Κυριακή 21 Ιουλίου 2013

Σημείωση#1 (Καλοκαίρι;)


#Να θυμηθώ κάποια στιγμή ότι είναι καλοκαίρι.
Κι ότι δε θα είναι για πολύ ακόμα καλοκαίρι.
Και να εκτιμήσω αυτά τα βράδια μετά το διάβασμα που περπατάμε μαζί στο λιμάνι.
Γιατί το χειμώνα κάτι τέτοια βράδια θα μου λείπουν πολύ.
Γιατί τότε η πίεση θα πολλαπλασιαστεί και το γέλιο σου δε θα έχω το χρόνο να το προκαλώ τόσο συχνά.#

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Θα αργήσω στο μάθημα στις εννιά νομίζω..

Τρέχουμε και μου κρατάς το χέρι. Τα κολονάκια του δρόμου περνούν κάτω απ'τις ενωμένες παλάμες μας. Εσύ χαμογελάς όλο και πιο έντονα κι εγώ νιώθω ότι ξυπνάω. Προφανώς και ήταν όνειρο.
Γιατί εσύ δεν έχεις αντοχές να τρέχεις και εγώ δε σε παίρνω από το χέρι για να σε αναγκάσω γιατί φοβάμαι μη σε πιέσω και τότε μπορέσεις να τρέξεις για να φύγεις μακριά μου.
Γιατί εσύ δε χαμογελάς συχνά πια, για την ακρίβεια χαμογελάς πολύ σπάνια με εκείνο το όμορφο πραγματικό σου γέλιο, αυτό που φτάνει ως τα μάτια σου και τα κάνει να φαίνονται ακόμα πιο φωτεινά απ'ότι είναι.
Θέλω να σε πάρω τηλέφωνο να σου πω μόνο ένα καλημέρα, να ακούσω τη νυσταγμένη φωνή σου να μου λέει "καλημέρα χαζή", γιατί ξέρω ότι αυτό θα μου αρκεί για να βγάλω όλη τη μέρα με τα μαθήματα και το διάβασμα*. Κι όμως ξέρω ότι είναι άδικος κόπος. Ο συνδρομητής που καλέσατε έχει πιθανόν το τηλέφωνό του απενεργοποιημένο. Παρακαλώ καλέστε αργότερα.
Πιστεύω ότι θα είχε λίγο περισσότερο σασπένς αν κάπου κάπου με έψαχνες κι εσύ. 
Ίσως σε κάποιο όνειρό σου, μέσα στο φλυτζάνι του καφέ που δεν πίνεις, κάπου μπροστά στα κάγκελα της ταράτσας σου, ή ίσως και στις διάφορες στιγμές στο μυαλό σου.
Ίσως αυτό να έφερνε ξανά κάποιες στιγμές το χαμόγελο αυτό στα χείλη και τα μάτια σου, ίσως μετά να ήθελες να τρέχουμε και να μου κρατάς το χέρι και τα κολονάκια του δρόμου να περνούν κάτω απ'τις ενωμένες παλάμες μας. Εσύ τότε θα χαμογελάς όλο και πιο έντονα κι εγώ θα νιώθω ότι ξυπνάω, ότι νιώθω κάθε στιγμή και πιο ζωντανή.



*(ΠΠΠ σου λέει μετά..Περίοδος Προετοιμασίας Πανελληνίων).

Καλημέρα=)

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Χρυσόψαρα, πάλι.

