Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Κλαδιά και χέρια μπλεγμένα




 Και κάπως έτσι κυλούν οι μέρες, γλιστράνε σαν τις στάλες της βροχής, κολλούν η μια πάνω στην άλλη σαν τις αναμνήσεις που τυλίγουμε τόσο προσεκτικά μέχρι που λυπόμαστε πια να χαλάσουμε το περιτύλιγμα και να τις ανοίξουμε, και χάνονται σαν τις εικόνες που φτιάχνω βλέποντας τα σύννεφα όταν μας σκέφτομαι. 

~ Τι σου λείπει πιο πολύ;
~Το χαμόγελο στα μάτια σου.

*Υ.Γ. Η φωτογραφία προφανώς εν ώρα διαβάσματος τραβήχτηκε..*

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Χάλασαν τα ακουστικά μου σήμερα, και τώρα η φωνή σου θα κάνει παράσιτα.

Ψάχνεις αφηρημένα στην τσέπη του παλτού σου μα τα τσιγάρα σου δεν είναι από καιρό εκεί.
Ξεκλειδώνεις βιαστικά την πόρτα του διαμερίσματος, μα δεν έχεις αυταπάτες, μόνο η μοναξιά σου σε περιμένει.
Ανοίγεις τα μάτια σου απότομα, όμως το τελευταίο κλάσμα του δευτερολέπτου πριν τα ανοίξεις είσαι σίγουρος πως είσαι ακόμα μόνος σου.
Σταματάς να πατάς τα πλήκτρα, μένεις ακίνητος, κι όμως ξέρεις ότι ο ήχος του κουδουνιού έρχεται από το απέναντι διαμέρισμα.
Αφήνεις άπλυτα πιάτα στο νεροχύτη αλλά ξέρεις ότι το μεσημέρι που θα γυρίσεις θα είναι ακόμα εκεί. Και το κρεβάτι σου θα είναι ακόμα ξεστρωμένο, και η μπαλκονόπορτα ακόμα κλειστή. Ίσως και το πατζούρι.
Κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και νιώθεις ότι δεν ανήκεις εκεί, ότι είσαι χαμένος. Βυθίζεσαι μέρα με τη μέρα στον εαυτό σου, ξέρεις κάθε αντίδραση, κάθε σκέψη σου πριν καν προκύψει. Σαν το κενό του περιβάλλοντός σου να έχει κάνει μετάσταση μέσα σου.

Ξαπλώνεις και δεν ξέρεις αν θέλεις να σκεφτείς πριν κοιμηθείς ή αν θέλεις να σε πάρει ο ύπνος κατευθείαν για να μη σκέφτεσαι. Αλλά και τι να σκεφτείς; Τη ρουτίνα σου την έχεις υπεραναλύσει.
Μα αν σ'αφήσει κι η ρουτίνα σου τότε τι θ'απομείνει; Ένας παλιός γνωστός που τώρα πια τον αναγνωρίζεις μόνο αμυδρά.
Κι είναι τα αδιέξοδα στη ζωή που τρώνε τον περισσότερο χρόνο, λέμε. Όταν όμως είσαι σε μια κυκλική πλατεία, όταν βρίσκεσαι σ'ένα μαρμάρινο κόσμο,τόσο ψυχρό που επιδρά καταλυτικά πάνω σου, όταν δε θυμάσαι από που μπήκες σ'αυτη την πλατεία, κι όταν δε βλέπεις δίοδο διαφυγής ή έστω κάποιο τρόπο να κάνεις την κενή αυτή πλατεία κατάλληλη για σένα: Κι όταν δεν ξέρεις αν είναι απλά ένα μεταβατικό στάδιο -ή ακόμα κι αν είναι πόσο περισσότερο θα κρατήσει;-
Συνειδητοποιείς ότι κάποιος σ'έριξε εκεί μ'ένα αλεξίπτωτο. Να πεις ότι ήταν αερόστατο κάπως θα έφευγες. Να πεις ότι ήταν ένα ζευγάρι φτερά, θα ήσουν τρισευτυχισμένος. 'Ομως το γαλάζιο αλεξίπτωτο φτάνει μόνο για να σε σκεπάζει τα βράδια, μόνο για να σε προστατεύσει λίγο από τα φαντάσματα της μαρμάρινης πλατείας. Να τα κρύψει από μπροστά σου. Τότε ίσως και να πίστευες ότι θα εξαφανίζονταν στ'αλήθεια-ίσως όντως και να εξαφανίζονταν.
Σε βλέπω να αγγίζεις το γαλάζιο αλεξίπτωτο. Σε βλέπω. Θέλω να σου πετάξω ένα σκοινί, να σε βοηθήσω να ανέβεις και πάλι πιο πάνω. Σε κάποιο δρόμο, σε διαστάυρωση ή σε αδιέξοδο. Οτιδήποτε από αυτά είναι καλύτερο από το χαντάκι. Στο αδιέξοδο γυρίζεις πίσω, στο σταυροδρόμι επιλέγεις και στο δρόμο προχωράς. Όμως, ή το σκοινί δεν είναι αρκετά μακρύ ή δεν έχω τόση δύναμη για να σε τραβήξω. Συνεχίζω να δίνω όλο και περισσότερο μήκος στο σκοινί μου, όλο και περισσότερη ένταση στη φωνή μου, μα δεν ξέρω αν με ακούω κι εγώ η ίδια. Είναι σαν να αποστασιοποιείσαι όλο και πιο πολύ, όλο και πιο γρήγορα, κι εγώ να θέλω να βάλω τέλος σε όλες αυτές τις εκθετικές συναρτήσεις γύρω μας.



Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Γεωμετρημένα Αισθήματα

Κι εσύ χάνεσαι και τρέχεις, περιμένεις εκείνον να τρέξει πίσω σου, περιμένεις να σε ακολουθήσει, να σ'αγαπήσει, να σε αποθεώσει. Περιμένεις και τρέχεις, τι ειρωνία. Πώς μπορεί κάποιος να τρέχει περιμένοντας κοριτσάκι; Πώς μπορεί κάποιος να περιμένει ενώ τρέχει; Τέτοιες όμορφες και μη πραγματοποιήσιμες αντιθέσεις τις βρίσκεις μόνο στα όνειρα. Γιατί ούτε να τρέξεις δεν τολμάς. Ονειρεύεσαι πως τρέχεις ενώ μόνο περιμένεις. Ονειρεύεσαι πως περιμένεις ενώ μόνο τρέχεις για να ξεφύγεις. Εν τέλει, ονειρεύεσαι πως τρέχεις για να τον προλάβεις ενώ μένεις στάσιμη, αόρατη, άχρωμη, άοσμη, εκείνος σε προσπερνά χωρίς να αντιληφθεί καν την παρουσία σου. Εκείνος είναι ο χρόνος ή ο έρωτας, τα καλοκαίρια που έφυγαν ή οι μυρωδιές που ξεθύμαναν, τα λόγια που έμειναν λέξεις όταν οι φωνές χάθηκαν...Μα χάνονται οι φωνές; Όχι βέβαια, εμείς επιλέγουμε να τις (ξε)χάσουμε. Εμείς επιλέγουμε να τις διαγράψουμε, είτε γιατί δεν τις θυμόμαστε αρκετά συχνά, είτε επειδή κρατήσαμε μόνο τις λέξεις και τίποτα άλλο. Κι έτσι τα βράδια είσαι μόνος και στα αυτιά σου αντηχούν σ'αγαπώ που έχουν ξεθυμάνει, στα μάτια σου αναβοσβήνουν εικόνες γενικευμένες, και τα γέλια αντηχούν όλα παρόμοια. Μα το γέλιο του καθένα είναι τόσο χαρακτηριστικό, πώς μπορείς να τα συγχέεις όλα μεταξύ τους; Δεν είπαμε; Γενικεύτηκαν. Είναι η ατέλειωτη προσπάθεια του ανθρώπου να παρομοιάσει τη ζωή του με τα μαθηματικά. Να υπολογίσει την κάθε πτυχή της, να μετρήσει την κάθε απώλεια ή το κάθε δευτερόλεπτο χαράς που του απομένει ακόμα, να προσθέσει όλες τις αναμνήσεις μαζί κι ύστερα να αφαιρέσει μια δόση εικόνων πολύ προσωπικών που θέλει να αφήσει ανέπαφες, να πολλαπλασιάσει τις στεναχώριες του- ή καλύτερα να τις μετατρέψει σε συνάρτηση εκθετική, κι ύστερα να αρχίσει να διαιρεί. Τις στιγμές και τα όνειρά του. Να αρχίσει να μοιράζει τον εαυτό του σε κομμάτια, να τον χαρίζει απλόχερα ή να τον πουλάει. Μα πάντα να κρατάει εκείνα τα υπόλοιπα της διαίρεσης, πάντα να του μένει μια γεύση του παραδείσου που δεν εκμεταλλεύτηκε. Όσο για τη γεωμετρία, καλύτερα να μην την ακουμπήσει καθόλου.  Έβαλα τα συναισθήματά μου σε τροχιές γύρω σου, κι από τότε προσπαθώ να τετραγωνίσω τον κύκλο.


Υ.Γ. Η φωτογραφία τραβήχτηκε από ένα λατρεμένο άτομο, εκεί που -αν όλα πάνε καλά- θα βρεθώ για ένα βράδυ, σε λιγότερο από μήνα.

~Δεν ξέρω που πηγαίνω,
σινιάλα μακρινά.
Μπορεί να με κοιτάξεις ξανά,
με μάτια αληθινά.
Πέρασε ο καιρός και έχεις πια χαθεί.
Σύννεφα καπνού σε έχουν σκεπάσει.
Πέρασε ο καιρός μα είμαι ακόμα εκεί.
Ψάχνω για να βρω τι έχω χάσει.


Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Καινές/Κενές σελίδες

"..."Κι έμοιαζαν τόσο χαρούμενοι. Θα στοιχημάτιζα πως ήταν. Θα στοιχημάτιζα πολλά γι αυτούς.Για τον καθένα χωριστά, για όλους μαζί. Θα στοιχημάτιζα ότι θα μπορούσα να κάνω τουλάχιστον έναν τους ευτυχισμένο. Θα στοιχημάτιζα ότι θα μπορούσα να βοηθήσω τις περισσότερες από τις κοπέλες εκείνες, όπως ο καθένας μας νομίζει ότι μπορεί να βοηθήσει εξωτερικά. Μα εγώ δεν τους ζούσα εξωτερικά. Τους ζούσα δίπλα μου, ζούσαν μαζί μου, συμβιώναμε ρε παιδί μου, πως το λένε. Κάναμε σχέδια μαζί, μιλούσαμε, γελούσαμε και τσακωνόμασταν. Όλα σε υπερβολικό βαθμό μπορώ να πω."
-Τι γράφεις; Συνέχισε σε παρακαλώ τη δουλειά σου κοπέλα μου. Πρέπει να τελειώσεις τα σχέδια για να τα παραδώσεις το μεσημέρι, κι έτσι δεν σε βλέπω να προλαβαίνεις.
Εκείνη δεν απάντησε. Έκανε πως κλείνει τον κειμενογράφο, μα μόλις εκείνος χάθηκε από το οπτικό της πεδίο συνέχισε να γράφει. Δηλαδή ξανάνοιξε τον κειμενογράφο αλλά είχε ήδη χάσει τον ειρμό της. Διέγραψε τις πρόχειρες σκέψεις της και προσπάθησε να συνεχίσει το σχέδιο, όμως το μυαλό της έμοιαζε να έχει κολλήσει, να επαναλαμβάνει τα ίδια μοτίβα εδώ και αρκετό καιρό. Χρειαζόταν κάτι διαφορετικό, χρειαζόταν μια αλλαγή, μια σπίθα για να ξαναζωντανέψει η φλόγα μέσα της. Να δελεαστεί ο εαυτός της από τη φωτιά της, μιας και είχε κρυφτεί κάπου στο βάθος λόγω του κρύου παντού μέσα της. Και γύρω της μη σου πω.
-Καλημέρααα, δε δουλεύουμε τέτοια ώρα; είπε κεφάτα ο υπάλληλος της καφετέρειας.
-Ένα νες σκέτο και γρήγορα. 
Ναι, ήταν ψυχρή και εξωτερικά σίγουρα. Λίγα λεπτά μετά περπατούσε προς το μεγάλο πάρκο. Προσπάθησε να βάλει μουσική όμως τα ακουστικά της είχαν χαλάσει-ατυχία της στιγμής. Κοίταζε τη μικρή τεχνητή λίμνη ακουμπισμένη στο κάγκελο κι έπινε τον καφέ της που είχε κρυώσει αισθητά.
"Τι ειρωνία, ακόμα κι ο καφές με μιμείται..." σκέφτηκε. "Αυτός όμως δεν το κάνει συνειδητά, ούτε από άμυνα..Το κάνει γιατί έτσι πρέπει. Γιατί έτσι είναι η φύση. Ίσως όμως έτσι να είναι και η δική μου φύση. Ποιος ξέρει.."
Συνέχισε να περπατάει. Χαμογελούσε με τις ευτυχισμένες οικογένειες που έκαναν πικνίκ στο γκαζόν το μεσημέρι του Σαββάτου, θαύμαζε τα ηλικιωμένα ζευγάρια που περπατούσαν αργά αλλά μαζί, και χαιρόταν που ο έρωτας δε χάνεται τόσο εύκολα από τον κόσμο καθώς παρατηρούσε τα ζευγαρια παντού γύρω της. Προχώρησε κι άλλο. Τώρα έβλεπε άστεγους σε μια απόμερη γωνιά του πάρκου, εκεί που οι περισσότεροι άνθρωποι απέφευγαν να πηγαίνουν. Άστεγους ή πρεζάκια που τάιζαν αδέσποτους σκύλους ή περιστέρια. Ζητιάνους κουρασμένους κι ανθρώπους διαλυμένους. Κι άλλους που κρύβονταν. Ζευγάρια παράνομα ή συνέταιροι με δοσοληψίες παράνομες. Έφυγε τρέχοντας από αυτή την πλευρά του πάρκου. Έφυγε τρέχοντας από το πάρκο, εν τέλει. Δε φοβήθηκε τους ανθρώπους. Φοβόταντο γεγονός ότι οι περισσότεροι είχαν ζωές. Είτε εξαθλιωμένες ζωές τις οποίες είχαν αποδεχτεί κι έτσι δε νοιάζονταν για συνέπειες, είτε ζωές όμορφες και ταχτοποιημένες μα γεμάτες μικρές καθημερινές χαρές. 
Πέρασε απέναντι στη διαστάυρωση χωρίς να περιμένει να ανάψει το πράσινο ανθρωπάκι στο φανάρι. Ένα αυτοκίνητο της κόρναρε μανιασμένα κι ένα ποδήλατο φρέναρε απότομα αλλά ευτυχώς την κατάλληλη στιγμή για να μην τη χτυπήσει. "Συγγνώμη" φ'ωναξε εκείνη, χωρίς να το πολυεννοεί.  Συνέχισε να τρέχει μέχρι το διαμέρισμά της, μα όταν έφτασε απ'έξω σταμάτησε απότομα. Από τη μια εκεί ήταν το καταφύγιό της, εκεί βρίσκονταν όλα τα αγαπημένα της αντικείμενα. Από την άλλη..από την άλλη εκεί βρισκόταν κι αυτό από το οποίο προσπαθούσε να ξεφύγει, η μοναξιά της.
Κάθισε στο πεζοδρόμιο μπροστά από την πολυκατοικία της κι ακούμπησε δίπλα το από ώρα άδειο φελιζολένιο κουτί του καφέ.Έβαλε το πρόσωπο ανάμεσα στις παλάμες της και προσπάθησε να χαθεί σε μια κενή εικόνα στο μυαλό της. Μια Καινή σελίδα, αυτό χρειαζόταν. Ένα γεγονός. Να ξεκινήσει να γράφει γι αυτό, να ζει γι αυτό, να ξεκινήσει να ξυπνάει. Γύρισε να πιάσει το κουτί του καφέ κι εκείνος ήταν δίπλα της. Πρέπει να ήταν οπτασία όμως, γιατί εκείνος δεν ήταν εδώ, δηλαδή αποκλείεται να ήταν εκείνος."

Κι έτσι αυτή η ιστορία είχε το χαρούμενο τέλος που μακάρι να έχουν οι ζωές μας.
Κι έτσι η κοπέλα είχε ένα λόγο να ξυπνάει το πρωί.
Είχε κάτι να της δίνει έμπνευση.
Εμείς τι έχουμε;
-Κι αν σ'ερωτευτώ δεν ξέρω τι θα γίνει, αλήθεια. Δεν ξέρω τι πιθανότητες θα μου έδινα, ξέρεις, για να συμβεί αυτό. Ίσως όχι πολλές επειδή το περιόρισα αρκετά. Ούτε αν εσύ νιώσεις κάτι για μένα ξέρω τι θα είναι, μα δε νομίζω πως υπάρχουν πιθανότητες για την εκδοχή αυτή. Ξέρω όμως ότι πρέπει να σταματήσουμε να νοιαζόμαστε τόσο πολύ για τις λεπτομέρειες, πρέπει να σταματήσουμε να προσχεδιάζουμε τόσο πολύ τις ζωές μας. Είναι ήδη μπλεγμένες αρκετά, τις αφήνουμε λοιπόν να πάρουν μόνες τους κάποιο δρόμο. Στην πιθανότητα να αλληλοερωτευτούμε δεν ξέρω πόσο θα πόνταρα. Δε μπορώ να ξέρω όμως, νομίζω.
"Η επιχείρηση συνδέεται με το στοιχείο του κινδύνου καθώς κάθε επιχειρούμενος συνδυασμός συντελεστών παραγωγής μπορεί να αποτύχει στο σκοπό του".
Ε αυτή η επιχείρηση δε θα αποτύχει, έχω ξαναπεί ότι θα μπορούσαμε να έχουμε πολύ καλές επαγγελματικές συνεργασίες εμείς.
 
Και πρόσφατα διάβασα κάπου 
"-Σ'αγαπώ
-Σ'αγαπήγαινε!"

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Drink, honey, drink.

