Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα phantom of the past. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα phantom of the past. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

A cry for love

Ένα από τα πρώτα μαθήματα στη σχολή ήταν σχετικά με "το φόβο του λευκού χαρτιού". Αυτό το συναίσθημα που κοιτάζαμε το χαρτί και δεν ξέραμε τι να βάλουμε μέσα. Δε μπορούσαμε να σκιτσάρουμε τίποτα. Ενώ αν το χαρτί είχε πάνω μια μουτζούρα μπορούσαμε με ευκολία να προσθέσουμε και τη δική μας.
Πλέον το παθαίνω αυτό με τις λέξεις. Δεν ξέρω από που να ξεκινήσω. Φοβάμαι το λευκό χαρτί. Δεν ξέρω πως να συνεχίσω τις ιστορίες μου. Μένουν συνέχεια μισές. Φτιάχνω πρόσωπα στο μυαλό μου κι όταν αρχίσω να γράφω γι αυτά, φτάνουν όλα σε συναισθηματικό τέλμα και μένουν εκεί. Γιατί εκεί είμαι κι εγώ. Και για να βγουν χρειάζονται αγάπη. Απλά φοβάμαι να το συνειδητοποιήσω γιατί τότε ίσως και να μη βγουν ποτέ. 
Η αγάπη είναι στις πιο μικρές στιγμές- εκεί την καταλαβαίνουμε. Στις μεγάλες εκφάνσεις της δε μπορούμε να τη δεχτούμε γιατί δε μπορούμε να την καταλάβουμε.
Ή εναλλακτικά:
Βασικά έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε πότε προσφέρουμε αγάπη. Αλλά είμαστε τόσο αφοσιωμένοι σε αυτό που δε μπορούμε να αναγνωρίσουμε πότε μας προσφέρουν. Που περιμένουμε ότι κάποιος μας αγαπάει μόνο όταν το γράψει σε ένα πανό και μας το κολλήσει στο πρόσωπο, ή το βροντοφωνάξει μπροστά σε εκατό ανθρώπους. Κι ίσως ούτε τότε να μην τον πιστέψουμε.
Είμαστε όμως σίγουροι ότι ο άλλος καταλαβαίνει την αγάπη μας από το φλιτζάνι καφέ που θα του προσφέρουμε, ή από το άγγιγμα ή το βλέμμα μας και μόνο. Γιατί δε μπορούμε να δεχτούμε την αγάπη; Ίσως γιατί δεν προσπαθούμε να τη βρούμε γύρω μας. Ή μπορεί επειδή οι ίδιοι δεν προσφέρουμε αρκετή κι έτσι δεν αναγνωρίζουμε τις μορφές της.
Δεν ξέρω τι γράφω. Είναι γιατί αφού ξεπέρασα τον αρχικό φόβο του λευκού χαρτιού ξέφυγα πάλι.
Νιώθω ότι διοχετεύω τον εγωισμό μου σε λάθος καταστάσεις.
Νιώθω ότι αναλώνομαι για ανθρώπους που δεν αξίζει και δε θα το μάθουν και ποτέ, επειδή δε θέλω.
Νιώθω εξαντλημένη.
Νιώθω ότι όλοι γύρω μου βαριούνται να κουνήσουν το δάχτυλό τους κι εγώ τρέχω μαραθώνιους αν όχι με το σώμα τότε σίγουρα με τη σκέψη μου.
Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει επικοινωνία.
Επειδή σίγουρα υπάρχουν αναρίθμητοι άνθρωποι που νιώθουν σαν κι εμένα και που ποτέ δε θα έχουμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε ή να κάνουμε μαζί όλα εκείνα που οι άλλοι βαριούνται ή απαξιώνουν.
Όσο είμαι στην Αθήνα δεν έχω πάει ποτέ βραδινή βόλτα σε παραλία.
Κι ήταν τόσο όμορφα στην Κρήτη όταν περπατούσαμε στο λιμενοβραχίονα παρέα ή μόνη με τα ακουστικά μου.
Κι ας μη μου λείπει η Κρήτη τόσο. Μόνο σε στιγμές. Και σε ανθρώπους.
Μου λείπει σίγουρα αυτό, η θάλασσα. Να τη βλέπω, να την ακούω. Να περπατάω στην άμμο ξυπόλυτη κι ας φοράω μπουφάν, κι ας κάνει κρύο, κι ας είναι Μάρτιος μόλις.
Μου λείπει το σχολείο, κι η ξεγνοιασιά.
Και η εποχή που δεν είχα ευθύνες, μόνο λίγο διάβασμα και πολύ χρόνο και πολλές φωνές μέσα στο σπίτι και μερικά γαβγίσματα.
Είναι όμορφη η Αθήνα, αλλά μοναχική. Κι αυτή κι εγώ. Όχι ότι δε θα βγω, ή ότι δεν έχω φίλους ή ότι δε μ'αρέσει. Αλλά έχω εθιστεί σε εκείνες τις μοναχικές βόλτες που κάθε φορά με γαμάνε συναισθηματικά με όλα αυτά που σκέφτομαι και που παράλληλα μου δίνουν ζωή.
Πάλι για την Αθήνα κατέληξα να λέω.

Μου λείπει η θάλασσα.
Κι η αγάπη.

Μεγαλώνω και φοβάμαι.
Φοβάμαι επειδή μεγαλώνω.
Μεγαλώνω επειδή φοβάμαι.


Βοήθεια. Ή εναλλακτικά, αγάπη.

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

Ερείπια

Δε μου αρέσουν οι απολογισμοί. 
Ούτε οι λίστες.
Αλλά στο σπίτι έχω ένα κομμάτι από αυτοκόλλητο μαυροπίνακα με μια λίστα.
Η πρώτη πρόταση μένει πάντα σταθερή.
Οι υπόλοιπες αλλάζουν όποτε βαριέμαι.
Μετά το Μάιο βαριέμαι εύκολα.
Και αλλάζω συχνά.
Δε μπορώ να πω ότι είμαι έτσι και από το ένα και από το άλλο και γιουβέτσι.
Αύριο θα τα έχω αναιρέσει όλα.
Έρχεται κάποια στιγμή που έχεις φτάσει σε κάποιο τέλμα, και το συνειδητοποιείς μόνο όταν αρχίσεις να βγαίνεις πια από αυτό.
Από τότε δεν ξέρω ποια είμαι.
Ξέρω μόνο τι μου αρέσει και τι όχι.
Ίσως απέκτησα κάτι που σίγουρα δεν είχα μέχρι το Μάιο, εγωισμό.
Αλλά και πάλι όχι στο βαθμό που να νιώθω καλά με αυτό.
Φάσεις είναι όλα, περνάνε.
Αλλάζουμε, συνηθίζουμε την αλλαγή και πάλι από την αρχή.
Ξέρω μόνο τι μου αρέσει,
να μιλάω
και να γράφω
και τα σκίτσα
και ο καφές
κι εσείς, στην πόλη μας αλλά και μακριά της,
ο Ορέστης που δε με κρίνει,
το σπίτι μου γεμάτο φωνές και γέλια,
τα θεατρικοτέτοια ρε
η Αθήνα,
οι άνθρωποι που γνώρισα εκεί,
οι φωτογραφίες και τα ταξίδια (τα ξύδια) μας
η αταξία στη ζωή μου
Και τι όχι
η εξεταστική
η πίεση
οι αποφάσεις
το να μην ξέρω τον εαυτό μου
η αταξία στη ζωή μου
το ότι είμαι αναποφάσιστη
οι άνθρωποι, που άλλα λένε κι αλλιώς πράττουν
οι άνθρωποι που έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους
οι άνθρωποι που λένε ψέματα στον εαυτό τους
Οι λίστες
Oι απολογισμοί.



Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015

Αντανακλάσεις

Νομίζω για μένα λειτουργείς σαν καθρέφτης.
Και μόνο το βλέμμα σου, ή έστω η φωνή σου, μου υπενθυμίζουν όσα έχω κάνει από την τελευταία μας επαφή μέχρι σήμερα.
Κι ενώ μπορεί πριν να ένιωθα υπέροχα για όλα, είναι σαν να μου υπενθυμίζεται ξαφνικά ότι κατά βάθος δεν είναι έτσι.
Ότι προσπαθώ να γίνω κάτι που δεν είμαι για να νιώσω καλύτερα.
Και πίστεψέ με, το καταφέρνω.
Μέχρι να ξαναμιλήσουμε, να ξανακοιταχτώ σε αυτόν τον ιδιότυπο καθρέφτη και να δω μέσα μου.
Να δω το βάλτο στο στομάχι μου, τη θαμπάδα στα μάτια μου και τα κλαδιά στο κεφάλι μου.
Ειδικά εκείνα τα κλαδιά είναι σαν να έχουν διαμελίσει τις μνήμες και να τις έχουν ανακατασκευάσει όπως θέλουν, εξιδανικεύοντας ορισμένες στιγμές και εξαλείφοντας άλλες.
Και δυστυχώς τα κλαδιά κάθε μέρα μεγαλώνουν και μπλέκονται όλο και πιο πολύ.
Κι εγώ είμαι ανήμπορη να αντιδράσω. 
Θα μπορούσα να γυρίσω απ'την άλλη, να μην κοιτάζω τον καθρέφτη.
Αλλά η σχέση μου μαζί του είναι μια εξάρτηση βαθιά και αυτοκαταστροφική.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Θα πείτε, τ'άστρα είναι μακριά, κι η γη μας τόσο δα μικρή*

ΙΣΤΟΡΙΑ Α'

Ανοίγεις τα μάτια σου.
1...2...3.
Το ξυπνητήρι χτυπά.
1...2...3.
Σηκώνεσαι και στρώνεις το κρεβάτι προσεκτικά.
Βάζεις μηχανικά την καφετιέρα σε λειτουργία όσο ετοιμάζεσαι.
Πας να βάλεις καφέ στο φλιτζάνι και συνειδητοποιείς ότι τρέχει σκέτο νερό.
Πάλι ξέχασες να βάλεις καφέ στο φίλτρο. 
Πάλι κάτι σου χαλάει τη ρουτίνα που έχεις ετοιμάσει για τον εαυτό σου.
 