-Ήξερες πως ήμουν. 
  Λες. Και το επόμενο πράγμα που ακούω είναι το τουτ της γραμμής που κλείνει. Πολύ πιο ενοχλητικός ήχος από την οποιαδήποτε σιωπή. Ήξερα πως ήσουν, ξέρω πως είσαι. 
Με ενοχλεί όμως να περιμένεις να γίνω κάποια που δεν είμαι. Να περιμένεις να σε βλέπω με τους δικούς σου όρους, να κάνω οτιδήποτε με τους δικούς σου όρους, να σε κυνηγάω κι εσύ να φεύγεις όλο και πιο μακριά. 
  Το θέμα είναι ακριβώς το ότι ήξερα πώς είσαι. Ήξερα πόσο νοιαζόσουν για μένα, ήξερα πόσο λάτρευες το χαμόγελό μου-σχεδόν όσο λατρεύω εγώ τα μάτια σου-, και ήξερα όχι επειδή μου τα έλεγες όλα αυτά, αλλά επειδή τα έδειχνες. Επειδή αν περνούσε κάποιο βράδυ χωρίς να μιλήσουμε ένιωθες την απουσία μου, μισούσες την απουσία μου. Επειδή προσπαθούσες να βρεις χρόνο για μένα. Προσπαθούσες να βρεις χρόνο για να ακούσεις ακόμα και τα παράπονά μου, έψαχνες την κατάλληλη βλακεία που θα με έκανε να γελάσω.
  Και δεν ξέρεις πόσο σε λάτρεψα μέσα από όλα αυτά. 
Γιατί κάπου ανάμεσα στις μεταμεσονύκτιες συνομιλίες μας στο σκάιπ και στα βράδια που πέρασα στην αγκαλιά σου σε μια ξαπλώστρα νομίζω ότι σε ερωτεύτηκα. Ξανά. Από την αρχή. Πιο δυνατά και τελείως διαφορετικά.
Και κάθε λεπτό που εγώ σε ερωτευόμουν πιο πολύ εσύ γλιστρούσες όλο και πιο πολύ σε μια άβυσσο που μόνος σου έφτιαξες. Κι εγώ προσπαθούσα να σε τραβήξω και κάποιες φορές τα κατάφερνα, όμως μετά πάλι χανόσουν ακόμα πιο βαθιά. Κι έτσι, προκειμένου κάθε φορά να σε τραβήξω για λίγα λεπτά στο φως χανόμουν μερικές ώρες στην άβυσσό σου. Και δε με πείραζε, ακόμα δε με πειράζει. Είναι φορές που θα ήθελα να σου δώσω τη ζωή μου γιατί ξέρω πως εσύ θα την εκτιμούσες πιο πολύ από μένα όπως θα εκτιμούσα εγώ τη δική σου πιο πολύ από εσένα.
  Κι οι στιγμές που ήξερα περισσότερο από ποτέ πως είσαι είναι αυτές που μου έλεγες πως σου λείπω, γιατί ήταν σπάνιες. Μα όταν το έλεγες ήταν σαν η φωνή σου να ζεσταινόταν ξαφνικά, όπως όταν με είπες "μωρό μου", κι ας ήταν δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Κι ας είπες εκείνη τη φράση κάποια στιγμή που δεν έλεγχες τον εαυτό σου, γιατί αν τον έλεγχες δε θα το είχες ξεστομίσει ποτέ.  Όπως και τη φορά που μου είπες ότι με αγαπάς, ήταν η πρώτη φορά που σε είδα χωρίς να έχεις συναίσθηση των πράξεών σου. 
  Ήξερα πως ήσουν, απλά ίσως υπερεκτιμώ τις δυνατότητές μου να εμφανίζω μαγικά μια υπέροχη εικόνα του κάθε ανθρώπου. Ίσως τη δική σου μπορώ να την κάνω ορατή στους άλλους και σε εσένα τον ίδιο πολύ σπάνια. Όμως εγώ την έχω δει τόσες φορές, όσες είναι κι οι φορέ που με έχεις πει χαζή. Ξέρεις όταν σε σκέφτομαι να μου μιλάς πάντα απευθύνεσαι σε μένα ως "χαζή" με εκείνο τον ψιλοειρωνικό σου τόνο, είναι λες και απεχθάνεσαι το όνομά μου ή το κρατάς μόνο για τις περιπτώσεις που είσαι πολύ θυμωμένος μαζί μου.
  Και μπορεί τον θυμό σου να τον αντέχω, αυτή την αδιαφορία σου όμως όχι. Αυτή η ουδέτερη στάση σου με σκοτώνει κάθε φορά. Κι είναι φορές που πιάνω τον εαυτό μου να βλέπει λίγο τις καταστάσεις ως τρίτος, δηλαδή πραγματικά γιατί συνεχίζω να προσπαθώ, γιατί απλά δε σηκώνομαι να φύγω; Επειδή έχω μάθει να νιώθω έντονα, και κάποιες φορές να δίνομαι υπερβολικά. Το κακό στην ιστορία είναι ότι περιμένω να δοθείς λίγο περισσότερο κι εσύ.Επειδή πρέπει να προσπαθήσω υπερβολικά πολύ για να βρω εκείνες τις στιγμές που ξέρω πως είσαι δικός μου, που ξέρω πως είσαι σίγουρος, πως είσαι εσύ.
  Κι ακόμα κι αυτή η κατάσταση θα ήταν πιο υποφερτή αν δεν υπήρχαν οι δικές μου ανασφάλειες. Τις οποίες ξέρεις ότι μπορείς να διαλύσεις με δύο λέξεις σου, αλλά επιλέγεις να μην το κάνεις. Επειδή πιστεύεις πως όταν μου μιλάς για το πως νιώθεις μαζί μου, για το πως με βλέπεις γίνεσαι πιο ευάλωτος, και δε θέλεις κι ο ίδιος να δεχτείς ότι σε επηρεάζω.

  Τουτ...τουτ...τουτ...
  Ή έτσι ήταν τα πράγματα μέχρι πριν λίγες μέρες.
Τώρα είναι λες και φωνάζω σ'ένα έρημο φωταγωγό κι ακούω μόνο την ηχό μου, ακουμπάω μόνο τοίχους με ρωγμές, βλέπω μόνο πυκνό σκοτάδι και η μόνη οσμή εδώ είναι καμμένα συναισθήματα.

  Γράφω ελπίζοντας να διαβάσεις, ελπίζοντας να με νιώσεις, ελπίζοντας να μην βιώσεις ακόμα κι αυτές τις λέξεις μου επιδερμικά.

  Κι αυτά τα τραγούδια των πυξ λαξ...Κάθε στίχος είναι εμποτισμένος με αμέτρητα νοήματα και συναισθήματα ή δάκρυα...

