Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Σανγκρια

Τρίβω λίγο τα βλέφαρά μου και μένουν κομματάκια από μάσκαρα στο δάκτυλό μου. Συνήθως δε βάφομαι. Χτες όμως χρειαζόμουν δικαιλογίες για να ετοιμάζομαι πολλή ώρα, χρειαζόταν να ασχολούμαι με λεπτομέρειες που συνήθως μου διαφεύγουν για να κερδίσω χρόνο για να σκεφτώ. Σκεφτόμουν, ζύγιζα προσεκτικά τα υπέρ και τα κατά.
Και κατέληξα στο ότι τα δικά σου και τα δικά μου κατά, τα δικά σου και τα δικά μου χάλια και άσχημα και απαίσια και αραχνιασμένα και μαύρα,μοναχικά,υποτονικά μονοπάτια μπορούν να μετατραπούν σε ολόφωτες λεωφόρους όταν ο ένας είναι δίπλα στον άλλο. Κι ακούω τη φωνή σου στο μυαλό μου "ναι αλλά η απόσταση;" Ναι, η απόσταση είναι αυτό που μας καταβάλει ψυχικά τόσο καιρό, όσο η ρουτίνα μας καταβάλει σωματικά και πνευματικά. Και πραγματικά ξέρω ότι μπορούμε να έχουμε την τέλεια επικοινωνία, και το ξέρω γιατί το έχω βιώσει. Όμως κάθε φορά που φεύγεις και εγώ περιμένω αντιλαμβάνομαι ότι η δύναμη των στιγμών που ζούμε κάποια στιγμεί εξασθενεί. Κάποια στιγμή χρειαζόμαστε μια ακόμα δόση, μια μικρή έστω βόλτα, μια συζήτηση στην αγκαλιά σου, σαν ναρκομανείς, ίσα για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε για μερικό καιρό ακόμα. Δηλαδή παρομοιάζω εμένα για σένα ως ναρκωτικό και εσένα για μένα το ίδιο. Κι αυτή τη φορά ήταν χειρότερα από όλες, κι ο καιρός περισσότερος από όλες, κι ο καθένας βάδιζε στα δικά του μαύρα μονοπάτια τα οποία σχημάτιζαν μαιάνδρους και διακλαδώσεις καθυστερόντας την επικείμενη διαστάυρωση. Κι όταν βρεθήκαμε στη διασταύρωση ένιωθα πραγματικά καταβεβλημένη. Ένιωθα να σπάω εσωτερικά σε χιλιάδες κομματάκια, δε μπορώ να σου εξηγήσω το συναίσθημα. Σαν να εξαφανίστηκε το οξυγόνο μου. Και τώρα καταλαβαίνω τους ποιητές με τις υπερβολικές εκφράσεις τους, γιατί πέρα από την υπερβολή εγώ το έζησα αυτό.
Όμως δεν είναι ανάγκη όταν γυρίζουμε σελίδες στη ζωή μας να αλλάζουμε και τους ανθρώπους που υπήρχαν στα προηγούμενα κεφάλαια. Μπορούμε να κάνουμε αυτές τις περιβόητες "νέες αρχές" μαζί τους. Το ότι θέλουμε να προσπαθήσουμε με κάνει να πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε, εξάλλου εμείς πάντα δεν τα καταφέρνουμε; Και δεν πειράζει αν εσύ δε νιώθεις ερωτευμένος κι αν εγώ νιώθω κενή, γιατί τώρα βαδίζουμε μαζί και το φως ήδη φαίνεται. Όταν ψάχνεις κάτι τόσο έντονα το βρίσκεις...εξάλλου το φως δεν κρύβεται.
Και πέρα από όλα τα αληγορικά,χτες ήταν εκπληκτικά. Γι αυτό είμαι τόσο σίγουρη ότι όλα θα είναι καλύτερα, επειδή όταν γελάς πλησιάζουμε στο φως.
Ας μην ήταν κι αυτές οι πανελλήνιες που έχω...5 μήνες ακόμα..:)
Παίξε με στα χέρια σου σαν σφαίρα, πέτα με ψηλά στον αέρα, δώσε μου πνοή απ' την πνοή σου, να ξαναγεννηθώ μαζί σου...

 και μ'αρέσει που μου αφήνεις όλο το καλαμπόκι και σου αφήνω όλο το ρύζι και μοιραζόμαστε εντσιλάδα και είσαι υπέροχος.

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

coup de foudre

Θέλω να γρατζουνίσω το σώμα μου παντού. Μου αρέσει να έχω μακριά νύχια. Νιώθω ότι θα μπορέσω να αμυνθώ όταν με πλησιάζεις. Όμως ποτέ δεν αμύνομαι όπως θα ήθελα. Είσαι τόσο καλύτερός μου που δεν αξίζει καν να προσπαθήσω να αμυνθώ. Μπορεί να προσπαθώ με νύχια και με δόντια αλλά είμαι πλέον ανοιχτό βιβλίο για σένα. Νύχια και Δόντια. Όχι δε θέλω να μπήξω τα δόντια μου στο σώμα μου. Θέλω να τα μπήξω στο δικό σου. Ίσως η επίθεση είναι καλύτερη από την άμυνα, ή όπως λένε οι ταγοί ή ο κάθε αμπελοφιλόσοφος πια, η επίθεση είναι η καλύτερη άμυνα. 



http://24.media.tumblr.com/68c19dbefd66e7d3e6cc4a37d9878f8f/tumblr_mwxqezcner1t0h5k9o1_500.jpg


Αρχή_επανάληψης
 Διάβασε Β
 Β <- br="" coup="" de="" foudre="">
Μέχρις_ότου 1^2 <> 1

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Αλφαβητικές σκέψεις

Αρμύρα στα χείλη σου όταν με φιλούσες μέσα στη θάλασσα
Βουίζει ο αέρας γύρω μου 
Γέρνω το κεφάλι μου στο πλάι αποζητώντας τον ώμο σου
Δειλιάζω να σου πω αυτά που πραγματικά σκέφτομαι
Ελπίζω να καταλάβεις και να μου λες λίγο πιο συχνά "μωρό μου το ένα, το άλλο, το παράλλο"
Ζαλίζομαι και νιώθω αδύναμη
Ήλπιζα, μα δεν κατάλαβες και σπάνια μου λες "μωρό μου το ένα, το άλλο, το παράλλο"
Θυμάμαι και Θέλω εσένα με τις ανασφάλειες και τα αστεία και τις αγκαλιές σου
Ικανοποίηση αναγκών ελάχιστη
Κρέμομαι σαν τελεφερίκ μα οι γάντζοι μου σκουριάζουν 
Λιμνάζουν όνειρα κάτω από το τελεφερίκ αυτό
Μαυρίζει ο χώρος μόλις πέφτουν κάτω τα όνειρα
Νιαουρίζεις στο τηλέφωνο και μουλείπεις (είναι όλο μαζεί ένα ρήμα)
Ξαπλώνω τα βράδυα και σε μυρίζω στο πάπλωμά μου 
Όμορφα που ήταν τότε στην ταράτσα σου
Πίναμε κρασί και μιλούσαμε κοιτάζοντας τον νυχτερινό ουρανό
Ρε γαμώτο πως γίνεται ΕΣΥ να μην έχεις αυτοπεποιθηση
Σφυρίζεις ενώ εγώ δε μπορώ
Τρίζει κάποια πόρτα λίγο πιο μακριά, έχω διάβασμα
You get in love
Φριζαρισμένα μαλλιά μετά από κάθε ένωσή μας
Χρειάζομαι το φωσφοριζέ γέλιο σου
Ψάχνω όλο και πιο πολλές αντιποιητικές λέξεις για να γαμήσω αυτά που γράφω

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Δεσμοί [x= (2Ν+1)*λ/4] και Δεσμά.

  Είναι δύσκολη η χρονιά, αγάπη μου. Τα χρήματα όλο και λιγοστεύουν για όλους. Όμως αντί αυτό να μας κάνει πιο ανθρώπινους, αντί να μας καλλιεργεί τη συμπόνια, να μας ευαισθητοποιεί, έχει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Μας κάνει ολοένα και πιο απάνθρωπους. Δολοφονούμε ανθρώπους γιατί είναι διαφορετικοί, αδιαφορούμε για εκείνους που μας έχουν ανάγκη, καταστρέφουμε τους ίδιους τους εαυτούς μας.
  Με ενοχλεί που περνούν οι μέρες τόσο γρήγορα. Φεύγουν κι εγώ βρίσκω τόσες πολλές ομοιότητες μεταξύ τους που πλέον δε μπορώ να ξεχωρίσω πότε έχει έρθει η επόμενη μέρα. Λένε πως η τελευταία χρονιά στο σχολείο πρέπει να είναι διασκεδαστική, να σου αφήσει αναμνήσεις ανεξίτηλες που θα θυμάσαι σε σαράντα χρόνια και θα χαμογελάς. Θα αποζητάς τις χαρούμενες λυκειακές μέρες που έκανες βόλτες, χόρευες και γελούσες χωρίς μέτρο. Λένε. Λένε ότι έτσι θα πρέπει να είναι. Όμως εμείς τι θα θυμόμαστε; Τις ατέλειωτες ώρες ρουτίνας; Ξυπνάω, ντύνομαι, πάω στο σχολείο. Φεύγω από εκεί και το κεφάλι μου πονάει. Σπίτι, λίγο διάβασμα -όσο προλαβαίνω δηλαδή πριν τα προπαρασκευαστικά μαθήματα- μαθήματα, διάβασμα και πάλι, και ξαφνικά πήγε δώδεκα και μισή. Μπαίνω στο μπάνιο κι όσο νιώθω το νερό να τρέχει πάνω μου προσποιούμαι πως ξεπλένω τη ρουτίνα, πως διώχνω τη λάσπη του εκπαιδευτικού συστήματος που κατακάθεται πάνω μου καθημερινά, αποστειρώνομαι από την περίφημη στείρα αποστήθιση κι απομνημόνευση. Παλιότερα πριν με πάρει ο ύπνος σκεφτόμουν καταστάσεις που ήδη έχουν συμβεί ή θα ήθελα να συμβούν. Καταστάσεις ευχάριστες, πολύχρωμες. Δεν είναι ότι τώρα είναι γκρίζες οι καταστάσεις, απλά ανύπαρκες είναι. Δεν προλαβαίνω να σκεφτώ πριν κοιμηθώ. Ονειρεύομαι ότι ψάχνω τεκμήρια στα κείμενα και βρίσκω μόνο εποπτεία των αισθήσεων..νιώθω...ονειρεύομαι ότι νιώθω. Όμως μετά αλλάζει η διδακτική ώρα και ψάχνω παραγώγους και ίσως βρω κάποια λύση στον ύπνο μου, όμως συνήθως έχει φτάσει η ώρα να ξυπνήσω πριν τελειώσει η άσκηση. Κι η ρουτίνα συνεχίζεται, κι είναι ακόμα αρχή.
  Και μέσα σε όλα αυτά γίνομαι πιο συναισθηματική και πιο ευέξαπτη και πιο εγωίστρια. Θέλω να είσαι εδώ για μένα όποτε εγώ έχω χρόνο, αλλά δε μπορώ να σου το πω ευτυχώς. Ευτυχώς κρύβω ότι έχω γίνει πιο εγωίστρια και πιο ευέξαπτη. Κρύβω ότι έχω γίνει λίγο πιο συναισθηματική και μου λείπει να μου λες "Υπομονή, μωρό μου. Είμαι δίπλα σου και θέλω μόνο να χαμογελάς και να είσαι καλά. Θα περάσουν οι μέρες αυτές, όλα θα πάνε καλά και μετά θα υπάρχει χρόνος." Και τις μέρες που ήσουν εδώ με αγκάλιαζες κι ήταν σαν να έλεγες αυτά κι ακόμα περισσότερα. Μα αυτό το τετραήμερο ήταν ένα όνειρο που πέρασε, ξυπνήσαμε. Και ξυπνήσαμε σε διαφορετικές πόλεις. Εσύ δίπλα στο λευκό πύργο και εγώ στον κούλε. 
  Νιώθω τύψεις γιατί σκέφτομαι εσένα αντί για τα στάσιμα κύματα και τις εξαναγκασμένες ταλαντώσεις (πιο εξαναγκασμένες όμως από τη δική μου ταλάντωση 'διάβασμα-ύπνος-διάβασμα'  δεν νομίζω ότι υφίστανται) που γράφω διαγώνισμα αύριο. 