ΙΣΤΟΡΙΑ Β'

Ανοίγεις τα μάτια σου.
1...2...3.
Το ξυπνητήρι χτυπά.
1...2...3.
Σηκώνεσαι και στρώνεις το κρεβάτι προσεκτικά.
Βάζεις μηχανικά την καφετιέρα σε λειτουργία όσο ετοιμάζεσαι.
Πας να βάλεις καφέ στο φλιτζάνι και συνειδητοποιείς ότι τρέχει σκέτο νερό.
Πάλι ξέχασες να βάλεις καφέ στο φίλτρο. 
Γαμώτο, χτες το βράδυ κοιμήθηκες αργά και ξέχασες να κάνεις αυτά που θέλεις να βρίσκεις έτοιμα το πρωί.
Το σπίτι είναι άνω κάτω χωρίς να είναι βρώμικο.
Κι η ζωή σου είναι άνω κάτω χωρίς να είναι αποκρουστική.
Ίσα ίσα. Επιτέλους έχεις βρει αυτήν την ισορροπία.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ Α'

Έτσι είναι η φοιτητική ζωή. Στον καθένα παίρνει κάποιο χρόνο να προσαρμοστεί. Ο χρόνος αυτός ποικίλει ανάλογα με τον άνθρωπο και τις συνθήκες. Κι επιτέλους η σχολή σου σου αρέσει, τα μαθήματα εξειδικεύονται κάπως κι αρχίζουν να σε ενδιαφέρουν περισσότερο-μάλλον όχι, εσύ ενδιαφέρεσαι και ψάχνεσαι περισσότερο, και συνεπώς αγαπάς αυτό που κάνεις όλο και περισσότερο. Κι έτσι η ψυχολογία σου επιτέλους επανέρχεται στην προ πανελληνίων κατάσταση. 
Εντάξει, ας μην τα παραλέμε, και το πρώτο έτος τις καλές του στιγμές τις είχε, ειδικά προς το τέλος. Γενικά, όσο συνηθίζουμε μια κατάσταση τόσο αρχίζει να μας αρέσει και τόσο τείνουμε να τη βελτιώνουμε προκειμένου να μας αρέσει.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ Β'

Επί του προσωπικού τώρα.
Επιτέλους συνειδητοποίησα ότι ζω στην πόλη των ευκαιριών-σε πολλούς τομείς. 
Επιτέλους εκτίμησα την επιλογή μου, και κυρίως τον κόπο που κατέβαλα για να μπορώ να έχω αυτήν την επιλογή. Γιατί η Αθήνα έχει τις ευκαιρίες. Κι εγώ έχω τα όνειρα και τους στόχους. Και κυρίως, τη διάθεση, και πλέον την παρέα. Και πλέον παρακολουθώ όλες τις συναυλίες και τις ταινίες και τα σεμινάρια και τις ξεναγήσεις και τις δραστηριότητες που ήλπιζα παλιότερα. Κι η πόλη αυτή είναι τόσο όμορφη. Έχει τόσες κρυφές γωνιές για να ανακαλύψεις και να ερωτευτείς. Τόσα δρομάκια να περπατήσεις και τόσους ανθρώπους να χαμογελάσεις, κι ίσως να σου χαμογελάσουν κι εκείνοι. 

-Μ'αρέσει πολύ το θέατρο ρε, θέλω να το δοκιμάσω...αλλά φοβάμαι.
-Εγώ πιστεύω σε εσένα. Πιστεύω ότι θα τα καταφέρεις.
-Πού το βασίζεις αυτό;
-Έχεις μια έμφυτη θεατρικότητα.
-Με λες κι υποκρίτρια τώρα;
(γέλιο.το δικό σου γέλιο).






Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

Ταξίδια (και τα ξύδια)



Καλημέρα.

Μου λείπει η ανάσα σου στο λαιμό μου όταν με αγκαλιάζεις.
Μου λείπουν εκείνα που δε μου έλεγες αλλά ήξερα ότι ήθελες να μου πεις.
Μου λείπει η φωνή σου να μου τραγουδάει για κάποιον ακροβάτη.
Μου λείπει το χέρι σου γύρω απ'το δικό μου.
Μου λείπουν τα βράδια στην ταράτσα σου τα καλοκαίρια.
Μου λείπει η φωνή σου, όταν λέει συγκεκριμένες λέξεις, και κυρίως το όνομά μου, με εκείνο το μοναδικά δικό σου τρόπο.

Κι άλλα τόσα συναισθήματα, εικόνες και γεγονότα.
Που δεν έχει κανένα νόημα να αραδιάζω από τη στιγμή που έχουν χαθεί.
Από τη στιγμή που εμείς έχουμε χαθεί.

Μακάρι να μπορούσαμε να φεύγουμε λίγο πιο συχνά. Κι ας μην πηγαίναμε τόσο μακριά όσο είναι η Ρώμη. Ας πηγαίναμε μέχρι τον επόμενο δρόμο.
Ας πηγαίναμε μέχρι το λιμενοβραχίονα ή την πλατεία.
Ξέροντας ότι πηγαίνουμε μαζί.
Όχι ο καθένας μόνος του κι απλά δίπλα στον άλλο.

Καληνύχτα.

Σάββατο 18 Ιουλίου 2015

one week to go.

Το αναπάντητο ερώτημα θα είναι πάντα ένα, "πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος χωρίς να το καταλαβαίνουμε;" Κι άλλο ένα καλοκαίρι έχει φτάσει στη μέση του, κι εμείς εδώ, κολλημένοι στην Αθήνα. Κι αυτό δεν είναι κακό από μόνο του. Γίνεται κακό αν συνυπολογίσεις την εξεταστική. Κι ακόμα χειρότερο αν σκεφτείς πως τέτοια μέρα, τέτοια ώρα όλος ο κόσμος είναι έξω και περνάει καλά. Ή μέσα και κοιμάται. Ή τέλος πάντων ζει οτιδήποτε χωρίς το άγχος των μαθημάτων και της ζωής που δε ζει, λιώνοντας στη ζέστη. Και θα μου πεις, ο κόσμος έχει τόσα προβλήματα, κι εσένα σε νοιάζει που θα είσαι εγκλωβισμένη στην Αθήνα μέχρι να φύγει αυτός ο απαίσιος μήνας; Ε, ναι. Και που παρ'όλα αυτά δε θα περάσεις τίποτα γιατί δε μπορείς να συγκεντρωθείς λόγω ζέστης και εκνευρισμού για αυτά που χάνεις; Ε, ναι. Και φυσικά το πακέτο μπορεί να γίνει ακόμα χειρότερο στην περίπτωση που είσαι νησιώτης/-ισα όπως εγώ. Γιατί τα καλοκαίρια στα νησιά εμείς οι ντόπιοι τα ζούμε αλλιώς. Αλλά ας μην αρχίσω να σκέφτομαι παραδείγματα (συναυλίες, ποτά, ξενύχτια και συναφείς κρεπάλες) γιατί θα με πάρουν τα ζουμιά. Και ντάξει, μας φτάνει ο ιδρώτας, δε θέλουμε και δάκρυα, φτάνει πια.
Κι επανέρχομαι, αν ο χρόνος κυλάει τόσο γρήγορα που είσαι δεκαεννιά χρονών και έχεις αυτό το μπλογκ από τα δεκαπέντε σου (ουάου) γιατί έχω αυτό το συναίσθημα ότι τούτη η βασανιστική εβδομάδα δε θα τελειώσει ποτέ;


Και το χειρότερο μέσα σε όλα αυτά είναι που λείπεις εσύ απ'τη ζωή μου

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Ίσως

Είναι ξαφνικά σαν να άδειασε η ζωή μου. Να μην έχει νόημα.
Ήθελα τόσο πολύ να περάσω σ'αυτή τη σχολή Πέρασα.
Δεν είναι ότι δε μου αρέσει.
Απλά νιώθω ότι δεν έχω ζωή πέρα από τη σχολή.
Μου ταιριάζει το αντικείμενο. Αλλά όχι έτσι.
Όχι τόσο πιεστικά. Όχι με τόσες προθεσμίες και τόση αυστηρότητα.
Όμορφες κι ενδιαφέρουσες εργασίες. Όμορφη ενασχόληση να δημιουργείς και να μεταμορφώνεις χώρους. Αλλά μετά μένεις με χώρους άδειους.
Πού είναι οι άνθρωποι που θα τους δώσουν ζωή;
Πού είναι οι άνθρωποι που θα μου δώσουν ζωή..
Πλέον η ζωή μου είναι κενή.
Φοβάμαι πολύ. Ποτέ δεν ήμουν έτσι.
Λένε πως το πρώτο έτος είναι το πιο δύσκολο σε κάθε σχολή-πόσο μάλλον αν είσαι μόνος σε μια άγνωστη τεράστια χαοτική πόλη.
Ωστόσο, βλέπω τους παλιούς μου φίλους να είναι ευτυχισμένοι, ο καθένας με τα μικροπροβλήματά του. Εγώ όμως δεν είμαι και δεν ξέρω πως να γίνω. Δε μπορώ να αφιερώνω λιγότερο χρόνο στη σχολή μου, δε γίνεται... 
Υπάρχει η δυνατότητα να αλλάξω σχολή. Όμως.. αυτό μου αρέσει και τίποτα άλλο (αλλά όχι έτσι !)
Και καταλήγω στο κενό.
Αποκτώ φοβίες.
Ελέγχω είκοσι φορές ότι έχω κλειδώσει πριν κοιμηθώ.
Αν μπορέσω να κοιμηθώ.
Γίνομαι ανασφαλής.
Η κοινωνικότητά μου φεύγει. Σταματάω να βρίσκω ενδιαφέρον ακόμα και στους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους.
Βαριέμαι τα πάντα.
Είμαι συνεχώς κουρασμένη.
Ίσως περνάω πολύ χρόνο στον υπολογιστή.
Δεν ξέρω γιατί η ζωή μου έχει πάρει αυτήν την τροπή.
Πλέον δε γράφω καν. Κάτι που πριν δύο χρόνια χρειαζόμουν πολύ.
Ίσως όμως τώρα να κάνω την αρχή...
Να, ίσως τώρα που ξαναεκφράζω τις σκέψεις μου, που τις βλέπω γραμμένες να τις συνειδητοποιώ κι όλας... Κι ίσως τώρα μπορέσω να βελτιώσω τη ζωή μου. Να ξαναβρώ λίγο τον εαυτό μου...
Τουλάχιστον αν σ'έβλεπα κι εσένα πιο συχνά...Αλλά είμαστε και πάλι μακριά..


Μου λείπουν οι πανελλήνιες και η υπέροχα τακτοποιημένη ζωή μου. 