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Εποπτεία των αισθήσεων

  Ο σκοπός μου σήμερα είναι να σε κάνω να νιώσεις μυρωδιές. Να σε κάνω να μυρίσεις τις εικόνες μου, όχι απλά να τις δεις επιφανειακά, αγάπη μου. Κάποτε διάβασα πώς η πιο ισχυρή αίσθηση είναι η όσφρηση. Δεν το πίστευα αυτό. Πίστευα πως η ακοή ή η όραση ή η αφή τουλάχιστον, όχι τόσο οι γεύση, είναι οι πιο ισχυρές αισθήσεις. Δεν το πίστευα μέχρι να νιώσω τη μυρωδιά σου γύρω μου τις στιγμές που εσύ ήσουν χιλιόμετρα μακριά. Κι όσο εύκολο μου ήταν να φέρω την εικόνα σου δίπλα μου, ή την αίσθηση των χεριών σου γύρω μου ή τη γεύση σου στο στόμα μου τόσο πιο δύσκολο πίστευα ότι ήταν να θυμηθώ ακριβώς τη μυρωδιά σου. Κι όμως...
   Όσο το σκέφτομαι περισσότερο πιστεύω πως δεν ξεχνάει κανείς τη μυρωδιά της ακροθαλασσιάς που μοιάζει με ελευθερία ούτε την αίσθηση της μυρωδιάς της πόλης στα ρουθούνια του, όταν είναι καλοκαίρι. Ξέρεις, αυτό το αποπνικτικό μίγμα ιδρώτα, καυσαερίων, εκατοντάδων ανακατεμένων ανθρώπινων αρωμάτων, φαγητών και τσιγάρων, αυτό το μίγμα που όσο κι αν ακούγεται -ίσως και να είναι- απαίσιο σου φέρνει στο μυαλό αυτή την αίσθηση-καλοκαίρι. Όχι ότι το φθινόπωρο δε μυρίζει βρεγμένο χώμα και φρέσκα σχολικά τετράδια, ή ότι ο χειμώνας δεν έχει την οσμή του κρύου και των μάλλινων ρούχων ή ότι η άνοιξη δεν αποτελείται από αμέτρητες οργιαστικές μυρωδιές της φύσης ακόμα και μέσα στην πόλη. Αλλά όπως και να το κάνουμε το καλοκαίρι είναι αλλιώς. Ακόμα και για εμάς που έχουμε μαθήματα και σε δέκα μήνες δίνουμε πανελλήνιες, κάπου μέσα στη φυσική και τα μαθηματικά και τους τρόπους πειθούς, το καλοκαίρι είναι αλλιώς.
  -Και ο έρωτας πως μυρίζει; 
  -Ο έρωτας μυρίζει σαν το αεράκι που σε χτυπάει απαλά σε μια ταράτσα που γέμισε γέλια κάποια καλοκαιρινή νύχτα, από τις πρώτες του Ιουλίου. Έρωτας για τη ζωή, για το καλοκαίρι, για τους ανθρώπους.


 

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Ευκαιρίες

  Βιάζομαι πολύ. Τα καταστήματα δε θα είναι ανοιχτά για πολλή ώρα ακόμα και εγώ πρέπει να προλάβω τα τελευταία Χριστουγεννιάτικα ψώνια. Επιταχύνω το βήμα μου και τη στιγμή που ελπίζω να μην ξεκινήσει να βρέχει νιώθω την πρώτη ψιχάλα στα φρεσκολουσμένα μαλλιά μου. Νευριάζω με τον καιρό, με την έλλειψη ελεύθερου χρόνου μου, με τους περαστικούς που χαμογελούν, καθώς κάνουν την βόλτα τους και κρατούν μαλλί της γριάς ή ψητά κάστανα. Νευριάζω με τα παιδάκια που μπαίνουν στο δρόμο μου και εισβάλλουν με τις φωνές τους στη μουσική από τα ακουστικά μου.
  Και ξαφνικά παγώνω. Όλα τα νεύρα μου για οτιδήποτε με περιτριγυρίζει έχουν αντικατασταθεί από έκπληξή. Βρίσκεσαι μπροστά μου. Μια λίγο διαφορετική έκδοση του "εσύ" από αυτή που θυμόμουν. Με πλησιάζεις και με χαιρετάς χαμογελώντας με ένα χαμόγελο που όμως δε φτάνει μέχρι τα μάτια σου, ούτε είναι ικανό να ζεστάνει τη φωνή σου. Τα γαλάζια μάτια σου με κοιτούν παγωμένα ενώ με ρωτάς πώς περνάω.
-Εντάξει, όλα φυσιολογικά. Βιώνω τη ρουτίνα μου στο μέγιστο βαθμό. Εσύ;
-Κι εγώ, τίποτα ιδιαίτερο. 
  Σε χαιρετάω και συνεχίζω το δρόμο μου μέχρι να χαθώ από το οπτικό σου πεδίο. Κάθομαι στο πρώτο βρεγμένο παγκάκι που βλέπω μπροστά μου και σταματάω τη μουσική στα ακουστικά μου. Πλέον βιώνω στο μέγιστο τη φασαρία από τους περαστικούς, τις φωνές και τα γέλια τους, τις κόρνες των αυτοκινήτων και τα γαβγίσματα των σκυλιών που περιφέρονται στους κρύους δρόμους. Χάνομαι στους ήχους και τις μυρωδιές και επιτρέπω στον εαυτό μου να γυρίσει μερικά Χριστούγεννα πίσω. Επιτρέπω στον εαυτό μου να χαθεί για λίγο στην εποχή που κι εγώ χανόμουν στην αγκαλιά σου τέτοιες μέρες και μαζί χανόμασταν μέσα σε αυτό το πλήθος των ανθρώπων.
  Είναι λες και σε νιώθω ακόμα και τώρα να με αγκαλιάζεις, να μου τραγουδάς και να γελάω, να ετοιμαζόμαστε μαζί για να συναντηθούμε με όλα εκείνα τα άτομα που θα πρέπει μόνη μου να συναντήσω σε μερικές ώρες σε κάποια ταβέρνα. Τότε επιστρέφαμε στην πόλη μας μόνο για αυτές τις γιορτινές μέρες και περνούσαμε κάθε βράδυ όλοι μαζί. Τώρα σχεδόν όλοι μένουμε μόνιμα εδώ όμως συνεχίζουμε να είμαστε πολύ κοντά μεταξύ μας. 
  Ξαφνικά μου λείπεις. Μου λείπουν τα χείλη σου στο λαιμό μου και τα χέρια μου στο πρόσωπό σου. Περπατάω. Τα καταστήματα έχουν κλείσει πια. Πρέπει να ψάξω κάποιο πρωί για τα δώρα που ήθελα. Περπατάω πιο γρήγορα. Πρέπει να ετοιμαστώ. Μου λείπεις. Πρέπει να πάρω τηλέφωνο την Καλλιόπη να δω αν μπορεί να μου δανείσει εκείνο το ωραίο μαύρο φόρεμα για απόψε. Ξέρω ότι σου αρέσουν τα μαύρα φορέματα, αν και δε θα είσαι εκεί απόψε για να με δεις να το φοράω, να περάσεις το χέρι σου γύρω από τη μέση μου, εκεί όπου το μαύρο φόρεμα εφαρμόζει τέλεια.
  Το χέρι μου βρίσκει αντανακλαστικά το κινητό μου στην τσέπη του παλτού μου. Προφανώς κι έχω ακόμα τον αριθμό σου. Όμως εγώ είχα προσπαθήσει τα πάντα, είχα θυσιάσει μέχρι και την τελευταία στάλα εγωισμού μου, σου είχα εξηγήσει ακριβώς πόσο σε ήθελα και πόσο πίστευα ότι μπορούσα να σε κάνω ευτυχισμένο. Οπότε πρέπει να είμαι καλά με τον εαυτό μου ξέροντας ότι έχω προσπαθήσει τα πάντα. Ξέροντας ότι ήταν αποκλειστικά δική σου η επιλογή που μας οδήγησε στην ανύπαρκτη σχέση που έχουμε τώρα. Το κινητό μου ξαφνικά δονείται πάνω στο χέρι μου. Το απαντάω απευθείας χωρίς να κοιτάξω ποιος με καλεί. 
-Έλα..μίλησα με το Γιάννη πριν λίγο και τον ρώτησα γι απόψε...Και μου είπε αν θελω να έρθω μαζί σας. Η αλήθεια είναι ότι μου έχετε λείψει..Όλοι. Έχεις πρόβλημα αν έρθω;
-Εμμ όχι βέβαια..Τα λέμε το βράδυ.
  Του κλείνω το τηλέφωνο χωρίς να μπορώ να πιστέψω αυτό που μόλις συνέβη. Έχω άλλη μια ευκαιρία. Και αυτή τη φορά δεν πρέπει να κάνω καμία λάθος κίνηση.