(Σε εδίκασαν να σπαταλάς τα χρόνια σε μια ζωή χωρίς προοπτική. , που λέει και ο Παύλος.)
Καλό σαββατόβραδο σ'εσάς που βγαίνετε και σ'εμάς που διαβάζουμε.
Καλή υπμονή:)
 

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Day_Delete: Το αίτημά σας βρίσκεται σε εξέλιξη.

  Γιατί σχεδόν πάντα οι άνθρωποι τα παρατούν; Γιατί δεν επειδιώκουν αυτό που θέλουν με οποιοδήποτε κόστος; Επειδή ίσως δεν το θέλουν αρκετά. Ή επειδή δεν έχουν μάθει να το κάνουν. Αντιθέτως, έχουν μάθει να υπακούν, να συμβιβάζονται. Είναι εγωιστές απέναντι σε όλα αυτά που δεν πρέπει να είναι, και υποχωρούν μπροστά σε αυτά που δε θα έπρεπε. (εκτός κι αν δε θέλουν να προσπαθήσουν αρκετά).
  Είχα πει πως θα προσπαθούσα να μην ελπίζω, να μην ξαναπέσω σ'αυτήν την παγίδα που λέγεται "προσδοκίες". Μάταιος κόπος. Είναι στη φύση του ανθρώπου να ελπίζει. Είναι στη φύση τη δική μου να μυρίζω το άρωμά σου στον αέρα και να νομίζω ότι έφτασες ενώ εσύ δεν έχεις ξεκινήσει ακόμη. Και δε σκοπεύεις να ξεκινήσεις και ποτέ. 




*Πού να σε βρω;

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Εσύ πού χάθηκες, όμως;

Όταν χάνεσαι στην πόλη μελαγχολείς.
Όταν χάνεσαι στις σκέψεις σου μελαγχολείς.
Όταν χάνεσαι στην καθημερινότητα μελαγχολείς.
Δε μπορείς να χαθείς αλλού.
Τα όνειρά σου έχουν χαθεί.
Οι ελπίδες και οι στόχοι σου το ίδιο. 
Πώς λοιπόν θα τα βρεις και θα χαθείς μέσα σε αυτά;
~
 Χάνομαι στα μαθήματα και τα βιβλία, μια χρονιά είναι, λένε όλοι, θα περάσει. Σαφώς..αλλά μέχρι τότε; Το θέμα είναι να περάσει και να βγούμε αλώβητοι, όχι να μας αφήσει πληγές.
~
Εκείνη χάνεται σε παραλίες κάπου μακριά. Ζει ελεύθερη και μας ξεχνάει πιο πολύ μέρα με τη μέρα.
Ποια;
Η ηλικία μας. Είμαστε όλοι τόσο νέοι κι όμως έχουμε πειστεί πως γεράσαμε απότομα έχοντας μείνει ανώριμοι για πάντα ταυτόχρονα.
Και μόνο στα όνειρά μας, κάπου μακριά, χανόμαστε ελεύθεροι. Μαζί.
~
Κάποτε χανόμουν στο γέλιο και τα μάτια σου*
~
Τα Σαββατόβραδα χανόμαστε χωριστά και μαζί. Σε παρέες, μουσικές, και δρόμους που θα θέλαμε να έχουμε ο ένας τον άλλο δίπλα του. Σε τσιγάρα που θα θέλαμε να καπνίζουμε μαζί. Να ξέρεις όμως, ποτέ δεν τελειώνω το τσιγάρο μόνη μου, αφήνω πάντα το μερίδιο το δικό σου. Παρατάω κάπου το μισοτελειωμένο τσιγάρο και φεύγω, ελπίζοντας πως θα περάσεις λίγο μετά από μένα και θα το καπνίσεις. Κι έτσι χάνομαι ελπίζοντας.
~
Κι ο άνθρωπος τελικά αυτό που πάντα θα θέλει είναι να χάνεται στο χρόνο. Κάποιοι θέλουν να πάνε μπροστά, βιάζονται να μεγαλώσουν, να διασχίσουν τα γεγονότα χωρίς να τραυματιστούν, να στιγματιστούν. Άλλοι πάλι θέλουν να χαθούν κάπου στο παρελθόν. Σε καλοκαίρια ανέμελα, φιλιά μέσα στη θάλασσα, νύχτες με παρέα, μπύρες και παιχνίδια στην παραλία, σχολικές γιορτές και γέλια να αντηχούν παντού σε έναν παραλιακό δρόμο. Αυτό αποζητάμε τελικά οι πιο πολλοί, να χαθούμε κάπου πίσω, σε μυρωδιές και χρώματα και μουσικές που έχουμε ξαναβιώσει, που δε θέλουμε να ξεθωριάσουν. Μας αρέσει το παλιό, το γνώριμο και ασφαλές παρελθόν μας. Φοβόμαστε να ρισκάρουμε και να χαθούμε στη ζωή και το παρόν μας.

~
Κι όμως πάλι σε ζητώ σε μια πόλη γύφτισσα εσύ χάθηκες ξανά και έμεινες αλήτισσα κι όμως πάλι σε ζητώ σε μια πόλη γύφτισσα εσύ έφυγες μακριά και χάθηκες αλήτισσα , που λέει κι ο Μπάμπης.
~
Μου λείπεις. Θέλω μόνο να χαθώ μέσα στην αγκαλιά σου, και μετά να χαθούμε κάπου μαζί. Δε με νοιάζει το που, ή το πως, με νοιάζει το να χαθώ με(σα σε) εσένα.


Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

-Εσύ τι κάνεις όταν πιέζεσαι;

-Εσύ τι κάνεις όταν πιέζεσαι;  τους ρώτησα..Έναν έναν χωριστά, για να μην ξέρουν ο ένας την απάντηση του άλλου.

- Κλείνομαι στον εαυτό μου, απάντησε μια κοπέλα.
-Ξεσπάω στους άλλους, είπε μια άλλη.
-Δεν δίνω σημασία κι έτσι δε φτάνω στο σημείο να πιεστώ.
-Τίποτα είπε με έναν ερωτηματικό τόνο η τέταρτη.
-Κλαίω ή ξεσπάω στον εαυτό μου, είπε η τελευταία κοπέλα.
-Μελαγχολώ, ζητάω διάφορες γνώμες για το τι να κάνω, μου απάντησε το ένα αγόρι.
-Προσπαθώ να βρω μια λύση σε αυτό που με πιέζει, είπε το δεύτερο αγόρι.

Το τρίτο αγόρι δε θα χρειαστεί να το ρωτήσω.
Ξέρω από πριν πως η απάντησή του θα είναι πανομοιότυπη με τη δική μου.
Όπως οτιδήποτε δικό το μοιάζει με κάτι δικό μου, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να είναι και τελείως διαφορετικά. Αλλά αυτό με ελκύει σε αυτόν, η αρμονία μεταξύ μας, που ακόμα κι οι αναταραχές της είναι αρμονικές.


 -Εσύ τι κάνεις όταν πιέζεσαι;
-Φεύγω. Θα λέγαμε εγώ κι εκείνος με μια φωνή και μετά θα γυρίζαμε αλλού τα βλέμματά μας και θα αποχωρούσαμε προς τις αντίθετες κατευθύνσεις.

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Υπομονή στο +∞

Δεν πρόλαβε να φύγει το καλοκαίρι κι εγώ νιώθω λες και μπήκε χειμώνας και μάλιστα πολύ απότομα. Όχι ότι άλλαξε ο καιρός. Ούτε φταίει τόσο το σχολείο που ξανάρχισε, ή τα μαθήματα που θυμίζουν βροχή στο ξέσπασμά της, έτσι απότομα που έρχονται κατά πάνω μου. Φταίει μάλλον η διαφορά ανάμεσα στο "τώρα" και στο "πριν". Στη μελαγχολία που φέρνει το φθινόπωρο με το όνομά του και μόνο. Ενώ το καλοκαίρι -ακόμα κι όταν είναι μελαγχολικό- σε κάνει να χαμογελάς και να νιώθεις πως οποιοδήποτε πρόβλημα είναι προσωρινό, θα περάσει και θα φύγει. Τώρα είναι λες και ανύπαρκτα και υπαρκτά προβλήματα σωριάζονται το ένα πάνω στο άλλο και όλα μαζί πάνω σου. Δεν ξέρεις τι έχεις. Θέλεις να φύγεις. Θέλεις να τελειώσει πριν καν αρχίσει. Να τρέξεις κάπου μακριά. Σε μια παραλία μερικά μόνο χιλιόμετρα μακριά.
Μια παραλία που από άποψη τοπίου δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο. Ούτε έχεις κάποια τόσο διαφορετική ανάμνηση. Όταν τη σκέφτεσαι όμως σου φέρνει στο μυαλό δεκάδες διαφορετικές μικρές στιγμές, που όλες μαζί υφαίνουν ένα παζλ από χαμόγελα. Ένα χρόνο πριν έφυγες για πρώτη φορά και είπαμε πως όταν ξαναγυρίσεις θα ξαναπάμε σ'αυτή την ακτή. Μετά ξαναήρθες, ξαναέφυγες, ξαναήρθες, ξαναέφυγες, ξαναήρθες, ξαναέφυγες, ξαναήρθες...και τώρα ετοιμάζεσαι να φύγεις. Και κάθε φορά που έρχεσαι και φεύγεις εμείς αναναιώνουμε την υπόσχεσή μας, αναβάλουμε την επίσκεψή μας εκεί για την επόμενη φορά που θα έρθεις. Ίσως πράγματι η επόμενη φορά που θα έρθεις να είναι κι αυτή που τελικά θα πραγματοποιήσουμε την εκδρομή αυτή, οι δυο μας. Ίσως όμως και να μην ξαναπάμε ποτέ μαζί. Το σίγουρο είναι πως αυτή η αναβολή είναι λες και σου δίνει μια δύναμη. Κάτι να ελπίζεις. Έστω και τόσο ασήμαντο. Κάτι να περιμένεις... κι ο χρόνος να φεύγει λίγο πιο ευχάριστα.




*Θέλω να με κρατάς για πάντα
Να χάνομαι μες στα δυο σου μάτια*



*είσαι.χαζό.*

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Σεπτέμβριος -όμως σίγουρα δεν είναι ο φετινός-