Ξέρεις τι γίνεται; Οι σχέσεις μας δεν είναι ποτέ ικανοποιητικές απλά γιατί ποτέ δεν αποδεχόμαστε ο ένας τον άλλο όπως είναι και προσπαθούμε να αλλάξουμε τους άλλους για να ταιριάξουν στα πρότυπά μας. Έτσι αλλοιώνονται οι σχέσεις. Και μετά καταλήγουμε να αναρωτιόμαστε τι πήγε στραβά χωρίς να σκεφτόμαστε ποτέ ότι όλα ξεκινούν από τις υποσυνείδητες ανάγκες μας. Κι έτσι αρχικά πιστεύουμε ότι εμείς δεν είμαστε αρκετά καλοί, μετά ίσως μας πείσουν ότι οι άλλοι μας έπεφταν λίγοι ή δεν ήταν για μας κι έτσι καταλήγουμε να προσπαθούμε να βρούμε αυτούς που είναι για μας, περιμένοντας κάποιον που θα ταιριάξει επακριβώς στις ιδανικές μας αναλογίες και αλλοτριώνοντας όλους τους υπόλοιπους υποσυνείδητα προκειμένου να τους φέρουμε στις αναλογίες αυτές. Κι όταν απογοητευτούμε από την προσπάθεια κι αναρωτιόμαστε τι κάνουμε λάθος ή γιατί πάντα οι καταστάσεις είναι εναντίον μας, το μυαλό μας δεν πάει ποτέ εκεί.



=)

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Εξομολόγηση2

Όταν ο καθένας μας περνάει μια φάση που δε νιώθει καλά μαζί με κάποιον άλλο που περνάει την ίδια φάση ξεκινούν θέλοντας να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον, στη συνέχεια η πίεση τους κάνει να ξεσπούν ο ένας στον άλλον, να παρεξηγούνται, να μαλώνουν και να αποξενώνονται. Κι όμως, ότι κι αν συμβεί, αν πραγματικά νοιάζονται ο ένας για τον άλλον, να συνεχίσουν να θέλουν ότι και στην αρχή. Να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον. Και τέλος όταν αυτή η φάση περάσει και για τους δύο να καταλήξουν καλύτερα από πριν, πολύ καλύτερα από πριν. Και η βελτίωση έγκυται στην βαθύτερη γνώση που αποκτά ο καθένας για τις χειρότερες πτυχές του άλλου. Όσο για το πότε περνάει αυτή η φάση δεν υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση. Ίσως να αρκεί ένας καφές (το πρόβλημα είναι όταν κάποιος από τους δυο δεν πίνει καφέ) ή ένα τσιγάρο (εδώ το πρόβλημα προκύπτει αν κάποιος δεν καπνίζει). Η έστω μια αγκαλιά που σίγουρα θα μπορούν να ανταλλάξουν.



Υ.Γ.Αρκετά δύσκολη βδομάδα, ομολογώ. Περισσότερο από ψυχολογική άποψη που σε αποτρέπει από την απαραίτητη και αναγκαία δραστηριοποίηση. Λόγια που δεν ήθελες να ακούσεις ή δεν περίμενες, ούτε εσύ ούτε εγώ. Αλλά τα λόγια είναι λόγια, και τα συναισθήματα ή οι απόψεις δε βρίσκονται εκεί. Βρίσκονται στα βλέμματα και τις πράξεις. Μην πιστεύεις ό,τι σου λένε, πίστεψε ότι σου λένε εκείνοι που εμπιστεύεσαι, εκείνοι που αγαπάς. Αυτοί θα είναι δίπλα σου, κι όχι ο κάθε άσχετος. Κάποια μέρα, ανεξάρτητα από τη σχέση που θα υπάρχει- αν υπάρχει- μεταξύ μας, πιστεύω ότι θα καταλάβεις το νόημα όσων σου λέω.  

Μ'αρέσει, καληνύχτα!

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Εξομολόγηση1

Φοβάμαι τον εαυτό μου γιατί είναι υπερβολικά αυθόρμητος και πραγματικός για τα δεδομένα μου. Φοβάμαι τη ζωή μου γιατί είναι υπερβολικά συνηθισμένη για τον εαυτό μου.Κι όμως, ...

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

strange days, strange feelings, strange us



Μου λες πως δεν έχεις λόγο να ξυπνάς το πρωί κι εγώ θέλω μόνο να μπορέσω να σου βρω το λόγο αυτόν. Με τα λόγια δε μπορώ νομίζω. Ίσως να είχα προσπαθήσει να είμαι ο λόγος αυτός, ίσως οι προσπάθειές μου να μην απέδωσαν. Ίσως πρέπει να προσπαθήσω να σου δείξω τη δύναμη μέσα σου για να μπορέσεις να βρεις το λόγο στις σκέψεις σου και στους στόχους σου. Δεν ξέρω..επειδή κι εγώ είμαι στην ίδια κατάσταση, το ξέρεις. Κι έτσι βρίσκουμε και οι δυο λόγους να συνεχίζουμε μέσα από την υποχρέωση, ξυπνάμε το πρωί εξαιτίας της ρουτίνας κι όχι εξαιτίας της ζωής ή της αγάπης. Ήθελα να σου πω ότι θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα δικό σου χαμόγελο μια μέρα, ένα χαμόγελο που κάνει κι εμένα να γελάω. Κι ήθελα να σου πω ότι θα φτιάξουν, όλα..Πάντα πρέπει να φτιάχνουν.


Καλησπέρα:)

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

dream until, until ...?