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

If you go to Thessaloniki..(Το διάλειμμα της πενταήμερης)

Το διάλειμμα της πενταήμερης ήρθε λίγο μετά τα Χριστούγεννα. Και ευτυχώς ήρθε σε πολύ καλή τιμή, γιατί δεν είμαστε για πολλά έξοδα. Και τι είναι τελικά αυτό το όνειρο που κάποιοι μαθητές από το δημοτικό ονειρεύονται; Σίγουρα δεν είναι τόσο όνειρο, αλλά ταυτόχρονα ξεφεύγει πολύ από την πραγματικότητα που έχουμε συνηθίσει.
Πέντε μέρες. Φορτωμένες με αποσκευές που δεν περιείχαν βιβλία(!). 'Εξι βράδια με συνολική διάρκεια ύπνου 13 ώρες...και δυστυχώς δεν είμαι από αυτούς που μπορούν να κοιμηθούν στο λεωφορείο. 
Η ηπειρωτική Ελλάδα διαφέρει πολύ από τη νησιωτικη. Η συνεχής σχεδόν θέα στη θάλασσα αντικαθίσταται από τον κάμπο ή το βουνό, που διασχίζονται από ποτάμια. Ο κρητικός χειμώνας εκεί μοιάζει φθινόπωρο. Οι καταρράκτες στην Έδεσα, το δάσος του Αγίου Νικολάου λίγο έξω από τη Νάουσα είναι η επιτομή της ηρεμίας. Ο ξεναγός στη Βεργίνα πραγματικά μας ταξίδεψε πίσω στο χρόνο.[ Λεπτομέρεια: η αλλαγή στον εαυτό μου. Πλέον παρατηρώ τα πάντα από μια διαφορετική σκοπιά νομίζω, και διαπιστώνω μέρα με τη μέρα πως η αρχιτεκτονική με ενδιαφέρει πραγματικά.]
Όσο για τη Θεσσαλονίκη..Η πόλη της αντίθεσης! Ας γίνω λίγο κακιά κι ας εναντιωθώ σ'αυτούς που τη θεωρούν τόσο ονειρική. Τη μέρα έμοιαζε σαν μια μικρή Αθήνα...ή τουλάχιστον εμείς δεν είχαμε το χρόνο να η δούμε διαφορετικά.Τη νύχτα όμως μεταμορφώθηκε. Κι η μεταμόρφωση ήταν ακόμα πιο αισθητή αφού η γκρίζα πόλη ντύθηκε στα λευκά...Χιόνι παντού. Στο λευκό πύργο (πλέον κυριολεκτικά λευκός), στην Αριστοτέλους, στους δρόμους που τόσο καιρό άκουγα και τελικά περπάτησα (κάποιους για δεύτερη φορά εντάξει). Στα κάστρα η θερμοκρασία στα αναμνηστικά μαγνητάκια-θερμόμετρα έδειχνε ένα βαθμό υπό το μηδέν.Και τα βράδια είναι αλλιώτικα..Κι εκείνο το ρεμπετάδικο στα λαδάδικα,έρωτας.
~
Πήρα το λεωφορείο λίγο κάτω από το ξενοδοχείο. Σε μια πόλη άγνωστη μα συνάμα όμορφη. Άκουγα στάσεις άγνωστες και περίμενα το λεωφορείο να στρίψει αριστερά, να βγει από την Εγνατία προς Τούμπα.
-Τέτοιες μέρες που παίζει ο ΠΑΟΚ βάζουν τα παλιά λεωφορεία, γι αυτό είναι έτσι.. είπε ο γεράκος απέναντί μου.
Στάση στο πανεπιστήμιο Μακεδονίας και φοιτητές που ανεβαίνουν. Ανέμελοι και κουρασμένοι μαζί. Ζηλεύω.
Ακούω τη στάση μου και κατεβαίνω. Στρίβω δεξιά και προχωράω μέχρι τη γωνία και τον αριθμό 7. Και κοιτάζω απέναντι τη χιονισμένη παιδική χαρά. Έπειτα κοιτάζω πάνω και σε βλέπω να με κοιτάς από το μπαλκόνι. Μου ανοίγεις, μπαίνω στο ασανσέρ και πατάω το κουμπί για τον τέταρτο. Έπειτα ξεκινάω να κατεβαίνω και στον τρίτο μου ανοίγεις την πόρτα. Τρέχω στην αγκαλιά σου και κλείνομαι εκεί.
Λάτρεψα το σπίτι σου. Τη θέα από το μπαλκόνι σου. Την αγκαλιά σου ακόμα πιο πολύ.Μετά να φεύγουμε και να παίρνουμε μαζί το λεωφορείο προς το κέντρο. Εσένα να περπατάς δίπλα μου και να με οδηγείς στη χιονισμένη παραλιακή. 
Κι έπειτα, όλοι μαζί να περπατάμε στη Θεσσαλονίκη, να θέλω να χαθώ στη στιγμή και να μείνω εκεί.
~
Ξεσσαλονίκη,.. Ίσως τελικά μετά την αναπόληση η πόλη των αντιθέσεων να είναι και λίγο ονειρική παραδέχομαι..


Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Αλφαβητικές σκέψεις

Αρμύρα στα χείλη σου όταν με φιλούσες μέσα στη θάλασσα
Βουίζει ο αέρας γύρω μου 
Γέρνω το κεφάλι μου στο πλάι αποζητώντας τον ώμο σου
Δειλιάζω να σου πω αυτά που πραγματικά σκέφτομαι
Ελπίζω να καταλάβεις και να μου λες λίγο πιο συχνά "μωρό μου το ένα, το άλλο, το παράλλο"
Ζαλίζομαι και νιώθω αδύναμη
Ήλπιζα, μα δεν κατάλαβες και σπάνια μου λες "μωρό μου το ένα, το άλλο, το παράλλο"
Θυμάμαι και Θέλω εσένα με τις ανασφάλειες και τα αστεία και τις αγκαλιές σου
Ικανοποίηση αναγκών ελάχιστη
Κρέμομαι σαν τελεφερίκ μα οι γάντζοι μου σκουριάζουν 
Λιμνάζουν όνειρα κάτω από το τελεφερίκ αυτό
Μαυρίζει ο χώρος μόλις πέφτουν κάτω τα όνειρα
Νιαουρίζεις στο τηλέφωνο και μουλείπεις (είναι όλο μαζεί ένα ρήμα)
Ξαπλώνω τα βράδυα και σε μυρίζω στο πάπλωμά μου 
Όμορφα που ήταν τότε στην ταράτσα σου
Πίναμε κρασί και μιλούσαμε κοιτάζοντας τον νυχτερινό ουρανό
Ρε γαμώτο πως γίνεται ΕΣΥ να μην έχεις αυτοπεποιθηση
Σφυρίζεις ενώ εγώ δε μπορώ
Τρίζει κάποια πόρτα λίγο πιο μακριά, έχω διάβασμα
You get in love
Φριζαρισμένα μαλλιά μετά από κάθε ένωσή μας
Χρειάζομαι το φωσφοριζέ γέλιο σου
Ψάχνω όλο και πιο πολλές αντιποιητικές λέξεις για να γαμήσω αυτά που γράφω

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Εσύ πού χάθηκες, όμως;

Όταν χάνεσαι στην πόλη μελαγχολείς.
Όταν χάνεσαι στις σκέψεις σου μελαγχολείς.
Όταν χάνεσαι στην καθημερινότητα μελαγχολείς.
Δε μπορείς να χαθείς αλλού.
Τα όνειρά σου έχουν χαθεί.
Οι ελπίδες και οι στόχοι σου το ίδιο. 
Πώς λοιπόν θα τα βρεις και θα χαθείς μέσα σε αυτά;
~
 Χάνομαι στα μαθήματα και τα βιβλία, μια χρονιά είναι, λένε όλοι, θα περάσει. Σαφώς..αλλά μέχρι τότε; Το θέμα είναι να περάσει και να βγούμε αλώβητοι, όχι να μας αφήσει πληγές.
~
Εκείνη χάνεται σε παραλίες κάπου μακριά. Ζει ελεύθερη και μας ξεχνάει πιο πολύ μέρα με τη μέρα.
Ποια;
Η ηλικία μας. Είμαστε όλοι τόσο νέοι κι όμως έχουμε πειστεί πως γεράσαμε απότομα έχοντας μείνει ανώριμοι για πάντα ταυτόχρονα.
Και μόνο στα όνειρά μας, κάπου μακριά, χανόμαστε ελεύθεροι. Μαζί.
~
Κάποτε χανόμουν στο γέλιο και τα μάτια σου*
~
Τα Σαββατόβραδα χανόμαστε χωριστά και μαζί. Σε παρέες, μουσικές, και δρόμους που θα θέλαμε να έχουμε ο ένας τον άλλο δίπλα του. Σε τσιγάρα που θα θέλαμε να καπνίζουμε μαζί. Να ξέρεις όμως, ποτέ δεν τελειώνω το τσιγάρο μόνη μου, αφήνω πάντα το μερίδιο το δικό σου. Παρατάω κάπου το μισοτελειωμένο τσιγάρο και φεύγω, ελπίζοντας πως θα περάσεις λίγο μετά από μένα και θα το καπνίσεις. Κι έτσι χάνομαι ελπίζοντας.
~
Κι ο άνθρωπος τελικά αυτό που πάντα θα θέλει είναι να χάνεται στο χρόνο. Κάποιοι θέλουν να πάνε μπροστά, βιάζονται να μεγαλώσουν, να διασχίσουν τα γεγονότα χωρίς να τραυματιστούν, να στιγματιστούν. Άλλοι πάλι θέλουν να χαθούν κάπου στο παρελθόν. Σε καλοκαίρια ανέμελα, φιλιά μέσα στη θάλασσα, νύχτες με παρέα, μπύρες και παιχνίδια στην παραλία, σχολικές γιορτές και γέλια να αντηχούν παντού σε έναν παραλιακό δρόμο. Αυτό αποζητάμε τελικά οι πιο πολλοί, να χαθούμε κάπου πίσω, σε μυρωδιές και χρώματα και μουσικές που έχουμε ξαναβιώσει, που δε θέλουμε να ξεθωριάσουν. Μας αρέσει το παλιό, το γνώριμο και ασφαλές παρελθόν μας. Φοβόμαστε να ρισκάρουμε και να χαθούμε στη ζωή και το παρόν μας.