Υ.Γ. Υπάρχουν χρυσόψαρα εδώ; απάντησε μου... Ή παραμένει πάντα μαύρος ο βυθός;..

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

"Μην ακουμπάς τα έπιπλα, το λευκό είναι ευαίσθητο χρώμα, στιγματίζεται εύκολα"

Πλέον δεν κοιτάς καθρέφτες. Σου δείχνουν πολύ καθαρά τις σκιές που θέλεις να αποφεύγεις.
Βλέπεις τον εαυτό σου μόνο σε λασπόνερα στο δρόμο. Ίσως και να ήταν καθαρό νερό δηλαδή, αλλά να θόλωσε μόλις κοιτάχτηκες. Μόλις η γκρίζα αδιαφορία σου για τη ζωή αντίκρισε το νερό, την ίδια τη ζωή, η ζωή βάφτηκε γκρίζα. 
Σε περίμενα σ'ένα λευκό δωμάτιο. Είχα ετοιμάσει ένα δώρο, ήξερα πως σου άρεσαν οι εκπλήξεις. Μόλις μπήκες στο δωμάτιο κατέβασα το λευκό σεντόνι κι άφησα τον καθρέφτη να γεμίσει το δωμάτιο με τη λάμψη του. Εσύ έκλεισες βιαστικά τα μάτια σου κι έμεινες ακίνητος. 
Σε πλησίασα μα σε ένιωσα να απομακρύνεσαι ψυχικά κι ας ήσουν ακόμα εκεί σωματικά.
Δεν ήθελες να πλησιάσεις τον καθρέφτη. Δεν ήθελες να δεις τις σκιές ξανά.
Έφερα τον καθρέφτη κοντά σου. Ήταν δύσκολο να μετακινήσω το βαρύ κι ογκώδες έπιπλο, όμως το ήθελα. Έπρεπε να δεις τις σκιές, να τις αντιμετωπίσεις, να τις διώξεις, να τις απορροφήσει το λευκό δωμάτιο, κι εσύ να απορροφήσεις το λευκό χρώμα του δωματίου.
Για μένα αυτά τα χρώματα έχει η ζωή. Το τρομαχτικό λευκό κενό και το ατέλειωτο μονότονο μελαγχολικό γκρι.
Έφερα τον καθρέφτη δίπλα σου μα εσύ δεν έλεγες να ανοίξεις τα μάτια σου. Έτσι ήρθα εγώ μπροστά του. Αντίκρισα την κάθε σκιά και πληγή του εαυτού μου. Το κάθε κομμάτι μου που δεξιοτεχνικά είχα αποφύγει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και είδα τις δικές μου σκιές να φεύγουν, να καταλαμβάνουν το δωμάτιο την ώρα που εγώ γέμιζα φως.
Πήρα το χέρι σου και βγήκαμε από το δωμάτιο. Περπατούσαμε και σιγά σιγά άνοιγες τα μάτια σου, σιγά σιγά το γκρίζο πέπλο που τα κάλυπτε άρχισε να υποχωρεί από το φως που προσπαθούσα να σου μεταδώσω. Από το φως που φόρεσα μόνο για σένα, από το φως που με τύλιξε μόνο για να διώξω τις δικές σου σκιές. 
Ένιωσα κάθε δική σου αντίδραση να σπάει.
Τα γκρίζα πέπλα σου άρχισαν να φλέγονται. 
Λίγο μετά τυλίχτηκες κι εσύ στις λευκές φλόγες που προχώρησαν στο χέρι σου, αυτό που κρατούσα.
Τώρα πια μας έχουν καταπιεί και καιγόμαστε νυχθημερόν σ'ένα αέναο λευκό κενό.
Καιγόμαστε τόσο πολύ που έχει πάψει να μας ενοχλεί η φλόγα.
Έχουμε πάψει να αντιδράμε.
Μόνο συμβιβαζόμαστε,
αγκαλιαζόμαστε,
και προχωράμε.
http://24.media.tumblr.com/e741162bef1058b881940af84d5c159a/tumblr_mgiipx2LRi1ricgg0o1_500.gif

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Έρχονται ώρες που όλα τα φοβάμαι, όσα θυμάμαι κι ακόμα με πονούν



Τα χέρια του κινούνταν στοργικά όταν άγγιζε το σώμα της.

