μάζα, το σκοτάδι. Αφού είναι κλειστά, τι θες να δω;
-Δε θέλω να δεις, θέλω να φανταστείς....Λοιπόν;
-Λοιπόν, δεν έχω φαντασία. Καθόλου..
-Μα αυτό δε γίνεται. Όλοι έχουν φαντασία, ίσως να μην την εξασκούν ή να μην τη χρησιμοποιούν, αλλά διαθέτουν, γεννιούνται με αυτήν. 
-Ε, εγώ έτυχε να διαφέρω.
-Κι όταν είσαι μόνος σου, όταν δεν έχεις κάτι να κάνεις κάτι που να πρέπει να σκεφτείς, όταν είσαι ελεύθερος... τι κάνεις;
-Γιατί εσύ τι κάνεις τότε; 
-Εγώ σκέφτομαι καταστάσεις, σενάρια, πραγματικά και φανταστικά μαζί. Δεν το κάνω εσκεμμένα, απλά κατακλύζουν το μυαλό μου. Ξέρω όμως ότι όταν θέλω μπορώ να το ελέγξω, να κλειδώσω εκείνη την πόρτα και να πατήσω στην πραγματικότητα και μόνο. 
-Μήπως λειτουργεί εις βάρος σου αυτό;
-Όχι γιατί έχω μάθει να το ελέγχω. Στην αρχή είναι επικίνδυνο...πάντα είναι επικίνδυνος ο ανθρώπινος νους...Παίζει μαζί σου, μέσα απ'τα όνειρα που κατασκευάζει είτε όταν κοιμάσαι είτε όταν είσαι ξύπνιος, μπορεί να σου στείλει εικόνες που αδυνατείς να ερμηνεύσεις, σκέψεις που δεν ξέρεις πραγματικά από που πηγάζουν...Μέχρι κάποια στιγμή να τρελαθείς. Αυτά είναι τα αποτελέσματα της φαντασίας χωρίς μέτρο, είναι σαν ναρκωτικό, από τα πολύ ισχυρά. Φτιάχνεις μια πραγματικότητα δική σου, ζεις εκεί, κι ακόμα κι αν όλοι προσπαθούν να σε βγάλουν απ'αυτή εσύ αδυνατείς να ξυπνήσεις. 

Ανασήκωσε το κεφάλι του από το βιβλίο ξεφυσώντας. Όχι δε γινόταν να συγκεντρωθεί και να διαβάσει σήμερα. Ήταν λες κι άκουγε τη φωνή της συνέχεια, όχι μόνο στο κεφάλι του, μα και στο δρόμο, ακόμαι και μέσα στα ακουστικά του κάποιες φορές. Κι όμως προσπαθούσε να τον προειδοποιήσει, προσπαθούσε να του δείξει ότι δεν έπρεπε να προσκολληθεί σε εκείνη, δεν έπρεπε να χαθεί στις σκέψεις του, χρειαζόταν κάποιον να τον τραβήξει και γρήγορα μάλιστα, πριν η μαύρη εκείνη άβυσσος της φαντασίας του απέβαινε εις βάρος του κι από χάρισμα μετατρεπόταν σε κατάρα... Μα δεν ήταν ήδη κατάρα;

Ξύπνησε απ'τον ήχο του τηλεφώνου...
- Καλημέρα, από το φαρμακείο τηλεφωνώ... Τα φάρμακά σας έχουν φτάσει, όταν μπορέσετε ελάτε να τα παραλάβετε παρακαλώ..Πρέπει να συνεννοηθείτε και με τη γιατρό σας για τη δοσολογία...Χρειάζεται προσοχή με τα αντικαταθλιπτικά γενικά. 
-Ευχαριστώ. Καλημέρα σας...Απάντησε ψυχρά εκείνος καθώς έκλεινε το τηλέφωνο και άλλαζε πλευρό.

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

Είσαι το πιο λευκό χρώμα απ'τις σκέψεις μου.

Η Βιολέττα ήταν γενικά νευρικό άτομο. Δάγκωνε το κάτω χείλος της όταν ένιωθε αμηχανία. Έκανε έντονες κινήσεις με τα χέρια της όταν μιλούσε. Μιλούσε πολύ. Γελούσε με όλο της το είναι. Αυτοσαρκαζόταν κι έκανε τους άλλους να γελούν. Έκανε τη χαζή μα ήταν έξυπνη. Με τον όρο χαζή δεν εννοώ κάτι που σε απωθεί, κάτι ψευτοναζιάρικο. Ούτε χαριτωμένο ήταν, ήταν απλά αστείο, σε έκανε να απογοητεύεσαι από τις παιδιάστικες απορίες της αλλά χωρίς να θυμώνεις. Κάποιες μέρες σκεφτόταν πολύ. Νομίζω ότι της έκανε κακό να σκέφτεται και να υπεραναλύει καταστάσεις, τη μελαγχολούσε. Ένα ήρεμο βράδυ Κυριακής, λοιπόν, ενώ περπατούσε στους έρημους, μα κατάφωτους δρόμους της πόλης, βρήκε ένα χαρτάκι κολλημένο σε μια στάση λεωφορείου με λίγες γνώριμες λέξεις γραμμένες πάνω, με μελάνι μπλε και γράμματα τακτοποιημένα, προσεγμένα, μα όχι καλλιτεχνικά ή περίτεχνα. Αν θέλεις να με βρεις να παίζεις, να νιώθεις, να ζεις. Αν πάλι δε μπορείς μη φύγεις, μη χαθείς. Ξεκόλλησε το χαρτάκι, κάθισε στο πεζοδρόμιο στηρίζοντας το κεφάλι στα χέρια της κι ένιωσε εικόνες να την κατακλύζουν. Εκείνη η συναυλία ένα χρόνο πριν, είχε ακούσει αυτό το τραγούδι ζωντανά, είχε μαγευτεί πραγματικά. Και τώρα έπρεπε να αποφασίσει...Θα συνέχιζε να παίζει, να νιώθει και να ζει; Ή θα επέτρεπε στις σκέψεις της να την κυριεύσουν, να την κάνουν να λυγίσει, να δακρύσει; Σηκώθηκε ψύχραιμα, περπάτησε ευθεία μπροστά, αποφεύγοντας τις γραμμές στόκου ανάμεσα στις πλάκες του πεζοδρομίου, τσαλάκωσε το χαρτάκι και το έριξε στην ανακύκλωση. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να περπατάει παίζοντας με τούφες των μαλλιών της, νιώθοντας μια ανακούφιση κι ένα ευχάριστο αίσθημα να την πλημμυρίζουν και έχοντας αποφασίσει να ζήσει τη ζωή της αντιμετωπίζοντας οποιαδήποτε πρόκληση. Είχε πάρει τις αποφάσεις της, δε θα άφηνε τη ρουτίνα να την καταπιεί και θα σταματούσε να αναπολεί τόσο συχνά στιγμές περασμένες. Χαμογέλασε και πάτησε μια γόπα κάποιου περαστικού που φώτιζε ελαφρά πεταμένη στο δρόμο, όπως είχε πατήσει τόσο καιρό κάθε συναίσθημά της πραγματικό, όπως είχε συμπιέσει κάθε επιθυμία της για να χωρέσει στην καθημερινότητά της.