~
Κι όμως πάλι σε ζητώ σε μια πόλη γύφτισσα εσύ χάθηκες ξανά και έμεινες αλήτισσα κι όμως πάλι σε ζητώ σε μια πόλη γύφτισσα εσύ έφυγες μακριά και χάθηκες αλήτισσα , που λέει κι ο Μπάμπης.
~
Μου λείπεις. Θέλω μόνο να χαθώ μέσα στην αγκαλιά σου, και μετά να χαθούμε κάπου μαζί. Δε με νοιάζει το που, ή το πως, με νοιάζει το να χαθώ με(σα σε) εσένα.


Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Χρυσόψαρα, πάλι.

-Ήξερες πως ήμουν. 
  Λες. Και το επόμενο πράγμα που ακούω είναι το τουτ της γραμμής που κλείνει. Πολύ πιο ενοχλητικός ήχος από την οποιαδήποτε σιωπή. Ήξερα πως ήσουν, ξέρω πως είσαι. 
Με ενοχλεί όμως να περιμένεις να γίνω κάποια που δεν είμαι. Να περιμένεις να σε βλέπω με τους δικούς σου όρους, να κάνω οτιδήποτε με τους δικούς σου όρους, να σε κυνηγάω κι εσύ να φεύγεις όλο και πιο μακριά. 
  Το θέμα είναι ακριβώς το ότι ήξερα πώς είσαι. Ήξερα πόσο νοιαζόσουν για μένα, ήξερα πόσο λάτρευες το χαμόγελό μου-σχεδόν όσο λατρεύω εγώ τα μάτια σου-, και ήξερα όχι επειδή μου τα έλεγες όλα αυτά, αλλά επειδή τα έδειχνες. Επειδή αν περνούσε κάποιο βράδυ χωρίς να μιλήσουμε ένιωθες την απουσία μου, μισούσες την απουσία μου. Επειδή προσπαθούσες να βρεις χρόνο για μένα. Προσπαθούσες να βρεις χρόνο για να ακούσεις ακόμα και τα παράπονά μου, έψαχνες την κατάλληλη βλακεία που θα με έκανε να γελάσω.
  Και δεν ξέρεις πόσο σε λάτρεψα μέσα από όλα αυτά. 
Γιατί κάπου ανάμεσα στις μεταμεσονύκτιες συνομιλίες μας στο σκάιπ και στα βράδια που πέρασα στην αγκαλιά σου σε μια ξαπλώστρα νομίζω ότι σε ερωτεύτηκα. Ξανά. Από την αρχή. Πιο δυνατά και τελείως διαφορετικά.
Και κάθε λεπτό που εγώ σε ερωτευόμουν πιο πολύ εσύ γλιστρούσες όλο και πιο πολύ σε μια άβυσσο που μόνος σου έφτιαξες. Κι εγώ προσπαθούσα να σε τραβήξω και κάποιες φορές τα κατάφερνα, όμως μετά πάλι χανόσουν ακόμα πιο βαθιά. Κι έτσι, προκειμένου κάθε φορά να σε τραβήξω για λίγα λεπτά στο φως χανόμουν μερικές ώρες στην άβυσσό σου. Και δε με πείραζε, ακόμα δε με πειράζει. Είναι φορές που θα ήθελα να σου δώσω τη ζωή μου γιατί ξέρω πως εσύ θα την εκτιμούσες πιο πολύ από μένα όπως θα εκτιμούσα εγώ τη δική σου πιο πολύ από εσένα.
  Κι οι στιγμές που ήξερα περισσότερο από ποτέ πως είσαι είναι αυτές που μου έλεγες πως σου λείπω, γιατί ήταν σπάνιες. Μα όταν το έλεγες ήταν σαν η φωνή σου να ζεσταινόταν ξαφνικά, όπως όταν με είπες "μωρό μου", κι ας ήταν δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Κι ας είπες εκείνη τη φράση κάποια στιγμή που δεν έλεγχες τον εαυτό σου, γιατί αν τον έλεγχες δε θα το είχες ξεστομίσει ποτέ.  Όπως και τη φορά που μου είπες ότι με αγαπάς, ήταν η πρώτη φορά που σε είδα χωρίς να έχεις συναίσθηση των πράξεών σου. 
  Ήξερα πως ήσουν, απλά ίσως υπερεκτιμώ τις δυνατότητές μου να εμφανίζω μαγικά μια υπέροχη εικόνα του κάθε ανθρώπου. Ίσως τη δική σου μπορώ να την κάνω ορατή στους άλλους και σε εσένα τον ίδιο πολύ σπάνια. Όμως εγώ την έχω δει τόσες φορές, όσες είναι κι οι φορέ που με έχεις πει χαζή. Ξέρεις όταν σε σκέφτομαι να μου μιλάς πάντα απευθύνεσαι σε μένα ως "χαζή" με εκείνο τον ψιλοειρωνικό σου τόνο, είναι λες και απεχθάνεσαι το όνομά μου ή το κρατάς μόνο για τις περιπτώσεις που είσαι πολύ θυμωμένος μαζί μου.
  Και μπορεί τον θυμό σου να τον αντέχω, αυτή την αδιαφορία σου όμως όχι. Αυτή η ουδέτερη στάση σου με σκοτώνει κάθε φορά. Κι είναι φορές που πιάνω τον εαυτό μου να βλέπει λίγο τις καταστάσεις ως τρίτος, δηλαδή πραγματικά γιατί συνεχίζω να προσπαθώ, γιατί απλά δε σηκώνομαι να φύγω; Επειδή έχω μάθει να νιώθω έντονα, και κάποιες φορές να δίνομαι υπερβολικά. Το κακό στην ιστορία είναι ότι περιμένω να δοθείς λίγο περισσότερο κι εσύ.Επειδή πρέπει να προσπαθήσω υπερβολικά πολύ για να βρω εκείνες τις στιγμές που ξέρω πως είσαι δικός μου, που ξέρω πως είσαι σίγουρος, πως είσαι εσύ.
  Κι ακόμα κι αυτή η κατάσταση θα ήταν πιο υποφερτή αν δεν υπήρχαν οι δικές μου ανασφάλειες. Τις οποίες ξέρεις ότι μπορείς να διαλύσεις με δύο λέξεις σου, αλλά επιλέγεις να μην το κάνεις. Επειδή πιστεύεις πως όταν μου μιλάς για το πως νιώθεις μαζί μου, για το πως με βλέπεις γίνεσαι πιο ευάλωτος, και δε θέλεις κι ο ίδιος να δεχτείς ότι σε επηρεάζω.

  Τουτ...τουτ...τουτ...
  Ή έτσι ήταν τα πράγματα μέχρι πριν λίγες μέρες.
Τώρα είναι λες και φωνάζω σ'ένα έρημο φωταγωγό κι ακούω μόνο την ηχό μου, ακουμπάω μόνο τοίχους με ρωγμές, βλέπω μόνο πυκνό σκοτάδι και η μόνη οσμή εδώ είναι καμμένα συναισθήματα.

  Γράφω ελπίζοντας να διαβάσεις, ελπίζοντας να με νιώσεις, ελπίζοντας να μην βιώσεις ακόμα κι αυτές τις λέξεις μου επιδερμικά.

  Κι αυτά τα τραγούδια των πυξ λαξ...Κάθε στίχος είναι εμποτισμένος με αμέτρητα νοήματα και συναισθήματα ή δάκρυα...

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Δρόμοι

(Και μια πρόταση, διαβάστε το μαζί με αυτό )
  Είναι όμορφη  η πόλη τις μικρές ώρες της νύχτας. Είναι όμορφη η πόλη όταν κοιμάται. Κι ειδικά όταν νιώθεις πως πρέπει να είσαι ήρεμος για να μην την ξυπνήσεις. Πως πρέπει να είσαι σιωπηλός, να περπατάς μ'ένα ρυθμό σταθερό, όχι βιαστικό μα ούτε κι αργό. Μ'ένα ρυθμό κατάλληλο ώστε να μπορείς να νιώθεις τον παλμό της. Να ακούς τις κόρνες των ταξί -των μόνων σχεδόν οχημάτων που κυκλοφορούν- να ηχούν όλες μαζί απευθυνόμενες προς το πρώτο εξ'αυτών, του οποίου ο οδηγός έχει μάλλον αποκοιμηθεί. Να βλέπεις το αυτόματο πότισμα του γκαζόν να πιτσιλίζει το πεζοδρόμιο κάτω από το φως του διπλανού στύλου. Να παρατηρείς τη ρόδα του λούνα παρκ, κάπου μακριά, να συνεχίζει μόνη της κι άδεια τον αέναο κύκλο της.
  -Τι σκέφτεσαι; Μου λες και με κοιτάς στα μάτια. Νιώθω ότι κόβεις λίγο ταχύτητα. Μόλις πλησιάσαμε στην πλατεία το βήμα σου έγινε λίγο πιο αργό. Αφήνομαι τόσο πολύ να νιώσω τα δάχτυλά μου να μπλέκονται με τα δικά σου που ξεχνώ την ερώτηση που έκανες, ξεχνώ την πόλη και τα φώτα, τους ήχους ή τα μυστικά της, ξεχνώ οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μου.
  Σκύβεις κι ακουμπάς το μέτωπό σου στο δικό μου κι είναι σαν να με χτυπάει ένα κύμα συναισθημάτων που αρνούμουν να νιώσω. Αρνούμουν να σκεφτώ πόσο υπέροχες ήταν οι δύο τελευταίες εβδομάδες, πόσο συνήθισα το βλέμμα σου πάνω μου, πόσο περισσότερο λάτρεψα τη φωνή σου και πόσο απαραίτητη μου είναι πια η αγκαλιά σου.
  Εσύ μιλάς. Μου λες να προσέχω, να διαβάζω, να κάνω υπομονή και να επιμένω, πως όλα θα πάνε καλά, δεν ξέρω τι άλλο. Χάνομαι στη φωνή σου και χιλιάδες εικόνες κατακλύζουν το μυαλό μου.   
Παρασκευή. Έξω τον Α.Μ. θυμήθηκα πόσο μου είχες λείψει. 
Σάββατο. Τελικά το πουκάμισό σου, εκείνο το γκρι, δείχνει ξίσου ωραίο και σε εμένα.
Κυριακή. Εικοστής πέμπτης Αυγούστου, τα γέλια όλων μας.. κι εσύ λίγες μέρες μετά να μου λες "θυμήσου την Κυριακή που σε άφησα στα Λιοντάρια πόσο κοντά ήμασταν και μη μου λες πως έχω πρόβλημα να μας βλέπουν μαζί"
Μ.Δευτέρα. Μερικές ατυχίες με γεύση βότκας και μυρωδιά καπνού, μια διαλυμένη διάθεση. Από ύπνο τίποτα. Όμως πέρασα τόσες ώρες στην αγκαλιά σου, αρκεί.
Μ.Τρίτη. "Χαζή γι αυτό σου λέω πόσο θα ήθελα να μείνουμε στην ίδια πόλη. Είναι τόσο υπέροχο να νιώθω πως ξυπνάω μαζί σου, κι ας μην έχουμε κοιμηθεί καθόλου".
Μ.Παρασκευή. Δεν ξέρω. Απλά μας βλέπω από μακριά, όλους μαζί, και νιώθω πως κολλάμε. Και μετά παρατηρώ εσένα κι εμένα και το όλο επίσημο στυλ και θυμάμαι τη θέα του λιμανιού δίπλα από το κλαμπ που είχαμε πάει την πρωτοχρονιά και χαμογελάω.
Μ.Σάββατο. Η αλήθεια είναι πως αν δεν πηγαίναμε στις βαρκούλες, ξέρεις κάτω από το ΚΤΕΛ κάτι θα έλειπε.
Κυριακή του Πάσχα. Το ιγκλού ξανά.
Τετάρτη. "Μ'αρέσει που είσαι όπως στο σπίτι σου. Που δε σε νοιάζει πως θα ντυθείς κλπ, αλλά είσαι απλή, το λατρεύω αυτό"
Πέμπτη. Μια ταινία που θέλαμε καιρό να δούμε. Αστέρια λίγο έξω από το Ηράκλειο, κι εσύ προσπαθείς ξανά κι ανεπιτυχώς να μου μάθεις να χορεύω, στο γρασίδι.
Παρασκευή. Τα χρωματιστά φωτάκια και τα μάτια σου κάτω από αυτά. Μια ανάσα. Έσβησαν σχεδόν όλα τα κεράκια. Βασικά, όλα εκτός από ένα. Αλλά δε με νιάζει το κεράκι που δεν έσβησε. Μου αρκεί που είμαστε όλοι μαζί.
Σάββατο. -Αλήθεια, είσαι τόσο καταπληκτικός.
-Με κακομαθαίνεις χαζό.
-Μαρία. Δεν πρέπει να αργήσεις άλλο.
-Ναι, καλό ταξίδι..
Μπαίνω στο ταξί. Σ'ένα από αυτά που ο οδηγός δεν κοιμάται. Φεύγω. Σε βλέπω από το τζάμι που περιμένεις να φύγω. Σημειώνεις τον αριθμό της πινακίδας που μπήκα, και λίγο μετά χάνεσαι από το οπτικό μου πεδίο.

Κυριακή. Κενό
 

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Γενέθλια*

Κάθε χρόνο και πιο περίεργα. Κάθε χρόνο και πιο μελαγχολικά, ίσως.  Κάθε χρόνο συνειδητοποιείς πόσο κοντά και πόσο μακριά ταυτόχρονα ήταν η περσινή αντίστοιχη μέρα..Βγάζεις συμπεράσματα, συγκρίνεις άτομα και καταστάσεις . Και δεν παρατηρείς ποτέ τις ομοιότητες, αλλά τις διαφορές. Εξάλλου αυτές σε καθορίζουν, αυτές δηλώνουν ότι μεγάλωσες. Διαφορές. Όχι και πολλές σε σχέση με πέρισυ. Όμως όσες υπάρχουν σχετίζονται με εμένα την ίδια. Με τις προτιμήσεις, του στόχους και τις προτεραιότητές μου. Νιώθω είκοσι χρόνια ωριμότερη κι ας έχει περάσει μόνο ένας χρόνος. Αλλά και με τα άτομα που είναι γύρω μου. Εξάλλου πάντα έτσι είναι. Κάποιοι φεύγουν, κάποιοι έρχονται, και κάποιοι μένουν δίπλα σου, μεγαλώνουν μαζί σου, χαίρονται με τις χαρές σου και λυπούνται με τις στεναχώριες σου. Κι είναι τόσο όμορφο να κοιτάω πίσω και να βλέπω πως εξελισσόμαστε μαζί.




Υ.Γ. Κάποιες φορές οι ευχές εκείνες που κάνεις λίγο πριν σβήσεις τα κεράκια πραγματοποιούνται. Μιλάω εκ πείρας. :)

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Φωτογραφίες (ξανά)

 Περπατάμε με έναν αέρα περίεργο. Προχωράμε και γελάμε, νομίζω ότι όταν ακούω τους ήχους από τα γέλια ή τις φωνές μας ζωντανεύει κι ο δρόμος γύρω μας. Βλέπω φωτογραφίες και νιώθω ότι πραγματικά επιστρέφω στις μέρες που τραβήχτηκαν, ζω ξανά εκείνες τις στιγμές με κάθε λεπτομέρεια.
-Ξέρεις είναι και το άλλο συναίσθημα ρε γαμώτο. Ψιθύρισα νομίζω εκείνη τη στιγμή.
-Ξέρω, νιώθεις ότι λίγο πιο κάτω θα εμφανιστούν ξαφνικά όλοι οι υπόλοιποι με τους οποίους έχεις αναμνήσεις εδώ.
-Κάτι τέτοιο, ας πούμε.

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

"Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή"

"Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή" . Μια φράση ορόσημο από μια ταινία που ακόμα δεν είχε βρει το χρόνο να παρακολουθήσει. Μα τη φράση την είχε εμπεδώσει καλά, στην πράξη. Κάθε πρωί ένιωθε λες κι ήθελε να επιστρέψει στο προηγούμενο. Κάθε Σάββατο βράδυ συνειδητοποιούσε πως άλλη μια βδομάδα είχε περάσει, είχε εξαφανιστεί, κι ήταν ίδια κι απαράλλαχτη με τις υπόλοιπες. Συνειδητοποιούσε ότι σχεδόν ξανάρθε το καλοκαίρι ενώ το προηγούμενο έμοιαζε ακόμα τόσο κοντά-μα και τόσο μακριά μαζί. "Αυτό είναι το φυσιολογικό. Να σου φαίνεται σαν να'ναι χτες και ταυτόχρονα κάμποσους αιώνες πριν. Έτσι κυλάει φυσιολογικά ο χρόνος" Ήταν σαν να άκουγε τη φωνή της Σ* μέσα στο κεφάλι της. Κοίταξε την οθόνη του κινητού της κι όπως ήταν σίγουρη δεν υπήρχε κανένα νέο μήνυμα, καμιά αναπάντητη κλήση. Το πέταξε λίγα μέτρα μακριά στον καναπέ και βγήκε στο μπαλκόνι. Ήταν έξι η ώρα το πρωί κι εκείνη δεν είχε κλείσει μάτι όλο το βράδυ. Ούτε ο καφές έφταιγε ούτε ο αναποφάσιστος νυχτερινός καιρός. Σκέψεις, συναισθήματα, προφανώς. Αυτή δεν είναι η συνηθέστερη αιτία εξάλλου; Εισέπνευσε βαθιά ρουφώντας την πρωινή συννεφιασμένη δροσιά. Κράτησε τον αέρα μέσα της κι έκλεισε τα μάτια της ενώ προσπαθούσε να φανταστεί τα χέρια του γύρω από τη μέση της. Ύστερα εξέπνευσε αργά κι άνοιξε τα μάτια της. Δεν απογοητεύτηκε από την απουσία του, την είχε συνηθίσει πλέον. Υπό άλλες συνθήκες θα έφτιαχνε καφέ και θα έβαζε μουσική. Ή θα προσπαθούσε να κοιμηθεί. Τώρα απλά έμεινε στο μπαλκόνι κοιτάζοντας το δρόμο από κάτω. Εκείνος τη συνόδευε κάθε βράδυ μέχρι το σπίτι της στην αρχή. Μετά ξεκίνησε να ανεβαίνει μέχρι πάνω, στην αρχή για να δανειστεί κανένα βιβλίο ή να της δώσει πίσως κάποιο. Έπειτα σχεδόν εγκαταστάθηκε τόσο στο σπίτι όσο και στη ζωή της. Και μια μέρα απλά δεν ήταν πια εκεί. Δηλαδή σωματικά ήταν, αλλά ψυχικά είχε χαθεί. Ήταν ένα άτομο διαφορετικό, ένας άνθρωπος που ενώ νόμιζε πως ήξερε πολύ καλά συνειδητοποιούσε ότι δε γνώριζε στο ελάχιστο. Ενώ λάτρευε τη μαγειρική της, ξαφνικά έτρωγε όλο και πιο συχνά ντιλίβερι. Ενώ ήθελε να κάνουν σεξ κάθε βράδυ ξεκίνησε να κοιμάται όλο και πιο νωρίς, να ξυπνάει όλο και πιο νωρίς, και συχνά να μη συναντιούνται ούτε για ν'ανταλλάξουν καλημέρα. Μέχρι που κάποια στιγμή σταμάτησε να είναι και σωματικά εκεί. Από τότε τον είχε δει μια-δυο φορές να περνάει με τη μηχανή από εκείνον το δρόμο, να σταματάει στην απέναντι πλευρά του πεζοδρομίου για λίγα δευτερόλεπτα. Εκείνες τις στιγμές χαμογελούσε όπως όταν γνωρίστηκαν και το πρόσωπό του φωτιζόταν όπως κάθε φορά που την έβλεπε. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος που ερωτεύτηκε, για λίγα δευτερόλεπτα μονάχα. Ύστερα ανέβαινε στη μηχανή του και γινόταν καπνός. Εκείνη κρυβόταν πίσω από τη μπαλκονόπορτα για να μην τη δει, όμως το πρόσωπό της χαμογελούσε, το είναι της χαμογελούσε, όπως όταν τον πρωτογνώρισε.
"Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή" ψιθύρισε ενώ έβλεπε μια γνώριμη μηχανή να περνάει από το δρόμο λίγα μέτρα κάτω από το μπαλκόνι της. Ο αναβάτης δεν κοίταξε ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Συνέχισε ακάθεκτος την πορεία του πατώντας δυνατά το γκάζι.



Υ.Γ. Δε θα σας δώσω τραγούδι, αλλά μια ιστοσελίδα όπου υπάρχουν καταπληκτικές ελληνικές και ξένες playlists για κάθε διάθεση. http://www.kasetophono.com/

Καλό απόγευμα!

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Παραλληλισμοί..

Εκείνος περπατούσε στην πόλη χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.
Εκείνη είχε μάθημα σε λίγο, δεν έπρεπε να αργήσει.
Εκείνος κοίταζε τους ανθρώπους γύρω του, όλοι άγνωστοι κι αδιάφοροι.
Εκείνη χαιρετούσε γνωστούς κάθε λίγα λεπτά.
Εκείνος κατευθυνόταν προς την παραλιακή, πλησιάζοντας τον Πύργο.
Εκείνη περπατούσε γρήγορα προς την παραλιακή, φτάνοντας στο Κάστρο.
Εκείνος προχώρησε λίγο πιο πέρα κι έμεινε ακίνητος να κοιτάζει τη θάλασσα. 
Εκείνη προχώρησε και κάθισε σ'ένα παγκάκι πολύ συγκεκριμένο, κι έμεινε ν'ατενίζει τη θάλασσα.
Εκείνος άκουγε τις συζητήσεις των ανθρώπων γύρω του, που παρέμβαιναν στη μουσική από τα ακουστικά του.
Εκείνη ήταν απόλυτα απορροφημένη στη μουσική από τα ακουστικά της. Κανένας άλλος ήχος δεν τη διαπερνούσε. Και καμιά άλλη κίνηση γύρω της. Ήταν χαμένη στις σκέψεις της.
Εκείνος θυμόταν γεγονότα, σκηνές κοντά στον Πύργο.
Εκείνη θυμόταν εικόνες, συζητήσεις δίπλα στο Κάστρο.
Εκείνος έμεινε για αρκετή ώρα εκεί.
Εκείνη πάλι έφυγε γρήγορα, είχε αργήσει στο μάθημα.
  Άνθρωποι, μέρη, συζητήσεις περνούσαν διαδοχικά από τις σκέψεις τους. Έμοιαζαν εικόνες από άλλες στιγμές, από εποχές μακρινές που ίσως να μην έζησαν οι ίδιοι. Ένοιωθαν σαν να παρακολουθούν τις ζωές τους σε ταινία, μόνο που σε κάποιο σημείο και οι δύο ταινίες παύουν να έχουν ενδιαφέρον, γίνονται απλά καθημερινά γεγονότα, ρουτίνες με προβλέψιμες εξελίξεις.
Ίσως εκείνος κι εκείνη να μη συναντήθηκαν ποτέ.
Ίσως να έζησαν σε διαφορετικές εποχές, σε διαφορετικές πόλεις, χώρες, συνθήκες. 
Ίσως όμως να ήξεραν πολύ καλά ο ένας τον άλλο.
Ίσως να βρίσκονταν ακόμα στο ίδιο μέρος -ή κάποτε να είχαν βρεθεί- και να μην παρατήρησαν ποτέ ο ένας τον άλλο ενώ στην πραγματικότητα έψαχναν ο ένας για τον άλλο.
Ίσως πάλι να υπήρξαν ο ένας μόνο για τον άλλο, ή να ήταν δυο γνωστοί που δεν έτυχε να ανταλλάξουν ποτέ κάτι περισσότερο από μια καλημέρα.
Όμως σίγουρα ήταν απερίγραπτα όμοιοι και αρμονικά διαφορετικοί ταυτόχρονα. Σίγουρα η κοσμοθεωρία τους έμοιαζε όσο κι αν εκείνη ήταν λίγο πιο οπτιμίστρια ενώ εκείνος λίγο πιο λογικός. Ίσως εκείνος να ήταν λίγο πιο σοβαρός κι αυτή λίγο πιο αυθόρμητη. Ίσως αυτός να ήταν λίγο πιο εγωιστής κι εκείνη λίγο πιο παρορμητική.
Όμως θα έπρεπε θεωρώ να γνωριστούν. Θα έπρεπε θεωρώ να υπάρξει μια συζήτηση μεταξύ τους.
Ίσως εκείνη να περπατούσε στο δικό της λιμενοβραχίονα κάθε φορά που συζητούσαν νοητά.
Ίσως εκείνος να κοίταζε τη δική του παραλιακή ενώ σκεφτόταν τι θα του απαντούσε αν ήταν δίπλα του.


 Καλό μήνα!

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Κύκλοι, εν τέλει.

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012.
Είμαι πλεόν σίγουρη ότι δεν έχω ξανανιώσει τόσο έντονη έλξη για κάποιον. Ότι δε με έχει ξανατραβήξει ποτέ τόσο ένας άνθρωπος σαν σύνολο, να θέλω να τον γνωρίσω, να μάθω την κάθε λεπτομέρεια για τη ζωή του, να είμαι μέρος αυτής, να με σκέφτεται όταν ξυπνάει, πριν πάει για ύπνο. Να με σκέφτεται και να χαμογελάει, να είναι χαρούμενος εξαιτίας μου. Δεν έχω ξανανιώσει τόσο έντονη ανάγκη να αγκαλιάσω κάποιον, να τον προφυλάξω, να τον αποκόψω για λίγο από το υπόλοιπο περιβάλλον, να τον ηρεμήσω. Δεν ξανάθελα ποτέ τόσο πολύ να νιώσω την καρδιά του να χτυπάει τόσο κοντά μου. Σήμερα ήμουν μαζί του, και μπορώ να πω ότι ήταν τόσο μοναδική η αίσθηση της αναπνοής του κοντά μου, η παρουσία του δίπλα μου.Η Σ* λέει ότι είμαι ερωτευμένη. Εμένα πάλι δε μου αρέσει να βάζω ταμπέλες στα συναισθήματα. Πάντως σίγουρα είναι ότι περισσότερο έχω νιώσει μέχρι τώρα.

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013.
Πέρισυ τέτοια μέρα ήμουν σε ένα ουζερί κοντά στο πάρκο Θεοτοκόπουλου. Φέτος πέρασα από ένα ουζερί, ήπια ένα ποτήρι κρασί-ίσα για να μείνω λίγο με κάποια αγαπημένα άτομα και κάποια άγνωστα- κι έφυγα. Προέκυψα να φύγω. Πέρισυ δεν ήθελα να φύγω από το αντίστοιχο ουζερί. Φέτος ήθελα μόνο να φύγω. Πέρισυ παρατηρούσα επί δύο ώρες τα μάτια του προσπαθώντας να μην καταλάβει ότι κοίταζα μόνο εκείνον. Φέτος τα μάτια του ήταν μέσα στα δικά μου από όταν έφυγα από το ουζερί και μετά. Πέρισυ απέφευγα να μιλάω γιατί δεν ήθελα να φανεί η αδυναμία στη φωνή μου, δεν ήθελα να καταλάβει ότι ντρεπόμουν λίγο. Φέτος ένιωθα ότι μιλούσα κι ήθελα να βασιστεί στα λόγια μου, ήθελα να νιώσει ασφαλής στην αγκαλιά που πέρισυ δε φανταζόμουν ότι θα μοιραζόμασταν ποτέ.

Πέρισυ ερωτεύτηκα τη φωνή του και τώρα είναι ένα μέρος της καθημερινότητάς μου που με κάνει να χαμογελάω.
Ονειρεύτηκα ότι τον ήξερα, ότι μιλούσαμε λες κι ήμασταν ο ένας το κοντινότερο πρόσωπο που έχει ο άλλος, και φέτος είναι καλύτερα από τις προσδοκίες μου.
Εκείνη τη μέρα ένα χρόνο πριν φωνάζαμε μπροστά από μια βιτρίνα με πλέυμομπιλ, ενώ φέτος τσίριζα μπροστά από τη δική του συλλογή.
Πέρισυ ήταν η πρώτη φορά που τον είδα να κάνει κεφάλι και φέτος έζησα το πρώτο Σάββατο που βγήκαμε σε τέτοιο μέρος κι εκείνος δεν ήπιε καθόλου.
Πέρισυ δεν τον ήξερα. Σκεφτόμουν πόσο ταίριαζε με το κόκκινο χρώμα του κρασιού που πίναμε. Φέτος τον ξέρω. Σκέφτομαι πόσο ταιριάζει με το σκούρο μπλε του νυχτερινού ουρανού, που έχει πιο ανοιχτόχρωμα μπαλώματα όταν τον καλύπτουν τα σύννεφα.
Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην έχει προσδοκίες. Έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου, δε θα έχω προσδοκίες, δεν έχω προσδοκίες. Όμως λίγο πριν φύγω για την εκδρομή διάβαζα παλιά κείμενά μου, όπως αυτό (που είχε γραφτεί για εκείνη τη μερα,ένα χρόνο πριν) και σκεφτόμουν ότι η ίδια ημερομηνία φέτος θα ήταν τελείως διαφορετική, όμως θα ήσουν δίπλα μου, πάλι. Γι αυτό κι όταν έφτασα πριν από εσένα φρόντισα να σου κρατήσω μια θέση δίπλα μου. 
Γενικά ο άνθρωπος τείνει να αφήνει τις καταστάσεις στην τύχη, στο ένστικτό του ή απλά να τις παρατάει και να φεύγει.Θα έπρεπε όμως να καταλάβει ότι κάποιες φορές χρειάζεται να συμβιβαστεί με κάποιες καταστάσεις, να επαναπροσδιορίσει τα δεδομένα και τα ζητούμενά του και όταν θέλει κάτι πολύ, να το κυνηγήσει. Όπως εγώ επιδίωξα να είμαι δίπλα του.

Ένα χρόνο πριν έγραφα κείμενα που σε συνάρπαζαν κι ήμουν μια γνωστή σου που συμπαθούσες αρκετά. Φέτος υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι θα καταφέρω να γράψω κάποια στιγμή ένα κείμενο που θα σε κάνει να νιώσεις το συναίσθημα που προσπθώ να βγάλω στο ηλεκτρονικό ή πραγματικό χαρτί. Φέτος είμαι τόσο χαρούμενη που υπάρχεις στη ζωή μου.

 I think last night you were driving circles around me.
Β*

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Χρόνος

"Η ακαθόριστη κίνηση της ύπαρξης και των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον, θεωρούμενη ως σύνολο", σύμφωνα με το λεξικό. Εμείς όμως το αντιλαμβανόμαστε αλλιώς. Το αντιλαμβανόμαστε σύμφωνα με το πώς περνάμε. Όταν όλα πάνε καλά ο χρόνος κυλάει γρήγορα, κι όταν βαριόμαστε ή είμαστε δυσαρεστημένοι ο χρόνος δε λέει να περάσει. Καταστάσεις γνωστές σε όλους μας. Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι κατηγορούμε το χρόνο για λάθη δικά μας, παραλείψεις κι επιλογές μας...Τα αποδίδουμε όλα στο χρόνο κι έτσι δεν έχουμε τύψεις. "Δεν έχω χρόνο" μου λες. "Σε λίγο θα φύγω" κι αυτό το λίγο θα ήταν διαφορετικό με διαφορετική διαχείρηση. Αλλά ο καθένας κάνει τις επιλογές του, ο καθένας διαχειρίζεται όπως θέλει τη ζωή του. "Αν είχαμε χρόνο όλα θα ήταν αλλιώς" , "Συγγνώμη που καθυστέρησα, δεν είχα αρκετό χρόνο" , "Δεν βρήκα χρόνο, το ξέχασα, είχα πολλά στο μυαλό μου". Έτσι είναι οι ζωές μας, επισκιασμένες. Κι οι σκιές δεν είναι άλλες από τις ίδιες τις επιλογές μας, για τις οποίες δεν είμαστε σίγουροι, και τις οποίες φοβόμαστε και δε θέλουμε να αποδεχτούμε. Γι αυτό και τα φορτώνουμε όλα στα χρόνο. 
Κι έτσι άλλος ένας χρόνος πέρασε, και στο κλείσιμό του νιώθω πιο ανασφαλής από ποτέ. Ένας χρόνος που έμαθε σε όλους μας πολλά, μας έδωσε όσα ακριβώς μας πήρε. Ήταν στυγνός κι υπολογιστικός τύπος, όχι αχάριστος, απλά απόλυτα κι αυστηρά δίκαιος. Έτσι είναι ο χρόνος, δεν κάνει χάρες και δε χαρίζεται σε κανένα, είναι ντόμπρος και ξεκάθαρος. 
Όταν κοιτάζω το παρελθόν,λοιπόν, από την περσινή τέτοια μέρα έως και χτες το βράδυ βλέπω μια κορδέλα με ρίγες που αναλάσσονται. Μαύρο, μετά όλα τα χρώματα μαζί, μαύρο, κι άλλη χρωματική πανδαισία. Κι έτσι θυμάμαι ανάκατες σκηνές, με πρωταγωνιστές εκείνες του καλοκαιριού. Ένα συγκεκριμένο ρεμπετάδικο και μία συγκεκριμένη καφετέρια, αυτά τα μέρη μου θυμίζουν μια παρέα με την οποία δέθηκα τόσο άρτια, ίσως επειδή ήμουν δεμένη με καθένα από τους συμμετέχοντες από πιο πριν. Μια κοπέλα που εμφανίστηκε ξαφνικά, κι ένιωσα πως της παρέδωσα ένα άτομο-κομμάτι μου. Εκείνο που με εξέπληξε ήταν η αντίδρασή μου. Στεναχωρήθηκα μεν, προχώρησα δε, και στην πορεία κατάφερα να αγαπάω και την κοπέλα και το άτομο-κομμάτι το ίδιο πολύ. Όμως οι αντιδράσεις μου με εξέπληξαν αρκετά. Έτσι από αυτή τη χρονιά κέρδισα κάποια πράγματα. Την ικανότητα να διατηρώ την ψυχραιμία μου και να σκέφτομαι πριν μιλήσω έτσι ώστε να μη δημιουργώ παιδιάστικες σκηνές ζηλοτυπίας και θυμού (καλά όχι και στο μέγιστο) αλλά σίγουρα αντέδρασα πολύ ώριμα σε θέματα σημαντικά για μένα (όπως το παγκάκι, ή κάποια οικογενειακά προβλήματα, κάποια θέματα υγείας αγαπημένων προσώπων...).Το δεύτερο σημαντικότερο που διδάχτηκα από την περασμένη χρονιά είναι να μην έχω προσδοκίες, επειδή αυτές πάντα καταρρίπτονται. Όταν πηγαίνεις στη μάχη και περιμένεις ένα συγκεκριμένο εχθρό θα ηττηθείς από οποιονδήποτε εχθρό εμφανίζει διαφορές από αυτόν τον οποίο ανέμενες. Έτσι έμαθα κοιτάζω διορατικά τις καταστάσεις και να μην περιμένω τίποτα από αυτές. Έτσι, ούτε απογοητεύομαι, ούτε στεναχωριέμαι...Ίσα ίσα που κάποιες σπάνιες φορές μπορεί να χαρώ και λίγο μωρέ.Διδάχτηκα κι άλλα πολλά όμως το κυριότερο που έμαθα είναι αυτό που λέει κι η υπέροχη Στέλλα εδώ.
Έμαθα πως είναι να αγαπάς περισσότερο. Ή μάλλον περισσότερο και διαφορετικά μαζί. Να αγαπάς χωρίς όρια να δίνεσαι, να εμπιστεύεσαι εκείνο το ένστικτο που σου λέει πότε αξίζει να δώσεις την αγάπη σου σε κάποιον. Και το θέμα είναι ότι το ένστικτο αυτό είναι αλάνθαστο, αλήθεια. Μα όταν αγαπάς περισσότερο είσαι και πιο ανασφαλής, πιστεύεις ότι δεν είσαι αρκετός, κι έτσι δίνεσαι ακόμα περισσότερο προσπαθώντας να γίνεις σημαντικός στον άλλο και να καλύψεις και τη δική σου την ανασφάλεια. Ίσως να μην υπάρχει πολύ ή λίγο στην αγάπη, να μην υπάρχει περισσότερο και λιγότερο, μα να υπάρχει μόνο διαφορετικό. Ο καθένας μας αγαπάει με τον τρόπο του, κι ο τρόπος αυτός μεταβάλεται ανάλογα με το αντικείμενο που δέχεται την ενέργεια αυτή, την αγάπη. Κάποιοι όταν αγαπούν το φωνάζουν, κάποιοι δεν το λένε ποτέ μα το δείχνουν καθημερινά, και κάποιοι θα το πουν όταν θα χρειάζεται και τότε θα το εννοούν. Κι όλοι οι υπόλοιποι καίγονται μέσα στην ανασφάλειά τους και δίνουν διαδοχικές μάχες, κουράζονται και τα παρατούν. Γιατί κάποιες φορές η αγάπη μπορεί να είναι τόσο διαφορετική που να μοιάζει λιγότερη..
Και τώρα που άλλαξε ο χρόνος; Τα κεφάλαια που έμειναν μισάνοιχτα τι θα γίνουν; Δεν ξέρω. Κι η ανασφάλεια τι θα γίνει, κοριτσάκι; Θα με καταπιεί. Αυτό θα γίνει. Επειδή απλά δεν πρόκειται να καλυφτεί. Επειδή απλά όλα είναι ακριβώς όπως δεν έπρεπε να είναι. Γι αυτό έμαθα να μισώ τις προδοκίες. Δεν πρέπει να έχω προσδοκίες για μεθαύριο, του στυλ ότι όλα θα είναι όμορφα. Ούτε για τις υπόλοιπες διακοπές. Ούτε για την υπόλοιπη χρονιά. Απλά να περιμένω τις καταστάσεις και να αντιδρώ μετά. 



Υ.Γ.Μου άρεσε η αρχή της χρονιάς πάντως, χτες. Αν και υπήρξαν κάποια απρόοπτα, βέβαια. Γύρισα σπίτι και μύριζα ολόκληρη καπνό, αλκοόλ και Β*.



Πούλα με ακόμα μια φορά, δε με πειράζει.
Δε με πειράζει που θα μείνω μοναχός.
Δε με πειράζει που τα μάτια σου σ’ αυτόν τα θυσιάζεις.
Γιατί απόψε το κορμί σου θα `ναι αλλού.

Θα `ναι σε κάτι ξεχασμένα καλοκαίρια.
Θα `ναι στις νύχτες της ατέλειωτης σιωπής.
Θα `ναι στα φιλμ της χαράς και της μιζέριας.
Θα `ναι σε όλα που περάσαμε μαζί.

Πούλα με λοιπόν στο ξαναλέω.
Πούλα με για λίγη σιγουριά.
Πούλα με πολύ φτηνά δεν ξέρω, ίσως αύριο να `ναι αργά.

Κι αν σε βλέπω αδιάφορα ξερά, δε με πειράζει.
Δε με πειράζει κι αν τα χείλη σου γελούν.
Μια καληνύχτα κι αν μου πεις δε με πειράζει.
Γιατί απόψε το κορμί σου θα `ναι αλλού.


Καλή χρονιά :)

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Χρυσόψαρα

Σεπτέμβρης του '11
"Γεια είμαι μεθυσμένη" είπε η κοπέλα καθώς πλησίζε τον νεαρό. Τον αγκάλιασε υπό τον γνώριμο ήχο από ανόητες αγάπες κι ύστερα τον φίλησε. "Δεν ξέρω αν είσαι εσύ αλλά δεν έχασα κάτι. Εξάλλου φιλάς ωραία" του είπε ενώ γελούσε. "Πέρνα του χρόνου τέτοια μέρα κι ώρα από τη Λότζια, αν το θυμηθώ θα περάσω κι εγώ να σου πω συγγνώμη." Εκείνη έφυγε την ώρα που τα πλοία σκόνταυταν στο φάρο. Εκείνος έμεινε εκεί. Ασάλευτος. Έκπληκτος.

Σεπτέμβρης του '12.