Με κοιτάς στα μάτια κι ακόμα και τόσο καιρό μετά νιώθω αυτή την ένταση, αυτή τη φλόγα. Είναι σαν να ξεγυμνώνεις το σώμα και την ψυχή μου με το βλέμμα σου. Ύστερα γυρίζεις το βλέμμα στο βιβλίο σου. Τελευταία διαβάζεις βιβλία. Δεν το συνήθιζες. Φτιάχνω καφέ. Ξεχνιέμαι και βάζω ζάχαρη, πολλή. Προσθέτω και γάλα. Έτσι πίνεις τον καφέ σου, γλυκό με γάλα. Τον αφήνω μπροστά σου στο τραπεζάκι που ακουμπάς το βιβλίο σου. Φτιάχνω ένα δεύτερο καφέ προσπαθώντας να συγκεντρωθώ και να μη βαλω ζάχαρη, εξάλλου πάντα σκέτος είναι ο δικός μου καφές. Τα καταφέρνω. Πατάω το κουμπί του κασετόφωνου κι εσύ γελάς καθώς σκέφτεσαι τη μανία μου με τις κασέτες στην εποχή της ψηφιακής μουσικής, ενώ ο jim morrison υμνεί τους παράξενους ανθρώπους. Μου ζητάς να αλλάξω κασέτα και βάζω Τρύπες. Αυτή τη φορά δε διαμαρτύρεσαι. Παίρνω το βιβλίο σου και το ακουμπάω στο τραπεζάκι δίπλα στο φλιτζάνι με τον νες, ενώ σου σιγοτραγουδάω "ο καφές σου έχει κρυώσει και το ράδιο κλειστό τώρα για μέρες" κι εσύ λες πως κάνω λάθος αφού το ράδιο μόνο κλειστό που δεν είναι στο δικό μας σπίτι. Βγάζεις το πουλόβερ μου και μένω με το φανελάκι. Παραπονιέμαι ότι κρυώνω και με τραβάς μέχρι το κρεβάτι. Πετάς πάνω μου το πάπλωμα, μπαίνεις κάτω από αυτό και με γαργαλάς μέχρι να τσιρίξω τόσο που θα ξυπνήσει όλη η πολυκατοικία. Το δαλματίας σκυλάκι της από κάτω γαβγίζει για συμπαράσταση. Με φιλάς ενώ βγάζω το πουκάμισό σου. Κι έπειτα νιώθω τα πυροτεχνήματα να διέπουν το σώμα μου, όπως στο sims 2. Σκέφτομαι ότι μας έφτιαχνα καφέ για να διαβάσουμε για την εξεταστική κι εσύ θέλεις να με παρασύρεις και να κοιμηθώ. Σε σφίγγω πάνω μου ενώ βάζεις ξυπνητήρι για να προλάβουμε την ανατολή, όπως κάθε ξημέρωμα Κυριακής. Παραπονιέμαι ότι θέλω να αλλάξουμε πλευρές για να μπορώ να σε βλέπω όσο κοιμάσαι και μου λες ότι δεν έχουν νόημα τα λόγια μου αφού θα κοιμηθώ πάλι πρώτη.
-Όταν κοιμάσαι χαμογελάς, κοριτσάκι. λες.
Σε αγγαλιάζω και με τα πολλά δέχεσαι να αλλάξουμε πλευρές. Σε αγκαλιάζω ξανά. Πιο σφιχτά. Παραπονιέσαι και γελάω.
-Το πρωί έχει διάβασμα όμως, εξεταστική δεν έχουμε;
-Το πρωί βλέπουμε, κοριτσάκι. Για τώρα, καληνύχτα!
-Καληνύχτα καρχαριάκι μου. σου λέω, κι εσύ μου δαγκώνεις το μάγουλο δείχνοντας ότι επάξια κέρδισες τον τίτλο σου.

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013



                                                                                                                                                                                                                     Β

Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Υπομονή λίγο ακόμα:)

Μία βδομάδα μαθήματα ακόμα και μετά καλοκαίρι και για μας τους υποψήφιους (πόσο περίεργα ακούγεται αυτή η λέξη όμως...)   :)



Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Ανάφλεξη στο Βλέμμα σου μωρό μου

Νιώσε το ρίγος να σε διαπερνάει όταν σου ψιθυρίζω τις λέξεις που φοβάσαι.
Δεν είναι παγωμένο όπως αυτό που αφήνει η ανάσα σου στο λαιμό μου.
Είναι πύρινο, σε καίει σε κάθε σημείο, είτε σε ακουμπάω είτε όχι. Σε ακουμπούν οι λέξεις μου, οι κραυγές μου, τα συναισθήματα και τα βλέμματά μου, το γέλιο μου.
Ακόμα δεν ξέρω αν εγώ είμαι η φωτιά κι εσύ ο πάγος ή εσύ η φωτιά μου κι εγώ το νερό.
Ακόμα κι αν δεν είμαστε τίποτα από αυτά σίγουρα υπάρχουν κάπου ανάμεσα στη γαλήνη μου και στο δάκρυ σου ή στην ηρεμία σου και στις δικές μου νευρικές εξάψεις.
Ήθελα καιρό να σου πω αυτό που ανέφερα χτες. Είναι στιγμές που μιλάω ακατάπαυστα και ξαφνικά με κοιτάς, χωρίς να πεις τίποτα συχνά, απλά με κοιτάς και ξεχνάω τα λόγια μου. Δεν ξέρω που βρίσκομαι, τι έλεγα ή τι θέλω να πω, τι ρόλο έχω σε αυτόν τον κόσμο και που πρέπει να πάω μετά. Μετά θυμάμαι ότι πρέπει να αναπνεύσω και είναι συγκλονιστικό, γιατί μετά είσαι ακόμα εκεί, και με κοιτάς με αυτό το βλέμμα και τελικά, τελικά..
Μάλλον θέλω να πατήσω το κουμπάκι του αναπτήρα και να βάλω φωτιά σ'όλες τις χάρτινες σκέψεις γύρω μας γιατί ξέρω ότι εσύ θα σβήσεις τη φωτιά μου πριν μας κάψει..





Υ.Γ.Δες στα μάτια μου φωτιές που κυματίζουν θάλασσες.


Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

"Άσε τον εαυτό σου πιο ελεύθερο, κοριτσάκι."

Το κεφάλι μου θέλει να σπάσει. Κάθομαι στη μαύρη καρέκλα του γραφείου μου και καταλαβαίνω πως το ποσοστό στο οποίο πιέζω τον εαυτό μου είναι μηδαμινό μπροστά σ'αυτό που θα ακολουθήσει. Φτιάχνω καφέ. Πότε συνήθισα εγώ στον καφέ; Δεύτερος για σήμερα. Κλείνω τα μάτια μου και δίνοντας φόρα στην καρέκλα με τα χέρια μου την αφήνω να γυρίζει γύρω από τον εαυτό της με εμένα πάνω. Ανοίγω τα μάτια μου σε τυχαία σημεία της διαδρομής και ξέρωαπό πριν τα ανοίξω σε ποιο κομμάτι του δωματίου θα μπορώ να δω. Άσε τον εαυτό σου πιο ελεύθερο, σου λέω συχνά. Τώρα χρειάζεται να το πω και στον εαυτό μου όμως. Κοριτσάκι σε παρακαλώ, χαλάρωσε. Ενώ η καρέκλα συνεχίζει να στροβιλίζεται εγώ ανοίγω απότομα τα μάτια μου και τα καρφώνω στο κατάλευκο ταβάνι. Ζαλίζομαι. Λίγα δευτερόλεπτα μετά παρατηρώ ότι τελικά είναι κι αυτό σημαδεμένο-εξάλλου τίποτα δεν είναι κατάλευκο ή κατάμαυρο στη ζωή. Γκρίζες σκιές, από το φωτιστικό και τα έπιπλα. Στροβιλίζομαι πιο γρήγορα προσπαθώντας να εξαφανίσω τις σκιές και να επιστρέψω στο λευκό. Θυμάμαι μικρή που ανέβαινα στο μύλο, στις παιδικές χαρές, ή που έτρεχα γύρω από αυτόν για να τον γυρίζω. Τώρα οι περισσότερες παιδικές χαρές δεν έχουν πια μύλους, ή γυρω-γύρω-όλοι, μόνο κάτι σκέτες μουντές ξύλινες κούνιες. Τεχνοκρατικές και γκρίζες. Άντε και καμιά τραμπάλα. Θα μου πεις δεν πάνε και πολλά παιδιά πια στις παιδικές χαρές για να φροντίζουμε για τη συντήρησή τους. Τώρα κλεινόμαστε όλο και από μικρότερη ηλικία στα διαμερίσματα και στις ηλεκτρονικές συσκευές μας, προσπαθώντας να αποφύγουμε τους εαυτούς μας. Κι όσο μεγαλώνουμε και αναγκαστικά βγαίνουμε στον κόσμο, ξεκινάμε να δίνουμε αξία στις λέξεις. Όμως ποτέ δε μάθαμε. Μιλάμε για ελευθερία με το να ανεβάσουμε σε κάποιο ιστότοπο μια φωτογραφία που γράφει πάνω "freedom". Μιλάμε για ειλικρίνια και μέρα με τη μέρα κορο'ι'δεύουμε όλο και πιο πολύ τους ίδιους τους εαυτούς μας. Μιλάμε για αγάπη και σκορπάμε λέξεις σε καταστάσεις κι άτομα με αξία μηδαμινή. Βιώνουμε έρωτες κενούς παντελώς, χωρίς όχι απλά περιεχόμενο, αλλά και χωρίς υπόσταση γενικώς. Κάποιες στιγμές βγαίνουμε από το λήθαργο. Ζούμε κάποιες στιγμές. Ένα όμορφο βράδυ σε μια ταράτσα με γέλια, ένα άλλο με αγκαλιές, μια βόλτα στο λιμάνι ή μια ολοήμερη εκδρομή κάπου κοντά, ίσα για το διαφορετικό. Κι όταν καταλαβαίνουμε ότι αυτές οι στιγμές αξίζουν αντί να το εκμεταλλευόμαστε και να τις πολλαπλασιάσουμε απογοητευόμαστε και σταματάμε. Νομίζουμε πως δε μπορούμε να το κάνουμε πια. Πως δε μπορούμε να είμαστε αρκετά ελεύθεροι, αρκετά αυθόρμητοι ή αρκετά αστείοι. Οι καταστάσεις μας αλλάζουν, κι εμείς αντί να αγαπάμε τον εαυτό μας νομίζουμε ότι τον έχουμε χάσει, ποσπαθούμε συνέχεια "να βρούμε τον εαυτό μας" γυρίζουμε στο παρελθόν και καταλήγουμε σε ακόμα περισσότερα αδιέξοδα.
Και σήμερα ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι ο Ιούλιος άλλης μιας χρονιάς τελειώνει. 
Είναι σαν να βλέπω ένα τραίνο να περνάει. Να περιμένω σε μια στάση αγκαλιά με ένα βιβλίο και να βλέπω τρένα να έρχονται και να φεύγουν. Το μόνο που αλλάζει στο σκηνικό είναι το βιβλίο. Τη μια το λένε μαθηματικά, την άλλη φυσική, την άλλη καλοκαίρι, την επόμενη γέλιο, χαρά, δάκρυα, χρώματα,μυρωδιές,σύννεφα,ταξίδια,ΑΟΔΕ,φωτογραφίες,τραγούδια δικά μας και άλλων,φιλιά, ζωή. Αυτό είναι τελικά το βιβλίο, η ζωή.
Και ο καθένας γράφει το δικό του.
Ίσως να νομίζει σαν κι εμένα πως κάθεται στο σταθμό και απλά περιγράφει ότι βλέπει να διαδραματίζεται μπροστά του. Ίσως να καταλάβει κάποια στιγμή πως πράγματι σ'όλα αυτά τα τρένα επιβιβάστηκε κι ο ίδιος, ταξίδεψε, αγάπησε. Απλά χρειάστηκε κάποιες φορές να γυρίσει στην αφετηρία. Ξέρεις τι πρέπει να κάνουμε; Να κρατάμε λίγο περισσότερο τις στιγμές από τα ταξίδια και λίγο λιγότερο αυτές από την αναμονή..Και κυρίως να ταξιδεύουμε πιο πολύ, πιο συχνά, πιο έντονα.
 



Η καρέκλα σταμάτησε να γυρίζει και  επιστρέφω στο γραφείο και το διάβασμά μου.
Άσε τον εαυτό σου πιο ελεύθερο, κοριτσάκι.

 
Καλό μεσημέρι:)


Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Σημείωση#1 (Καλοκαίρι;)


#Να θυμηθώ κάποια στιγμή ότι είναι καλοκαίρι.
Κι ότι δε θα είναι για πολύ ακόμα καλοκαίρι.
Και να εκτιμήσω αυτά τα βράδια μετά το διάβασμα που περπατάμε μαζί στο λιμάνι.
Γιατί το χειμώνα κάτι τέτοια βράδια θα μου λείπουν πολύ.
Γιατί τότε η πίεση θα πολλαπλασιαστεί και το γέλιο σου δε θα έχω το χρόνο να το προκαλώ τόσο συχνά.#

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Θα αργήσω στο μάθημα στις εννιά νομίζω..