Η φωνή του απέπνεε ηρεμία. 
Και ασφάλεια. 
Μα όχι τόση ασφάλεια όση της πρόσφερε η αγγαλιά του.
-Τι σκέφτεσαι; τον ρώτησε.
-Πως είμαι απογοητευμένος που αυτό είναι το πιο κοντά που μπορούν να έρθουν δύο άνθρωποι. Είναι φορές που νιώθω πως θέλω να γίνω τελείως ένα μαζί σου. απάντησε εκείνος κι εκείνη ένιωθε πως περιέγραφε ό,τι ήθελε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο εκείνη τη στιγμή.

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Σου έλεγα πως δεν έχω δει ποτέ την ανατολή, γι αυτό κι η πρώτη ανατολή που είδα νομίζω ήταν μαζί σου.

Ήταν μόνη ένα ακόμα βράδυ στο γνωστό μισοσκότεινο γωνιακό μπαρ. Είχε γυρίσει σπίτι μετά τη δουλειά, άφησε τα εργαλία του σχεδίου και έκανε ένα βιαστικό ντουζ. Έφτιαξε μια σαλάτα αλλά τελικά την άφησε στο ψυγείο. Πνιγόταν στο ίδιο της το σπίτι. Πνιγόταν στο σπίτι που έχει διαμορφώσει όπως εκείνη ήθελε, όπως πνιγόμαστε όταν αλλάζουμε τόσο πολύ τους ανθρώπους έτσι ώστε κάποιες φορές να χάνουν αυτή την ιδιαίτερη δική τους γοητεία. Ετοιμάστηκε επιμελώς και κατευθύνθηκε προς το γωνιακό μπαρ στο επόμενο στενό. Σύχναζε εκεί τις μέρες που την έπιαναν τα υπαρξιακά της. Μπήκε μέσα κι ήταν σίγουρη πως ήθελε να μεθύσει, να φτάσει στην κατάσταση που δε θα νιώθει τίποτα, δε θα επικοινωνεί με το περιβάλλον της. Εξάλλου, Σάββατο βράδυ ήταν, δε δούλευε την επόμενη μέρα, υποχρεώσεις δεν είχε εκτός από τη δουλειά της, νέα ήταν ακόμα, μπορούσε να κάνει ότι την ευχαριστούσε. Όχι με την πραγματική έννοια της ευχαρίστησης. Με την έννοια του "βγαίνω από τη μονότονη καθημερινότητα και πίνω μέρι να σταματήσω να σκέφτομαι πόσο φοβάμαι το χρόνο, τη μοναξιά και τις αναμνήσεις, μιας και φέρνουν το ένα το άλλο".
 Ξαφνικά ένιωσε ένα χέρι γύρω από τη μέση της και γύρισε απότομα. Είχε πιει τρεις βότκες και δύο σφηνάκια που την κέρασε ένας άγνωστος. Ένας αόρατος άγνωστος, σύμφωνα με το μπάρμαν. Εκείνη δεν μπήκε στον κόπο να προβληματιστεί ποιος ήταν ο αόρατος μυστήριος άγνωστος. Ένιωθε μια ζάλη, αλλά δεν ήταν αρκετή ώστε να μη διακρίνει τα φωτεινά γαλάζια μάτια εκείνου που την άγγιξε.
"Γνωριζόμαστε;" του είπε νευρικά. Είχε καιρό να επικοινωνήσει με κάποιον άγνωστο και δεν το επιδίωκε γενικώς. Προτιμούσε την ησυχία της εδώ και καιρό. 
"Ίσως ναι, ίσως και όχι".
"Δεν έχω όρεξη για παιχνίδια" είπε εκείνη ενώ ζήτησε άλλη μια βότκα πορτοκάλι. 
"Κερνάω εγώ" είπε εκείνος. Άρα πράγματι έψαχνε συντροφιά για ένα βράδυ, όπως ήταν σχεδόν σίγουρη. Δεν τον ευχαρίστησε για τη βότκα, απλά την κατέβασε με τη μια. Ένιωθε να ζαλίζεται λίγο πιο έντονα. 
Είχε πάει μιάμισι, η μουσική δυνάμωσε -μπλουζ και ροκ εντ ρολλ- και πολλοί θαμώνες ξεκίνησαν να χορεύουν. Εκείνος την κοιτούσε επί μισή ώρα, όσο βρισκόταν δίπλα της χωρίς να μιλάει. Της άπλωσε το χέρι του για να χορέψουν όμως εκείνη ένιωθε ότι θα κατέρρεε. Τελικά έπρεπε να έχει φάει αυτή τη σαλάτα. Πλήρωσε εκείνος ό,τι είχαν πιει και την τράβηξε έξω από το μπαρ. Την τράβηξε με ένα περίεργο στοργικό τρόπο, σαν να νοιάζεται για μια άγνωστη που θέλει μόνο να πηδήξει, προσπαθώντας προφανώς να ξεχάσει κάποια γνωστή.
Λίγη ώρα μετά περπατούσαν στην παραλιακή. "Περπατούσαν", διότι εκείνος την έσερνε σχεδόν με τον προαναφερθέν στοργικό του τρόπο. Εκείνη σταμάτησε απότομα. "Τι θέλεις από εμένα; Δε γνωριζόμαστε καν και κάνεις λες και νοιάζεσαι." 
"Πώς κάνω ότι νοιάζομαι, αφού δε σε ρωτάω κάτι, δεν προσπαθώ να σου μιλήσω βλέπεις" απάντησε εκείνος.
"Κάποιες φορές η σιωπή μας δηλώνει πολλά για εμάς" του απάντησε.
"Όπως;" 
"Όπως ότι ίσως τελικά να μην ψάχνεσαι όπως περίμενα. Ή τουλάχιστον να έχει κορεστεί η όρεξη για ό,τι πίστευα ότι ήθελες από μένα. Είσαι μόνος σου. Σου τη δίνει αυτό. Σκέφτεσαι ότι θα σε ωφελήσει το να περπατήσεις μαζί με κάποιον. Να μιλήσεις μαζί του, να τον γνωρίσεις. Μισείς τη σιωπή. Όμως. Η δική μου σιωπή σου αρέσει. Σκέφτεσαι εκατομμύρια πράγματα να μου πεις αλλά το μετανιώνεις γιατί προτιμάς να φαντάζεσαι ότι κρατάς το χέρι κάποιας άλλης. Με αγγίζεις και χάνεσαι στις αναμνήσεις σου επειδή δε με ξέρεις και μπορείς να προσποιηθείς ότι είμαι οποιαδήποτε με θέλεις, οποιαδήποτε χρειάζεσαι τώρα δίπλα σου. Ακούς τη φωνή μου και νευριάζεις για τη δεν ακούς τη φωνή που θα ήθελες να σου λέει πόσο σε λατρεύει αλλά μια άγνωστη που έχει κουραστεί να γνωρίζει τόσο προβλέψιμους ανθρώπους...Έχω δίκιο;" Τώρα ήταν σαν να είχε σταματήσει η επίδραση του αλκόλ πάνω της, είχε ξαναβρεί τη λογική της σε ένα βαθμό κι ένιωθε ικανοποιημένη που κατάφερε να αποδείξει σε κάποιον άγνωστο πόσο ικανή είναι να εκμηδενίσει την αξία του, να ξεγυμνώσει τις σκέψεις του. Έβγαλε τα τσιγάρα της και του πρόσφερε ένα.
'Εκείνος γέλασε και της είπε ότι δεν καπνίζει. "Αν εγώ είμαι τόσο μόνος όσο πιστεύεις εσύ γιατί έπινες εκεί σήμερα;" Δεν περίμενε την απάντησή της. Ανέβηκε σε μια μεγάλη μαύρη μηχανή και εκείνη κάθισε πίσω του. Είχε πολύ καιρό να ανέβει σε μηχανή. Είχε καιρό να νιώσει ελεύθερη γενικότερα. Ένιωθε τον άνεμο στα μαλλιά της και χαμογέλασε.
Λίγο αργότερα εκείνος την άφηνε κάτω από το σπίτι της. Εκείνη περίμενε ότι θα ζούσε ακριβώς κάποια σκηνή από ταινία, που δε θα προλάβαινε να γυρίσει να τον κοιτάξει κι εκείνος θα είχε γίνει καπνός.
Ομως έκανε λάθος. Κατέβηκε από τη μηχανή του κι ακούμπησε το χέρι του στο μάγουλό της. Κοίταζε τα σκούρα μεγάλα μάτια της με τα δικά του φωτεινά και της μετέδιδε μια ζεστασιά ευχάριστη. 
"Θα μου απαντήσεις σε μια ερώτηση;" τον ρώτησε εκείνη.
"Μόλις σου απάντησα σε μια" της είπε αλλά μόλις είδε την έκφρασή της έσπευσε να συμπληρώσει "Τι θα κερδίσω αν το κάνω;"
"Θα σου απαντήσω κι εγώ σε όποια θέλεις μετά." είπε εκείνη.
"Μου άφησες να καταλάβω ότι γνωριζόμαστε...κι εξάλλου ήξερες που μένω. Θέλεις να μου δώσεις κάποια παραπάνω πληροφορία;"
"Ό,τι αγαπάς δεν τελειώνει. Να το θυμάσαι" είπε. 
Έπειτα τη φίλησε, στην αρχή απαλά, μα ύστερα πιο έντονα. Ήταν λες κι εναπέθετε στα χείλη της το φυλακισμένο εαυτό του.  
Λίγο μετά έγινε ένα με τη νύχτα.
Το επόμενο πρωί εκείνη ξύπνησε, χαμογέλασε, κι άνοιξε το ραδιόφωνο.

 

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Εστιακή απόσταση (Από εσένα ως τη σκιά σου)

Ψάχνω τον εαυτό μου σε γραμμές, μα όχι σε αυτές που θα ήθελα, όχι σ'αυτές του πενταγράμμου. Σε γραμμές προκαθορισμένες, με πολύ συγκεκριμένες εξισώσεις. Ευθείες κι ελλείψεις και παραβολές και κύκλους. Κάπου ανάμεσα σε όλες αυτές τις γραμμές με έχασα, μα το επίπεδο είναι άπειρο, κι εγώ δεν έχω τις συντεταγμένες του εαυτού μου. Το μόνο για το οποίο είμαι σίγουρη είναι ότι πλέον παραληρώ όλο και πιο συχνά, πλέον συζητάω με τη σκιά μου όλο και πιο συχνά, πλέον συναναστρέφομαι και επικοινωνώ με φαντάσματα που ακόμα δεν ξέρω αν υπάρχουν. Την καλύτερή μου φίλη -εκ των φαντασμάτων αυτών- τη λένε Μνήμη. Όμορφο όνομα, με τρία ενρινόληκτα σύμφωνα, αντίθετα με την Υπομονή που έχει μόνο δύο, γι αυτό και δεν είναι φίλη μου. Τα φαντάσματα αυτά που λες στοιχειώνουν τις γραμμές μου, κι έτσι όσο κι αν εγώ ψάχνω τον εαυτό μου ανάμεσα σε πολύγωνα κι εφαπτομένες, στο τέλος βρίσκω μόνο τα φαντάσματα πίσω από κάθε γωνία. Μάλιστα φροντίζουν να εμπλουτίζουν το παιχνίδι τους προσπαθώντας να συνδυαστούν μεταξύ τους έτσι ώστε να με αποσυντονίσουν ακόμα περισσότερο από το στόχο μου. Στις συμπληρωματικές γωνίες βρίσκω σκιές όπως την παλιά δική σου και την παλιά δική μου,  και στις παραπληρωματικές (εκείνες που η μια είναι πιο μεγάλη από την άλλη κι ας έχουν άθροισμα την ευθεία) βρίσκω κρυμένους εγωισμούς, συνθήκες και συναισθήματα. Ή μάλλον τις σκιές αυτών.
Τελικά μόνο σκιές υπάρχουν στο χαρτί, σαν αυτές που ζωγράφισα πίσω από τον κουβά με το ύφασμα. Δε θα με βρω εκεί λοιπόν. Δε θα με βρω πουθενά όσο κι αν ψάξω. Όσο κι αν νευριάσω, ή αγχωθώ ή παραπονεθώ. Δε θα βρω εκεί τον εαυτό μου. Και ξέρεις γιατί; Επειδή έφυγε. Δεν τον έδιωξα εγώ, μα δεν προσπάθησα κι όλας να μην τον χάσω. Κι όπως μόνος του έφυγε, μόνος του θα επιστρέψει. Μόλις κρίνει ότι είμαι έτοιμη ψυχολογικά να αντιμετωπίσω τα όνειρα που δεν έχω πραγματοποιήσει και τις υποσχέσεις που έχω αθετήσει. Θα είμαι καλά, χαρούμενη, -ξέρεις, όπως όταν είμαι μαζί σου- και τότε πιστεύω θα είμαι εγώ.