Είχε κουραστεί από το περπάτημα -τρέξιμο καλύτερα- πάνω κάτω. Από την ακρόαση τόσων διαφορετικών ιστοριών, από την αναζήτηση τόσων λύσεων σε προβλήματα διαφορετικής φύσεως. Είχε κουραστεί και πονούσε. Κάθισε στο πρώτο παγκάκι που βρήκε λαχανιασμένη. Η σωματική της κούραση μπερδευόταν με αυτή του μυαλού. Όχι πνευματική ακριβώς, την κούραση που νιώθεις μετά από το πολύωρο κι ίσως χωρίς αποτέλεσμα στίψιμο του μυαλού σου. Τα ξύλα στο παγκάκι ήταν σκληρά, τώρα πονούσε περισσότερο. Ένας περαστικός κάθισε δίπλα της. Έμοιαζε να περιμένει για κάποιον/κάτι γιατί κάθε δύο λεπτά κοιτούσε ανυπόμονα την ώρα από την οθόνη του κινητού του. "Έχεις κανένα ντεπόν μήπως;" τον ρώτησε εκείνη με προσμονή, ή ίσως απλά ήθελε να του πιάσει τη συζήτηση για να ξεχαστεί. Έπρεπε να μαζέψει δυνάμεις για να φτάσει σπίτι. Ίσως να μην ήθελε να φτάσει σπίτι και να ξανακλειστεί στο μοναχικό κελί της."Εεε όχι. Ίσως να έχει στο περίπτερο απέναντι" της απάντησε εκείνος κοφτά και αδιάφορα. Εκείνη έκανε πως δεν τον είχε ακούσει. Τρεις ματιές στην οθόνη του κινητού του για να σιγουρευτεί ότι πράγματι η ένδειξη που έβλεπε ήταν η σωστή. Σηκώθηκε βιαστικά και ένα λεπτό μετά στεκόταν μπροστά της με ένα μπουκάλι νερό. "Τα περίπτερα δεν είναι φαρμακεία, συγγνώμη ήμουν αφηρημένος. Ίσως αυτό σας βοηθήσει" της είπε με φιλικότερο τόνο από πριν. Ξανακάθισε στο παγκάκι, πιο κοντά της τώρα. Εκείνη μπορούσε να μυρίσει καθαρά το αλκοόλ γύρω του. "Ίσως τελικά τζάμπα προσπάθησες να χαλαρώσεις με το κρασί. Από ότι φαίνεται δε θα έρθει" του είπε απότομα παίρνοντας από το χέρι του το μπουκάλι με το νερό. Δεν ήθελε να είναι άλλο καλή, δεν ήθελε να ψάξει άλλες λύσεις για τα προβλήματα του κόσμου, δεν ήθελε να ζει άλλο μέσα από τις περιπετειώδεις ζωές των γύρω τις, και να προσπαθεί να τις βελτιώσει. Ξεσπούσε σ'έναν άγνωστο, εκείνος δεν την ήξερε. Θα την έκρινε, μα δε θα ξαναβρίσκονταν. Θα την έβριζε, μα σε δυο βδομάδες δε θα μπορούσε καν να θυμηθεί τη στιγμή εκείνη. "Ίσως και να έχεις δίκιο." της απάντησε εκείνος καθώς φορούσε τα ακουστικά του, δηλώνοντας πως επιθυμούσε η συζήτηση να λάβει τέλος. Της άρεσε που δε διαφώνησε μαζί της, που δε σηκώθηκε να φύγει και που δεν την έβρισε -τουλάχιστον όχι δυνατά. Δεν πονούσε όσο στην αρχή, είχε χαλαρώσει και ξεκουραστεί λίγο με το νερό. Έβαλε το ένα ακουστικό του στο αυτί της και ένα ρίγος τη διαπέρασε. Την ίδια στιγμή χτύπησε το κινητό της με ήχο ίδιο με αυτόν που ερχόταν από τα ακουστικά. Κοιτάχτηκαν πριν εκείνη προλάβει να απορρίψει την εισερχόμενη κλήση. "Είσαι το παιδί από τη συναυλία, έτσι; Γι αυτό δεν έφυγες όταν έγινα αγενής ως απάντηση στη δική μου αγένεια!" Είπε εκείνη ενώ κοκκίνιζε. Τώρα είχε τύψεις. Εκείνος χαμογέλασε αφήνοντας να φανούν τα ίσια λευκά δόντια του. Είχε γοητευτικό χαμόγελο. "Ίσως τελικά να μην πήγε τόσο τζάμπα το κρασί" απάντησε εκείνος κλείνοντάς της το μάτι. Σηκώθηκαν και περπάτησαν μέχρι τη θάλασσα. Μίλησαν για ώρες, ύστερα εκείνη τον φίλησε."Κανονικά εδώ πρέπει να σου πω συγγνώμη" του είπε κοιτάζοντας κάτω. Ύστερα ανέβασε το βλέμμα της στα γαλάζια του μάτια. "Όμως δε θα το κάνω. Δε μετανιώνω για μια από τις καλύτερες αυθόρμητες κινήσεις που έκανα σε μια από τις χειρότερες για μένα ώρες." του είπε. Εκείνος την αγκάλιασε και ξεκίνησαν να ανηφορίζουν. " Αν και από ότι βλέπω ξεκουράστηκες και περπατάς άνετα...Επειδή είμαι με το αυτοκίνητο..Μήπως θέλεις να σε πετάξω μέχρι το σπίτι σου; " Τη ρώτησε δισταχτικά, κι ύστερα πέταξε ένα από εκείνα τα υπέροχα χαμόγελά του.



*Τα χρυσόψαρα μου θυμίζουν το τέλος του καλοκαιριού, και τη μέρα που είχαμε πάει θάλασσα τελευταία φορά -μέσα Σεπτέμβρη κάπου...-

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Είσαι εδώ μα απέχεις

Scenario 1.
Η κοπέλα φορούσε χρωματιστά ρούχα, είχε μαλλιά ελεύθερα, σγουρά, κι έτρεχε στο λιμενοβραχίονα. Ήταν καλοκαίρι κι είχε ήλιο. Το αγόρι της κρατούσε το χέρι. Ανέβηκαν πάνω στο μικρό τειχάκι που έκρυβε τη θάλασσα. Η κοπέλα ένιωθε το ερασιτεχνικό εκείνο φιλί και δε σκεφτόταν τίποτα άλλο. Ήταν χαρούμενη. Πριν βραδυάσει αποχαιρετάει το αγόρι και περπατάει προς την πλατεία. Τα πόδια της είναι λες και φορούν φτερά. Το χρωματιστό φαρδύ παντελόνι της παρασύρεται από τον ανάλαφρο καλοκαιρινό αέρα. Τα κουδουνάκια στα χέρια της ηχούν ευχάριστα καθώς εκείνη πετάει.

Scenario 2.
Η κοπέλα ήταν ντυμένη στα μαύρα κι είχε μαλλιά ίσια, επιμελημένα.Η παραμικρή λεπτομέρεια πάνω της ήταν φροντισμένη. Ήταν απόκριες κι εκείνη είχε επιλέξει να ντυθεί η σκιά του εαυτού της, ή ο εαυτός της ο ίδιος, ποιος ξέρει; Κατηφόριζε το δρόμο κρατώντας προσεκτικά την ομπρέλλα της. Είχε καταφέρει να αποφύγει κάθε επίθεση με αφρούς και χρωματιστές σερπαντίνες μέχρι που έφτασε στη μέρση περίπου της Χάνδακος. Έστριψε αριστερά και χώθηκε σε μια καφετέρεια με πολλές χάρλευ απ'έξω. Είδα ένα αγόρι να τη φιλάει, ουδέτερα λίγο, μα με πάθος. Λίγο μετά η κοπέλα ανέβαινε τον ίδιο δρόμο πίσω, προσπαθούσε ακόμα να προστατευτεί από τα χαρούμενα παιδιά που έτρεχαν γύρω της ντυμένα με φανταχτερές στολές.


Scenario 3.
Η κοπέλα ήταν απλή, φυσική. Περαστική από το κέντρο, δε σκόπευε να μείνει πολύ, βρισκόταν μεταξύ μαθημάτων. Μπήκε αποφασιστικά στην καφετέρεια με τα τζάμια και τον ξύλινο τοίχο και ζήτησε ένα νες σκέτο. Κάθε φορά έπινε τον καφέ της αλλιώς, ήθελε η ζωή της να έχει ποικιλία. Λίγο μετά είδα έκπληκτη κάποιον να κάθεται απέναντί της. Μίλησαν αρκετή ώρα, εκείνος έμοιαζε στοργικός. Τη φίλησε, στοργικά, και με πάθος ταυτόχρονα. Η κοπέλα έμοιαζε να ανταποκρίνεται. Ύστερα έφυγε, είχε να προλάβει το μάθημα.

Την παρακολουθώ απ'όταν γεννήθηκε, την ξέρω καλύτερα από τον καθένα μα με ξαφνιάζει τόσο συχνά που με κάνει να πιστεύω ότι δεν την έχω ξαναδεί ποτέ. Ξέρω πράγματα γι αυτήν που δεν τα ξέρει κανείς, προσπαθώ να την ελέγξω, να την περιορίσω, μ'ανακαλύπτω ότι δεν μπορώ. Ξέρω ότι κάνει συλλογή από φουλάρια, ότι πίνει διαφορετικά τον καφέ της κάθε φορά, ότι της αρέσει να κοιτάζει τη βροχή από το τζάμι, να φοράει μάλλινα και να σχεδιάζει. Ξέρω ότι της αρέσει να διαβάζει και να τραγουδάει, να μιλάει και να γράφει, να επικοινωνεί και να βοηθάει, να χαμογελάει και να φωτογραφίζει με τη μνήμη της. Είναι από τα άτομα με την πιο καταπληκτική μνήμη που έχω συναντήσει ποτέ. Όμως χτες δέχτηκα μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις.

Scenario 4. 
Η κοπέλα είχε δακρύσει και σκεφτόταν. Τα μάτια της ήταν λες κι είχαν μείνει κενά, μα κόκκινα και κενά. Η κοπέλα ήταν παθητικός δέκτης των καταστάσεων, δεν την είχα ξαναδεί έτσι. Η κοπέλα συλλογιζόταν ένα άλλο φιλί. Η κοπέλα ένιωθε χαμένη, μπερδεμένη, αποπροσανατολισμένη. Μα το φιλί που συλλογιζόταν ούτε είχε υπάρξει ούτε και θα υπήρχε ποτέ. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να συνυπάρξει έστω και για μόνο στιγμή ο ένας της εαυτός με τον άλλο; Πώς θα μπορούσε να συμφιλιωθεί με τις διαφορετικές εικόνες και τους διαφορετικούς εαυτούς της; 

Εγώ όμως ήξερα. Οι άνθρωποι που τα καταφέρνουν, που βρίσκουν τους εαυτούς τους, τους πραγματικούς, και τους διαχωρίζουν από τις χίλιες δυο πλαστές παροδικές εικόνες, είναι αυτοί που τα καταφέρνουν. Αυτοί που δέχονται τελικά αυτό το φιλί, το φιλί που τους βαφτίζει ολοκληρωμένους, που τους λυτρώνει.