Τρέχουμε και μου κρατάς το χέρι. Τα κολονάκια του δρόμου περνούν κάτω απ'τις ενωμένες παλάμες μας. Εσύ χαμογελάς όλο και πιο έντονα κι εγώ νιώθω ότι ξυπνάω. Προφανώς και ήταν όνειρο.
Γιατί εσύ δεν έχεις αντοχές να τρέχεις και εγώ δε σε παίρνω από το χέρι για να σε αναγκάσω γιατί φοβάμαι μη σε πιέσω και τότε μπορέσεις να τρέξεις για να φύγεις μακριά μου.
Γιατί εσύ δε χαμογελάς συχνά πια, για την ακρίβεια χαμογελάς πολύ σπάνια με εκείνο το όμορφο πραγματικό σου γέλιο, αυτό που φτάνει ως τα μάτια σου και τα κάνει να φαίνονται ακόμα πιο φωτεινά απ'ότι είναι.
Θέλω να σε πάρω τηλέφωνο να σου πω μόνο ένα καλημέρα, να ακούσω τη νυσταγμένη φωνή σου να μου λέει "καλημέρα χαζή", γιατί ξέρω ότι αυτό θα μου αρκεί για να βγάλω όλη τη μέρα με τα μαθήματα και το διάβασμα*. Κι όμως ξέρω ότι είναι άδικος κόπος. Ο συνδρομητής που καλέσατε έχει πιθανόν το τηλέφωνό του απενεργοποιημένο. Παρακαλώ καλέστε αργότερα.
Πιστεύω ότι θα είχε λίγο περισσότερο σασπένς αν κάπου κάπου με έψαχνες κι εσύ. 
Ίσως σε κάποιο όνειρό σου, μέσα στο φλυτζάνι του καφέ που δεν πίνεις, κάπου μπροστά στα κάγκελα της ταράτσας σου, ή ίσως και στις διάφορες στιγμές στο μυαλό σου.
Ίσως αυτό να έφερνε ξανά κάποιες στιγμές το χαμόγελο αυτό στα χείλη και τα μάτια σου, ίσως μετά να ήθελες να τρέχουμε και να μου κρατάς το χέρι και τα κολονάκια του δρόμου να περνούν κάτω απ'τις ενωμένες παλάμες μας. Εσύ τότε θα χαμογελάς όλο και πιο έντονα κι εγώ θα νιώθω ότι ξυπνάω, ότι νιώθω κάθε στιγμή και πιο ζωντανή.



*(ΠΠΠ σου λέει μετά..Περίοδος Προετοιμασίας Πανελληνίων).

Καλημέρα=)

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Χρυσόψαρα, πάλι.

-Ήξερες πως ήμουν. 
  Λες. Και το επόμενο πράγμα που ακούω είναι το τουτ της γραμμής που κλείνει. Πολύ πιο ενοχλητικός ήχος από την οποιαδήποτε σιωπή. Ήξερα πως ήσουν, ξέρω πως είσαι. 
Με ενοχλεί όμως να περιμένεις να γίνω κάποια που δεν είμαι. Να περιμένεις να σε βλέπω με τους δικούς σου όρους, να κάνω οτιδήποτε με τους δικούς σου όρους, να σε κυνηγάω κι εσύ να φεύγεις όλο και πιο μακριά. 
  Το θέμα είναι ακριβώς το ότι ήξερα πώς είσαι. Ήξερα πόσο νοιαζόσουν για μένα, ήξερα πόσο λάτρευες το χαμόγελό μου-σχεδόν όσο λατρεύω εγώ τα μάτια σου-, και ήξερα όχι επειδή μου τα έλεγες όλα αυτά, αλλά επειδή τα έδειχνες. Επειδή αν περνούσε κάποιο βράδυ χωρίς να μιλήσουμε ένιωθες την απουσία μου, μισούσες την απουσία μου. Επειδή προσπαθούσες να βρεις χρόνο για μένα. Προσπαθούσες να βρεις χρόνο για να ακούσεις ακόμα και τα παράπονά μου, έψαχνες την κατάλληλη βλακεία που θα με έκανε να γελάσω.
  Και δεν ξέρεις πόσο σε λάτρεψα μέσα από όλα αυτά. 
Γιατί κάπου ανάμεσα στις μεταμεσονύκτιες συνομιλίες μας στο σκάιπ και στα βράδια που πέρασα στην αγκαλιά σου σε μια ξαπλώστρα νομίζω ότι σε ερωτεύτηκα. Ξανά. Από την αρχή. Πιο δυνατά και τελείως διαφορετικά.
Και κάθε λεπτό που εγώ σε ερωτευόμουν πιο πολύ εσύ γλιστρούσες όλο και πιο πολύ σε μια άβυσσο που μόνος σου έφτιαξες. Κι εγώ προσπαθούσα να σε τραβήξω και κάποιες φορές τα κατάφερνα, όμως μετά πάλι χανόσουν ακόμα πιο βαθιά. Κι έτσι, προκειμένου κάθε φορά να σε τραβήξω για λίγα λεπτά στο φως χανόμουν μερικές ώρες στην άβυσσό σου. Και δε με πείραζε, ακόμα δε με πειράζει. Είναι φορές που θα ήθελα να σου δώσω τη ζωή μου γιατί ξέρω πως εσύ θα την εκτιμούσες πιο πολύ από μένα όπως θα εκτιμούσα εγώ τη δική σου πιο πολύ από εσένα.
  Κι οι στιγμές που ήξερα περισσότερο από ποτέ πως είσαι είναι αυτές που μου έλεγες πως σου λείπω, γιατί ήταν σπάνιες. Μα όταν το έλεγες ήταν σαν η φωνή σου να ζεσταινόταν ξαφνικά, όπως όταν με είπες "μωρό μου", κι ας ήταν δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Κι ας είπες εκείνη τη φράση κάποια στιγμή που δεν έλεγχες τον εαυτό σου, γιατί αν τον έλεγχες δε θα το είχες ξεστομίσει ποτέ.  Όπως και τη φορά που μου είπες ότι με αγαπάς, ήταν η πρώτη φορά που σε είδα χωρίς να έχεις συναίσθηση των πράξεών σου. 
  Ήξερα πως ήσουν, απλά ίσως υπερεκτιμώ τις δυνατότητές μου να εμφανίζω μαγικά μια υπέροχη εικόνα του κάθε ανθρώπου. Ίσως τη δική σου μπορώ να την κάνω ορατή στους άλλους και σε εσένα τον ίδιο πολύ σπάνια. Όμως εγώ την έχω δει τόσες φορές, όσες είναι κι οι φορέ που με έχεις πει χαζή. Ξέρεις όταν σε σκέφτομαι να μου μιλάς πάντα απευθύνεσαι σε μένα ως "χαζή" με εκείνο τον ψιλοειρωνικό σου τόνο, είναι λες και απεχθάνεσαι το όνομά μου ή το κρατάς μόνο για τις περιπτώσεις που είσαι πολύ θυμωμένος μαζί μου.
  Και μπορεί τον θυμό σου να τον αντέχω, αυτή την αδιαφορία σου όμως όχι. Αυτή η ουδέτερη στάση σου με σκοτώνει κάθε φορά. Κι είναι φορές που πιάνω τον εαυτό μου να βλέπει λίγο τις καταστάσεις ως τρίτος, δηλαδή πραγματικά γιατί συνεχίζω να προσπαθώ, γιατί απλά δε σηκώνομαι να φύγω; Επειδή έχω μάθει να νιώθω έντονα, και κάποιες φορές να δίνομαι υπερβολικά. Το κακό στην ιστορία είναι ότι περιμένω να δοθείς λίγο περισσότερο κι εσύ.Επειδή πρέπει να προσπαθήσω υπερβολικά πολύ για να βρω εκείνες τις στιγμές που ξέρω πως είσαι δικός μου, που ξέρω πως είσαι σίγουρος, πως είσαι εσύ.
  Κι ακόμα κι αυτή η κατάσταση θα ήταν πιο υποφερτή αν δεν υπήρχαν οι δικές μου ανασφάλειες. Τις οποίες ξέρεις ότι μπορείς να διαλύσεις με δύο λέξεις σου, αλλά επιλέγεις να μην το κάνεις. Επειδή πιστεύεις πως όταν μου μιλάς για το πως νιώθεις μαζί μου, για το πως με βλέπεις γίνεσαι πιο ευάλωτος, και δε θέλεις κι ο ίδιος να δεχτείς ότι σε επηρεάζω.

  Τουτ...τουτ...τουτ...
  Ή έτσι ήταν τα πράγματα μέχρι πριν λίγες μέρες.
Τώρα είναι λες και φωνάζω σ'ένα έρημο φωταγωγό κι ακούω μόνο την ηχό μου, ακουμπάω μόνο τοίχους με ρωγμές, βλέπω μόνο πυκνό σκοτάδι και η μόνη οσμή εδώ είναι καμμένα συναισθήματα.

  Γράφω ελπίζοντας να διαβάσεις, ελπίζοντας να με νιώσεις, ελπίζοντας να μην βιώσεις ακόμα κι αυτές τις λέξεις μου επιδερμικά.

  Κι αυτά τα τραγούδια των πυξ λαξ...Κάθε στίχος είναι εμποτισμένος με αμέτρητα νοήματα και συναισθήματα ή δάκρυα...

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Εποπτεία των αισθήσεων

  Ο σκοπός μου σήμερα είναι να σε κάνω να νιώσεις μυρωδιές. Να σε κάνω να μυρίσεις τις εικόνες μου, όχι απλά να τις δεις επιφανειακά, αγάπη μου. Κάποτε διάβασα πώς η πιο ισχυρή αίσθηση είναι η όσφρηση. Δεν το πίστευα αυτό. Πίστευα πως η ακοή ή η όραση ή η αφή τουλάχιστον, όχι τόσο οι γεύση, είναι οι πιο ισχυρές αισθήσεις. Δεν το πίστευα μέχρι να νιώσω τη μυρωδιά σου γύρω μου τις στιγμές που εσύ ήσουν χιλιόμετρα μακριά. Κι όσο εύκολο μου ήταν να φέρω την εικόνα σου δίπλα μου, ή την αίσθηση των χεριών σου γύρω μου ή τη γεύση σου στο στόμα μου τόσο πιο δύσκολο πίστευα ότι ήταν να θυμηθώ ακριβώς τη μυρωδιά σου. Κι όμως...
   Όσο το σκέφτομαι περισσότερο πιστεύω πως δεν ξεχνάει κανείς τη μυρωδιά της ακροθαλασσιάς που μοιάζει με ελευθερία ούτε την αίσθηση της μυρωδιάς της πόλης στα ρουθούνια του, όταν είναι καλοκαίρι. Ξέρεις, αυτό το αποπνικτικό μίγμα ιδρώτα, καυσαερίων, εκατοντάδων ανακατεμένων ανθρώπινων αρωμάτων, φαγητών και τσιγάρων, αυτό το μίγμα που όσο κι αν ακούγεται -ίσως και να είναι- απαίσιο σου φέρνει στο μυαλό αυτή την αίσθηση-καλοκαίρι. Όχι ότι το φθινόπωρο δε μυρίζει βρεγμένο χώμα και φρέσκα σχολικά τετράδια, ή ότι ο χειμώνας δεν έχει την οσμή του κρύου και των μάλλινων ρούχων ή ότι η άνοιξη δεν αποτελείται από αμέτρητες οργιαστικές μυρωδιές της φύσης ακόμα και μέσα στην πόλη. Αλλά όπως και να το κάνουμε το καλοκαίρι είναι αλλιώς. Ακόμα και για εμάς που έχουμε μαθήματα και σε δέκα μήνες δίνουμε πανελλήνιες, κάπου μέσα στη φυσική και τα μαθηματικά και τους τρόπους πειθούς, το καλοκαίρι είναι αλλιώς.
  -Και ο έρωτας πως μυρίζει; 
  -Ο έρωτας μυρίζει σαν το αεράκι που σε χτυπάει απαλά σε μια ταράτσα που γέμισε γέλια κάποια καλοκαιρινή νύχτα, από τις πρώτες του Ιουλίου. Έρωτας για τη ζωή, για το καλοκαίρι, για τους ανθρώπους.