Ονειρευόμουν, ονειρευόμουν ότι με κρατούσες, τα χέρια σου τυλίγονταν γύρω από τη μέση μου, κι εγώ ανατρίχιαζα. Ύστερα φιλούσες τη βάση του λαιμού μου και έφευγες. Με βήματα πιο απαλά απ'τον άνεμο. Δεν σ'άκουγα, μα ήξερα πως είχες φύγει. Σε ένιωθα, συνδεομασταν εγκεφαλικά ξέρεις. Μετά ξύπνησα. Ήταν από εκείνα τα όνειρα που δε θέλεις να τελειώσουν, από τα όνειρα που μόλις τελειώσουν ξανακλείνεις τα μάτια σου μήπως και συνεχιστούν. Κι όταν διαπιστώσεις ότι δεν πρόκειται ποτέ πια να συνεχιστούν, πλάθεις τη συνέχεια στο κέφαλι σου, μα ξέρεις ότι δε θα ήταν έτσι η συνέχεια, κι έτσι βαριέσαι, πετάς τις κουβέρτες και σηκώνεσαι να φτιάξεις καφέ. Από τα όνειρα που σου προκαλούν μια επιθυμία να καπνίσεις ένα από εκείνα τα τσιγάρα της σκέψης, από εκείνα τα τσιγάρα που ενώ ρουφάς αναρωτιέσαι και ενώ φυσάς τον καπνό απελπίζεσαι.Μετά σβήνεις ξαφνικά κι αποφασιστικά το τσιγάρο στο σταχτοδοχείο, παίρνεις το παλτό σου και φεύγεις, ξεχνώντας την καφετιέρα στην πρίζα. Ξεκινάς να τρέχεις, φτάνεις στη μεγάλη κατηφόρα, τώρα κόβεις γιατί γλιστράει-έβρεχε πριν. Συνεχίζεις με γρήγορο περπάτημα μέχρι την ανηφόρα, και σε ένα δεκάλεπτο έχεις φτάσει στο πάρκο. Δε διστάζεις να περάσεις μέσα από αυτό, παρόλο που είναι πρωί κι οι άστεγοι ή τα πρεζάκια που διανυκτερεύουν εκεί ίσως να μην έχουν ξυπνήσει ακόμα. Σταματάς βιαστικά σε μια καφετέρια και παίρνεις ένα γαλλικό σκέτο στο χέρι, καθώς θυμάσαι ότι ξέχασες την καφετιέρα στην πρίζα. Βρίζεις χαμηλόφωνα καθώς καίγεσαι με τον καυτό καφέ. Κατεβαίνεις το μεγάλο δρόμο με τα πολλά καταστήματα που ακόμη δεν έχουν ανοίξει όμως κάποιες πωλήτριες αλλάζουν διακόσμηση στις βιτρίνες ενώ δυσανασχετούν μιας κι απεχθάνονται τη δουλεία  δουλειά τους. Στρίζεις δεξιά και βλέπεις το μεγάλο συντριβάνι, προχωράς ευθεία γα λίγη ώρα. Δεξιά σου μια εκκλησία και λίγο πιο κάτω φαίνεται η θάλασσα. Νευριάζεις κι άλλο με τον εαυτό σου που ξέχασες να πάρεις μαζί σου τα ακουστικά σου αφού ανακαλύψεις ότι δε βρίσκονται στην τσέπη του παλτού σου. Μα και να τα είχες πάρει δεν έχεις μαζί σου το κινητό σου, θυμάσαι, καθώς περπατάς στο λιμενοβραχίονα, πάλι, προσπαθώντας να αδειάσεις το μυαλό σου από σκέψεις και να βυθιστείς μόνο στην ηρεμία που προσφέρει το θέαμα της θάλασσας νωρίς το πρωί, μια απαίσια, μουντή, συννεφιασμένη μέρα. Νωρίς το πρωί.Ο καφές σχεδόν τέλειωσε. Πετάς το άδειο φελιζόλ στον επόμενο κάδο. Θυμάσαι μερικά χρόνια πριν που ζωγραφίζατε πάνω στα άσπρα φελιζόλ από τους καφέδες του κυλικείου του λυκείου και γελούσατε μαζί.Κάνει κρύο και ξεκινάει να ψιχαλίζει. Εσύ σχεδόν τρέχεις προς το φάρο. Στη μέση της διαδρομής, στην κυκλική διαπλάτυνση σταματάς και σκύβεις ακουμπώντας τα γόνατά σου. Έχεις λαχανιάσει. Τώρα οι στάλες της βροχής είναι πιο χοντρές. Δεν υπάρχει υπόστεγο κι εσύ δεν προλαβαίνεις να γυρίσεις πίσω. Δακρύζεις και νιώθεις τα δάκρυα να γίνονται ένα με τη βροχή. Θέλεις να φτάσεις στο τέρμα, στο φάρο, ξέρεις ότι αν μαζέψεις δύναμη να ξεκινήσεις θα έχεις την αντοχή να φτάσεις, μα δε βρίσκεις κάτι να σου δώσει την ώθηση να ξεκινήσεις να τρέχεις. Γυρνάς να κοιτάξεις προς τα πίσω, μακριά. Βλέπεις μια ανθρώπινη φιγούρα να πλησιάζει, να περνάει και να φεύγει.

α) Είναι ο εαυτός σου που συνεχίζει να ακολουθεί τη ρουτίνα του ενώ μένει προσκολλημένος στο παρελθόν του.
β) Η φιγούρα σε πλησιάζει, σου ζητάει τσιγάρο, κι εσύ δίνεις. Περπατάτε σιωπηλά δίπλα δίπλα ενώ βρέχει χωρίς να μιλάτε. Γυρνάτε πάλι στην αρχή της διαδρομής κι ο καθένας τραβάει το δρόμο του. Εσύ του έδωσες τσιγάρο κι εκείνος συντροφιά.
γ) Συνεχίζεις την πορεία σου, μέχρι το τέρμα. Σε πλησιάζει όλο και περισσότερο. Αρχικά φοβάσαι. Έπειτα γυρνάς, τον αντικρίζεις. Σε αγκαλιάζει και σε φιλάει απαλά στη βάση του λαιμού σου. Κλαις, ενώ σφίγγεσαι πάνω του. Συνεχίζετε μαζί μέχρι το φάρο, έπειτα πίσω. Ανάβει τσιγάρο και σου το δίνει. Εσύ το πατάς κάτω, με δύναμη, το σβήνεις, το λιώνεις. Κι ύστερα τον φιλάς.

Διαλέγετε την εκδοχή που σας βολεύει.


Καληνύχτα.