Καληνύχτα!

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Απογοήτευση.

Βγήκε απότομα από την εθνική φρενάροντας και άφησε τη μηχανή στο χώμα, φυτεμένο με πικροδάφνες, ακριβώς μπροστά στο μεταλλικό προστατευτικό κιγκλίδωμα στην άκρη του δρόμου. Κοίταζε κάτω και ζαλιζόταν. Βράχια, τραχιά, μύριζαν χώμα... και λίγο πιο μακριά -πολύ πιο κάτω στην πραγματικότητα- το απέραντο μπλε. Τα κύματα έσκαγαν στην ακτή με δύναμη τεράστια κι ο άνεμος βούιζε μες στο κεφάλι της. Έβγαλε το κράνος κι ένιωσε τα μαλλιά της να φεύγουν με τον άνεμο. Τα σύννεφα πύκνωναν στον ουρανό ενώ εκείνη έβγαζε τα ζεστά ρούχα της κι ένιωθε κάθε πόρο του δέρματος της να ανοίγει καθώς εισχωρούσε το κρύο. Άρχισε να ψιχαλίζει κι εκείνη είχε πια περάσει το κιγκλίδωμα, ένα βήμα και μετά δε θα υπήρχε άλλο. Το τελευταίο βήμα που θα έκανε θα την ένωνε με τη θάλασσα, τη στιγμή που οι χαμένες σταγόνες της βροχής ξαναγυρνούσαν εκεί που ανήκουν-αυτό έπρεπε να κάνει κι εκείνη (εξάλλου μια χαμένη σταγόνα βροχής ήταν κι αυτή!), και τον άνεμο που την παρότρυνε συνεχώς, σπρώχνοντάς την όλο και πιο πέρα.
Δε λύγισε τα γόνατά της για να πάρει φόρα. Απομακρύνθηκε από το κιγκλίδωμα και στάθηκε στη μέση του δρόμου. Όχι , δε θα άφηνε κανένα αυτοκίνητο να την παρασύρει ή να τη χτυπήσει σοβαρά. Έτρεξε με όλη της τη δύναμη, σαν να την κυνηγούσαν-μα την κυνηγούσαν, αναμνήσεις, σκέψεις, ο εαυτός της, οι άλλοι, η ζωή, η αδυναμία του χαρακτήρα της, η απάθειά της, τα ελαττώματά της, η απόρριψη, όλα- και πέταξε. Άνοιξε τα χέρια της στα πλάγια εκείνα τα δευτερόλεπτα της πτώσης. Δεν πέρασε καμιά εικόνα απ'το μυαλό της, ούτε ανάμνηση, ούτε αγαπημένα πρόσωπα ή αντικείμενα, τίποτα. Περίμενε ν'ακούσει έστω μια μελωδία στ'αυτιά της, να της δείξει ότι επιτέλους άγγιζε την ελευθερία, και πάλι τίποτα. Το σκούρο μπλε πλησίαζε, όμως τώρα έμοιαζε πιο πολύ με μια μάζα  άσπρη, αφρισμένη, θυμωμένη για ό,τι συνέβαινε. Το τελευταίο συναίσθημα που βίωσε ήταν το ζεστό νερό να αγκαλιάζει το σώμα της αντίθετα με τον κρύο αέρα.
Και εκείνη τη στιγμή άνοιξε απότομα τα μάτια της με το αίσθημα της πτώσης.
-Όλα καλά; ρώτησε εκείνος, καθισμένος στον καναπέ με το λάπτοπ ακουμπισμένο στα γόνατά του, ξενυχτώντας λόγω της δουλειάς.
-Ναι, μόνο εκείνο το περίεργο αίσθημα της πτώσης, ξέρεις της απογοήτευσης.





 Υ.Γ. Δεν ήμουν πάντα ούτε τόσο σνομπ, ούτε τόσο αναίσθητη ή κυνική. Αν γνώριζα τον παλιό εαυτό μου είμαι σίγουρη ότι θα με λάτρευα.

 Όσα κομμάτια κι μπορέσεις να ενώσεις
Δεν θα σου φτάσουν μια στιγμή για να με νιώσεις
Στα είπα όλα
Φίλα με τώρα


Καληνύχτα!