Εστιακή απόσταση (Από εσένα ως τη σκιά σου). Αν όμως οι εστίες ταυτίζονται; Τότε η Έλλειψη γίνεται κύκλος, αγάπη μου.

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Δρόμοι

(Και μια πρόταση, διαβάστε το μαζί με αυτό )
  Είναι όμορφη  η πόλη τις μικρές ώρες της νύχτας. Είναι όμορφη η πόλη όταν κοιμάται. Κι ειδικά όταν νιώθεις πως πρέπει να είσαι ήρεμος για να μην την ξυπνήσεις. Πως πρέπει να είσαι σιωπηλός, να περπατάς μ'ένα ρυθμό σταθερό, όχι βιαστικό μα ούτε κι αργό. Μ'ένα ρυθμό κατάλληλο ώστε να μπορείς να νιώθεις τον παλμό της. Να ακούς τις κόρνες των ταξί -των μόνων σχεδόν οχημάτων που κυκλοφορούν- να ηχούν όλες μαζί απευθυνόμενες προς το πρώτο εξ'αυτών, του οποίου ο οδηγός έχει μάλλον αποκοιμηθεί. Να βλέπεις το αυτόματο πότισμα του γκαζόν να πιτσιλίζει το πεζοδρόμιο κάτω από το φως του διπλανού στύλου. Να παρατηρείς τη ρόδα του λούνα παρκ, κάπου μακριά, να συνεχίζει μόνη της κι άδεια τον αέναο κύκλο της.
  -Τι σκέφτεσαι; Μου λες και με κοιτάς στα μάτια. Νιώθω ότι κόβεις λίγο ταχύτητα. Μόλις πλησιάσαμε στην πλατεία το βήμα σου έγινε λίγο πιο αργό. Αφήνομαι τόσο πολύ να νιώσω τα δάχτυλά μου να μπλέκονται με τα δικά σου που ξεχνώ την ερώτηση που έκανες, ξεχνώ την πόλη και τα φώτα, τους ήχους ή τα μυστικά της, ξεχνώ οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μου.
  Σκύβεις κι ακουμπάς το μέτωπό σου στο δικό μου κι είναι σαν να με χτυπάει ένα κύμα συναισθημάτων που αρνούμουν να νιώσω. Αρνούμουν να σκεφτώ πόσο υπέροχες ήταν οι δύο τελευταίες εβδομάδες, πόσο συνήθισα το βλέμμα σου πάνω μου, πόσο περισσότερο λάτρεψα τη φωνή σου και πόσο απαραίτητη μου είναι πια η αγκαλιά σου.
  Εσύ μιλάς. Μου λες να προσέχω, να διαβάζω, να κάνω υπομονή και να επιμένω, πως όλα θα πάνε καλά, δεν ξέρω τι άλλο. Χάνομαι στη φωνή σου και χιλιάδες εικόνες κατακλύζουν το μυαλό μου.   
Παρασκευή. Έξω τον Α.Μ. θυμήθηκα πόσο μου είχες λείψει. 
Σάββατο. Τελικά το πουκάμισό σου, εκείνο το γκρι, δείχνει ξίσου ωραίο και σε εμένα.
Κυριακή. Εικοστής πέμπτης Αυγούστου, τα γέλια όλων μας.. κι εσύ λίγες μέρες μετά να μου λες "θυμήσου την Κυριακή που σε άφησα στα Λιοντάρια πόσο κοντά ήμασταν και μη μου λες πως έχω πρόβλημα να μας βλέπουν μαζί"
Μ.Δευτέρα. Μερικές ατυχίες με γεύση βότκας και μυρωδιά καπνού, μια διαλυμένη διάθεση. Από ύπνο τίποτα. Όμως πέρασα τόσες ώρες στην αγκαλιά σου, αρκεί.
Μ.Τρίτη. "Χαζή γι αυτό σου λέω πόσο θα ήθελα να μείνουμε στην ίδια πόλη. Είναι τόσο υπέροχο να νιώθω πως ξυπνάω μαζί σου, κι ας μην έχουμε κοιμηθεί καθόλου".
Μ.Παρασκευή. Δεν ξέρω. Απλά μας βλέπω από μακριά, όλους μαζί, και νιώθω πως κολλάμε. Και μετά παρατηρώ εσένα κι εμένα και το όλο επίσημο στυλ και θυμάμαι τη θέα του λιμανιού δίπλα από το κλαμπ που είχαμε πάει την πρωτοχρονιά και χαμογελάω.
Μ.Σάββατο. Η αλήθεια είναι πως αν δεν πηγαίναμε στις βαρκούλες, ξέρεις κάτω από το ΚΤΕΛ κάτι θα έλειπε.
Κυριακή του Πάσχα. Το ιγκλού ξανά.
Τετάρτη. "Μ'αρέσει που είσαι όπως στο σπίτι σου. Που δε σε νοιάζει πως θα ντυθείς κλπ, αλλά είσαι απλή, το λατρεύω αυτό"
Πέμπτη. Μια ταινία που θέλαμε καιρό να δούμε. Αστέρια λίγο έξω από το Ηράκλειο, κι εσύ προσπαθείς ξανά κι ανεπιτυχώς να μου μάθεις να χορεύω, στο γρασίδι.
Παρασκευή. Τα χρωματιστά φωτάκια και τα μάτια σου κάτω από αυτά. Μια ανάσα. Έσβησαν σχεδόν όλα τα κεράκια. Βασικά, όλα εκτός από ένα. Αλλά δε με νιάζει το κεράκι που δεν έσβησε. Μου αρκεί που είμαστε όλοι μαζί.
Σάββατο. -Αλήθεια, είσαι τόσο καταπληκτικός.
-Με κακομαθαίνεις χαζό.
-Μαρία. Δεν πρέπει να αργήσεις άλλο.
-Ναι, καλό ταξίδι..
Μπαίνω στο ταξί. Σ'ένα από αυτά που ο οδηγός δεν κοιμάται. Φεύγω. Σε βλέπω από το τζάμι που περιμένεις να φύγω. Σημειώνεις τον αριθμό της πινακίδας που μπήκα, και λίγο μετά χάνεσαι από το οπτικό μου πεδίο.