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Νοσταλγία

Περπατούσε κι ένιωθε το βάρος των σκέψεών του μεγαλύτερο από αυτό που κουβαλούσε στα χέρια του. Το σπίτι του δεν απείχε πολύ από τη στάση όπου κατέβηκε, ήταν σκοτεινά όμως, έκανε κρύο κι οι δρόμοι ήταν άδειοι. Έφτασε στην είσοδο της πολυκατοικίας και λίγο μετά περίμενε το ασανσέρ. Ήταν λες κι εκείνο είχε κολλήσει στο δεύτερο. Δέκα λεπτά. Αποφάσισε να ανέβει με τα πόδια αν και δεν είχε την απαιτούμενη αντοχή. Φτάνοντας στο δεύτερο διαπίστωσε ότι το ασανσέρ είχε φτάσει στο ισόγειο. Έβρισε ψιθυριστά και συνέχισε μέχρι τον τρίτο. Έκανε μπάνιο κι άνοιξε το άδειο σχεδόν ψυγείο. Πήρε το μπουκάλι με το γάλα και στη συνέχεια έτρεξε να προλάβει το τηλέφωνο που χτυπούσε.
-Ναι; είπε.
-Έλα, πώς είσαι;
-Ε εντάξει, εσύ;
-Γιατί μόνο εντάξει;
-Ρώτησα κάτι.
-Κι εγώ εντάξει είμαι. Δηλαδή, φυσιολογικά, ξέρεις όχι κάτι το ιδιαίτερο. Έχεις αναγνώριση κλήσης;
-Όχι. Γιατί;
-Εεεμ, άνοιξε την πόρτα, χρεώνομαι τόση ώρα.
Εκείνος προχώρησε προς την πόρτα ενώ άκουγε τον ήχο της γραμμής που έκλεινε. Λίγα δευτερόλεπτα μετά βρέθηκε μπροστά σε οκτώ άτομα (και μια πάπια) που γελούσαν, και λίγα ακόμη δευτερόλεπτα αργότερα ήταν χωμένος σε μια τεράστια αγκαλιά.
-Φέραμε φαγητό! είπε η Εύη.
-Οπότε πάμε στην κουζίνα σου να οργανώσουμε λίγο την όλη κατάσταση, συμπλήρωσε η Ηλέκτρα.
-Καλά, η πάπια τι κάνει εδώ;
-Το παιδί μας είναι πια τριών χρονών, μπορεί να έρχεται μαζί μας, είπε η Καλλιόπη διακόπτωντας τον Αλέξανδρο που είχε ξεκινήσει να αιτιολογεί την παρουσία της πάπιας.
 -Πώς κι έτσι, η όλη έκπληξη; ρώτησε εκείνος όντας ακόμη ξαφνιασμένος.
-Μη χαίρεσαι, η Θεσσαλονίκη μας έλειψε honey, όχι εσύ! του απάντησε η Βιολέττα προσπαθώντας να φανεί σοβαρή.
-Ρε δε θα χωρέσουμε όλοι εδώ μέσα! παραπονέθηκε ο Γιάννης.
-Κοίτα, τα παπάκια θα κοιμηθούν μαζί- ξεκίνησε να λέει η Ειρήνη
-ΜΗ ΛΕΣ "ΚΟΙΤΑ" την έκοψαν ταυτόχρονα τρία άτομα και όλοι γέλασαν δυνατά.
-Ρε είναι τόσο γαμάτες αυτές οι μέρες, μετά την εξεταστική και πριν τα αποτελέσματα, είπε η Σοφία ενώ έκοβε σαλάτα.
-Ναι, είναι σαν να είναι καλοκαίρι και να είμαστε στο εξοχικό του Γιάννη, συμπλήρωσε ο Αλέξανδρος.
-Σοβαρά τώρα, δεν παίζει να χωρέσουμε όλοι εδώ, ξαναείπε ο Γιάννης.
-Έλα μωρέ, αν υπάρχουν τίποτα κουβέρτες θα στρώσουμε κάτω για να κοιμηθείτε εσείς και εγώ θα πάω στο κρεβάτι, είπε η Βιολέττα με απόλυτη φυσικότητα.
-Ναι, θα'θελες την ειρωνεύτηκε εκείνος.

-Ζεις;
-Εεε τι ελεγες;
-Ότι έχω τόση πίεση με τα μαθήματα που νιώθω ότι θέλω να τα παρατήσω όλα και να φύγω. Μόνο για λίγο, ίσα να ξεσκάσω. Και μου τη σπάει που δεν είσαι κάτω, να φύγουμε μαζί, από το πρωί μέχρι το μεσημέρι μόνο, ίσα να νιώσουμε για λίγο την ξεγνοιασιά ή την ελευθερία...
-Που νιώθαμε το καλοκαίρι... συμπλήρωσε εκείνος.
-Τι σκέφτεσαι; τον ρώτησε η κοπέλα.
-Τίποτα.
-Πώς το κάνεις αυτό; Πραγματικά σε ζηλεύω που μπορείς να μη σκέφτεσαι τίποτα τόσο απλά. Το δικό μου μυαλό νιώθω ότι υπερφορτώνεται.
-Ίσως αυτό να είναι καλύτερο όμως. Όταν έχεις πράγματα να σκεφτείς, όταν κάτι σε απασχολεί -πόσο μάλλον όταν σε απασχολούν πολλές και διαφορετικές καταστάσεις- η ζωή σου παρουσιάζει ενδιαφέρον. Ας πούμε ότι η ρουτίνα σου είναι πιο ενδιαφέρουσα από τη δική μου.
-Το θέμα είναι να προσπαθήσεις εσύ να δώσεις λίγο χρώμα στη ρουτίνα σου. Κι όχι να περιμένεις τις καταστάσεις. Να τις πάρεις στα χέρια σου και να τις ελέγξεις. Ξέρω ότι είναι δύσκολο, ειδικά τώρα που έχεις εξεταστική. Προσπάθησε να απελευθερωθείς μέσα από εσένα, να εκφραστείς, να βγάλεις από μέσα σου αυτά που νιώθεις. Γιατί νιώθεις Κάτι. Όσο κι αν δεν προσδιορίσεις αυτό το κάτι, όσο κι αν αυτό εκφράζεται μ'ένα βάρος ή μια μόνιμη κόπωση, μια μόνιμη απουσία διάθεσης. Αν δεν δώσεις χρόνο στον εαυτό σου, αν δε συζητήσεις λίγο μαζί του για να βρεις τι από αυτά που είναι διαθέσιμα τώρα, τι από αυτά που μπορείς να αλλάξεις στη ζωή σου θα τη βελτιώσει πραγματικά, τότε θα μείνεις έτσι για πολύ πολύ καιρό ακόμα. Μπορώ να σε βοηθήσω, αν με αφήσεις. Προσπαθώ τόσο καιρό. Πρέπει όμως να συζητήσεις λίγο με τον εαυτό σου, ίσα να ανοίξεις μια είσοδο στο τείχος που σου έχει υψώσει ο εαυτός σου, ίσα να αφήσεις μετά κι εμένα ή οποιονδήποτε θέλεις να σου μιλήσει, λίγο περισσότερο.
-Αχά. απάντησε εκείνος.
-...
-...
-Εντάξει πάω για ύπνο. Ίσως πρέπει να σκεφτείς ό,τι σου είπα. Να ξέρεις ότι νοιάζομαι πραγματικά για σένα, κι ότι είμαι εδώ, θα είμαι εδώ, είπε εκείνη. Καληνύχτα...