 

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Ευκαιρίες

  Βιάζομαι πολύ. Τα καταστήματα δε θα είναι ανοιχτά για πολλή ώρα ακόμα και εγώ πρέπει να προλάβω τα τελευταία Χριστουγεννιάτικα ψώνια. Επιταχύνω το βήμα μου και τη στιγμή που ελπίζω να μην ξεκινήσει να βρέχει νιώθω την πρώτη ψιχάλα στα φρεσκολουσμένα μαλλιά μου. Νευριάζω με τον καιρό, με την έλλειψη ελεύθερου χρόνου μου, με τους περαστικούς που χαμογελούν, καθώς κάνουν την βόλτα τους και κρατούν μαλλί της γριάς ή ψητά κάστανα. Νευριάζω με τα παιδάκια που μπαίνουν στο δρόμο μου και εισβάλλουν με τις φωνές τους στη μουσική από τα ακουστικά μου.
  Και ξαφνικά παγώνω. Όλα τα νεύρα μου για οτιδήποτε με περιτριγυρίζει έχουν αντικατασταθεί από έκπληξή. Βρίσκεσαι μπροστά μου. Μια λίγο διαφορετική έκδοση του "εσύ" από αυτή που θυμόμουν. Με πλησιάζεις και με χαιρετάς χαμογελώντας με ένα χαμόγελο που όμως δε φτάνει μέχρι τα μάτια σου, ούτε είναι ικανό να ζεστάνει τη φωνή σου. Τα γαλάζια μάτια σου με κοιτούν παγωμένα ενώ με ρωτάς πώς περνάω.
-Εντάξει, όλα φυσιολογικά. Βιώνω τη ρουτίνα μου στο μέγιστο βαθμό. Εσύ;
-Κι εγώ, τίποτα ιδιαίτερο. 
  Σε χαιρετάω και συνεχίζω το δρόμο μου μέχρι να χαθώ από το οπτικό σου πεδίο. Κάθομαι στο πρώτο βρεγμένο παγκάκι που βλέπω μπροστά μου και σταματάω τη μουσική στα ακουστικά μου. Πλέον βιώνω στο μέγιστο τη φασαρία από τους περαστικούς, τις φωνές και τα γέλια τους, τις κόρνες των αυτοκινήτων και τα γαβγίσματα των σκυλιών που περιφέρονται στους κρύους δρόμους. Χάνομαι στους ήχους και τις μυρωδιές και επιτρέπω στον εαυτό μου να γυρίσει μερικά Χριστούγεννα πίσω. Επιτρέπω στον εαυτό μου να χαθεί για λίγο στην εποχή που κι εγώ χανόμουν στην αγκαλιά σου τέτοιες μέρες και μαζί χανόμασταν μέσα σε αυτό το πλήθος των ανθρώπων.
  Είναι λες και σε νιώθω ακόμα και τώρα να με αγκαλιάζεις, να μου τραγουδάς και να γελάω, να ετοιμαζόμαστε μαζί για να συναντηθούμε με όλα εκείνα τα άτομα που θα πρέπει μόνη μου να συναντήσω σε μερικές ώρες σε κάποια ταβέρνα. Τότε επιστρέφαμε στην πόλη μας μόνο για αυτές τις γιορτινές μέρες και περνούσαμε κάθε βράδυ όλοι μαζί. Τώρα σχεδόν όλοι μένουμε μόνιμα εδώ όμως συνεχίζουμε να είμαστε πολύ κοντά μεταξύ μας. 
  Ξαφνικά μου λείπεις. Μου λείπουν τα χείλη σου στο λαιμό μου και τα χέρια μου στο πρόσωπό σου. Περπατάω. Τα καταστήματα έχουν κλείσει πια. Πρέπει να ψάξω κάποιο πρωί για τα δώρα που ήθελα. Περπατάω πιο γρήγορα. Πρέπει να ετοιμαστώ. Μου λείπεις. Πρέπει να πάρω τηλέφωνο την Καλλιόπη να δω αν μπορεί να μου δανείσει εκείνο το ωραίο μαύρο φόρεμα για απόψε. Ξέρω ότι σου αρέσουν τα μαύρα φορέματα, αν και δε θα είσαι εκεί απόψε για να με δεις να το φοράω, να περάσεις το χέρι σου γύρω από τη μέση μου, εκεί όπου το μαύρο φόρεμα εφαρμόζει τέλεια.
  Το χέρι μου βρίσκει αντανακλαστικά το κινητό μου στην τσέπη του παλτού μου. Προφανώς κι έχω ακόμα τον αριθμό σου. Όμως εγώ είχα προσπαθήσει τα πάντα, είχα θυσιάσει μέχρι και την τελευταία στάλα εγωισμού μου, σου είχα εξηγήσει ακριβώς πόσο σε ήθελα και πόσο πίστευα ότι μπορούσα να σε κάνω ευτυχισμένο. Οπότε πρέπει να είμαι καλά με τον εαυτό μου ξέροντας ότι έχω προσπαθήσει τα πάντα. Ξέροντας ότι ήταν αποκλειστικά δική σου η επιλογή που μας οδήγησε στην ανύπαρκτη σχέση που έχουμε τώρα. Το κινητό μου ξαφνικά δονείται πάνω στο χέρι μου. Το απαντάω απευθείας χωρίς να κοιτάξω ποιος με καλεί. 
-Έλα..μίλησα με το Γιάννη πριν λίγο και τον ρώτησα γι απόψε...Και μου είπε αν θελω να έρθω μαζί σας. Η αλήθεια είναι ότι μου έχετε λείψει..Όλοι. Έχεις πρόβλημα αν έρθω;
-Εμμ όχι βέβαια..Τα λέμε το βράδυ.
  Του κλείνω το τηλέφωνο χωρίς να μπορώ να πιστέψω αυτό που μόλις συνέβη. Έχω άλλη μια ευκαιρία. Και αυτή τη φορά δεν πρέπει να κάνω καμία λάθος κίνηση.



Υ.Γ. Υπάρχουν χρυσόψαρα εδώ; απάντησε μου... Ή παραμένει πάντα μαύρος ο βυθός;..

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

"Μην ακουμπάς τα έπιπλα, το λευκό είναι ευαίσθητο χρώμα, στιγματίζεται εύκολα"

Πλέον δεν κοιτάς καθρέφτες. Σου δείχνουν πολύ καθαρά τις σκιές που θέλεις να αποφεύγεις.
Βλέπεις τον εαυτό σου μόνο σε λασπόνερα στο δρόμο. Ίσως και να ήταν καθαρό νερό δηλαδή, αλλά να θόλωσε μόλις κοιτάχτηκες. Μόλις η γκρίζα αδιαφορία σου για τη ζωή αντίκρισε το νερό, την ίδια τη ζωή, η ζωή βάφτηκε γκρίζα. 
Σε περίμενα σ'ένα λευκό δωμάτιο. Είχα ετοιμάσει ένα δώρο, ήξερα πως σου άρεσαν οι εκπλήξεις. Μόλις μπήκες στο δωμάτιο κατέβασα το λευκό σεντόνι κι άφησα τον καθρέφτη να γεμίσει το δωμάτιο με τη λάμψη του. Εσύ έκλεισες βιαστικά τα μάτια σου κι έμεινες ακίνητος. 
Σε πλησίασα μα σε ένιωσα να απομακρύνεσαι ψυχικά κι ας ήσουν ακόμα εκεί σωματικά.
Δεν ήθελες να πλησιάσεις τον καθρέφτη. Δεν ήθελες να δεις τις σκιές ξανά.
Έφερα τον καθρέφτη κοντά σου. Ήταν δύσκολο να μετακινήσω το βαρύ κι ογκώδες έπιπλο, όμως το ήθελα. Έπρεπε να δεις τις σκιές, να τις αντιμετωπίσεις, να τις διώξεις, να τις απορροφήσει το λευκό δωμάτιο, κι εσύ να απορροφήσεις το λευκό χρώμα του δωματίου.
Για μένα αυτά τα χρώματα έχει η ζωή. Το τρομαχτικό λευκό κενό και το ατέλειωτο μονότονο μελαγχολικό γκρι.
Έφερα τον καθρέφτη δίπλα σου μα εσύ δεν έλεγες να ανοίξεις τα μάτια σου. Έτσι ήρθα εγώ μπροστά του. Αντίκρισα την κάθε σκιά και πληγή του εαυτού μου. Το κάθε κομμάτι μου που δεξιοτεχνικά είχα αποφύγει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και είδα τις δικές μου σκιές να φεύγουν, να καταλαμβάνουν το δωμάτιο την ώρα που εγώ γέμιζα φως.
Πήρα το χέρι σου και βγήκαμε από το δωμάτιο. Περπατούσαμε και σιγά σιγά άνοιγες τα μάτια σου, σιγά σιγά το γκρίζο πέπλο που τα κάλυπτε άρχισε να υποχωρεί από το φως που προσπαθούσα να σου μεταδώσω. Από το φως που φόρεσα μόνο για σένα, από το φως που με τύλιξε μόνο για να διώξω τις δικές σου σκιές. 
Ένιωσα κάθε δική σου αντίδραση να σπάει.
Τα γκρίζα πέπλα σου άρχισαν να φλέγονται. 
Λίγο μετά τυλίχτηκες κι εσύ στις λευκές φλόγες που προχώρησαν στο χέρι σου, αυτό που κρατούσα.
Τώρα πια μας έχουν καταπιεί και καιγόμαστε νυχθημερόν σ'ένα αέναο λευκό κενό.
Καιγόμαστε τόσο πολύ που έχει πάψει να μας ενοχλεί η φλόγα.
Έχουμε πάψει να αντιδράμε.
Μόνο συμβιβαζόμαστε,
αγκαλιαζόμαστε,
και προχωράμε.
http://24.media.tumblr.com/e741162bef1058b881940af84d5c159a/tumblr_mgiipx2LRi1ricgg0o1_500.gif

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Έρχονται ώρες που όλα τα φοβάμαι, όσα θυμάμαι κι ακόμα με πονούν



Τα χέρια του κινούνταν στοργικά όταν άγγιζε το σώμα της.

Η φωνή του απέπνεε ηρεμία. 
Και ασφάλεια. 
Μα όχι τόση ασφάλεια όση της πρόσφερε η αγγαλιά του.
-Τι σκέφτεσαι; τον ρώτησε.
-Πως είμαι απογοητευμένος που αυτό είναι το πιο κοντά που μπορούν να έρθουν δύο άνθρωποι. Είναι φορές που νιώθω πως θέλω να γίνω τελείως ένα μαζί σου. απάντησε εκείνος κι εκείνη ένιωθε πως περιέγραφε ό,τι ήθελε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο εκείνη τη στιγμή.

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Σου έλεγα πως δεν έχω δει ποτέ την ανατολή, γι αυτό κι η πρώτη ανατολή που είδα νομίζω ήταν μαζί σου.

Ήταν μόνη ένα ακόμα βράδυ στο γνωστό μισοσκότεινο γωνιακό μπαρ. Είχε γυρίσει σπίτι μετά τη δουλειά, άφησε τα εργαλία του σχεδίου και έκανε ένα βιαστικό ντουζ. Έφτιαξε μια σαλάτα αλλά τελικά την άφησε στο ψυγείο. Πνιγόταν στο ίδιο της το σπίτι. Πνιγόταν στο σπίτι που έχει διαμορφώσει όπως εκείνη ήθελε, όπως πνιγόμαστε όταν αλλάζουμε τόσο πολύ τους ανθρώπους έτσι ώστε κάποιες φορές να χάνουν αυτή την ιδιαίτερη δική τους γοητεία. Ετοιμάστηκε επιμελώς και κατευθύνθηκε προς το γωνιακό μπαρ στο επόμενο στενό. Σύχναζε εκεί τις μέρες που την έπιαναν τα υπαρξιακά της. Μπήκε μέσα κι ήταν σίγουρη πως ήθελε να μεθύσει, να φτάσει στην κατάσταση που δε θα νιώθει τίποτα, δε θα επικοινωνεί με το περιβάλλον της. Εξάλλου, Σάββατο βράδυ ήταν, δε δούλευε την επόμενη μέρα, υποχρεώσεις δεν είχε εκτός από τη δουλειά της, νέα ήταν ακόμα, μπορούσε να κάνει ότι την ευχαριστούσε. Όχι με την πραγματική έννοια της ευχαρίστησης. Με την έννοια του "βγαίνω από τη μονότονη καθημερινότητα και πίνω μέρι να σταματήσω να σκέφτομαι πόσο φοβάμαι το χρόνο, τη μοναξιά και τις αναμνήσεις, μιας και φέρνουν το ένα το άλλο".
 Ξαφνικά ένιωσε ένα χέρι γύρω από τη μέση της και γύρισε απότομα. Είχε πιει τρεις βότκες και δύο σφηνάκια που την κέρασε ένας άγνωστος. Ένας αόρατος άγνωστος, σύμφωνα με το μπάρμαν. Εκείνη δεν μπήκε στον κόπο να προβληματιστεί ποιος ήταν ο αόρατος μυστήριος άγνωστος. Ένιωθε μια ζάλη, αλλά δεν ήταν αρκετή ώστε να μη διακρίνει τα φωτεινά γαλάζια μάτια εκείνου που την άγγιξε.
"Γνωριζόμαστε;" του είπε νευρικά. Είχε καιρό να επικοινωνήσει με κάποιον άγνωστο και δεν το επιδίωκε γενικώς. Προτιμούσε την ησυχία της εδώ και καιρό. 
"Ίσως ναι, ίσως και όχι".
"Δεν έχω όρεξη για παιχνίδια" είπε εκείνη ενώ ζήτησε άλλη μια βότκα πορτοκάλι. 
"Κερνάω εγώ" είπε εκείνος. Άρα πράγματι έψαχνε συντροφιά για ένα βράδυ, όπως ήταν σχεδόν σίγουρη. Δεν τον ευχαρίστησε για τη βότκα, απλά την κατέβασε με τη μια. Ένιωθε να ζαλίζεται λίγο πιο έντονα. 
Είχε πάει μιάμισι, η μουσική δυνάμωσε -μπλουζ και ροκ εντ ρολλ- και πολλοί θαμώνες ξεκίνησαν να χορεύουν. Εκείνος την κοιτούσε επί μισή ώρα, όσο βρισκόταν δίπλα της χωρίς να μιλάει. Της άπλωσε το χέρι του για να χορέψουν όμως εκείνη ένιωθε ότι θα κατέρρεε. Τελικά έπρεπε να έχει φάει αυτή τη σαλάτα. Πλήρωσε εκείνος ό,τι είχαν πιει και την τράβηξε έξω από το μπαρ. Την τράβηξε με ένα περίεργο στοργικό τρόπο, σαν να νοιάζεται για μια άγνωστη που θέλει μόνο να πηδήξει, προσπαθώντας προφανώς να ξεχάσει κάποια γνωστή.
Λίγη ώρα μετά περπατούσαν στην παραλιακή. "Περπατούσαν", διότι εκείνος την έσερνε σχεδόν με τον προαναφερθέν στοργικό του τρόπο. Εκείνη σταμάτησε απότομα. "Τι θέλεις από εμένα; Δε γνωριζόμαστε καν και κάνεις λες και νοιάζεσαι." 
"Πώς κάνω ότι νοιάζομαι, αφού δε σε ρωτάω κάτι, δεν προσπαθώ να σου μιλήσω βλέπεις" απάντησε εκείνος.
"Κάποιες φορές η σιωπή μας δηλώνει πολλά για εμάς" του απάντησε.
"Όπως;" 
"Όπως ότι ίσως τελικά να μην ψάχνεσαι όπως περίμενα. Ή τουλάχιστον να έχει κορεστεί η όρεξη για ό,τι πίστευα ότι ήθελες από μένα. Είσαι μόνος σου. Σου τη δίνει αυτό. Σκέφτεσαι ότι θα σε ωφελήσει το να περπατήσεις μαζί με κάποιον. Να μιλήσεις μαζί του, να τον γνωρίσεις. Μισείς τη σιωπή. Όμως. Η δική μου σιωπή σου αρέσει. Σκέφτεσαι εκατομμύρια πράγματα να μου πεις αλλά το μετανιώνεις γιατί προτιμάς να φαντάζεσαι ότι κρατάς το χέρι κάποιας άλλης. Με αγγίζεις και χάνεσαι στις αναμνήσεις σου επειδή δε με ξέρεις και μπορείς να προσποιηθείς ότι είμαι οποιαδήποτε με θέλεις, οποιαδήποτε χρειάζεσαι τώρα δίπλα σου. Ακούς τη φωνή μου και νευριάζεις για τη δεν ακούς τη φωνή που θα ήθελες να σου λέει πόσο σε λατρεύει αλλά μια άγνωστη που έχει κουραστεί να γνωρίζει τόσο προβλέψιμους ανθρώπους...Έχω δίκιο;" Τώρα ήταν σαν να είχε σταματήσει η επίδραση του αλκόλ πάνω της, είχε ξαναβρεί τη λογική της σε ένα βαθμό κι ένιωθε ικανοποιημένη που κατάφερε να αποδείξει σε κάποιον άγνωστο πόσο ικανή είναι να εκμηδενίσει την αξία του, να ξεγυμνώσει τις σκέψεις του. Έβγαλε τα τσιγάρα της και του πρόσφερε ένα.
'Εκείνος γέλασε και της είπε ότι δεν καπνίζει. "Αν εγώ είμαι τόσο μόνος όσο πιστεύεις εσύ γιατί έπινες εκεί σήμερα;" Δεν περίμενε την απάντησή της. Ανέβηκε σε μια μεγάλη μαύρη μηχανή και εκείνη κάθισε πίσω του. Είχε πολύ καιρό να ανέβει σε μηχανή. Είχε καιρό να νιώσει ελεύθερη γενικότερα. Ένιωθε τον άνεμο στα μαλλιά της και χαμογέλασε.
Λίγο αργότερα εκείνος την άφηνε κάτω από το σπίτι της. Εκείνη περίμενε ότι θα ζούσε ακριβώς κάποια σκηνή από ταινία, που δε θα προλάβαινε να γυρίσει να τον κοιτάξει κι εκείνος θα είχε γίνει καπνός.
Ομως έκανε λάθος. Κατέβηκε από τη μηχανή του κι ακούμπησε το χέρι του στο μάγουλό της. Κοίταζε τα σκούρα μεγάλα μάτια της με τα δικά του φωτεινά και της μετέδιδε μια ζεστασιά ευχάριστη. 
"Θα μου απαντήσεις σε μια ερώτηση;" τον ρώτησε εκείνη.
"Μόλις σου απάντησα σε μια" της είπε αλλά μόλις είδε την έκφρασή της έσπευσε να συμπληρώσει "Τι θα κερδίσω αν το κάνω;"
"Θα σου απαντήσω κι εγώ σε όποια θέλεις μετά." είπε εκείνη.
"Μου άφησες να καταλάβω ότι γνωριζόμαστε...κι εξάλλου ήξερες που μένω. Θέλεις να μου δώσεις κάποια παραπάνω πληροφορία;"
"Ό,τι αγαπάς δεν τελειώνει. Να το θυμάσαι" είπε. 
Έπειτα τη φίλησε, στην αρχή απαλά, μα ύστερα πιο έντονα. Ήταν λες κι εναπέθετε στα χείλη της το φυλακισμένο εαυτό του.  
Λίγο μετά έγινε ένα με τη νύχτα.
Το επόμενο πρωί εκείνη ξύπνησε, χαμογέλασε, κι άνοιξε το ραδιόφωνο.

 

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Εστιακή απόσταση (Από εσένα ως τη σκιά σου)

Ψάχνω τον εαυτό μου σε γραμμές, μα όχι σε αυτές που θα ήθελα, όχι σ'αυτές του πενταγράμμου. Σε γραμμές προκαθορισμένες, με πολύ συγκεκριμένες εξισώσεις. Ευθείες κι ελλείψεις και παραβολές και κύκλους. Κάπου ανάμεσα σε όλες αυτές τις γραμμές με έχασα, μα το επίπεδο είναι άπειρο, κι εγώ δεν έχω τις συντεταγμένες του εαυτού μου. Το μόνο για το οποίο είμαι σίγουρη είναι ότι πλέον παραληρώ όλο και πιο συχνά, πλέον συζητάω με τη σκιά μου όλο και πιο συχνά, πλέον συναναστρέφομαι και επικοινωνώ με φαντάσματα που ακόμα δεν ξέρω αν υπάρχουν. Την καλύτερή μου φίλη -εκ των φαντασμάτων αυτών- τη λένε Μνήμη. Όμορφο όνομα, με τρία ενρινόληκτα σύμφωνα, αντίθετα με την Υπομονή που έχει μόνο δύο, γι αυτό και δεν είναι φίλη μου. Τα φαντάσματα αυτά που λες στοιχειώνουν τις γραμμές μου, κι έτσι όσο κι αν εγώ ψάχνω τον εαυτό μου ανάμεσα σε πολύγωνα κι εφαπτομένες, στο τέλος βρίσκω μόνο τα φαντάσματα πίσω από κάθε γωνία. Μάλιστα φροντίζουν να εμπλουτίζουν το παιχνίδι τους προσπαθώντας να συνδυαστούν μεταξύ τους έτσι ώστε να με αποσυντονίσουν ακόμα περισσότερο από το στόχο μου. Στις συμπληρωματικές γωνίες βρίσκω σκιές όπως την παλιά δική σου και την παλιά δική μου,  και στις παραπληρωματικές (εκείνες που η μια είναι πιο μεγάλη από την άλλη κι ας έχουν άθροισμα την ευθεία) βρίσκω κρυμένους εγωισμούς, συνθήκες και συναισθήματα. Ή μάλλον τις σκιές αυτών.
Τελικά μόνο σκιές υπάρχουν στο χαρτί, σαν αυτές που ζωγράφισα πίσω από τον κουβά με το ύφασμα. Δε θα με βρω εκεί λοιπόν. Δε θα με βρω πουθενά όσο κι αν ψάξω. Όσο κι αν νευριάσω, ή αγχωθώ ή παραπονεθώ. Δε θα βρω εκεί τον εαυτό μου. Και ξέρεις γιατί; Επειδή έφυγε. Δεν τον έδιωξα εγώ, μα δεν προσπάθησα κι όλας να μην τον χάσω. Κι όπως μόνος του έφυγε, μόνος του θα επιστρέψει. Μόλις κρίνει ότι είμαι έτοιμη ψυχολογικά να αντιμετωπίσω τα όνειρα που δεν έχω πραγματοποιήσει και τις υποσχέσεις που έχω αθετήσει. Θα είμαι καλά, χαρούμενη, -ξέρεις, όπως όταν είμαι μαζί σου- και τότε πιστεύω θα είμαι εγώ.

Εστιακή απόσταση (Από εσένα ως τη σκιά σου). Αν όμως οι εστίες ταυτίζονται; Τότε η Έλλειψη γίνεται κύκλος, αγάπη μου.

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Δρόμοι

(Και μια πρόταση, διαβάστε το μαζί με αυτό )
  Είναι όμορφη  η πόλη τις μικρές ώρες της νύχτας. Είναι όμορφη η πόλη όταν κοιμάται. Κι ειδικά όταν νιώθεις πως πρέπει να είσαι ήρεμος για να μην την ξυπνήσεις. Πως πρέπει να είσαι σιωπηλός, να περπατάς μ'ένα ρυθμό σταθερό, όχι βιαστικό μα ούτε κι αργό. Μ'ένα ρυθμό κατάλληλο ώστε να μπορείς να νιώθεις τον παλμό της. Να ακούς τις κόρνες των ταξί -των μόνων σχεδόν οχημάτων που κυκλοφορούν- να ηχούν όλες μαζί απευθυνόμενες προς το πρώτο εξ'αυτών, του οποίου ο οδηγός έχει μάλλον αποκοιμηθεί. Να βλέπεις το αυτόματο πότισμα του γκαζόν να πιτσιλίζει το πεζοδρόμιο κάτω από το φως του διπλανού στύλου. Να παρατηρείς τη ρόδα του λούνα παρκ, κάπου μακριά, να συνεχίζει μόνη της κι άδεια τον αέναο κύκλο της.
  -Τι σκέφτεσαι; Μου λες και με κοιτάς στα μάτια. Νιώθω ότι κόβεις λίγο ταχύτητα. Μόλις πλησιάσαμε στην πλατεία το βήμα σου έγινε λίγο πιο αργό. Αφήνομαι τόσο πολύ να νιώσω τα δάχτυλά μου να μπλέκονται με τα δικά σου που ξεχνώ την ερώτηση που έκανες, ξεχνώ την πόλη και τα φώτα, τους ήχους ή τα μυστικά της, ξεχνώ οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μου.
  Σκύβεις κι ακουμπάς το μέτωπό σου στο δικό μου κι είναι σαν να με χτυπάει ένα κύμα συναισθημάτων που αρνούμουν να νιώσω. Αρνούμουν να σκεφτώ πόσο υπέροχες ήταν οι δύο τελευταίες εβδομάδες, πόσο συνήθισα το βλέμμα σου πάνω μου, πόσο περισσότερο λάτρεψα τη φωνή σου και πόσο απαραίτητη μου είναι πια η αγκαλιά σου.
  Εσύ μιλάς. Μου λες να προσέχω, να διαβάζω, να κάνω υπομονή και να επιμένω, πως όλα θα πάνε καλά, δεν ξέρω τι άλλο. Χάνομαι στη φωνή σου και χιλιάδες εικόνες κατακλύζουν το μυαλό μου.   
Παρασκευή. Έξω τον Α.Μ. θυμήθηκα πόσο μου είχες λείψει. 
Σάββατο. Τελικά το πουκάμισό σου, εκείνο το γκρι, δείχνει ξίσου ωραίο και σε εμένα.
Κυριακή. Εικοστής πέμπτης Αυγούστου, τα γέλια όλων μας.. κι εσύ λίγες μέρες μετά να μου λες "θυμήσου την Κυριακή που σε άφησα στα Λιοντάρια πόσο κοντά ήμασταν και μη μου λες πως έχω πρόβλημα να μας βλέπουν μαζί"
Μ.Δευτέρα. Μερικές ατυχίες με γεύση βότκας και μυρωδιά καπνού, μια διαλυμένη διάθεση. Από ύπνο τίποτα. Όμως πέρασα τόσες ώρες στην αγκαλιά σου, αρκεί.
Μ.Τρίτη. "Χαζή γι αυτό σου λέω πόσο θα ήθελα να μείνουμε στην ίδια πόλη. Είναι τόσο υπέροχο να νιώθω πως ξυπνάω μαζί σου, κι ας μην έχουμε κοιμηθεί καθόλου".
Μ.Παρασκευή. Δεν ξέρω. Απλά μας βλέπω από μακριά, όλους μαζί, και νιώθω πως κολλάμε. Και μετά παρατηρώ εσένα κι εμένα και το όλο επίσημο στυλ και θυμάμαι τη θέα του λιμανιού δίπλα από το κλαμπ που είχαμε πάει την πρωτοχρονιά και χαμογελάω.
Μ.Σάββατο. Η αλήθεια είναι πως αν δεν πηγαίναμε στις βαρκούλες, ξέρεις κάτω από το ΚΤΕΛ κάτι θα έλειπε.
Κυριακή του Πάσχα. Το ιγκλού ξανά.
Τετάρτη. "Μ'αρέσει που είσαι όπως στο σπίτι σου. Που δε σε νοιάζει πως θα ντυθείς κλπ, αλλά είσαι απλή, το λατρεύω αυτό"
Πέμπτη. Μια ταινία που θέλαμε καιρό να δούμε. Αστέρια λίγο έξω από το Ηράκλειο, κι εσύ προσπαθείς ξανά κι ανεπιτυχώς να μου μάθεις να χορεύω, στο γρασίδι.
Παρασκευή. Τα χρωματιστά φωτάκια και τα μάτια σου κάτω από αυτά. Μια ανάσα. Έσβησαν σχεδόν όλα τα κεράκια. Βασικά, όλα εκτός από ένα. Αλλά δε με νιάζει το κεράκι που δεν έσβησε. Μου αρκεί που είμαστε όλοι μαζί.
Σάββατο. -Αλήθεια, είσαι τόσο καταπληκτικός.
-Με κακομαθαίνεις χαζό.
-Μαρία. Δεν πρέπει να αργήσεις άλλο.
-Ναι, καλό ταξίδι..
Μπαίνω στο ταξί. Σ'ένα από αυτά που ο οδηγός δεν κοιμάται. Φεύγω. Σε βλέπω από το τζάμι που περιμένεις να φύγω. Σημειώνεις τον αριθμό της πινακίδας που μπήκα, και λίγο μετά χάνεσαι από το οπτικό μου πεδίο.

Κυριακή. Κενό
 

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Γενέθλια*

Κάθε χρόνο και πιο περίεργα. Κάθε χρόνο και πιο μελαγχολικά, ίσως.  Κάθε χρόνο συνειδητοποιείς πόσο κοντά και πόσο μακριά ταυτόχρονα ήταν η περσινή αντίστοιχη μέρα..Βγάζεις συμπεράσματα, συγκρίνεις άτομα και καταστάσεις . Και δεν παρατηρείς ποτέ τις ομοιότητες, αλλά τις διαφορές. Εξάλλου αυτές σε καθορίζουν, αυτές δηλώνουν ότι μεγάλωσες. Διαφορές. Όχι και πολλές σε σχέση με πέρισυ. Όμως όσες υπάρχουν σχετίζονται με εμένα την ίδια. Με τις προτιμήσεις, του στόχους και τις προτεραιότητές μου. Νιώθω είκοσι χρόνια ωριμότερη κι ας έχει περάσει μόνο ένας χρόνος. Αλλά και με τα άτομα που είναι γύρω μου. Εξάλλου πάντα έτσι είναι. Κάποιοι φεύγουν, κάποιοι έρχονται, και κάποιοι μένουν δίπλα σου, μεγαλώνουν μαζί σου, χαίρονται με τις χαρές σου και λυπούνται με τις στεναχώριες σου. Κι είναι τόσο όμορφο να κοιτάω πίσω και να βλέπω πως εξελισσόμαστε μαζί.




Υ.Γ. Κάποιες φορές οι ευχές εκείνες που κάνεις λίγο πριν σβήσεις τα κεράκια πραγματοποιούνται. Μιλάω εκ πείρας. :)

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

"i want you, your fingernails go dragging down..."

Γυρίζω γύρω από τον εαυτό μου. Παραπατάω αλλά κρατιέμαι από τον τοίχο και δεν πέφτω. Γελάω. Δυνατά. Μου λες να μην κάνω φασαρία. Σιγά σιγά βγαίνουν αστέρια. Τώρα ένα χαμόγελο διαδέχεται το προηγούμενο δυνατό γέλιο μου. Εσύ με κοιτάς "απαξιωτικά". Με σηκώνεις στα χέρια σου, μετά σ'αγκαλιάζω. 
Διαφορετικό σκηνικό.
Ξημερώνει, το φως μπαίνει από το μικρό παράθυρο της βιβλιοθήκης κι εγώ είμαι στην αγκαλιά σου. Χα'ι'δεύεις το λαιμό μου και γελάς με το χαμόγελό μου. Σου δίνω μέρος της κουβέρτας για να μου δώσεις μέρος του σεντονιού. Δαγκώνεις τη μύτη μου και κάνω πως νευριάζω. 
Κλείνω τα μάτια μου και θυμάμαι μια διαφορετική σκηνή.
Προσπαθούμε να απλώσουμε ένα σλίπινγκ μπαγκ. Τελικά φτιάχνουμε ένα ιγκλού. Τα δόντια σου φωσφορίζουν στο μισοσκόταδο.Φοράω το πουκάμισό σου και μυρίζει όπως εσύ.
Είναι λες και τις τελευταίες μέρες έχω αγγίξει τόσες φορές την ευτυχία που φοβάμαι ότι σε λίγο η φούσκα αυτή θα σπάσει κι εγώ θα βρεθώ και πάλι στη ρουτίνα μου. Αν και το διάβασμα υπάρχει ακόμα, τα μαθήματα το ίδιο. Βλέποντας ότι χάνω τόση ελευθερία λόγω της ρουτίνας θέλω όλο και περισσότερο να περάσει ένας χρόνος. Αγχώνομαι όσο σκέφτομαι ότι έχω μόνο ένα χρόνο σχολείου ακόμα, γιατί ξέρω πως θα μου λείψει. Από την άλλη όμως ανυπομονώ.


Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Φωτογραφίες (ξανά)

 Περπατάμε με έναν αέρα περίεργο. Προχωράμε και γελάμε, νομίζω ότι όταν ακούω τους ήχους από τα γέλια ή τις φωνές μας ζωντανεύει κι ο δρόμος γύρω μας. Βλέπω φωτογραφίες και νιώθω ότι πραγματικά επιστρέφω στις μέρες που τραβήχτηκαν, ζω ξανά εκείνες τις στιγμές με κάθε λεπτομέρεια.
-Ξέρεις είναι και το άλλο συναίσθημα ρε γαμώτο. Ψιθύρισα νομίζω εκείνη τη στιγμή.
-Ξέρω, νιώθεις ότι λίγο πιο κάτω θα εμφανιστούν ξαφνικά όλοι οι υπόλοιποι με τους οποίους έχεις αναμνήσεις εδώ.
-Κάτι τέτοιο, ας πούμε.

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Ελεύθερο αγριολούλουδο

Εγώ αγάπη μου δε βλέπω μπροστά μου. Κι εσύ περιμένεις να δω την αγάπη στα μάτια σου; Εγώ δε μπορώ να περπατήσω ίσια από την ανασφάλεια και περιμένεις να καταλάβω ότι αυτό το υπέροχο λευκό είναι τα φτερά σου; Εδώ δε μπορώ να κοιτάξω τα πουλιά στον ουρανό να φεύγουν σε σμήνη γιατί τρομάζω, τρομάζω στη σκέψη πως μπορεί μια μερα να ενσαρκωθώ σ'ένα από αυτά. Τότε όμως θα μπορώ να είμαι ελεύθερη, να τραγουδάω γελώντας, να σε βλέπω χωρίς να με αντιλαμβάνεσαι και να συγχρονίζω το κελάηδημά μου με το δικό σου σφύριγμα. Δεν ήμουν από εκείνες που ερωτευμένες καταθλίβονταν στην ιδέα και ζούσαν μόνο για να τις κοιτάξεις. Είμαι απο εκείνες που ερωτευμένες το μόνο πράγμα που θέλουν είναι να κάνουν τον κόσμο γύρω τους χαρούμενο. Εγώ στον ήχο της φωνής σου θα ξυπνούσα από χειμερία νάρκη και στο δικό σου "έλα" θα έμπαινα λαθρεπιβάτης σε βαγόνια προς το άπειρο για να σε βρω κάπου στο πάντα. Εγώ σε σκέφτομαι και νιώθω τον αναπτήρα στην τσέπη μου να με παρακαλά να τον αγγίξω, μόνο για μια φορά , κι ύστερα για δεύτερη και για τρίτη και για όσες φορές τα δαχτυλίδια του καπνού μου θυμίζουν το γκρίζο της σκέψης σου. Εγώ μωρό μου έζησα το θρόισμα του χεριού μου στο δικό σου και πέθανα για να βρίσκομαι κάθε βράδυ στα όνειρά σου.




If I was a flower growing wild and free
All I'd want is you to be my sweet honey bee.

