Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Βότσαλα της βροχής

Κοίταζε το μικρό κοριτσάκι στην παραλία που μάζευε βότσαλα. Έδειχνε τόσο χαρούμενο, κι ας ήταν μόνο του. Φώναζε κάθε φορά που έσκαγε ένα κύμα στην ακτή, κι έπειτα προσπαθούσε να μαζέψει βρεγμένα βότσαλα πριν έρεθει το επόμενο κύμα. Τα τοποθετούσε προσεκτικά σε μια πάνινη τσάντα που είχε μουλιάσει απ'το θαλασσινό νερό, και το χρώμα της είχε ξεβάψει απ'το αλάτι. Το δικό του κοριτσάκι είχε φύγει, χρόνια τώρα. Αυτό εδώ, το κορίτσι της παραλίας, θα μεγάλωνε, θα έκανε φιλίες, σχέσεις, θα σπούδαζε, θα έκανε τα δικά του όνειρα. Το δικό του πάλι πήρε μερικές ανάσες στο θάλαμο του νοσοκομείου, κι ύστερα έφυγε, πριν προλάβει ν'αντικρίσει τον κόσμο. Εκείνος θυμόταν τόσο έντονα την εικόνα του νοσοκομειακού θαλάμου. Νόμιζε ότι οι κραυγές του ίδιου, της Έλλης, όλων, ηχούσαν ακόμη στ'αυτιά του. Μα πιο πολύ απ'όλα θυμόταν τα μάτια της κόρης του. Είχαν εκείνο το σκούρο μπλε της ατίθασης, φουρτουνιασμένης θάλασσας. Απ'τη στιγμή που έχασε τη δική του θάλασσα βρίσκει καταφύγιο στη μικρή παραλία με τα βότσαλα, μετρώντας τα κύματα και παρακολουθώντας τις ζωές των άλλων να εκτυλίσσονται γύρω του.

Είκοσι χρόνια αργότερα

Η Ισμήνη είχε πατήσει τα εικοσιπέντε πια. Καθόταν σκεφτική στην ακροθαλασσιά προσπαθώντας ν'ανάψει τσιγάρο. Φυσούσε υπερβολικά πολύ για πρωινό του Σεπτέμβρη. Παράτησε τις άκαρπες προσπάθειές της και πέταξε το άγγιχτο τσιγάρο λίγο πιο πέρα, στα γκρίζα βότσαλα της γνώριμης παραλίας. " Δε γαμιέται" ψυθίρισε και λίγο μετά έβαλε τα κλάματα κρύβοντας το πρόσωπό της στις παλάμες της. Δεν ήθελε να κοιτάει τη θάλασσα γιατί της θύμισε τα γκρίζα μάτια εκείνου, ειδικά αυτό το μουντό πρωί της Πέμπτης. Ήθελε μόνο ν'ακούει το φλοίσβο των κυμάτων που της θύμιζε τόσο την ανάσα του. Τώρα κάθε πρωί ξυπνούσε μόνη σ'ένα δωμάκριο τόσο γεμάτο από τη νεκρική αυτή σιωπή. Εκείνος ήταν τόσο μακριά, κι η απουσία του τόσο έντονη στη ζωή της, αν είχε ακόμα ζωή. Τι ήθελε κι εκείνος ο μεσήλικας, κάθε μέρα τόσα χρόνια τώρα.. Απ'όταν θυμόταν τον εαυτό της να'ρχεται σ'αυτήν την παραλία θυμάται κι εκείνο τον κύριο με τα γένια και τα φθαρμένα τζιν να κάθεται κάθε πρωί στη θάλασσα και να την κοιτάει μ'ένα βλέμμα άδειο,απλανές...

Μα κάποιες φορές η απουσία εκείνων που έζησες μαζί τους είναι το ίδιο ισχυρή με αυτή εκείνων που δεν πρόλαβες καν να γνωρίσεις...










Καλό απόγευμα :)

16 σχόλια:

  1. και μήπως άραγε υπάρχουν τέτοιες απουσίες που δεν πονούν; δυστυχώς όχι...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δυστυχώς, αυτό το δυστυχώς θα μας φάει..Κι οι απουσίες, κι αυτές μαζί..

      Διαγραφή
  2. Μεγάλο θέμα οι απουσίες... κι εσύ το περιγράφεις όμορφα..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ...εγώ και η απουσία γνωριζόμαστε πολύ καλά. Και εσύ την περιγράφεις πολύ καλά.
    *υπέροχος τίτλος, υπέροχο μουσικό κομμάτι που το ακούω συνεχώς τελευταία...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ'ευχαριστώ, όσο για το κομμάτι καταλαβαίνω...=|

      Διαγραφή
  4. 'Μα κάποιες φορές η απουσία εκείνων που έζησες μαζί τους είναι το ίδιο ισχυρή με αυτή εκείνων που δεν πρόλαβες καν να γνωρίσεις...'

    μη τα βαζεις με την απουσια.. παντα σε νικαει..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εκτός αν το παλέψεις, κι αντιστρέψεις την κατάσταση..Μπορείς=)

      Διαγραφή
  5. ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΟ BLOG !!! ΚΑΛΩΣ ΣΕ ΒΡΗΚΑ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. πολλές φορές πιστεύεις πως αυτοί που δεν πρόλαβες να γνωρίσεις θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν αυτούς που έχουν φύγει;

    ή πως αν τους είχες γνωρίσει η ζωή σου θα ήταν πιο ολοκληρωμένη;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν έχω ιδέα, δε μπορώ να μιλάω υποθετικά. Σίγουρα θα ήταν διαφορετική όμως η ζωή μου.

      Διαγραφή
  7. Οι απουσίες είναι ψευδαισθήσεις. :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δηλαδή βαθύτατες επιθυμίες, ή κάτι τέτοιο..

      Διαγραφή
  8. όμορφο*





    μα τα άτομα παίρνουν ζωή από τη σκέψη μας και μόνο·
    η απουσία μηδενίζεται.
    [όχι πάντα.]

    ΑπάντησηΔιαγραφή