...Με τσιγάρα βαριά
μια βουτιά στα βαθιά
κι επιπλέω,
κι ας μην είναι σωστό,
πάντα ό,τι σκεφτώ
θα το λέω...









 Καληνύχτα:)


Υ.Γ.Περίεργο συναίσθημα να ξέρεις, μα έχω ξαναπεί πως είσαι η πηγή έμπνευσής μου. Κι ίσως να είναι κακό που λέω ότι αισθάνομαι, ίσως να είναι κακό που δεν είμαι πιο κλειστή, μα δε θέλω να είμαι κλειστή μαζί σου, δε θέλω να είμαι νευρική μαζί σου ούτε να παραπονιέμαι συνέχεια. Θέλω να είμαι μια πολύ καλή εκδοχή του εαυτού μου. 

Υ.Γ.2. Γιάννη Β. (=Αλέξανδρε) συγγνώμη για την αλλαγή του ονόματος, ήταν απαραίτητη για να μην συγχέονται τα ονόματα.



Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Δε χανόμαστε εξάλλου

Οι μεγαλύτερες αλήθειες λέγονται μεταξύ 2 π.μ. και τρίτου ποτού.” ,όπως είπε κάποιος ανώνυμος κάπου στον ιστό. Και θα συμφωνήσω με αυτόν τον ανώνυμο. 
"Δεν έχω κάνει ποτέ..." γράφει πάνω στο θρανίο μου με τους γραφικούς χαρακτήρες της Ε*, και μια ημερομηνία χαραγμένη δίπλα. "Έχουμε και λέμε..." κι άλλη μια ημερομηνία δίπλα. Και λίγο πιο πέρα η ίδια φράση με διαφορετική ημερομηνία κάθε φορά. Σκέφτομαι πως το θρανίο μου κάθε χρονιά δέχεται χωρίς να αντιδρά όλα τα ψυχολογικά μου. Στο γυμνάσιο ήταν γεμάτο στίχους από ξένα κομμάτια, μέταλ πιο πολύ, άντε και τίποτα ρεντ χοτ τσίλι πέππερς. Στο λύκειο το ρεπερτόριο άλλαξε λίγο, και φέτος άλλαξε ακόμα πιο πολύ. Και πάλι στίχοι, ελληνικοί στην πλειοψηφία τους, Πασχαλίδης στην πλειοψηφία τους. Και ζωγραφιές μικρές, και πράξεις αμέτρητες. Σαν τη ζωή. Εξιστορείται μέσα από στίχους, περιγράφεται μέσα από ζωγραφιές και μένει μέσα από πράξεις -μα όχι αριθμητικές. Θα μου λείψει το θρανίο μου, και το κάθε θρανίο που είχα. Θα πρέπει να αρχίσω να γράφω αλλού ημερομηνίες...σε τετράδια, στο κινητό, κάπου.
~
-Τι σκέφτεσαι;
-Ότι θα μου είναι πολύ δύσκολο να αρχίσω από την αρχή. Ότι δεν είμαι σαν εκείνους που κοινωνικοποιούνται και προσαρμόζονται απευθείας μόλις αλλάξουν περιβάλλον. Δε μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου να ξεκινάει κάπου αλλού, από το μηδέν, χωρίς κανένα γνωστό και καμιά από εσάς..
-Κι ακόμα κι όταν βρούμε άλλες παρέες πάντα θα τις συγκρίνουμε με τη δική μας, θα βλέπουμε ότι είναι κατώτερες, ότι περνάμε καλά, αλλά διαφορετικά. 
-Και μετά δε θα μπορούμε να δεθούμε μαζί τους, δε θα μπορέσουμε να έχουμε με τους άλλους το δέσιμο που έχουμε μεταξύ μας.
-Ναι αλλά Χριστούγεννα και Πάσχα και καλοκαίρι θα ξαναγυρνάμε εδώ. Το εδώ θα υπάρχει πάντα και θα μας περιμένει. Όποτε το χρειαζόμαστε, όποτε δεν είμαστε καλά, όποτε μας λείπει ο ήλιος κι η θάλασσα κι η αύρα της πόλης αυτής γενικά...-
-Έχουμε άλλον ένα χρόνο και λίγους μήνες, δεν πρέπει να αγχωνόμαστε τόσο από τώρα..Και πρέπει να φροντίσουμε να περάσουμε όσο πιο καλά μπορούμε.Κι ακόμα κι όταν έρθει το "μετά" εμείς ξέρουμε πως δε χανόμαστε, ακόμα κι αν δεν είμαστε όπως τώρα
, είπε και η έκτη κοπέλα. 