Κυριακή. Κενό
 

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Γενέθλια*

Κάθε χρόνο και πιο περίεργα. Κάθε χρόνο και πιο μελαγχολικά, ίσως.  Κάθε χρόνο συνειδητοποιείς πόσο κοντά και πόσο μακριά ταυτόχρονα ήταν η περσινή αντίστοιχη μέρα..Βγάζεις συμπεράσματα, συγκρίνεις άτομα και καταστάσεις . Και δεν παρατηρείς ποτέ τις ομοιότητες, αλλά τις διαφορές. Εξάλλου αυτές σε καθορίζουν, αυτές δηλώνουν ότι μεγάλωσες. Διαφορές. Όχι και πολλές σε σχέση με πέρισυ. Όμως όσες υπάρχουν σχετίζονται με εμένα την ίδια. Με τις προτιμήσεις, του στόχους και τις προτεραιότητές μου. Νιώθω είκοσι χρόνια ωριμότερη κι ας έχει περάσει μόνο ένας χρόνος. Αλλά και με τα άτομα που είναι γύρω μου. Εξάλλου πάντα έτσι είναι. Κάποιοι φεύγουν, κάποιοι έρχονται, και κάποιοι μένουν δίπλα σου, μεγαλώνουν μαζί σου, χαίρονται με τις χαρές σου και λυπούνται με τις στεναχώριες σου. Κι είναι τόσο όμορφο να κοιτάω πίσω και να βλέπω πως εξελισσόμαστε μαζί.




Υ.Γ. Κάποιες φορές οι ευχές εκείνες που κάνεις λίγο πριν σβήσεις τα κεράκια πραγματοποιούνται. Μιλάω εκ πείρας. :)

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

"i want you, your fingernails go dragging down..."

Γυρίζω γύρω από τον εαυτό μου. Παραπατάω αλλά κρατιέμαι από τον τοίχο και δεν πέφτω. Γελάω. Δυνατά. Μου λες να μην κάνω φασαρία. Σιγά σιγά βγαίνουν αστέρια. Τώρα ένα χαμόγελο διαδέχεται το προηγούμενο δυνατό γέλιο μου. Εσύ με κοιτάς "απαξιωτικά". Με σηκώνεις στα χέρια σου, μετά σ'αγκαλιάζω. 
Διαφορετικό σκηνικό.
Ξημερώνει, το φως μπαίνει από το μικρό παράθυρο της βιβλιοθήκης κι εγώ είμαι στην αγκαλιά σου. Χα'ι'δεύεις το λαιμό μου και γελάς με το χαμόγελό μου. Σου δίνω μέρος της κουβέρτας για να μου δώσεις μέρος του σεντονιού. Δαγκώνεις τη μύτη μου και κάνω πως νευριάζω. 
Κλείνω τα μάτια μου και θυμάμαι μια διαφορετική σκηνή.
Προσπαθούμε να απλώσουμε ένα σλίπινγκ μπαγκ. Τελικά φτιάχνουμε ένα ιγκλού. Τα δόντια σου φωσφορίζουν στο μισοσκόταδο.Φοράω το πουκάμισό σου και μυρίζει όπως εσύ.
Είναι λες και τις τελευταίες μέρες έχω αγγίξει τόσες φορές την ευτυχία που φοβάμαι ότι σε λίγο η φούσκα αυτή θα σπάσει κι εγώ θα βρεθώ και πάλι στη ρουτίνα μου. Αν και το διάβασμα υπάρχει ακόμα, τα μαθήματα το ίδιο. Βλέποντας ότι χάνω τόση ελευθερία λόγω της ρουτίνας θέλω όλο και περισσότερο να περάσει ένας χρόνος. Αγχώνομαι όσο σκέφτομαι ότι έχω μόνο ένα χρόνο σχολείου ακόμα, γιατί ξέρω πως θα μου λείψει. Από την άλλη όμως ανυπομονώ.