Είναι περίεργο να σταματάω το διάβασμα και να κοιτάζω την οθόνη του κινητού μου. Γενικά, δεν το χρησιμοποιώ ιδιαίτερα. Είναι όμως αυτές οι μέρες που απλά θέλω να νιώσω ότι δεν είμαι μόνη. Και ξέρεις, απογοητεύομαι με το πόσο μόνη είμαι. Πάντα η οθόνη είναι άδεια. Ή τουλάχιστον εδώ και λίγο καιρό, και μάλλον πρέπει να το συνηθίσω. Να συνηθίσω ότι θα συνεχίσει να είναι άδεια για αρκετό καιρό. Ή τουλάχιστον να συμφιλιωθώ με την ιδέα ότι αν θέλω να γεμίσει με κάτι αυτό θα είναι σημειώσεις με τύπους φυσικής.
Κάνει κρύο τώρα.
Κι όταν κάνει κρύο νιώθω το κασκόλ μου να με πνίγει αντί να με ζεσταίνει.
Να με φυλακίζει και να κρυώνω περισσότερο.
Να κρυώνω μακριά (σου).
Να κρυώνω μακριά από τον ίδιο μου τον εαυτό.
Προσπαθώ να με βρω, να με γνωρίσω από την αρχή. Μα δεν έχω χρόνο. Προσπαθώ να δω τον εαυτό μου όπως αλληλεπιδρά με το εξωτερικό περιβάλλον. Μα δε μπορώ να αλλάξω την οπτική γωνία μου. Πίστευα ότι όταν δε μπορείς να αλλάξεις τις καταστάσεις μπορείς πάντα να αλλάξεις την οπτική γωνία σου. Είναι λες κι έχω κολλήσει εδώ. Σαν να μη μπορώ να πάω πίσω ή μπροστά και φοβάμαι ότι είμαι σε μια φάση που θα κρατήσει πολύ καιρό.
Φοβάμαι ότι ο συγκεχυμένος και τυχαίος αυτός εαυτός μου θα υπερισχύσει έναντι όλων των υπόλοιπων για αρκετό καιρό. Νομίζω ότι κάθε μέρα ανακαλύπτουμε κι ένα νέο κομμάτι του εαυτού μας. Κάνουμε πράξεις που ποτέ δεν είχαν ξαναπεράσει απ'το μυαλό μας. Μα ακόμα κι αν δεν κάνουμε τέτοιες πράξεις κάνουμε σίγουρα τέτοιες σκέψεις. Σκέψεις που ποτέ δε μοιραζόμαστε επειδή φοβόμαστε, όχι επειδή έχουν αξία για μας. Επειδή φοβόμαστε την κατακραυγή ή την οποιαδήποτε κριτική (ή ίσως εν τέλει τη δική μας κραυγή όταν τις συνειδητοποιήσουμε, τις σκέψεις αυτές). Και δικαίως φοβόμαστε, μιας κι εμείς οι ίδιοι ποτέ δε διστάζουμε να κρίνουμε κάποιον άλλο άγνωστο γνωστό μας.
Φοβάμαι ότι θα κρυώνω όλο και πιο πολύ.
Και να σκεφτείς ότι δεν κρύωνα ποτέ.
Να σκεφτείς ότι και φέτος έκανα χριστούγεννα με κοντομάνικο και ζακέτα.
Κι όμως τώρα ξαφνικά είμαι ευάλωτη.
Στο κρύο, στην απουσία (τη δικιά σου, τη δικιά μου, της ζωής..ποιος ξέρει;).
Και δεν έχω τζάκι, μα και να είχα δε θα άντεχα να κουβαλήσω ξύλα, θα κρύωνα, θα σωριαζόμουν στα μισά της διαδρομής.
Και δεν έχουμε λεφτά για πετρέλαιο, αγάπη μου. Όλοι μιλάνε για εποχές ευημερίας που εμείς γνωρίσαμε μόνο ως παιδιά, όλοι κλαίνε για την κατάντια τους... μπροστά στο αναμένο τζάκι.
Ούτε κονιάκ πίνουμε πια για να ζεσταθούμε, επειδή δεν πρέπει να μεθύσουμε, λένε. Επειδή πάντα βγαίνουμε εκτός ελέγχου, λένε. Επειδή κανείς δε θα μας γυρίσει μετά στα σπίτια μας, όλοι έχουν βαρεθεί να κάνουν τους κουβαλητές, λένε.
Μα ποιος σου είπε ότι εγώ θέλω να πάω σπίτι μου;
Εκεί κάνει κρύο.
Ποιος σου είπε ότι εγώ θέλω να με πάτε οπουδήποτε;
Εκεί έχει παγωνιά.
Ποιος σου είπε ότι θέλω να με αφήσεις; Σπίτι μου, ή στο δρόμο ή στο παγκάκι ή στο οπουδήποτε (μόνη μου); Όχι δε θέλω να με αφήσεις (μόνη μου). Γιατί θα κρυώνω.
Γιατί κρυώνω (μόνη μου).
Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στο λιμάνι της λατρεμένης πόλης και περιλαμβάνει δύο λατρεμένα άτομα.