Χαμογελούσαν. Κι είχαν ακόμα καιρό. Όσο γρήγορα και αν περνάει ο χρόνος οι στιγμές θα μένουν.
~
-Ρε δεν έχει έρθει κανένα ταξί τόση ώρα.
-Ήρθε ένα κι έφυγε.
-Δεν το είδα καν.
-Θα σε πάω να πάρεις από την πλατεία ταξί.
-Σε λίγο, όχι ακόμα...Πώς νιώθεις;
-Σαν να λείπει κάτι. Εσύ;
-Σαν να λείπουν πολλά.
-Δε θέλω να γυρίσω πίσω.
-Ούτε εγώ θέλω να γυρίσεις. Αλλά θα γυρίσεις και θα φροντίσεις να περάσεις καλά. Νομίζω ότι επαναλαμβάνομαι. Ότι σου λέω τα ίδια πράγματα, μα εύχομαι να μπορούσα να σου πω κάτι άλλο. Εύχομαι να μπορούσα να σου λέω κάθε μέρα κάτι διαφορετικό που να σε έκανε να χαμογελάς.
-Εσύ πώς νιώθεις;
-Τώρα;
-Γενικά. Και τώρα.
-Γενικά βαρετά. Η ρουτίνα, ξέρεις...Κι εσύ το ζεις...Τώρα..Τώρα όμορφα.

 

Υ.Γ.θέλω να με κρατάς για πάντα.. , μπράβο που κατάφερες και μου το κόλλησες!

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Μα μέσα στο κρύο εκείνη ψιθύριζε αχνά.

Είναι περίεργο να σταματάω το διάβασμα και να κοιτάζω την οθόνη του κινητού μου. Γενικά, δεν το χρησιμοποιώ ιδιαίτερα. Είναι όμως αυτές οι μέρες που απλά θέλω να νιώσω ότι δεν είμαι μόνη. Και ξέρεις, απογοητεύομαι με το πόσο μόνη είμαι. Πάντα η οθόνη είναι άδεια. Ή τουλάχιστον εδώ και λίγο καιρό, και μάλλον πρέπει να το συνηθίσω. Να συνηθίσω ότι θα συνεχίσει να είναι άδεια για αρκετό καιρό. Ή τουλάχιστον να συμφιλιωθώ με την ιδέα ότι αν θέλω να γεμίσει με κάτι αυτό θα είναι σημειώσεις με τύπους φυσικής. 
Κάνει κρύο τώρα. 
Κι όταν κάνει κρύο νιώθω το κασκόλ μου να με πνίγει αντί να με ζεσταίνει. 
Να με φυλακίζει και να κρυώνω περισσότερο. 
Να κρυώνω μακριά (σου). 
Να κρυώνω μακριά από τον ίδιο μου τον εαυτό.

Προσπαθώ να με βρω, να με γνωρίσω από την αρχή. Μα δεν έχω χρόνο. Προσπαθώ να δω τον εαυτό μου όπως αλληλεπιδρά με το εξωτερικό περιβάλλον. Μα δε μπορώ να αλλάξω την οπτική γωνία μου. Πίστευα ότι όταν δε μπορείς να αλλάξεις τις καταστάσεις μπορείς πάντα να αλλάξεις την οπτική γωνία σου. Είναι λες κι έχω κολλήσει εδώ. Σαν να μη μπορώ να πάω πίσω ή μπροστά και φοβάμαι ότι είμαι σε μια φάση που θα κρατήσει πολύ καιρό.
Φοβάμαι ότι ο συγκεχυμένος και τυχαίος αυτός εαυτός μου θα υπερισχύσει έναντι όλων των υπόλοιπων για αρκετό καιρό. Νομίζω ότι κάθε μέρα ανακαλύπτουμε κι ένα νέο κομμάτι του εαυτού μας. Κάνουμε πράξεις που ποτέ δεν είχαν ξαναπεράσει απ'το μυαλό μας. Μα ακόμα κι αν δεν κάνουμε τέτοιες πράξεις κάνουμε σίγουρα τέτοιες σκέψεις. Σκέψεις που ποτέ δε μοιραζόμαστε επειδή φοβόμαστε, όχι επειδή έχουν αξία για μας. Επειδή φοβόμαστε την κατακραυγή ή την οποιαδήποτε κριτική (ή ίσως εν τέλει τη δική μας κραυγή όταν τις συνειδητοποιήσουμε, τις σκέψεις αυτές). Και δικαίως φοβόμαστε, μιας κι εμείς οι ίδιοι ποτέ δε διστάζουμε να κρίνουμε κάποιον άλλο άγνωστο γνωστό μας.
Φοβάμαι ότι θα κρυώνω όλο και πιο πολύ.
Και να σκεφτείς ότι δεν κρύωνα ποτέ. 
Να σκεφτείς ότι και φέτος έκανα χριστούγεννα με κοντομάνικο και ζακέτα.
Κι όμως τώρα ξαφνικά είμαι ευάλωτη.
Στο κρύο, στην απουσία (τη δικιά σου, τη δικιά μου, της ζωής..ποιος ξέρει;).
Και δεν έχω τζάκι, μα και να είχα δε θα άντεχα να κουβαλήσω ξύλα, θα κρύωνα, θα σωριαζόμουν στα μισά της διαδρομής.
Και δεν έχουμε λεφτά για πετρέλαιο, αγάπη μου. Όλοι μιλάνε για εποχές ευημερίας που εμείς γνωρίσαμε μόνο ως παιδιά, όλοι κλαίνε για την κατάντια τους... μπροστά στο αναμένο τζάκι.
Ούτε κονιάκ πίνουμε πια για να ζεσταθούμε, επειδή δεν πρέπει να μεθύσουμε, λένε. Επειδή πάντα βγαίνουμε εκτός ελέγχου, λένε. Επειδή κανείς δε θα μας γυρίσει μετά στα σπίτια μας, όλοι έχουν βαρεθεί να κάνουν τους κουβαλητές, λένε.
Μα ποιος σου είπε ότι εγώ θέλω να πάω σπίτι μου; 
Εκεί κάνει κρύο. 
Ποιος σου είπε ότι εγώ θέλω να με πάτε οπουδήποτε; 
Εκεί έχει παγωνιά.
Ποιος σου είπε ότι θέλω να με αφήσεις; Σπίτι μου, ή στο δρόμο ή στο παγκάκι ή στο οπουδήποτε (μόνη μου); Όχι δε θέλω να με αφήσεις (μόνη μου). Γιατί θα κρυώνω.
Γιατί κρυώνω (μόνη μου).


Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στο λιμάνι της λατρεμένης πόλης και περιλαμβάνει δύο λατρεμένα άτομα.