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

"Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή"

"Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή" . Μια φράση ορόσημο από μια ταινία που ακόμα δεν είχε βρει το χρόνο να παρακολουθήσει. Μα τη φράση την είχε εμπεδώσει καλά, στην πράξη. Κάθε πρωί ένιωθε λες κι ήθελε να επιστρέψει στο προηγούμενο. Κάθε Σάββατο βράδυ συνειδητοποιούσε πως άλλη μια βδομάδα είχε περάσει, είχε εξαφανιστεί, κι ήταν ίδια κι απαράλλαχτη με τις υπόλοιπες. Συνειδητοποιούσε ότι σχεδόν ξανάρθε το καλοκαίρι ενώ το προηγούμενο έμοιαζε ακόμα τόσο κοντά-μα και τόσο μακριά μαζί. "Αυτό είναι το φυσιολογικό. Να σου φαίνεται σαν να'ναι χτες και ταυτόχρονα κάμποσους αιώνες πριν. Έτσι κυλάει φυσιολογικά ο χρόνος" Ήταν σαν να άκουγε τη φωνή της Σ* μέσα στο κεφάλι της. Κοίταξε την οθόνη του κινητού της κι όπως ήταν σίγουρη δεν υπήρχε κανένα νέο μήνυμα, καμιά αναπάντητη κλήση. Το πέταξε λίγα μέτρα μακριά στον καναπέ και βγήκε στο μπαλκόνι. Ήταν έξι η ώρα το πρωί κι εκείνη δεν είχε κλείσει μάτι όλο το βράδυ. Ούτε ο καφές έφταιγε ούτε ο αναποφάσιστος νυχτερινός καιρός. Σκέψεις, συναισθήματα, προφανώς. Αυτή δεν είναι η συνηθέστερη αιτία εξάλλου; Εισέπνευσε βαθιά ρουφώντας την πρωινή συννεφιασμένη δροσιά. Κράτησε τον αέρα μέσα της κι έκλεισε τα μάτια της ενώ προσπαθούσε να φανταστεί τα χέρια του γύρω από τη μέση της. Ύστερα εξέπνευσε αργά κι άνοιξε τα μάτια της. Δεν απογοητεύτηκε από την απουσία του, την είχε συνηθίσει πλέον. Υπό άλλες συνθήκες θα έφτιαχνε καφέ και θα έβαζε μουσική. Ή θα προσπαθούσε να κοιμηθεί. Τώρα απλά έμεινε στο μπαλκόνι κοιτάζοντας το δρόμο από κάτω. Εκείνος τη συνόδευε κάθε βράδυ μέχρι το σπίτι της στην αρχή. Μετά ξεκίνησε να ανεβαίνει μέχρι πάνω, στην αρχή για να δανειστεί κανένα βιβλίο ή να της δώσει πίσως κάποιο. Έπειτα σχεδόν εγκαταστάθηκε τόσο στο σπίτι όσο και στη ζωή της. Και μια μέρα απλά δεν ήταν πια εκεί. Δηλαδή σωματικά ήταν, αλλά ψυχικά είχε χαθεί. Ήταν ένα άτομο διαφορετικό, ένας άνθρωπος που ενώ νόμιζε πως ήξερε πολύ καλά συνειδητοποιούσε ότι δε γνώριζε στο ελάχιστο. Ενώ λάτρευε τη μαγειρική της, ξαφνικά έτρωγε όλο και πιο συχνά ντιλίβερι. Ενώ ήθελε να κάνουν σεξ κάθε βράδυ ξεκίνησε να κοιμάται όλο και πιο νωρίς, να ξυπνάει όλο και πιο νωρίς, και συχνά να μη συναντιούνται ούτε για ν'ανταλλάξουν καλημέρα. Μέχρι που κάποια στιγμή σταμάτησε να είναι και σωματικά εκεί. Από τότε τον είχε δει μια-δυο φορές να περνάει με τη μηχανή από εκείνον το δρόμο, να σταματάει στην απέναντι πλευρά του πεζοδρομίου για λίγα δευτερόλεπτα. Εκείνες τις στιγμές χαμογελούσε όπως όταν γνωρίστηκαν και το πρόσωπό του φωτιζόταν όπως κάθε φορά που την έβλεπε. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος που ερωτεύτηκε, για λίγα δευτερόλεπτα μονάχα. Ύστερα ανέβαινε στη μηχανή του και γινόταν καπνός. Εκείνη κρυβόταν πίσω από τη μπαλκονόπορτα για να μην τη δει, όμως το πρόσωπό της χαμογελούσε, το είναι της χαμογελούσε, όπως όταν τον πρωτογνώρισε.
"Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή" ψιθύρισε ενώ έβλεπε μια γνώριμη μηχανή να περνάει από το δρόμο λίγα μέτρα κάτω από το μπαλκόνι της. Ο αναβάτης δεν κοίταξε ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Συνέχισε ακάθεκτος την πορεία του πατώντας δυνατά το γκάζι.



Υ.Γ. Δε θα σας δώσω τραγούδι, αλλά μια ιστοσελίδα όπου υπάρχουν καταπληκτικές ελληνικές και ξένες playlists για κάθε διάθεση. http://www.kasetophono.com/

Καλό απόγευμα!

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Όσο κι αν οι αναφάλειές μου εξαφανίζονται όταν βρίσκομαι στα χέρια σου.

Θα κάνω για λίγο πως είμαι κάποιος άλλος. Ίσως αν αποβάλλω την ταυτότητά μου προσλάβω μια λιγότερο ανασφαλή.
Σε διακρίνω από μακριά καθώς έρχεσαι. Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα και πολλή ώρα. Εξάλλου κάθε φορά καθυστερούμε και οι δύο κανένα εικοσάλεπτο. Όσο πλησιάζεις τόσο καλύτερα μπορώ να ξεχωρίσω κάθε χαρακτηριστικό σου. το χαμόγελό σου όταν με βλέπεις μου θυμίζει τα καλοκαιρινά βράδια που εκείνο στόλιζε μόνιμα το πρόσωπό σου. Με ένα λαστιχάκι από τον καρπό σου πιάνεις τα μαλλιά σου ένα μικρό και άγαρμπο κότσο αφήνοντας μερικές τούφες να κρέμονται άτσαλα. Κοιτάς την ώρα στο κινητό σου και σε αγκαλιάζω ενώ μου απολογείσαι για την αργοπορία σου.

-Μην ανησυχείς, δεν περίμενα πολύ είναι η αλήθεια.
Εσύ χαμογελάς και με ρωτάς που θα πάμε. Η φωνή σου ακούγεται τόσο μελωδική και όμορφα διαφορετική από ότι στο τηλέφωνο. Δε σου απαντάω, απλά τυλίγω το χέρι μου στη μέση σου και ξεκινάμε να περπατάμε. Χωρίς προορισμό. Σταματάς σε ένα περίπτερο και παίρνεις ένα σπαστό φραπέ.
-Νόμιζα ότι δε σου άρεσε ο σπαστός. Κι εξάλλου κοντέυει δέκα το βράδυ, γιατί να πιεις καφέ;
-Στην ανάγκη κι αυτός καλός είναι. Επειδή υπάρχει κάτι που λέγεται εξάρτηση.
-Σαν αυτή που υπήρχε μεταξύ μας; 
-Κάτι τέτοιο. Πώς περνάς;
-Ζω τη ρουτίνα μου. Της απάντησα. Κατέβηκα προχτές που έκλεισε η σχολή...Γενικά εντάξει, εσύ;
-Αυτή η δύναμη της συνήθειας..εγώ ήρθα πριν τέσσερις μέρες. Ευτυχώς καταφέρνω να ξεφεύγω από τη ρουτίνα μου όσο μπορώ...Ή τουλάχιστον να της προσδίδω όμορφα μέρη.Η συνήθεια όταν είναι όμορφη δεν είναι κουραστική, μη σου πω ότι είναι απαραίτητη. Σου δίνει ένα λόγο να ξυπνάς το πρωί.
-Ναι, και εμείς ως συνήθεια δεν ήμασταν κουραστικοί νομίζω.
Δε μου απαντάς. Σταματάς να περπατάς ενώ έχουμε φτάσει στο πάρκο Θεοτοκόπουλου μετά από μια βόλτα στην παραλιακή. Με κοιτάζεις απευθείας στα μάτια και προσπαθώ να καταλάβω τι πρέπει να σκεφτώ για τη σιωπή σου.
-Σε έπρηξα λίγο για να βγούμε νομίζω. Ξέρεις ότι το κάνω αυτό όταν νιώθω ότι χάνω τον άλλο.
-Δε φταις εσύ κοριτσάκι. Οι συνθήκες, η απόσταση, ξέρεις...Δε μπορείς να διατηρήσεις μια σχέση τηλεφωνικώς ούτε διαδικτυακώ για πολύ καιρό. Γνέφεις παίρνοντας ένα σκεπτικό ύφος. Πάντως είχα δίκιο από την αρχή.
-Και ανασφάλειες είχες από την αρχή.
-Όλοι έχουμε ανασφάλειες, απλά είναι διαφορετικές, το ξέρεις αυτό, της απάντησα.
-Το θέμα είναι ότι ίσως κάποιοι προσπαθούν να καλύψουν τις ανασφάλειες των άλλων προκειμένου να δείξουν στους άλλους ότι χρειάζεται να τους βοηθήσουν να καλύψουν τις δικές τους.
-Τότε αυτοί οι κάποιοι μπορούν να σταματήσουν τις υπεκφυγές και να λένε ξεκάθαρα τι σκέφτονται.
-Δεν είναι υπεκφυγές μου απαντάς και τώρα το βλέμμα σου είναι μέσα στην ένταση.
-Καλά μη νευριάζεις σου απάντησα την ώρα που χτυπούσε το τηλέφωνό μου.
Λίγο μετά σου ανακοινώνω ότι οι υπόλοιποι μας περιμένουν λίγο πιο κάτω οπότε ξεκινάς να κατευθύνεσαι προς τα εκεί αμίλητη. 
-Τι έπαθες; Ίσως να μην έπρεπε να είμαι τόσο απότομος αλλά με νευριάζει αυτό. Να παρεξηγείς ή να καταλαβαίνεις καταστάσεις διαφορετικά και μετά...
-Τίποτα. Απλά μου τη δίνει που δεν καταφέραμε να είμαστε τόσο κοντά όπως τότε, που δεν προσπάθησα πιο πολύ. Ή που δεν προσπάθησες εσύ. Και δε μπορώ να καταλάβω αν ήταν θέμα εγωισμού ή αν απλά ήθελες να απομακρυνθείς.. Ήταν τα πρώτα τόσο πραγματικά λόγια που μου είχες πει το τελευταίο εξάμηνο. Και δεν είχα καμία απολύτως απάντηση. Συνεχίζω να περπατάω προς τους άλλους. Διέκρινα εφτά φιγούρες να μας περιμένουν στο σημείο συνάντησης. 
-Γαμώτο σταμάτα να αποφεύγεις συζητήσεις!  μου λες ενώ με τραβάς απότομα.
-Δηλαδή τι θέλεις να κάνω;
-Τώρα δεν ξέρω. Τότε ίσως έπρεπε να μην αφήσουμε τις ανασφάλειές μας να μας απομακρύνουν τόσο. 
-Εγώ τις είχα μειώσει αρκετά ξέρεις, εσύ είχες το θέμα.
-Το θέμα δεν είναι να μοιράζουμε ευθύνες.. μου λες...Ίσως να μην είχες επειδή κάποιος προσπαθούσε να τις καλύψει..
Φτάσαμε στην υπόλοιπη παρέα. Το υπόλοιπο βράδυ κύλησε ομαλά και χωρίς απρόοπτα. Ωστόσο είναι τόσο στενάχωρο να συναντιέσαι με άτομα που κάποτε σήμαιναν υπερβολικά πολλά για σένα, κι ακόμα θα μπορούσαν να σημαίνουν αν δεν υπήρχε αυτή η καταλυτική δράση εξωτερικών παραγόντων. Και τώρα δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω. Αν πρέπει να σε πάρω τηλέφωνο, αν θέλω να σε ξαναδώ χωρίς τους άλλους μπροστά. Δεν ξέρω. Θέλω. Αλλά φοβάμαι ότι θα απογοητευτώ γιατί θα συγκρίνω συνέχεια εμάς με τους παλιότερους εαυτούς μας όταν βρίσκονταν μαζί. Γαμώτο.

Αν και δε νομίζω ότι υπάρχει αποτέλεσμα. Αυτές οι ανασφάλειες μας διαλύουν όλους. Γι αυτές τις ανασφάλειες ξεχνάμε να ζήσουμε, ή βάζουμε περιορισμούς στα θέλω μας. Προτιμάμε να αναρωτιόμαστε ζωές ολόκληρες παρά να προσπαθούμε. Πιστεύουμε ότι δε θα τα καταφέρουμε, ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί, αρκετά έξυπνοι, αρκετά όμορφοι, αρκετά ερωτευμένοι. Μα η οξύνοια είναι διαφορετική για τον καθένα, η καλοσύνη φαίνεται υπό διαφορετικές συνθήκες σε κάθε άτομο, η ομορφιά είναι υποκειμενική -τόσο η εξωτερική όσο και η εσωτερική- κι ο έρωτας εξελίσσεται αν υπάρχουν σπόροι και δεχτούν λίπασμα.  Εγώ πάντως θα επιλέξω να κρατήσω τη φράση εκείνη, της κοπέλας."-Το θέμα είναι ότι ίσως κάποιοι προσπαθούν να καλύψουν τις ανασφάλειες των άλλων προκειμένου να δείξουν στους άλλους ότι χρειάζεται να τους βοηθήσουν να καλύψουν τις δικές τους."