Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Σκέψεις της διαδρομής..

Πόσες φορές δεν έχουμε διαβάσει κείμενα που ξεκινούν με εκείνο το ρήμα "περπατούσε, περπατάμε, περπάτησα", σε πολλά πρόσωπα και χρόνους.. 

Περπατούσε, λοιπόν, κι εκείνος μόνος του, περνούσε από δρόμους στενούς, σκοτεινούς. Υπήρχαν στύλοι μα τα φώτα τους σπασμένα, διαλυμένα, σαν την ψυχή του ώρες ώρες. Σήμερα δεν ένιωθε έτσι, ένιωθε τις σκέψεις του βαριές, τη διαδρομή μελαγχολική. Άκουγε τραγούδια ταιριαστά στη διάθεσή του αυτή, ήξερε τα λόγια όλα απ'έξω μα δεν τραγουδούσε. Έλεγχε πάντα το δρόμο πριν περάσει απέναντι, ήταν προσεκτικός σε όλα. Σπάνια ρίσκαρε, όχι ότι φοβόταν -ίσα ίσα- , μα είχε χάσει το ενδιαφέρον του, είχε απογοητευτεί από την ομοιότητα των ημερών μεταξύ τους, απ'τις καταστάσεις κι ίσως κι απ'τα άτομα. Κι έτσι δε ρίσκαρε, υπέμενε καρτερικά την κατάσταση αυτή, μέχρι να εμφανιστεί κάτι που θα του κινούσε την περιέργεια. Μια γάτα πέρασε μπροστά του και τον κοίταξε στα μάτια για λίγα δευτερόλεπτα, ύστερα έφυγε κι αυτή αφήνοντάς τον και πάλι μόνο με συγχορδίες κιθάρας στ'ακουστικά του

 Την ίδια στιγμή κι εκείνη περπατούσε μόνη. Ένιωθε εκείνη την ψύχρα στο στον αυχένα της κι ύστερα σ'όλο της το σώμα, να τη διαπερνά -όμως της άρεσε-, της θύμιζε ότι δεν είναι μόνη, ποτέ δεν είσαι μόνος. Εκείνη έτυχε να μη φοράει ακουστικά εκείνη τη μέρα, τ'αποζητούσε όμως. Προσπαθούσε να ξεχαστεί ακούγοντας τους ήχους της νύχτας - μα φοβόταν. Μια γάτα εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά της στο έρημο σοκάκι, μα δε γύρισε να την κοιτάξει. Η κοπέλα τέντωσε το χέρι της πλησιάζοντας το ζώο, καλώντας το, μα η γάτα έφευγε-προτιμούσε τους μοναχικούς ανθρώπους, εκείνους που την κοίταζαν μονάχα μα την άφηναν να φύγει... Δεν της άρεσαν όσοι προσπαθούσαν να τη γνωρίσουν, να την καταλάβουν


Η γάτα προχωρούσε στο δρόμο ψάχνοντας εκείνον κι έχοντας εκείνη να την ακολουθεί. Και ξαφνικά αποφάσισε ότι δεν αξίζει να ξοδεύει την ώρα της ψάχνοντας τον οποιονδήποτε- εξάλλου άνθρωπος ήταν αυτός, θα είχε ήδη γίνει καπνός- κι έτσι χώθηκε στον κοντινότερο σκουπιδοτενεκέ. Η κοπέλα απογοητευμένη κάθισε στο απέναντι παγκάκι και βρήκε ένα ζευγάρι ξεχασμένα ακουστικά. Χάρηκε τόσο πολύ τη στιγμή εκείνη, τ'ακουστικά ήταν σαν σανίδα σωτηρίας στη μελαγχολία που κέρδιζε ολοένα έδαφος εναντίον της αρχικά καλής διάθεσής της.
-Περιμένετε λίγο, είναι δικά μου τα ακουστικά! Μία διστακτική μα συνάμα δυναμική φωνή την έκανε να γυρίσει. 
Και τότε εκείνος πάγωσε. Η κοπέλα είχε τα μάτια της γάτας -τα μάτια που τόσο τον γοήτευσαν πριν λίγο κι ευχήθηκε να ξανάβλεπε για μια φορά. Γι αυτό περίμενε στο παγκάκι τόση ώρα με αποτέλεσμα να ξεχάσει τα ακουστικά του φεύγοντας απογοητευμένος. Μα τελικά, τα μάτια ήταν εκεί, μεγάλα, χαμογελαστά και καλοσυνάτα. Όμως η κοπέλα είχε μια έκφραση λυπημένη, σαν να της έπαιρνες ξαφνικά τον πολύτιμο θησαυρό της... Όχι, δεν έπρεπε να είναι έτσι, η κοπέλα αυτή έπρεπε να είναι χαρούμενη, συνέχεια, το χαμόγελο της θα'ταν το πιο όμορφο του κόσμου, το ήξερε κι ας μην το είχε δει ποτέ του -φαινόταν στα μάτια της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου